Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενετοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενετοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Το τέλος της ενετοκρατίας στην Κρήτη


Η κρητική αναγέννηση στην Κρήτη και η πολιτισμική ευημερία των πόλεων τερματίστηκε απότομα με το ξέσπασμα του πέμπτου βενετοτουρκικού πολέμου το 1645. Η τουρκική απειλή όμως δεν ήταν κάτι καινούριο για το νησί. Ήδη τον 16ο αιώνα, με την επεκτατικότητα των Οθωμανών να βρίσκεται στο απόγειό της, το νησί είχε γνωρίσει τρεις καταστροφικές επιδρομές:  την εισβολή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538, την επιδρομή του Νταργούτ Ρέϊς το 1562 και εκείνη του Ουλούτζ Αλή το 1571, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή και πυρπόληση της πόλης του Ρεθύμνου.
      Φυσικά η Γαληνοτάτη είχε μεριμνήσει για την ασφάλεια μίας από τις πολυτιμότερες κτήσεις της με την κατασκευή αρκετών οχυρωματικών έργων στις πόλεις των Χανίων, του Ρεθύμνου, του Χάνδακα και της Σητείας, σύμφωνα με τους νέους κανόνες της οχυρωματικής τεχνικής που απαιτούσε η χρήση της πυρίτιδας και των κανονιών. Αυτή περιλάμβανε χαμηλά και παχιά τείχη με ισχυρούς προμαχώνες και επιχωματώσεις σχεδιασμένα έτσι ώστε να αντέχουν τις βολές του πυροβολικού. Τα περισσότερα οχυρωματικά έργα στο νησί έγιναν τον 16ο αιώνα μετά τις καταστροφικές επιδρομές των κουρσάρων της Μπαρμπαριάς και περιλάμβαναν την κατασκευή ενός ισχυρού φρουρίου-ακρόπολης σε κάθε πόλη, την περικύκλωση των πόλεων με τείχη, αλλά και την κατασκευή πύργων-παρατηρητηρίων κατά μήκος των ακτών. Τα έργα αυτά κατασκευάστηκαν από τους χωρικούς με τον εξαναγκασμό τους σε αγγαρεία, αλλά και από εργάτες που δούλευαν επί πληρωμή. Υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό τους ήταν επιφανείς αρχιτέκτονες της Βενετίας όπως οι Michele Sanmicheli, Sforza Pallavicini, Campofregoso και Savorgnian.
     Μετά από την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου, το 1570-1573 και παρά τη νίκη των χριστιανών στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου, η επιθετικότητα των Οθωμανών δεν είχε αναχαιτιστεί επαρκώς και η Κρήτη ήταν η μόνη κτήση που διατηρούσαν οι Βενετοί στην Ανατολική Μεσόγειο πλην των Επτανήσων. Ήταν φυσικό λοιπόν οι Τούρκοι να εποφθαλμιούν το νησί το οποίο έστεκε σαν σφήνα ανάμεσα στις κτήσεις τους στο ανατολικό Αιγαίο. Επιπλέον η Κρήτη ήταν ευκολότερος στόχος από τη Μάλτα των Ιωαννιτών ιπποτών. Η περίοδος που είχε προηγηθεί, από την ειρήνη του 1573 ήταν η μακροβιότερη ειρηνική περίοδος στην Ανατολική Μεσόγειο και η αυτοπεποίθηση των χριστιανών σε υψηλά επίπεδα λόγω της νίκης στη Ναύπακτο. Ο καταστροφικός τριακονταετής πόλεμος (1618-48) βρισκόταν σε εξέλιξη κρατώντας απασχολημένες τα ευρωπαϊκές δυνάμεις και ευνοώντας τους Τούρκους. Επιπροσθέτως η Βενετία, όπως και όλες οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες, είχε αποδυναμωθεί ύστερα από τη μετατόπιση του κέντρου βάρους του εμπορίου από τη Μεσόγειο στον Ατλαντικό και την άνοδο νέων ναυτικών δυνάμεων, όπως των Ισπανών, των Πορτογάλων και, σταδιακά, των Ολλανδών. Επομένως ήταν η κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει τους Βενετούς ο σουλτάνος Ιμπραήμ Α΄, ο επονομαζόμενος και τρελός.
