Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, εκδ. Μεταίχμιο

 

 Ένα βιβλίο που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και δικαίως, λόγω της θεματικής πρωτοτυπίας του και της αφηγηματικής δομής του είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Νίκου Αμανίτη με τίτλο «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα». Το εν λόγω βιβλίο συστήνει στο ελληνικό κοινό έναν ζωγράφο άγνωστο εν πολλοίς στους περισσότερους, τον Νίκο Μπαλόγιαννη.

Ο Νίκος Μπαλόγιαννης (1911-1965) σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, αλλά και στη Γαλλία και μεταπολεμικά έφυγε για την Αμερική, όπου δημιούργησε οικογένεια και έκανε καριέρα κυρίως ως μεταλλοχαράκτης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι New York Times τον μνημονεύουν μετά θάνατον και ότι μία μεταλλοτεχνία του υπήρχε στα κεντρικά γραφεία της μεγάλης εταιρείας Pfrizer μέχρι πρόσφατα.

Ο Αμανίτης αποκαλύπτει όλη την πορεία της ζωής του Μπαλόγιαννη, τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στο Παρίσι, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής οπότε πολέμησε αρχικά στο αλβανικό μέτωπο και κατόπιν διαβιούσε στην Αθήνα, αλλά και τα χρόνια της εθελούσιας εξορίας του στην Αμερική, στις ΗΠΑ, τη χώρα όπου έγινε τελικά η δεύτερη πατρίδα του, αφού δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα.

Ο Αμανίτης αγνοεί τις συγγραφικές συμβάσεις και ακολουθεί τον δικό του, εντελώς ιδιότυπο ρυθμό αφήγησης. Αφού μας επεξηγεί στον πρόλογο τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να ασχοληθεί με το άγνωστο αυτό θέμα, παραθέτει αυτούσιο ένα πρωτογενές ντοκουμέντο από τα χρόνια της Κατοχής. Πρόκειται για ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα που γράφτηκε από τον Νίκο Μπαλόγιαννη στα χρόνια της Κατοχής με παραλήπτρια μία Μουν, μία παλιά ερωμένη του που είχε στο Παρίσι τα χρόνια πριν τον πόλεμο, οπότε και σπούδαζε στο Παρίσι. Το γράμμα αυτό απευθύνεται στη Μουν και περιέχει πολλές λεπτομέρειες από τη ζωή του συγγραφέα τον καιρό της Κατοχής στην Αθήνα και από τις εμπειρίες του στο αλβανικό μέτωπο, κάτι που το καθιστά ένα μοναδικό ντοκουμέντο. Πέραν τούτου, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ο Μπαλόγιαννης διέθετε και λογοτεχνικό χάρισμα, πέρα από το καλλιτεχνικό, οπότε η αφήγησή του είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τον αναγνώστη. Το γράμμα αυτό, βέβαια, δεν στάλθηκε ποτέ, αφού ο Νίκος είχε χωρίσει με τη Μουν προτού αρχίσει να της γράφει, είχε διατηρήσει, όμως, ως φαίνεται, μία ελπίδα επανασύνδεσης.

Κατόπιν, ο συγγραφέας συνεχίζει με την αναζήτηση της μυστηριώδους αυτής Μουν. Ποια ακριβώς ήταν; Και μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το οδοιπορικό που πραγματοποίησε στη Νότια Γαλλία, την έρευνά του και τα μέιλ που έστειλε έως ότου καταφέρει τελικά να την ανακαλύψει. Εδώ επίσης ο συγγραφέας αναλύει τη ζωή του Νίκου στη Γαλλία με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και συμπληρώνοντας τα υπόλοιπα με τη φαντασία του.
           Το τρίτο μέρος του βιβλίου του είναι αφιερωμένο στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στη ζωή του Νίκο εκεί, ενώ στο τέταρτο ο συγγραφέας ασχολείται με τα χρόνια που ο Μπαλόγιαννης έζησε στις ΗΠΑ μεταπολεμικά. Επίσης μας αφηγείται πως ακριβώς κατάφερε να εντοπίσει τη μία από τις δύο κόρες του, τη Ρέα, η οποία ήταν και αυτή η οποία του έδωσε το μακροσκελές χειρόγραφο.

