Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Bettany Hughes, Τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, εκδ. Ψυχογιός

 

Πόσο πολλά γνωρίζουμε τελικά για τα περίφημα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου; Σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε μονάχα να τα απαριθμήσουμε δίχως να μπορούμε να πούμε τίποτε παραπάνω για αυτά. Κι όμως, τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου μπορούν να μας πουν πολλά πράγματα για την εποχή τους και για τους πολιτισμούς που τα δημιούργησαν, διότι η ιστορία τους είναι, συγχρόνως, και η ιστορία του αρχαίου μας κόσμου.

Τη συγγραφέα του ιστορικού αυτού βιβλίου, τη Μπέτανι Χιουζ, τη γνώρισα πρώτη φορά μέσα από το καταπληκτικό της πόνημα για την ιστορία της Κωνσταντινούπολης. Ως ιστορικός και παρουσιάστρια εκτός από συγγραφέας διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες για να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα όπως το παρόν πόνημα, το οποίο άπτεται πολλών διαφορετικών εποχών και πολιτισμών, όπως ο αρχαιοελληνικός, ο αιγυπτιακός και  εκείνος των Βαβυλωνίων και των Καρών της Μικράς Ασίας.

Η Χιουζ μετά από μία σύντομη εισαγωγή, στην οποία αναλύει τους λόγους για τους οποίους τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου εξακολουθούν να μας εντυπωσιάζουν και σήμερα, και την παράθεση εικόνων, χρονολογίου, αλλά και χαρτών και σχεδίων αρχαιολογικών τοποθεσιών, παρουσιάζει κάθε ένα από τα Επτά θαύματα αναλυτικότατα με την εξής σειρά: η Μεγάλη Πυραμίδα  της Γκίζας, οι Κρεμαστοί Κήποι της Βαβυλώνας, ο Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, το άγαλμα του Ολυμπίου Διός, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο Κολοσσός της Ρόδου και ο Φάρος της Αλεξάνδρειας.

Η Χιουζ δεν αρκείται μόνο στην περιγραφή καθενός από τα θαύματα, αλλά μας δίνει επίσης πολλές πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο κατασκευής του και τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή έλαβε χώρα και από ποιον. Επίσης, προσφέρει στον αναγνώστη μια τοιχογραφία ολόκληρης της εποχής στην οποία το θαύμα κατασκευάστηκε ή μας δίνει πολλές πληροφορίες σχετικά με αυτόν που έδωσε διαταγή να ανεγερθεί το συγκεκριμένο θαύμα, αλλά και για όλους όσους σχετίζονταν με αυτόν τον ηγεμόνα.

 Έτσι ως αναγνώστες θα μάθουμε πολλά όχι μόνο για τον ίδιο τον Φαραώ Χέοπα, αλλά και για τον Μυκερίνο και για την εταίρα Ροδώπις, για τον Ναβουχοδονόσορα των Βαβυλωνίων, τη Νινευή και την ίδια τη Βαβυλώνα, για την Παρθένο Θεά Άρτεμις και τη λατρεία της, για τον Δία και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για τον βασιλέα Μαύσωλο της Καρίας και τη σύζυγό του την Αρτεμισία, για τη ναυτική και δυνατή πόλη της Ρόδου, τον γλύπτη Χάρη από τη Λίνδο και τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, αλλά και για τον μεγάλο Μακεδόνα βασιλέα Αλέξανδρο και τον Πτολεμαίο Α΄. Επιπλέον, η Χιουζ μας πληροφορεί και για τον τρόπο με τον οποίο το έξι από τα επτά αυτά θαύματα καταστράφηκαν τελικά και που βρίσκονται τα ερείπιά τους, αν αυτά υπάρχουν ακόμη.