     Η αφορμή για την τιτάνια σύγκρουση δόθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1644, όταν έξι πειρατικές γαλέρες των Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας αιχμαλώτισαν ένα οθωμανικό πλοίο που κατευθυνόταν για προσκύνημα στη Μέκκα και μαζί με αυτήν και μία ευνοούμενη του σουλτάνου. Οι ιππότες βρήκαν καταφύγιο στα νότια της Κρήτης, στο λιμάνι των Καλών Λιμένων, προσφέροντας έτσι στους Οθωμανούς τη δικαιολογία που ζητούσαν για να εισβάλουν στο νησί.
     Επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων τέθηκε ο Γιουσούφ πασάς και ο Μουράτ αγάς με 7.000 γενίτσαρους, 14.000 σπαχήδες που αποτελούσαν το ιππικό και 50.000 περίπου στρατιώτες. Τους ακολουθούσαν 7.000 σκαπανείς και 400 περίπου σκάφη, ανάμεσα στα οποία και 80 γαλέρες. Από την άλλη, η Κρήτη δεν ήταν και στην καλύτερη αμυντική κατάσταση και οι δυνάμεις των Βενετών ήταν αρκετά μικρότερες και διασπασμένες στις πόλεις της Κρήτης. Η πολιτοφυλακή αριθμούσε τις παραμονές του πολέμου μόλις 14.000 άτομα. Η πλειοψηφία του πληθυσμού στις πόλεις στήριζε τους Βενετούς, στην ύπαιθρο όμως πολλοί από τους ντόπιους τάσσονταν απροκάλυπτα με το μέρος των Οθωμανών. Ακόμη, οι Βενετοί δεν μπορούσαν να ελπίζουν αυτή τη φορά σε συνασπισμό των Ευρωπαίων κατά των Τούρκων, όπως είχε συμβεί στον προηγούμενο πόλεμο, λόγω του Τριακονταετούς πολέμου που βρισκόταν σε εξέλιξη. Έτσι μόνον ο Πάπας, οι Ιωαννίτες και κυρίως οι Γάλλοι βοήθησαν μερικώς τους Βενετούς σε αυτόν τον πόλεμο. Οι τελευταίοι είχαν ειρηνικές σχέσεις με τους Τούρκους παρ’ όλα αυτά διέθεσαν κάποιες δυνάμεις στους Βενετούς κυρίως στην τελευταία φάση του πολέμου. 

     Πρώτος στόχος των Τούρκων ορίστηκε η πόλη των Χανίων η πολιορκία των οποίων κράτησε δύο περίπου μήνες (22/6/1645-22/8/1645). Ακολούθησε η πτώση της πόλης του Ρεθύμνου μετά από πολιορκία ενός περίπου μήνα (29/9/1646-20/10/1646). Ο Χάνδακας όμως έμελε να αντέξει για είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια, έως το 1669, καθιστώντας την πολιορκία του ως τη μακροβιότερη της ιστορίας.
     Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας του Χάνδακα που διήρκεσε από το 1647 ως το 1650 ο Οθωμανοί έχτισαν τρία φρούρια έξω από τα ισχυρά τείχη της πόλης την οποία υπερασπίζονταν περί τους 20.000 άνδρες. Εντούτοις, η πολιορκία παρέμεινε στάσιμη ως προς τα αποτελέσματά της, παρ’ όλο που σημειώθηκαν κάποιες ναυμαχίες στον Ελλήσποντο και το Αιγαίο με τους Βενετούς να στοχεύουν στην παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού των Τούρκων στον Χάνδακα.