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, μία διαφορετική και πρωτότυπη αναγνωστική πρόταση στην οποία αξίζει να αφιερώσουμε τον, περιορισμένο είναι η αλήθεια, αναγνωστικό μας χρόνο.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον Άγγελο, εκδ. Πατάκη

 

 

Μιλώντας για τον Γιώργο και τη διπλή ζωή του, ως συγγραφέα και διπλωμάτη

 

Ο Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας από το Εδιμβούργο Roderick Beaton  έχει ασχοληθεί πολλάκις με ελληνικά θέματα και με τους Έλληνες στα έργα του και θεωρείται ιδιαίτερα αγαπητός στην Ελλάδα. Και πως να μην θεωρούταν ως τέτοιος, αφού η αλήθεια είναι ότι σπανίως ένας «ξένος» μπορεί και γράφει τόσο καλά για έναν άλλον λαό. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα έργα του χαρακτηρίζονται από ενάργεια και ζωντάνια, αφού ο Beaton διαθέτει μέγιστο λογοτεχνικό χάρισμα, αλλά και ιστοριογραφική τεκμηρίωση, εφόσον ο συγγραφέας είναι, συν τοις άλλοις, και ένας  εξαίρετος ιστορικός. Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και την αντικειμενικότητα των κρίσεών του σε ό,τι αφορά τα γραφόμενά του περί της ελληνικής ιστορίας.

Το έργο για το οποίο μιλάμε εδώ σήμερα είναι η βιογραφία του πρώτου Έλληνα Νομπελίστα, του ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Το έργο γράφτηκε και πρωτοεκδόθηκε το 2003 και επανεκδίδεται σήμερα, αποτελεί δε τη μοναδική, ίσως, έγκυρη βιογραφία του μεγάλου αυτού ποιητή που είναι διαθέσιμη στην ελληνική γλώσσα.

Οπωσδήποτε δεν πρόκειται για μία αγιογραφία του ποιητή, του  Γιώργου, όπως αρέσκεται να τον αποκαλεί ο συγγραφέας στο έργο του, αλλά για μία λεπτομερή και αντικειμενική εξιστόρηση όχι μόνο του συνόλου των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή, αλλά και της εποχής του.

Ο Γιώργος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900 και ήταν γιος του νομικού και ποιητή Στέλιου Σεφεριάδη. Παρά τα όσα θα υπέθετε κανείς, ο Γιώργος δεν ήταν κανένας ιδιαίτερα ταλαντούχος μαθητής στο σχολείο. Αντιθέτως, λάτρευε τα καλοκαίρια στην πανέμορφη Σκάλα των Βουρλών, όπου παραθέριζε η οικογένειά του. Είχε άλλα δύο αδέλφια, την Ιωάννα και τον Άγγελο. Πιθανότατα δεν θα σπούδαζε ποτέ νομικά, αν ο πατέρας του δεν επέμενε σε αυτό. Καθότι φοίτησε σε γαλλικό σχολείο, μιλούσε άπταιστα γαλλικά από μικρός. Εν τέλει, μετά από σπουδές στο Παρίσι και την οριστική μετοικεσία της οικογένειάς του στην Αθήνα, ήδη πριν από την Καταστροφή του 1922, ο Γιώργος θα διοριστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών και έτσι θα αρχίσει η διπλή του ζωή, εκείνη του διπλωμάτη δημόσιου υπάλληλου και εκείνη του μοναχικού ποιητή.