Εκτός από τα παραπάνω, η συγγραφέας εγκιβωτίζει στις περιγραφές της και αποσπάσματα από πρωτογενείς πηγές  της εποχής που αναφέρονται στα θαύματα, αλλά και δευτερογενείς από άλλες εποχές και εξετάζει παράλληλα, και όλους τους μύθους που συνδέονται με το συγκεκριμένο θαύμα.

Ο κατάλογος των θαυμάτων του αρχαίου κόσμου δημιουργήθηκε τον δεύτερο προχριστιανικό αιώνα και πιο συγκεκριμένα η αρχαιότερη αναφορά για αυτά βρίσκεται σε έναν πάπυρο, τον αποκαλούμενο και ως πάπυρο του Βερολίνου, τον Laterculi Alexandirni.Έκτοτε αρκετοί μεγάλοι συγγραφείς της αρχαιότητας αναφέρουν τα θαύματα, ο Καλλίμαχος, ο Αντίπατρος ο Σιδώνιος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Ψευδο-Φίλων ο Βυζάντιος. Οπωσδήποτε ο αριθμός επτά δεν μπορεί παρά να είναι συμβολικός και το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμη και σήμερα, τόσες χιλιάδες χρόνια μετά από την κατασκευή τους, αισθανόμαστε κάπως συνδεδεμένοι με αυτά.

Η συγγραφέας καταλήγει, επομένως, στο παρακάτω συμπέρασμα για τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου:

«Ψάχνουμε όλοι μας για νόημα. Για ιστορίες με πλοκή. Για γεγονότα με ένα μοτίβο. Αγαπάμε την ιδέα των Επτά Θαυμάτων επειδή υπάρχει ομαδοποίηση που δίνει συνοχή στην Ιστορία. Και ενώ τα Επτά Αρχαία Θαύματα μας έχουν γίνει συχνά αντιληπτά ως μία ετερόκλητη συλλογή, στην πραγματικότητα σχετίζονται όλα μεταξύ τους γεωγραφικά, φυσικά και πολιτισμικά. Τα Θαύματα υπηρετούν έναν πλούσιο τριπλό σκοπό. Κατασκευάστηκαν εν μέρει για να τροφοδοτήσουν την ανάγκη μας για θαυμαστές ιστορίες-να βιώσουμε και να μιλήσουμε για το μεγαλύτερο, το καλύτερο, το ψηλότερο, το πιο παράξενο, το πιο τολμηρό. Ενθαρρύνουν έναν κορεσμό στο τώρα, με την υποταγή σε μία παρούσα, αγνή αίσθηση θαυμασμού. Μας υπενθυμίζουν την κυρίαρχη επιθυμία μας να συνεργαστούμε και να δημιουργήσουμε πέρα από τις δυνατότητες του ατόμου».

Τέλος, να συμπληρώσουμε ότι η έκδοση στο τέλος της συνοδεύεται από παράθεση εκτενούς βιβλιογραφίας, παράθεση σημειώσεων-πλην των παραπομπών που υπάρχουν σε πολλά σημεία του βιβλίου-, αλλά και ευρετηρίου.

Genki Kawamura, Αν οι γάτες εξαφανίζονταν από τον κόσμο, εκδ. Μίνωας

 

 

            Τι θα γινόταν άραγε, αν οι γάτες εξαφανίζονταν από τον κόσμο; Μας είναι άραγε τόσο απαραίτητες ή μονάχα από τους απανταχού θα έλειπαν;

Αυτόν τον πολύ πρωτότυπο και κάπως αλλόκοτο τίτλο διαθέτει το βιβλίο του Ιάπωνα συγγραφέα με τη διεθνή αναγνώριση Γκένκι Καγουαμούρα, «Αν οι γάτες εξαφανίζονταν από τον κόσμο». Ένας τίτλος που οπωσδήποτε  εξάπτει την περιέργεια των αναγνωστών και τη φέρνει στα ύψη, δίχως να τους προδιαθέτει διόλου τη θεματική με την οποία σχετίζεται το μυθιστόρημα του Καγουαμούρα.

            Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει, πάλι από τις εκδόσεις Μίνωας ένα ακόμη βιβλίο του Καγουαμούρα, το «Μην ξεχάσεις τα λουλούδια», ένα μυθιστόρημα για το Αλτσχάιμερ, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και μεταφέρθηκε μάλιστα και στον κινηματογράφο από τον ίδιο τον συγγραφέα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι το «Μην ξεχάσεις τα λουλούδια» με άγγιξε τόσο όσο το παρόν πόνημα.  Αν και έχω στο κοντινό μου περιβάλλον άτομο που πάσχει από τη νόσο της άνοιας, εντούτοις το βαθιά αυτό υπαρξιακό πόνημα του Καγουαμούρα με άγγιξε πολύ περισσότερο και όχι μόνο επειδή έχω γάτα στο σπίτι και δηλώνω γατόφιλη.

            Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι το εν λόγω βιβλίο του συγγραφέα ήταν η πρώτη του παγκόσμια επιτυχία, ένα βιβλίο το οποίο πούλησε πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και μεταφράστηκε σε τριάντα πέντε γλώσσες. Δικαίως θα πούμε, αφού το διαβάσουμε, τόσο για τον εμπνευσμένο χαρακτήρα που διαθέτει η υπόθεσή του, όσο και για τη φιλοσοφική και υπαρξιακή του διάσταση.

Εσείς άραγε πως θα νιώθατε αν σας έλεγαν ότι πάσχετε από μία ανίατη μορφή καρκίνου και ότι έχετε μπροστά σας λίγες μόνο μέρες ζωής; Κι αν ο διάβολος εμφανιζόταν μπροστά σας και σας δήλωνε με το χέρι στην καρδιά ότι θα σας χάριζε μία μέρα ζωής ακόμη, αρκεί να εξαφανίσει κάτι από τη ζωή σας και από τον κόσμο, θα βρίσκατε τη δύναμη να αρνηθείτε;

Με πρότυπο, επομένως, τον Φάουστ του Γκαίτε και τη συνομιλία ενός ανθρώπου με τον διάβολο, ο Καγουαμοούρα δημιουργεί ένα υπερρεαλιστικό πόνημα, πρωτότυπο, συγκινητικό και τρυφερό που θα μας προβληματίσει με τον φιλοσοφικό-υπαρξιακό του χαρακτήρα και θα μας κάνει να δούμε τη ζωή-και τις γάτες ίσως!-με άλλο μάτι μετά το πέρας της ανάγνωσης! Ένα βιβλίο που θα μας κάνει να αναρωτηθούμε για το νόημα της ζωής και για όλα όσα έχουν πραγματικά αξία στη ζωή μας. Διότι πολλοί από εμάς απλώς ζούμε, δίχως να απολαμβάνουμε όσο πρέπει το δώρο της ζωής.

Συνηθισμένο μοτίβο αυτό, θα μου πείτε, συνηθισμένη θεματική σε βιβλία. Κι όμως, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να μας τα μεταφέρει ο Καγουαμούρα είναι πραγματικά μοναδικός. Τα περαιτέρω λόγια είναι πραγματικά περιττά, στη συγκεκριμένη περίπτωση: απλά διαβάστε το και δεν θα χάσετε, εγώ προσωπικά απόλαυσα την ανάγνωσή του τα μέγιστα.

“«Για να κερδίσεις κάτι πρέπει να χάσεις κάτι». Η μαμά είπε πως ήταν προφανές. Οι άνθρωποι πάντα προσπαθούν να αποκτήσουν κάτι χωρίς να δώσουν τίποτα σε αντάλλαγμα. Αυτό όμως είναι κλοπή. Αν έχεις κερδίσει κάτι, αυτό σημαίνει πως κάποιος, κάπου, έχει χάσει κάτι. Ως και η ευτυχία είναι χτισμένη πάνω στη δυστυχία κάποιου άλλου. Μου το έλεγε συχνά αυτό η μαμά, το θεωρούσε νόμο του σύμπαντος.