     Στην δεύτερη φάση του πολέμου, από το 1650 ως το 1666, επικράτησε στασιμότητα και κατέφθασαν οι πρώτες γαλλικές ενισχύσεις. Στην τρίτη και τελευταία φάση του πολέμου, από το 1666 ως το 1669 διορίζεται διοικητής του πολιορκούμενου Χάνδακα ο Φραντσέσκο Μοροζίνι, άνδρας από μεγάλη βενετική οικογένεια που επρόκειτο να διακριθεί στον επόμενο βενετοτουρκικό πόλεμο στην Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ στον σουλτανικό θρόνο έχει ανέλθει ο Μεχμέτ ο Τέταρτος, ο επονομαζόμενος και Κυνηγός και ο Αχμέτ Φαζίλ Κιοπρουλού στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη. Στην αποφασιστικότητα του τελευταίου να τερματιστεί επιτέλους η πολυετής αυτή ψυχοφθόρα σύρραξη και στην επονείδιστη προδοσία του Andrea Barozzi, ενός χριστιανού εξωμότη που υπέδειξε στους Τούρκους το πιο ευάλωτο σημείο των τειχών του Χάνδακα, οφείλεται κυρίως η πτώση της πόλης στα χέρια των Οθωμανών. Υπεύθυνες για την τραγική κατάληξη βεβαίως υπήρξαν και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η Γαληνοτάτη μετά από τόσα χρόνια πολέμου να αναπληρώσει επαρκώς το ανθρώπινο δυναμικό και της πολιορκίας.
      Ο Μοροζίνι λοιπόν, έχοντας απομείνει με μόλις 3.600 άνδρες αποφασίζει να υπογράψει την ταπεινωτική συνθήκη της παράδοσης στις 29 Σεπτεμβρίου του 1669 μετά από διαπραγματεύσεις περίπου ενός μήνα. Κατόπιν της υπογραφής, απέπλευσαν από το νησί πέντε πλοία γεμάτα με αρχειακό υλικό των Βενετών από το λιμάνι του Χάνδακα, καθώς και το σύνολο των βενετικών δυνάμεων που είχε απομείνει ζωντανό στο νησί.
     Οι εναπομείναντες κάτοικοι του Χάνδακα ακολούθησαν τους Βενετούς στην εξορία και η πόλη αποικίστηκε από τους κατακτητές. Τουρκικοί εποικισμοί έλαβαν χώρα σε όλες τις πόλεις της Κρήτης, γεννώντας έτσι τη ράτσα των περίφημων για την αγριότητά τους Τουρκοκρητικών, και οι χριστιανοί έκαναν αρκετά χρόνια να ξαναγίνουν πλειοψηφία στις πόλεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός του νησιού ο οποίος αριθμούσε 290.000 περίπου κατοίκους πριν τον πόλεμο, μειώθηκε στους 150.000 περίπου.
     Οι Βενετοί θεώρησαν αρχικά την ήττα τους προσωρινή και κράτησαν τα μικρά φρούρια της Γραμβούσας, της Σπιναλόγκας και της Σούδας για αρκετό καιρό ακόμη, ως το 1692 τα δύο πρώτα και ως το 1715 τη Σούδα.
    Οι Τούρκοι, από την άλλη, λόγω του φόβου τους για τυχόν βενετική εισβολή στο νησί, ακολούθησαν ήπια σχετικά θρησκευτική πολιτική και απάλλαξαν τον πληθυσμό από τη μισητή αγγαρεία στις γαλέρες. Δεν παρέλειψαν όμως να φορολογήσουν σκληρά το νησί, βυθίζοντας ακόμη περισσότερο στη φτώχεια τους ήδη εξαθλιωμένους από τον μακροχρόνιο πόλεμο κατοίκους του νησιού. Αναμφίβολα, η Κρήτη χρειάστηκε αρκετό διάστημα για να συνέλθει από τις επιπτώσεις της καταστροφικής αυτής σύρραξης.
      Η κρητική αναγέννηση τερματίστηκε απότομα, οι αστικοί θεσμοί που είχαν εισαχθεί στο νησί ξεριζώθηκαν βίαια και η πόλη του Χάνδακα κείτονταν σε ερείπια, ενώ πολλοί Κρητικοί επέλεξαν να μετοικήσουν στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα. Οι εξισλαμισμοί στο νησί ήταν τόσοι, όσοι δεν έγιναν σε κανένα μέρος της Ελλάδας που γνώρισε τουρκική κατοχή και αυτό λόγω της μεγάλης εξαθλίωσης που επέφερε ο μακροχρόνιος πόλεμος και της πολλά υποσχόμενης καριέρας που μπορούσε να κάνει κάποιος εξισλαμισμένος στον τουρκικό στρατό.