Την κλίση του στην ποίηση θα την ανακαλύψει σχετικά μικρός, δεν θα σκεφτεί καν, όμως, να εγκαταλείψει το επάγγελμά του, εφόσον ούτε στην δική του εποχή μπορούσε κάποιος να βιοπορισθεί εύκολα από την ποίηση. Νωρίς στη ζωή του θα συναντήσει το πιστό έτερόν του ήμισυ, τη Μάρω Σεφέρη και μαζί της θα ζήσει σε όλα τα μέρη που θα αναγκαστεί να μετοικήσει λόγω της υπηρεσίας του ως διπλωματικός ακόλουθος: Παρίσι, Λονδίνο, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Σμύρνη και άλλα. Θα βιώσει την εξορία από την πατρίδα του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τη φρίκη του Εμφυλίου από πρώτο χέρι, τις ταλαντεύσεις του μεταπολεμικού κόσμου και θα πεθάνει τελικά το 1971, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Χούντας στην Ελλάδα, οκτώ χρόνια μετά από το Νόμπελ Λογοτεχνίας που έλαβε το 1963.

Ο Beaton, όμως, δεν αφήνει έξω από την εξιστόρησή του ούτε τους φίλους του Σεφέρη και εκείνους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του, όπως την Ζακλίν Πουγιολόν, τον πρώτο μεγάλο του έρωτα,  ούτε έτερους μεγάλους λογοτέχνες με τους οποίους συμπορεύτηκε, όπως ο Λόρενς Ντάρρελ ή ο Γεώργιος Θεοτοκάς και ο Γεώργιος Κατσίμπαλης, ούτε και σπουδαίοι άνθρωποι του καιρού του, π.χ. οι πολιτικοί Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Απολαυστική, τεκμηριωμένη και εύστοχη, η βιογραφία του Beaton απευθύνεται σε όλους και αποτελεί, συγχρόνως, και ένα πολύτιμο ανάγνωσμα για την Ιστορία του εικοστού αιώνα.


Ντίνος Γιώτης, Αθήνα 2.0, εκδ.Βακχικόν

 

 

Ένα βιβλίο για τους εφήβους, γραμμένο στη γλώσσα και τα μέτρα τους

 

Ένα βιβλίο για τους νέους της εποχής μας, ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να διαβαστεί τόσο από ενήλικες όσο και από εφήβους και μεγάλα παιδιά συγγράφει ο γνωστός λογοτέχνης Ντίνος Γιώτης μιλώντας στη γλώσσα των νέων. Το πόνημά του το ονομάζει «Αθήνα 2.0» μιας και είναι μία νουβέλα της οποίας η υπόθεση διαδραματίζεται στην αφιλόξενη αυτή μεγαλούπολη, τη Αθήνα.

Ο κεντρικός ήρωας ακούει στο παράδοξο και εντελώς σύγχρονο όνομα Daw, προφανώς παρατσούκλι. Πρόκειται για έναν νέο, του οποίου η ηλικία δεν προσδιορίζεται επακριβώς, υπονοείται, όμως, ότι διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής του.

Ο Daw μεγάλωσε σε μία προβληματική οικογένεια, με ένα πατέρα οικοδόμο που κακοποιούσε τη μητέρα του και με μία μάνα θρήσκα και υποταγμένη στον άντρα της, που υποφέρει σιωπηλά. Το όλο σκηνικό συμπληρώνει και μία γιαγιά που πάσχει από Αλτσχάιμερ και κατοικεί μαζί τους στο σπίτι. Ο Daw έχει και μία αδελφή, η οποία έφυγε από το σπίτι προκειμένου να βρει μία καλύτερη ζωή και να ξεφύγει από το τοξικό οικογενειακό περιβάλλον που δημιουργεί ο πατέρας του Daw στο σπίτι.

