Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Δημήτρης Καμπουράκης, Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Μια σταγόνα μυθολογία 2

 

Πόσο καλά γνωρίζουμε την μυθολογία μας; Υπάρχει,  άραγε, ανάγκη σήμερα για να μας την αναδιηγηθεί κάποιος; Εξακολουθούν αυτές οι αφηγήσεις να είναι το ίδιο γοητευτικές για μας τους αναγνώστες όσο τις βρίσκαμε τον καιρό που πηγαίναμε στο σχολείο και τις ακούγαμε από τους δασκάλους μας;

 Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα είναι ναι. Και ακόμα κι αν αληθεύει το γεγονός ότι την ελληνική μυθολογία -και τις συχνά, άπειρες και διαφορετικές εκδοχές των ίδιων «γεγονότων»- τις έχουν αναδιηγηθεί πολλοί συγγραφείς ανά τους αιώνες, τόσο στην ύστερη αρχαιότητα, όσο στον μεσαίωνα και στους νεώτερους χρόνους, η αλήθεια είναι ότι η ανάγνωση αυτών των γοητευτικότατων ελληνικών μύθων που περιέχουν συνήθως έναν πυρήνα αλήθειας, παραμένει πάντοτε επίκαιρη και εξαιρετικά ευχάριστη, ιδίως αν η αφήγησή τους συνοδεύεται, όπως στην παρούσα περίπτωση, από άφθονο χιούμορ.

            Τον συγγραφέα και δημοσιογράφο  Δημήτρη Καμπουράκη τον έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει πολλάκις μέσα από τα εκλαϊκευμένα ιστορικά, λογοτεχνικά, αλλά και μυθολογικά του πονήματα. Τη δε χαρισματική πένα του, τη διανθισμένη με καλλιέπεια, αλλά και άφθονο χιούμορ και σατυρική ειρωνεία, τη γνωρίζουμε επίσης εξαιρετικά καλά. Το τελευταίο του πόνημα, επομένως, η συνέχεια του πρώτου βιβλίου της μυθολογίας που είχε συγγράψει στο ίδιο στυλ το 2024 (Μια σταγόνα μυθολογία, Τότε που οι Θεοί έμοιαζαν πολύ με τους ανθρώπους,  εκδόσεις πατάκη, 2024), δεν θα μπορούσε να μην χαρακτηρίζεται και αυτό από την ίδια αμεσότητα της διήγησης, το απύθμενο χιούμορ και τον περιποιημένο λόγο. Το βιβλίο «Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Μια σταγόνα μυθολογία 2» αποτελεί τη συνέχεια, το συμπλήρωμα, θα μπορούσαμε να πούμε, των ιστοριών που σχετίζονται με τους Θεούς της Ελληνικής Μυθολογίας, που μας αφηγήθηκε στον πρώτο τόμο της «σειράς» αυτής. Και η αλήθεια είναι ότι μπορεί να υπάρξει και συνέχεια, καθότι οι ιστορίες της μυθολογίας μας είναι αστείρευτες και πάμπολλες και δεν χωράνε όλες σε δύο μικρούς τόμους.

            Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας ξεκινά την  αναδιήγηση των ελληνικών μύθων από  τη γυναίκα του Δία, τη διάσημη και ζηλόφθονη Ήρα, όπως μας λέει και ο τίτλος του πονήματος. Ο συγγραφέας μας εξηγεί με ακρίβεια ποια ακριβώς ήταν η Ήρα, τη γνωριμία της με τον Δία και την κατάκτησή της από αυτόν, καθώς και τον περίφημο γάμο τους με το επεισόδιο του «μήλου της έριδος» που έγινε τελικά και η αφορμή για να ξεσπάσει ο Τρωικός Πόλεμος.