    Από την άλλη μεριά, η Κρήτη, η οποία είχε συνδυάσει επιτυχώς τον δυτικοβενετικό πολιτισμό με τη βυζαντινή παράδοση, δέχτηκε και τις επιδράσεις του οθωμανικού πολιτισμού για διακόσια εβδομήντα συναπτά έτη έως ότου ανατείλει η πολυπόθητη μέρα της ελευθερίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Muller William, Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, εκδ. Ηρόδοτος
-Δετοράκης Θεοχάρης., Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης,1990
Γεώργιος Πλουμίδης, Η βενετοκρατία στην ελληνική Μεσόγειο

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Η βενετοκρατία στην Κρήτη

      Η παρουσία των Βενετών στον χώρο της Εγγύς Ανατολής χρονολογείται από το 1204, την εποχή δηλαδή της τέταρτης σταυροφορίας.  Τότε, μετά την πρώτη άλωση της Βασιλεύουσας από τους σταυροφόρους και την ίδρυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, υπογράφτηκε μία συνθήκη για το διαμοίρασμα των εδαφών της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Partitio terrarum Imperii Romaniae, η οποία απέδιδε τα 3/8 της τέως αυτοκρατορίας στους Βενετούς.
      Η Κρήτη δεν έτυχε αρχικά αυτής της μοίρας, αφού δόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, τον αρχηγό της σταυροφορίας, ο οποίος όμως με την πρώτη ευκαιρία την πούλησε στους Βενετούς για μόλις 1000 αργυρά μάρκα. Και πάλι όμως, η βενετική κυριαρχία δεν εδραιώθηκε αμέσως καθώς Γενουάτες πειρατές υπό τον Ερρίκο Πεσκατόρε πρόλαβαν και την άρπαξαν σχεδόν μέσα από τα χέρια τους. Τελικά, μόνο ύστερα από πολύχρονους αγώνες, το 1211-1212 κατάφεραν οι Βενετοί να επικρατήσουν στο νησί. Τότε ήταν που ξεκίνησαν τον εποικισμό του νησιού με περίπου 10.000 εποίκους, ανάμεσά τους και ευγενείς, οι οποίοι πήραν γη με αντάλλαγμα την υποχρεωτική στράτευσή τους στο ιππικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Χανιά δεν υπήρχαν πριν από την έλευση των Βενετών, αλλά οι κατακτητές ήταν εκείνοι που αποφάσισαν την ίδρυση της πόλης το 1252 στη θέση των αρχαίων Κυδωνιών.

    Η Κρήτη λοιπόν έγινε Regno di Candia, δηλαδή  βασίλειο, με προεξάρχοντα στη διοίκηση έναν Δούκα (Ducca di Candia) και όχι βάιλο όπως συνηθιζόταν στις περισσότερες κτήσεις, κάτι που δείχνει τη μεγάλη σημασία που απέδιδαν οι Βενετοί στην Κρήτη ως κτήση. Ο Δούκας μαζί με δύο προσωπικούς συμβούλους αποτελούσαν την Αυθεντία (Signoria), την ανώτατη διοικητική αρχή του νησιού. Αρχικά η Κρήτη διαιρέθηκε διοικητικά σε έξι σεξτέρια, από τις αρχές του 14ου αιώνα όμως υπήρχαν τέσσερα διαμερίσματα (territoria) τα οποία αντιστοιχούσαν περίπου στους σημερινούς νομούς του νησιού. Μικρότερες υποδιοικήσεις ήταν οι Καστελανίες με επικεφαλής τους φρουράρχους. Σε κάθε πόλη (Σητεία, Χάνδακας, Ρέθυμνο, Χανιά) υπήρχε επίσης ένα ταμείο το οποίο διαχειρίζονταν τρεις ταμίες.
