«Ο βιβλιοπώλης της Γάζας» δεν είναι ένα ακόμα αντιπολεμικό βιβλίο για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, για το συνεχιζόμενο επί δεκαετίες ολόκληρες δράμα των Παλαιστινίων-αλλά και των Ισραηλινών που πέφτουν θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, ένα διαφορετικό βιβλίο από όσα έχουμε διαβάσει κατά καιρούς για το θέμα αυτό.
Η διαφορετικότητά του αυτή οφείλεται πρωτίστως στην δεινή αφηγηματική ικανότητα του Μαροκινού συγγραφέα Ρασίντ Μπενζίν. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας, δια μέσου της πένας του, καταφέρνει να κάνει την προσωπική και τραγική ιστορία του βιβλιοπώλη της Γάζας, του Ναμπίλ αλ Τζάμπερ, κτήμα όλων μας, να τη μεταμορφώσει σε πανανθρώπινη ιστορία που μπορεί να την οικειοποιηθεί οποιοσδήποτε άνθρωπος στον πλανήτη μας έχει βιώσει τη φρίκη του πολέμου σε κάποια φάση της ζωής του.
Ο Ναμπίλ αλ Τζαμπέρ, ο βιβλιοπώλης της Γάζας γεννήθηκε υπό καθεστώς προσφυγιάς. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ήταν για αυτόν ο κανόνας στους πολυάνθρωπους προσφυγικούς κατακλυσμούς των Παλαιστινίων όπου έτυχε να γεννηθεί. Και καθώς μεγάλωνε, δυστυχώς, τα πράγματα δεν έγιναν καλύτερα, αλλά χειρότερα. Ο φανατισμός και η βία αντί να ελαττωθούν εξαπλώθηκαν περαιτέρω μέσω των τρομοκρατικών οργανώσεων, τόσο των Παλαιστινίων, όσο και του Ισραήλ. Οι απλοί άνθρωποι, όμως, εκείνοι που δεν αντιλαμβάνονται τα περίπλοκα τερτίπια της πολιτικής, είναι απλώς τα θύματα όλων αυτών των λανθασμένων πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται αγνοώντας τη μοίρα των λαών… Διότι ο βιβλιοπώλης της Γάζας φτάνει σε σημείο να θρηνήσει ακόμη και τον ίδιο του τον γιο ανάμεσα στα θύματα της συνεχιζόμενης τραγωδίας…
Αυτή είναι ολίγοις η βασική θέση του αντιπολεμικού αυτού μυθιστορήματος που συγγράφει ο Μαροκινός συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του θα μας συνεπάρει, αλλά και θα μας προβληματίσει. Η ιστορία του βιβλιοπώλη της Γάζας, που αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο στον Γάλλο φωτογράφο που τον επισκέπτεται, τον Ζιλιέν Ντεμάνζ, μας δίνει τόσο το ιστορικό πλαίσιο της μακροχρόνιας αυτής διαμάχης μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών, όσο και το δράμα που βιώνει επί δεκαετίες ο απλός λαός. «Αναγνωρίζουμε την ευτυχία από τον ήχο που αφήνει όταν φεύγει», μας λέει μέσα ο συγγραφέας μεταφέροντας τη ρήση αυτή κάποιου σοφού στο βιβλίο του. Και πράγματι, διαπιστώνουμε ότι είναι ακριβώς έτσι. Αναγνωρίζουμε ότι ήμασταν ευτυχισμένοι μόνο όταν αυτή μας αφήσει και μπορέσουμε να αντιπαραθέσουμε την απολεσθείσα ευτυχία μας με την τωρινή μας δυστυχία. Αν και μεγάλο μέρος των λαών της Μέσης Ανατολής δεν έχει δυστυχώς να θυμάται καμία στιγμή ευτυχίας, αφού οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζουν σήμερα δεν έχουν γνωρίσει πως είναι μία ζωή δίχως πόνο, δίχως προσφυγιά και δίχως πόλεμο.
Ο συγγραφέας περιγράφει το σκηνικό του πολέμου με άφθονο λυρισμό, ο οποίος έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις σκληρές εικόνες που μας παραδίδει από τις ρημαγμένες από τον πόλεμο πόλεις:
«Προσόψεις διαλυμένες, ξεκοιλιασμένες σαν κουφάρια ψόφιων ζώων. Τα μπετονένια σωθικά κρέμονται, ανάκατα, σκορπισμένα στα πεζοδρόμια. Τα σπίτια δεν είναι πια παρά θωρακικές κοιλότητες, σμπαραλιασμένες. Λες και είχαν εκραγεί σε χίλια κομμάτια. {…}Όλα μοιάζουν να ουρλιάζουν. Να ουρλιάζουν χωρίς λόγο. Τα πεζοδρόμια είναι μια θάλασσα από μπάζα, κομμάτια μπετόν κονιορτοποιημένα, δοκάρια σπασμένα, θαρρείς κι ένας γίγαντας συνέθλιψε την πόλη κάτω απ’ τα πόδια του. Τα αυτοκίνητα, ή τέλος πάντων ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτά, καμένα, καρβουνιασμένα, το ένα πάνω στο άλλο μες στα ερείπια, σαν προσαραγμένες βάρκες. Κουρελιασμένες σημαίες μαρτυρούν μια απατηλή προσμονή. Με κάποιες αποχρώσεις κόκκινου ή πράσινου, γαντζωμένα όπου λάχει, κομμάτια από σάρκες που κρέμονται. Απελπισμένα γκράφιτι ψυχομαχούν στους θρυμματισμένους τοίχους. Όλα αυτά δεν έχουν πια σημασία. Ένα νεκροταφείο όπου ακόμη και οι σκιές φαντάζουν χαμένες».
Αυτή ήταν η πόλη του πολέμου, ο περιβάλλοντας χώρος της σύγκρουσης. Και πώς είναι, άραγε, οι άνθρωποι του πολέμου;
«Κι όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν. Ένα θέατρο εξαθλίωσης και τρέλας, ένας γκροτέσκος χορός, όπου οι ζωντανοί δεν είναι εντελώς ζωντανοί, μα όχι κι εντελώς πεθαμένοι. Σέρνονται ανάμεσα στα ερείπια σαν φαντάσματα, με το ύφος εκείνων που έχουν δει τα πάντα, έχουν χάσει τα πάντα, και δεν περιμένουν πια τίποτε, παρά μόνο το τέλος. Αλλά αυτό συνεχίζεται».
Πολλές φορές θα μας εντυπωσιάσει και το γεγονός ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και το δύσκολο δεύτερο ενικό πρόσωπο στην αφήγησή του, όταν απευθύνεται στον Γάλλο φωτογράφο και μας περιγράφει τις κινήσεις του και τη συνάντησή του με τον βιβλιοπώλη της Γάζας.
Η ιστορία μιας ζωής, του βιβλιοπώλη της Γάζας, αλλά, συγχρόνως, και η ιστορία ενός ολόκληρου λαού, των Παλαιστινίων και η ιστορία μιας περιοχής της Μέσης Ανατολής, όλα μέσα σε ένα μικρό μυθιστόρημα, μόλις 127 σελίδων στην ελληνική έκδοση και την πολύ εύρυθμη μετάφραση από τα γαλλικά της Ρίτας Κολαΐτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.