Εν συνεχεία, ο Καμπουράκης μας εξιστορεί όλα τα γεγονότα  που σχετίζονται με την πιο «ελληνική» από τις θεές του ελληνικού Πανθέου: την Αθηνά. Γιατί αυτή ονομάστηκε Παλλάδα και γιατί έμεινε για πάντα παρθένα, όπως άλλωστε και η «σκοτεινή» θεά εξ Ανατολών, η Άρτεμις;

Τέλος, αφού ο Καμπουράκης μας αφηγηθεί τις ιστορίες που σχετίζονται με τις παρθένες αυτές θεές και με την απατημένη Ήρα, πιάνει τον θεό της θάλασσας, τον πανίσχυρο Ποσειδώνα, που ήταν και αυτός τόσο ερωτιάρης και μπερμπάντης όσο και ο αδελφός του ο Δίας. Από τις ερωτικές ατασθαλίες του Ποσειδώνα γεννήθηκαν πολλά παιδιά-εγκληματίες –βλέπε τους κακούργους που καθάρισε ο Θησέας- αλλά και διάσημα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας.

 Εν κατακλείδι, ο Καμπουράκας επιλέγει να μας αφηγηθεί τα όλα όσα σχετίζονται με έναν πιο ελάσσονα σήμερα θεό, αλλά αρκετά διάσημο στην εποχή του, στη μακρινή αρχαιότητα: τον θεό Ασκληπιό, τον γιο του Απόλλωνα.

Οι αναδιηγήσεις αυτού του τόμου, χιουμοριστικές, ενδιαφέρουσες και πάντοτε επίκαιρες, περιμένουν τη συνέχειά τους σε έναν τρίτο τόμο ελληνικής μυθολογίας…

 

Φρέντυ Γερμανός, «Ακριβή μου Σοφία…», εκδ. Διόπτρα

 

Ο Φρέντυ Γερμανός είναι κατ’ εμέ, ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Γλαφυρές περιγραφές, ωραία και στρωτή αφήγηση και, πάντοτε, σεβασμός στην Ιστορία, σε όσα από τα πονήματά του περιλαμβάνονται ιστορικές αναφορές. Έτσι λοιπόν και το βιβλίο του που επανεκδίδει η Διόπτρα σήμερα με τον τίτλο «Ακριβή μου Σοφία…», δεν θα μπορούσε παρά να είναι το ίδιο έξοχο, καθηλωτικό  και ευκολοδιάβαστο με τα άλλα του πονήματα.

Αυτή τη φορά καλούμαστε να γνωρίσουμε από κοντά έναν μεγάλο πρωταγωνιστή της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας και τη σύζυγό του, τον «Γέρο της Δημοκρατίας», που δεν είναι άλλος από τον Γεώργιο Παπανδρέου και την αγαπημένη του, τη Σοφία Μινέικο. Ο τίτλος του πονήματος «Ακριβή μου Σοφία…» δεν είναι παρά η αρχή πολλών ερωτικών γραμμάτων που απηύθυνε στη Σοφία ο Γεώργιος. Το βιβλίο μας αποκαλύπτει την πιο λυρική πλευρά του ορθολογιστή και ρεαλιστή πολιτικού, μια πλευρά που δεν φανταζόμαστε ποτέ ότι είχε. Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο μας αφηγείται ένα κομμάτι της ζωής του Γεωργίου Παπανδρέου, τον καιρό της νιότης του, τότε που ήταν φοιτητής της Νομικής και ένας φλογερός ρήτορας, παθιασμένος με τη ζωή και γεμάτος όνειρα και σχέδια για το μέλλον.

Στο βιβλίο ο συγγραφέας επιλέγει να διανθίσει την αφήγηση για τη ζωή του Παπανδρέου  στα χρόνια της νιότης του με πολλές από τις επιστολές που αντάλλασσε το ερωτευμένο ζευγάρι. Οι πιο πολλές από τις επιστολές χρονολογούνται στα χρόνια 1908-1920, οπότε και η αφήγηση του βιβλίου καλύπτει αυτά τα χρόνια ακριβώς, δηλαδή από τη γνωριμία του ζευγαριού, μέχρι και το 1920, όταν ο ερωτύλος Γεώργιος ερωτεύτηκε την ηθοποιό Κυβέλη Αδριανού, παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμη παντρεμένος με τη Σοφία και είχαν μάλιστα αποκτήσει και τον μικρό Ανδρέα. Επομένως, η αφήγηση αφορά μονάχα τα χρόνια του μεγάλου τους έρωτα, τα οποία είναι, παράλληλα, και τα χρόνια των σπουδών του Γεωργίου, τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Γερμανία, τα χρόνια που υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, αλλά και τα χρόνια που ξεκίνησε να πολιτεύεται στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου, του πολιτικού που θαύμαζε όσο κανέναν άλλον.