     Όσον αφορά τον στρατό, προεξάρχων ήταν ο Capitano General di Candia για τον στρατό ξηράς και ο Capitano general da Mar για τον στόλο. Διοικητές στις βενετικές γαλέρες ήταν οι Βενετοί φεουδάρχες, οι σοπρακόμιτοι. Το νησί διέθετε τέσσερεις χιλιάδες περίπου μισθοφόρους και ιππικό, αλλά η στρατιωτική πειθαρχία χαλάρωσε με την πάροδο των αιώνων, παρά τη διηνεκή τουρκική απειλή και τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις των Κρητικών κατά της βενετικής κυριαρχίας. Από το 1569, λόγω του αυξημένου τουρκικού κινδύνου στην Ανατολή εγκαθίσταται μόνιμα στο νησί ο Provveditore Generale, ένας αξιωματούχος ο οποίος αρχικά επισκεπτόταν το νησί μόνο σε περιόδους κρίσεων.
     Οι αξιωματούχοι του νησιού μετά το πέρας της θητείας τους έπρεπε να καταθέσουν εκθέσεις των πεπραγμένων τους στη Σινιορία, την Ανώτατη Διοίκηση, της Βενετίας, προκειμένου να ελεγχθούν τυχόν ατασθαλίες τους και κακοδιοίκηση της κτήσης. Υπήρχε επομένως αλληλοεπόπτευση των αξιωματούχων, παρ’ όλα αυτά όμως το σύστημα δεν ήταν απαλλαγμένο από τη διαφθορά.
     Η εκκλησιαστική οργάνωση του νησιού ήταν ανάλογη με εκείνη που είχαν εφαρμόσει οι Βενετοί σε όλες τους της κτήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο: κατάργηση όλων των ορθόδοξων επισκοπών του νησιού και ίδρυση καθολικών. Στην Κρήτη όμως οι ορθόδοξοι ιερείς για να χειροτονηθούν έπρεπε να μεταβούν στα Κύθηρα, τη Μεθώνη ή την Κορώνη. Η στάση τους όμως απέναντι στην εκκλησία της Κρήτης ήταν ιδιαίτερα σκληρή κάτι που έρχεται σε αντίφαση με έναν λαό ο οποίος πάντοτε διαλαλούσε με έπαρση «Siamo primo Veneziani e poi christiani», το οποίο θα πει «Είμαστε πρώτα Βενετοί και μετά χριστιανοί». Το φαινόμενο αυτό όμως εξηγείται επειδή, πρώτον, οι δεσμοί του βυζαντινού νησιού με το Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ήταν ανέκαθεν πολύ ισχυροί και, δεύτερον, η εκκλησία καθίστατο φορέας της αντίστασης στο νησί και συνεχιστής της βυζαντινής ιδέας, κάτι που ενόχλησε τους Βενετούς εξ’ αρχής.  Επιπλέον, αν προσθέσει κανείς στα παραπάνω το γεγονός ότι η Κρήτη ήταν μία ιδιαίτερα πλούσια κτήση και ότι ξεσπούσαν σε αυτήν επαναστάσεις κατά των Βενετών συχνότερα από κάθε άλλη κτήση τους, τότε μπορεί να κατανοήσει τη σκληρή εκκλησιαστική πολιτική που ακολούθησε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αδρία, η οποία, πάντως, χαλάρωσε σε κάποιον βαθμό τον 16ο αιώνα όταν έγινε εντονότερη η τουρκική απειλή και οι Βενετοί θέλησαν να προσεταιριστούν τους ντόπιους. Επικεφαλής επομένως του κλήρου στο νησί ήταν οι Πρωτοπαπάδες, παπάδες φιλικά προσκείμενοι στους κατακτητές, χειροτονημένοι όμως με το ορθόδοξο δόγμα.