Έλλη Μαζωνάκη, Το κρυμμένο μενταγιόν, εκδ. Μίνωας

 

 

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο για μία ταραγμένη εποχή, το οποίο τιτλοφορείται ως «Το κρυμμένο μενταγιόν», αποτελεί την πρώτη συγγραφική προσπάθεια της Έλλης Μαζωνάκη, με σπουδές στους τομείς της βιολογίας, της οικονομίας, αλλά και της θεολογίας. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο και ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα εποχής με ενδιαφέρουσα υπόθεση, το οποίο αναδεικνύει ορισμένες όψεις της ιστορίας της Κρήτης, της ιδιαίτερης πατρίδας της συγγραφέως. Η ίδια γεννήθηκε μεν και μεγάλωσε στη Νύμφη του Θερμαϊκού, αλλά, όπως φαίνεται, δεν ξέχασε ποτέ την όμορφη γενέτειρά της, στη μακρινή Μεγαλόνησο.

Το μυθιστόρημα που συγγράφει η Μαζωνάκη διαδραματίζεται σε δύο παράλληλους χρονικούς άξονες, οι οποίοι συνιστούν δύο διαφορετικές μυθιστορίες, μία στο παρελθόν και μία στο παρόν, με ένα αδιόρατο νήμα να τις ενώνει.

            Η μία ιστορία διαδραματίζεται στο παρόν. Πρωταγωνίστριά της είναι η Θάλεια, μία πονεμένη ψυχικά γυναίκα, που έχασε πρόσφατα τον αγαπημένο σύζυγό της, Δημήτρη σε ατύχημα, και βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης. Η Θάλεια ψάχνει να βρει τον εαυτό της, το νόημα της ζωής της τώρα που έμεινε μόνη της, αλλά και την ευτυχία. Μένει στη Ρόδο μαζί με την οικογένεια της αδελφής της, αλλά η μοίρα θα την φέρει στο πανέμορφο μοναστήρι της Βρυωμένης, στο νομό Λασιθίου στην Κρήτη. Εκεί ζει ο μοναχός Θεόφιλος, ένας παλιός της γνώριμος με τον οποίο υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί από το παρελθόν. Η Θάλεια θα καταλήξει εκεί, θα γοητευτεί από το ειδυλλιακό περιβάλλον και δεν θα θελήσει να φύγει. Μπορεί, όμως, άραγε, να συμβιώνει εκεί ένας μοναχός με μία έγκυο γυναίκα;

            Πίσω στα 1363, στον Χάνδακα, ζει μια άλλη αιθέρια ύπαρξη, η Ντονάτα, βενετικής καταγωγής έποικος της Κρήτης-καθώς βρισκόμαστε στον καιρό που το νησί βρίσκεται υπό ενετική κατοχή-, και ανιψιά του γνωστού Μάρκου Γκραντόνικο, σημαίνοντος προσώπου της κοινωνίας του Χάνδακα και πρωτεργάτη της περίφημης επανάσταση του Αγίου Τίτου που θα ξεσπάσει από τους εποίκους εναντίον της ενετικής μητρόπολης. Η νεαρή αυτή αποτελεί μία ιδιαίτερη περίπτωση: έξυπνη, μορφωμένη και μεγαλωμένη ανεξάρτητα, έχει το πάθος να ζωγραφίζει αγιογραφίες στους τοίχους των εκκλησιών, κάτι αξιοσημείωτο για γυναίκα της εποχής της. Η Ντονάτα είναι ερωτευμένη με τον Αλέξιο Καλλέργη, γιο επιφανούς κρητικής οικογένειας. Οι δίνες του πολέμου που θα ξεσπάσει, όμως, εξαιτίας της επανάστασης έχουν βαλθεί να διαλύσουν την ευτυχία τους.