Το βιβλίο θα μας κερδίσει με την αμεσότητα και την αυθόρμητη αφήγηση του Γερμανού, ο οποίος μοιάζει σαν να παρακολουθεί το ζευγάρι από την κλειδαρότρυπα και να μας μεταφέρει τις πιο ιδιωτικές του στιγμές, αλλά και τις μύχιες σκέψεις και των δυο τους. Οι περισσότεροι θα εκπλαγούμε με το προφίλ του μεγάλου πολιτικού, όπως αυτό σχηματίζεται μέσα από τα γράμματα που αντάλλασσε το ζευγάρι. Θα δούμε, λοιπόν, έναν Παπανδρέου φλογερό, γεμάτο πάθος, έναν επιδέξιο ποιητή γεμάτο πάθος για τις γυναίκες, τη ρητορική, την πολιτική, αλλά και την ίδια τη ζωή. Έναν άντρα που δεν σταματά στιγμή να ονειρεύεται, που δεν διστάζει ποτέ να τεθεί στην υπηρεσία της πατρίδας που τόσο αγαπά, έναν άντρα τελείως διαφορετικό από τον στυγνό ορθολογιστή, τον μεγάλο πολιτικό που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα χρόνια της πρωθυπουργίας του.

Παράλληλα, θα δούμε και όλες τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της εποχής: τη διαμάχη για τη γλώσσα μεταξύ δημοτικιστών και των υπέρμαχων της καθαρεύουσας, το κίνημα στο Γουδί και την άνοδο στην εξουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Εθνικό Διχασμό, τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τις απόπειρες δολοφονίας του Γενάρχη, την υπογραφή της συνθήκης  των Σεβρών και τόσα άλλα.

Όλα αυτά μετατρέπουν το βιβλίο σε ένα υπέροχο ιστορικό μυθιστόρημα που δεν χάνει όμως τίποτε από τη λογοτεχνική του μαγεία σε καμία του σελίδα.

 

 

 


Γιώργος Μολέσκης, Τα κλεμμένα σταφύλια, εκδ. Βακχικόν

 

Τις παιδικές του αναμνήσεις από την ύπαιθρο της Κύπρου τη δεκαετία του 1950, μας μεταφέρει ο συγγραφέας Γιώργος Μολέσκης στο βιβλίο του με τίτλο «Τα κλεμμένα σταφύλια». Ο Μολέσκης κατάγεται από το χωριό Λύση κοντά στην Αμμόχωστο και σπούδασε Λογοτεχνία και Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για το πλούσιο συγγραφικό έργο του και έχει εκδώσει πάμπολλες ποιητικές συλλογές, μελέτες, δοκίμια, διηγήματα, αλλά και μυθιστορήματα. «Τα κλεμμένα σταφύλια» εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1985 και επανακυκλοφορούν σήμερα από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Στο μυθιστόρημα αυτό κυριαρχεί η αποστασιοποιημένη και επιδερμική αφήγηση ενός τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή. Η εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής του μικρού Ομήρου ακολουθεί γρήγορο ρυθμό, ενώ ο συγγραφέας ακολουθεί την τακτική της ενσωμάτωσης, μέσα στον κυρίως κορμό του μυθιστορήματός του, πάμπολλων ιστοριών από τις ζωές των δευτεραγωνιστών του βιβλίου του. Πολλές από αυτές μάλιστα είναι αφηγήσεις που ο μικρός Όμηρος ακούσει μέσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει. Η αφήγηση ξεκινά τη δεκαετία του 1950, όταν ο μικρός Όμηρος φοιτά στο δημοτικό σχολείο της περιοχής και τελειώνει, κάπως απότομα, όταν ο Όμηρος έχει πλέον μεγαλώσει και φεύγει για να υπηρετήσει τη θητεία του στον στρατό.