        Οι Βενετοί έποικοι ανέκαθεν υπερτερούσαν αριθμητικά στις πόλεις, σε αντίθεση με την ύπαιθρο όπου πλειοψηφούσαν οι ντόπιοι. Οι Βενετοί ευγενείς κατείχαν ανώτεροι θέση από τους Κρήτες ευγενείς και βρίσκονταν στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας. Διέθεταν τεράστια οικονομική δύναμη και τη συντριπτική πλειοψηφία των φέουδων του νησιού. Ελάχιστοι μόνο Κρητικοί ευγενείς, όπως οι Καλλέργηδες στο Ρέθυμνο, μπόρεσαν να αποκτήσουν την πολυπόθητη βενετική ευγένεια. Ακολουθούσαν οι Κρητικοί ευγενείς, οι αποκαλούμενοι και αρχοντορωμαίοι και κατόπιν οι αστοί, τάξη η οποία περιλάμβανε όλους τους εμπόρους, γιατρούς, δικηγόρους κτλ. Στο τέλος ερχόταν το πόπολο, δηλαδή όλοι οι χειρώνακτες των πόλεων, ήτοι οι μικρέμποροι, οι καλαφάτες, οι ναυτικοί οι σπετσιέροι, οι βαρελάδες κ.α. οργανωμένοι σε συντεχνίες. Στην ύπαιθρο κατώτερη θέση στην κοινωνική κλίμακα είχαν οι βιλάνοι, δηλαδή αγρότες, σε ελεύθερη κατάσταση ή δεμένοι με το φέουδό τους. Οι βιλάνοι ήσαν υποχρεωμένοι να προσφέρουν αναγκαστική εργασία στις οχυρώσεις ή στις γαλέρες.
    Όσον αφορά τις επαναστάσεις στο νησί, αυτές αποτελούν μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της Φραγκοκρατίας στον ελλαδικό χώρο. Καταγράφονται είκοσι επτά μεγάλες επαναστάσεις και επιμέρους τοπικά κινήματα μόνο κατά τους δύο πρώτους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας. Τα αίτια για αυτές θα πρέπει να αναζητηθούν πρωτίστως στην ιδιαίτερα σκληρή πολιτική των κατακτητών όσον αφορά την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του νησιού, στο γεγονός ότι ποτέ δεν έσβησε η βυζαντινή ιδέα στο νησί, στην κατάργηση των προνομίων των αρχόντων και την κατάσχεση των φέουδων και δευτερευόντως μόνο στην ανυπότακτη ιδιοσυγκρασία των ντόπιων. Από τις εξεγέρσεις αυτές χρήζουν μνείας η επανάσταση των Αγιοστεφανιτών το 1211, του Αλεξίου Καλλέργη το 1282, των Ψαρομιλήγκων το 1341, η συνωμοσία του Σήφη Βλαστού το 1454, καθώς και η επανάσταση του Αγίου Τίτου το 1363. Η τελευταία διαφέρει από τις υπόλοιπες αφού  για πρώτη φορά συνεργάστηκαν σε αυτή Βενετοί και Κρήτες ευγενείς εναντίον της Γαληνοτάτης. Φυσικά, όλα αυτά τα κινήματα πνίγηκαν στο αίμα, ευκολότερα ή δυσκολότερα, ανάλογα με την περίσταση, από τη Βενετία. Με την πάροδο των αιώνων οι εξεγέρσεις αραίωναν, έως ότου τελικά, λίγο πριν την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς ατόνησαν εντελώς.
     Παρ’ όλο που  η βενετική κατοχή ήταν σκληρή, το νησί, και ιδιαίτερα οι πόλεις, γνώρισε πολιτισμική ακμή στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα, περίοδος που αποκαλείται και κρητική αναγέννηση. Ο πολιτισμός της περιόδου αυτής ονομάστηκε κρητοβενετικός. Η βυζαντινή παράδοση διατηρήθηκε, ενώ οι ευγενείς αποκτούσαν δίγλωσση παιδεία. Είναι χαρακτηριστικό το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα με πολλές βενετσιάνικες λέξεις.
      Το επίπεδο της παιδείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη ήταν αρκετά υψηλό. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είχε στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης και γραφής κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της βενετικής κατοχής. Σχολεία υπήρχαν σε μοναστήρια ή λειτουργούσαν υπό την αιγίδα της εκκλησίας για τους αστούς και τους φτωχότερους, ενώ οι πλούσιοι απολάμβαναν ποιοτικότερη εκπαίδευση κατ’ οίκον από φημισμένους δασκάλους με καλό μορφωτικό επίπεδο. Πολλοί από τους γόνους των Βενετών και των Κρητών ευγενών, ακόμη και ορισμένοι των πλούσιων αστών, συνέχιζαν τις σπουδές τους  σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της ιταλικής χερσονήσου και ιδιαίτερα στη Βενετία, την Πάδοβα και την Μπολόνια.