            Η συγγραφέας διατηρώντας γρήγορο και καταιγιστικό ρυθμό αφήγησης, μας μεταφέρει επιδέξια, αφενός στο ταραγμένο κλίμα της μεγαλονήσου του 14ου αιώνα, αλλά και στη σύγχρονη εποχή, παρουσιάζοντάς μας τις αθέατες όψεις και τον ψυχισμό μιας πληγωμένης γυναίκας σε μια ευάλωτη στιγμή της ζωής της. Τελικά θα είναι η Θάλεια αυτή που θα διαβάσει, μαζί με τον Θεόφιλο, την τραγική  ιστορία  της Ντονάτας και θα γνωρίσει απρόσμενη συγκίνηση. Μέσω αυτής της αλλόκοτης ιστορίας από το παρελθόν, η Θάλεια θα κατορθώσει να βρει τον εαυτό της.

Παράλληλα και η ιστορία της καταρρέουσας αυτοκρατορίας του Βυζαντίου δεν παραλείπει να δώσει το παρόν στις σελίδες του βιβλίου, μαζί με διάφορες όψεις της στυγνής βενετοκρατίας στην Κρήτη. Χάνδακας, Μονή Βρυωμένης, Ρόδος, Βενετία, είναι τα μαγευτικά μέρη στα οποία διαδραματίζεται η διαρκώς εναλλασσόμενη αφήγηση ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν  σε ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και μας δίνει, παράλληλα, και κάποιες πληροφορίες για την Ιστορία του 14ου αιώνα, τότε που η αυτοκρατορία του Βυζαντίου έπνεε τα λοίσθια, ενώ ο ενετικός λέοντας κυριαρχούσε σε αρκετές περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.

Στέφανος Δάνδολος, Ο τελευταίος κύκνος, εκδ. Ψυχογιός

 

 


 

Οι τρέλες των εφηβικών μας χρόνων, τρέλες που καμιά φορά αποδεικνύονται εξαιρετικά επικίνδυνες…

 

            Ένα πολύ ιδιαίτερο και ξεχωριστό πόνημα αποτελεί το μυθιστόρημα του γνωστού συγγραφέα Στέφανου Δάνδολου με τίτλο «Ο τελευταίος κύκνος». Το εν λόγω μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε το 2009 και επανεκδίδεται σήμερα από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως εφηβικό, μιας και έχει νέους ως πρωταγωνιστές του.

            Ίσως κάποιος να περιμένει ότι θα διαβάσει ένα ανάλαφρο μυθιστόρημα για εφηβικούς έρωτες στις σελίδες του εν λόγω βιβλίου. Αντιθέτως, όμως, ο Δάνδολος  προσπαθεί να μας δείξει την άλλη όψη της εφηβείας, εκείνης δηλαδή που ορίζεται ως μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής του ανθρώπου, στην οποία ο καθένας μας ψάχνει διακαώς την ταυτότητά του και προσπαθεί να φτάσει στην ενηλικίωση, συνήθως με αδέξιο και άτσαλο τρόπο.

 Τα παιδιά του βιβλίου, ένα αγόρι και τρία κορίτσια, θα φτάσουν στην ενηλικίωση με τον πιο επώδυνο τρόπο και αυτό αφορά όχι μόνο την τετράδα που συναπαρτίζει τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά και ολόκληρη, ίσως, τη σχολική τάξη των αποκαλούμενων και ως «Παιδιών του Μεσονυκτίου». Όλοι αυτοί, λοιπόν,  δεν θα καταφέρουν να ξεπεράσουν ποτέ τα τραύματά τους, εκείνα που προκλήθηκαν από λανθασμένους χειρισμούς των παιδιών, από ανόητους μικροεγωισμούς, αντιζηλίες και κόντρες, οι οποίες είχαν, όμως, εν τέλει, ολέθρια αποτελέσματα.