Σε αυτά τα δεκαπέντε, περίπου, χρόνια αφήγησης, που αφορά η διήγηση του βιβλίου, παρακολουθούμε πως μεταβλήθηκε η ζωή στο νησί με τον εντεινόμενο αγώνα των Κυπρίων για ανεξαρτησία. Αρχικά, οι σχέσεις Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων ήταν αρμονικές. Μετά από την έναρξη της δράσης της ΕΟΚΑ, όμως, και τα αγγλικά αντίποινα, όλα αλλάζουν. Καχυποψία κυριαρχεί πλέον στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, φόβος και τρόμος για το αύριο.

Μέχρι τότε, ο Όμηρος ζούσε μία ήρεμη ζωή στην κυπριακή ύπαιθρο, με στερήσεις και μπόλικη φτώχεια, βεβαίως, και με όλα τα προβλήματα που μπορεί να επιφέρει σε μία οικογένεια ένας βίαιος πατέρας και δύο γονείς που μονίμως διαφωνούν και μαλώνουν. Ο μικρός Όμηρος πληγώνεται τα μέγιστα από αυτή την αρρωστημένη οικογενειακή ατμόσφαιρα. Μόνη παρηγοριά του η μικρή του αδελφή, η Ελένη. Επιπροσθέτως, ο Όμηρος θέλει να συνεχίσει τη φοίτηση στο γυμνάσιο, αλλά ο πατέρας του δεν συμφωνεί, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η οικογένεια. Τελικά, θα αναγκασθεί να υποταχθεί στην πατρική βούληση, προτού μεγαλώσει και η φυγή του από το σπίτι θα του εξασφαλίσει την προσπάθεια να υλοποιήσει τα παιδικά του όνειρα. Τα παιδικά τραύματα του Ομήρου μπορούν αν συνοψισθούν στα εξής: κακοποίηση της μητέρας του από τον πατέρα του, φόβος του Θεού-τιμωρού και φόβος του θανάτου μέσα από το βίωμα του θανάτου του παππού Ομήρου, παππού του ήρωα.

Εντύπωση θα κάνουν στον αναγνώστη τα αυστηρά ήθη της επαρχίας, η φτώχεια, η υποτίμηση της γυναίκας, αλλά και της μόρφωσης ως αξία ζωής σε μία κοινωνία που ο έγγειος πλούτος φαίνεται να μετρά πάνω απ’ όλα. Το θρησκευτικό στοιχείο, με όλες τις προλήψεις και τις συνακόλουθες δεισιδαιμονίες παρουσιάζεται αρκετά ισχυρό. Και τα όνειρα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια του συγγραφέα να αποτυπώσει την ψυχική κατάσταση του ήρωά του.

Η δεκαετία του 1960 θα φέρει αλλαγές στο νησί, όχι μόνο με τη δράση της ΕΟΚΑ και την κυπριακή ανεξαρτησία, αλλά και με την αλλαγή των ηθών που θα επιφέρει η επέλαση του τουρισμού και η αύξηση της αστικοποίησης.

Όλα τα παραπάνω τα παρακολουθεί ο συγγραφέας μέσα από την ιδιαίτερη αφήγησή του που θα μας ταξιδέψει πίσω στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Σώτη Τριανταφύλλου, Φασισμός, η ιστορία μιας ιδεολογίας, εκδ. Πατάκη

 

Ένα διαφωτιστικό βιβλίο πολιτικής θεωρίας

 

            Η γνωστή και αγαπημένη συγγραφέας, που διαθέτει παράλληλα και την ιδιότητα της ιστορικού, αναλαμβάνει να μας διαφωτίσει σχετικά με μία ιδεολογία που «ακούγεται» πολύ σήμερα, τον φασισμό στο βιβλίο της με τίτλο «Φασισμός, η ιστορία μιας ιδεολογίας», το οποίο πρωτίστως προορίζεται για να διαλύσει ορισμένους μύθους που συνοδεύουν το όλο θέμα και για να μας λύσει πάμπολλες απορίες.