Το ίδιο φιλοδοξεί να κάνει και ο Daw. Να φύγει από το σπίτι και να βρει να μείνει σε έναν δικό του χώρο. Κάτι τέτοιο δεν είναι, όμως, εύκολο, αφού του λείπουν τα χρήματα. Έτσι αποφασίζει να δουλέψει ως ντελιβεράς σε πιτσαρία. Αλλά τα λεφτά που χρειάζονται δεν μαζεύονται… Έτσι, όταν ο Daw βρίσκει την ευκαιρία να προβεί σε παράνομες συναλλαγές, μετά από επαφές του με στοιχεία του υποκόσμου, δεν θα διστάσει να το κάνει προκειμένου να αυγατίσει γρηγορότερα το κομπόδεμά του. Οι κινήσεις του, βέβαια, αυτές εγκυμονούν κινδύνους, πόσο μάλλον όταν αποφασίζει να ξεγελάσει τους σκληροτράχηλους αυτούς ανθρώπους του υποκόσμου, γιατί, ως γνωστόν από την καθιερωμένη παροιμία, «όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες».

Η νουβέλα του Ντίνου Γιώτη αποτελεί ένα σύγχρονο «κατηγορώ»  στη σύγχρονη κοινωνία των λίγων που τείνει να αγνοεί τις ανάγκες και τα όνειρα των νέων. Αδιάφοροι γονείς, κοινωνία ασυγκίνητη στις επιθυμίες των παιδιών για μια καλύτερη ζωή, δυσκολίες ανέλιξης και επιβίωσης, κυριαρχία των λίγων, οικονομικά προβλήματα, κακοποιητικά σπίτια, διαλυμένοι γάμοι και τοξικά οικογενειακά περιβάλλοντα. Υπάρχει, άραγε, λύση σε όλα αυτά;

Ο Ντίνος Γιώτης χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, την αργκό και το ύφος των νέων, ρίχνει φως στον ψυχισμό και στις πιο μύχιες σκέψεις των νέων με αριστοτεχνικό τρόπο. Αυτών των νέων που δεν θα διστάσουν τελικά να παρανομήσουν προκειμένου να κερδίσουν μία καλύτερη ζωή, τη ζωή που ονειρεύονται. Η ίδια αυτή γλώσσα των νέων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας γίνεται πολλές φορές ειρωνική, απόλυτη και κοφτερή σαν μαχαίρι, γεμάτη αιχμές, μια γλώσσα που περιέχει κρυφά παράπονα και μια διαρκή μομφή προς την κοινωνία.

«Υποθέτω ότι οι γέροι μου θα κοιμούνται μακάριοι, έχοντας κάνει μια πρόσκαιρη ανακωχή σε έναν ακήρυχτο πόλεμο που κρατάει χρόνια και θα βλέπουν όνειρα από ένα μέλλον που δεν θα έρθει ποτέ». Η παραπάνω φράση περικλείει όλη την απελπισία που νιώθει η νέα γενιά που μεγαλώνει σε ένα τοξικό οικογενειακό περιβάλλον. Αυτό είναι το παράπονο του Daw, αλλά και του ίδιου του συγγραφέα.

Λένα Χ. Δημητριάδου, Κλειώ, εκδ. Βακχικόν

 

Ένα βιβλίο που αναδεικνύει τις δυσκολίες του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού

 

            Ένα μυθιστόρημα που απεικονίζει τις δυσκολίες του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού συγγράφει η Λένα Χ. Δημητριάδου, μαθηματικός στις σπουδές, που διετέλεσε και σχολική σύμβουλος. Η Λένα Δημητριάδου ζει στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε επίσης Διοίκηση Επιχειρήσεων, ενώ έχει εκπονήσει και μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές. Έχει συγγράψει διηγήματα που έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους και ένα ακόμη μυθιστόρημα, εκτός από την «Κλειώ», το «Καροτσάκι στον Αλιάκμονα».

            Η «Κλειώ» θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί και εφηβικό μυθιστόρημα και να διαβαστεί και από εφήβους και μεγάλα παιδιά. Και αυτό διότι πρόκειται, στην ουσία, για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, εκτός από μυθιστόρημα το οποίο απεικονίζει τις εκπαιδευτικές πραγματικότητες του παρελθόντος στην επαρχία.