Στο επίκεντρο των εφηβικών προβλημάτων βρίσκεται-τι άλλο;- ο ανεκπλήρωτος έρωτας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, διασταυρώνονται ερωτικά όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Από τη μία, επομένως, έχουμε τη Σου, την αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, το «ξεπεταγμένο» κορίτσι που αλλάζει σχολείο και γοητεύει όλα τα αγόρια, αλλά και τα κορίτσια που θα βρεθούν στον διάβα της. Μετά υπάρχει η Μάγκυ, η όμορφη και έξυπνη φίλη της Σου, η οποία, όμως, σε αντίθεση με εκείνη, δεν είναι καθόλου δημοφιλής. Έτσι η Μάγκυ αποφασίζει να συνάψει συμμαχία μαζί της και να τη μιμηθεί, προκειμένου να αποκομίσει κάποιο όφελος από τη «δόξα» της. Ο τρίτος της παρέας ακούει στο όνομα Σμαρ και είναι ένα όμορφο και δημοφιλές αγόρι που αντιμετωπίζει οικογενειακά προβλήματα, τα  οποία θα οξυνθούν μετά από τον τραγικό και ξαφνικό θάνατο των γονιών του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η τέταρτη της παρέας είναι το μικρό και αδύναμο «Φτερό», όπως το αποκαλούν, μία προσωπικότητα άχρωμη και άοσμη, μία κοπέλα που λατρεύει τα βιβλία και ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας. Η Ιόλη, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, έχει επίσης μία ακόμη ιδιαιτερότητα, όχι και τόσο συνηθισμένη για τη δεκαετία του 1980, στην οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του μυθιστορήματος: της αρέσουν τα κορίτσια και όχι τα αγόρια. Την προτίμησή της αυτή προσπαθεί να την κρατήσει κρυφή, χωρίς να το καταφέρνει πάντοτε.

Παρ’ όλο που τα γεγονότα του βιβλίου ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι υπάρχει μία δόση αλήθειας, από την αυτοβιογραφική, μάλιστα, σκοπιά του ίδιου του συγγραφέα που μας περιγράφει κάποιες από τις σχολικές και εφηβικές του εμπειρίες στο πρώτο γυμνάσιο της Γλυφάδας όπου φοίτησε κάποτε, αλλά και τις περιπλανήσεις του στα εφηβικά στέκια της Γλυφάδας. Μάλιστα, στο πρόσωπο της Ιόλης που θέλει να γίνει συγγραφέας, ανιχνεύουμε μία όψη της προσωπικότητας του ίδιου του συγγραφέα, έστω και κάπως αχνά.

Η αφήγηση των γεγονότων λαμβάνει χώρα από τη σκοπιά της Ιόλης, με αφορμή το reunion της τάξης και τη συνάντηση και πάλι των παλαιών συμμαθητών. Η αφήγηση αυτή δεν ακολουθεί την πεπατημένη οδό, αντίθετα, ο συγγραφέας προβαίνει σε διάφορα εκφραστικά μέσα, ήτοι ημερολογιακές καταγραφές, ακόμη και θεατρικό έργο, προκειμένου να την καταστήσει ξεχωριστή και να καταλήξει εν τέλει, σε ένα απρόσμενο και εντυπωσιακό φινάλε και σε κοσμογονικές, για την παρέα, αποκαλύψεις.

Ένα ιδιαίτερο πόνημα που θα μας φέρει στον νου τις χρυσές μέρες της νιότης μας, στη δεκαετία του 1980, τότε που οι ζωές όλων μας ήταν πιο ξένοιαστες και ελεύθερες, χωρίς κινητά και υπολογιστές, όχι πάντοτε, όμως, με μεγαλύτερη αθωότητα από ότι σήμερα, όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο.

Bettany Hughes, Τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, εκδ. Ψυχογιός

  Πόσο πολλά γνωρίζουμε τελικά για τα περίφημα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου; Σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε μονάχα να τα απα...