            Όλοι νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι ο φασισμός. Αν, όμως, μας ρωτήσουν, πόσοι από εμάς μπορούμε να δώσουμε μία ξεκάθαρη απάντηση; Εν ολίγοις, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά του φασισμού μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω, όπως μας τα απαριθμεί και η ίδια η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου της:

«Μονοκομματικό κράτος και καταστολή αντιπολίτευσης, επιθετικός εθνικισμός με ιδέες εξαιρετισμού, περιφρόνηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως τα ορίζει η κοινοβουλευτική δημοκρατία, κατασκευή εχθρών-αποδιοπομπαίων τράγων ως ενοποιητικό στοιχείο της εθνικής κοινότητας, λατρεία του στρατού/μιλιταρισμός, σεξιστική αντίληψη των φύλων, έμμονη ιδέα περί εθνικής ασφάλειας, έμμονη ιδέα περί ευταξίας και τιμωρίας των παραβατών, πελατοκρατία και διαφθορά, λαϊκιστική  ρητορική μαζί με πράξη που μεροληπτεί υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας (πελατειακές σχέσεις κρατικού μηχανισμού και επιχειρήσεων».

            Η θεώρηση αυτή τοποθετεί σαφώς τον φασισμό ανάμεσα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο φασισμός παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον τζιχαντισμό του ισλάμ, τον κομμουνισμό, τον φαλαγγισμό της Ισπανίας, τον ναζισμό της Γερμανίας, τον λαϊκισμό, τον πρόσφατο πουτινισμό της Ρωσίας, τον αμερικανικό ναβατισμό του Τραμπ και τον συντηρητισμό, συγχρόνως, όμως, παρουσιάζει και κάποιες διαφορές και αποκλίσεις από όλα τα παραπάνω ρεύματα. Η Τριανταφύλλου στο βιβλίο της εξετάζει πρωτίστως την ιστορία του φασισμού, όπως αυτός γεννήθηκε στην Ιταλία του Μεσοπολέμου, αλλά και όλα τα παραπάνω ρεύματα, αποσαφηνίζοντας πολλά πράγματα που έχουμε μπερδεμένα στο μυαλό μας. Το κίνημα της Χρυσής Αυγής που υπήρχε στη χώρα μας, πάντως, ήταν ένα καθαρά φασιστικό κίνημα, καταλήγει η συγγραφέας.

            Στην αρχή του βιβλίου της η συγγραφέας ανιχνεύει τις ρίζες του φασισμού και τις ιδεολογίες από τον αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη οι οποίες αποτέλεσαν την ιδεολογική αφετηρία  του και συνετέλεσαν στη γέννησή του. Έτσι λοιπόν μαθαίνουμε ότι η τυραννία και ο δεσποτισμός ως έννοιες έχουν την αφετηρία τους στην αρχαία Ελλάδα και η έννοια της δικτατορία στην αρχαία Ρώμη με διαφορετικό,

όμως, περιεχόμενο, ενώ η έννοια της απολυταρχίας ανάγεται στον 18ο αιώνα. Ρίζες της φασιστικής ιδεολογίας μπορούν να ανιχνευτούν σε κάποια έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, αλλά και διανοούμενων της Νεώτερης Εποχής, όπως του Χομπς, του Μακιαβέλι, ακόμη και του Ναπολέοντα Γ΄ και των Ιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης.

Η συγγραφέας εν συνεχεία εξηγεί τα αίτα της γένεσης του κινήματος στην Ιταλία, στις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες του Μεσοπολέμου, και φυσικά, στο Μεγάλο Κραχ του 1929, το οποίο επέτρεψε σε τέτοιες ολοκληρωτικές να βρουν πρόσφορο έδαφος. Επίσης εξετάζει σε ξεχωριστά κεφάλαια τη γλώσσα του φασισμού, αλλά και τα αρχιτεκτονικά ρεύματα που συνδέθηκαν με αυτόν, όπως και την παρουσία των νεοφασιστών στη σύγχρονη εποχή και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εν κατακλείδι πρόκειται για μία έξοχη μελέτη, η οποία δεν πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη, που θα λύσει πολλές απορίες και θα διαφωτίσει πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με το εν λόγω ζήτημα.

Δημήτρης Καμπουράκης, Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Μια σταγόνα μυθολογία 2

  Πόσο καλά γνωρίζουμε την μυθολογία μας; Υπάρχει,   άραγε, ανάγκη σήμερα για να μας την αναδιηγηθεί κάποιος; Εξακολουθούν αυτές οι αφηγήσ...