Εν έτει 1985, η  Κλειώ είναι μία νέα κοπέλα με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε μαθηματικά και ζει στη γενέτειρά της, εργαζόμενη όχι ως δασκάλα μαθηματικών, αλλά σε μία μεγάλη εταιρεία. Η μη ανέλιξή της εκεί σε υψηλότερα πόστα, παρά την εργατικότητά της, καθώς και ο τυχαίος διορισμός της σε μία μικρή επαρχιακή κωμόπολη της Βόρειας Ελλάδας θα γίνουν οι αφορμές προκειμένου αυτή να εγκαταλείψει την εταιρεία και να δοκιμάσει την τύχη και τις ικανότητές της ως εκπαιδευτικός σε μία εποχή όπου δεν υπάρχουν ακόμη τα ηλεκτρονικά μέσα του σήμερα και που η επαρχία είναι αρκετά πιο απομονωμένη.

Παρά την αρχική αντίδραση των γονιών της, η Κλειώ δηλώνει αποφασισμένη να κάνει το μεγάλο βήμα, η νέα της ζωή, όμως, δεν θα αποδειχθεί όσο εύκολη περίμενε, αφού ούτε το περιβάλλον των συναδέλφων, αλλά ούτε και τα ίδια τα παιδιά δεν θα την αποδεχτούν δίχως να τα κερδίσει με το σπαθί της.

Η διδασκαλία δεν αποδεικνύεται, εν τέλει, τόσο εύκολη υπόθεση. Τα παιδιά δυσκολεύονται με τα μαθηματικά και είναι ιδιαίτερα δύσπιστα μπροστά στη νέα, όμορφη, μα άπειρη και άγαρμπη, πολλές φορές, στη συμπεριφορά της, καθηγήτρια. Σταδιακά, όμως, θα καταφέρει να τα κερδίσει, καθώς είναι πρόθυμη να διδαχτεί από τα λάθη της.

Εν τέλει, με την εργατικότητά της αυτή θα κερδίσει και τους αρχικά συγκρατημένους προς αυτήν συναδέλφους της, τη στριμμένη σπιτονοικοκυρά της και τον διευθυντή του σχολείου και θα κάνει νέους φίλους στη μικρή κωμόπολη. Θα γνωρίσει, επίσης, έναν μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο του Ορφέα, αλλά τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν, τελικά, όπως ακριβώς τα περίμενε….

Η συγγραφέας εστιάζει στις δυσκολίες που συναντούν οι εκπαιδευτικοί όταν διορίζονται σε μία ξένη πόλη-ποιο επάγγελμα, βέβαια, δεν έχει δυσκολίες;- και στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και στη σχέση των εκπαιδευτικών με τα παιδιά. Τι ακριβώς πρέπει να κάνει ένας εκπαιδευτικός προκειμένου να κερδίσει τα παιδιά; Πώς μπορεί να τα κάνει να αγαπήσουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο μάθημα, όπως τα είναι τα μαθηματικά; Πώς μπορεί να είναι κοντά τους, στα εύκολα και στα δύσκολα;

Και σε ό,τι αφορά την ίδια την Κλειώ, θα καταφέρει, άραγε, εκείνη να προσαρμοστεί σε μία δουλειά τόσο διαφορετική από εκείνη στην εταιρεία; Θα μπορέσει να γίνει η καλή καθηγήτρια που ανέκαθεν ονειρευόταν; Τελικά, όπως, συμβαίνει στο βιβλίο, θα δούμε ότι ο επιμένων νικά και ότι η αγάπη και η καλή θέληση υπερνικούν όλα τα εμπόδια στον δρόμο μας…

 

 

Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, εκδ. Μεταίχμιο

    Ένα βιβλίο που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και δικαίως, λόγω της θεματικής πρωτοτυπίας του και της αφηγηματικής δομής του είναι το βιβλί...