     Χαρακτηριστικό της ακμής της εποχής είναι η ίδρυση Ακαδημιών, ένα είδος φιλολογικών συλλόγων για ανάγνωση ποιημάτων και διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων, όπως η Ακαδημία των Vivi (Ζωντανών) στο Ρέθυμνο το 1562 που είναι η πρώτη που ιδρύεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Ακολούθησε η Ακαδημία  των Stravagandi (Υπερβολικοί) στον Χάνδακα το 1591 και εκείνη των Sterili (Άγονοι) στα Χανιά.
    Τα είδη που γνώρισαν ιδιαίτερη ακμή ήταν το θρησκευτικό δράμα, η μυθιστορία, η κωμωδία, το ποιμενικό δράμα, η τραγωδία και το ποιμενικό ειδύλλιο. Κορυφαίοι εκπρόσωποι της κρητικής αναγέννησης θεωρούνται ο Γεώργιος Χορτάτζης με το έργο του Ερωφίλη και ο Βιτσέντζος Κορνάρος με τον Ερωτόκριτο. Άλλοι σημαντικοί λογοτέχνες της ίδιας περιόδου ήταν οι Στέφανος Σαχλίκης, Μπεργαδής, Μαρίνος Τζάνε Μπουνιάλης, Λεονάρντο Ντελαπόρτας, Μαρίνος Φαλιέρος, Ιάκωβος Πικατόρος κ.α.
     Άνθηση γνώρισε και η ζωγραφική με ανάμειξη δυτικής και βυζαντινής τεχνοτροπίας. Ονόματα όπως του Θεοφάνη, του Μιχαή Δαμασκηνού, του Εμμανουήλ Σκορδίλη, του Ανδρέα Ρίτζου, του Γεωργίου Κλόντζα, του Ανδρέα Παβία και του Θεόδωρου Πουλάκη ήταν γνωστά όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά σε όλη την ανατολική φραγκοκρατούμενη Μεσόγειο, ενώ κορυφαίος εκπρόσωπος της κρητικής σχολής θεωρείται ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος.
    Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι πολλοί  Κρητικοί τυπογράφοι διέπρεψαν στην ιταλική χερσόνησο ως επιφανείς τυπογράφοι, όπως οι Ζαχαρίας Καλλέργης,  Νικόλαος Βλαστός και  Άγγελος Βεργίτσης. Όλη αυτή η άνθηση και η πολιτιστική ακμή των πόλεων της Κρήτης γνώρισε βίαιο τέλος με το ξέσπασμα του πέμπτου βενετοτουρκικού πολέμου το 1645.
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Muller William, Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, εκδ. Ηρόδοτος
-Δετοράκης Θεοχάρης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης,1990
-Γεώργιος Πλουμίδης, Η βενετοκρατία στην ελληνική Μεσόγειο, Ιωάννινα, 1991

-Βενετοκρατούμενη Ελλάδα, Προσεγγίζοντας την ιστορία της, τόμοι Α και Β, Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών σπουδών Βενετίας, επιστημονική διεύθυνση Χρύσα Μαλτέζου, Αθήνα-Βενετία 2010
-Παναγιώτα Τζιβάρα, Από την εγγραμματοσύνη στη λογιοσύνη, Θέματα παιδείας των Βενετών υπηκόων στον ελληνικό χώρο, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα, 2012
-Γιάννη Χρηστάκη-Γεωργίου Πατεράκη, Η Κρήτη και η ιστορία της, εκδ. Καλέντης, Αθήνα, 1995
-Λιάνα Σταρίδα, Η λέσχη των ευγενών του Χάνδακα, εκδ. Δοκιμάκης, Ηράκλειο, 2008

Kerstin Holzer, Ένα καλοκαίρι στη λίμνη, εκδ. Μεταίχμιο

    Μια συναρπαστική ματιά σε μια στιγμή της ζωής του μεγάλου λογοτέχνη   Καλοκαίρι 1918, Τέγκερνζεε, στη Βαυαρία της Γερμανίας. Ο μετ...