Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, Τα Θεοδωρακικά, Αθήνα, 2025

 


Ο Μίκης Θεοδωράκης, γεννημένος στο όμορφο νησί της Χίου στις 29 Ιουλίου 1925 θεωρείται, και δικαίως, μαζί με τον Μάνο Χατζηδάκι, ένας από τους εθνικούς μας συνθέτες. Μετά από τον πρόσφατο θάνατό του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 2021, κυκλοφόρησαν αρκετά βιβλία σχετικά με τον βίο και το έργο του, ένα εκ των οποίων θα μας απασχολήσει εδώ. Έχει τίτλο «Τα Θεοδωρακικά» και ο συγγραφέας του είναι διακεκριμένος μουσικός, αλλά και μουσικολόγος. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Ανδριόπουλος και ο εν λόγω συγγραφέας είναι ο ιδρυτής από το 2004 του Καλλιτεχνικού Συνόλου «Πολύτροπον».

Ο Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και έχει πραγματοποιήσει σπουδές στους τομείς της θεολογίας, της ευρωπαϊκής και της βυζαντινής μουσικής, ενώ έχει συνεργαστεί και με τον Θάνο Μικρούτσικο. Εκτός από το παρόν πόνημα έχει επίσης συγγράψει τα εξής βιβλία: Τα Χατζηδακικά, Ελληνορωσικά και Νιγηρίας Αλεξάνδρου παρακαταθήκες.

Το βιβλίο του εξετάζει πρωτίστως το θεοδωρακικό έργο-και λιγότερο τον βίο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, μέσα από εννέα σύντομα δοκίμια ποικίλης θεματολογίας. Όπως μας λέει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του, το πόνημά του αυτό είναι αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τον Μίκη Θεοδωράκη και τη μουσική του.

Το πρώτο δοκίμιο τιτλοφορείται ως «Οι εκκλησιαστικές υποθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη και η σχέση του με τη βυζαντινή μουσική». Σε αυτό ο συγγραφέας διασαφηνίζει ότι ο Θεοδωράκης είχε δεχτεί πάμπολλες επιδράσεις από τον τομέα της βυζαντινής μουσικής και ότι θεωρούσε μάλιστα, ως πρώτη μουσική τροφή όλων μας την εκκλησιαστική. Σε αυτό το δοκίμιο αναφέρεται στο τροπάριο με τον τίτλο «Κασσιανή» που συνέθεσε ο συνθέτης για ανδρική χορωδία το 1942, αλλά και στον «Ύμνο στον Θεό» , τα «Επιφάνια Αβέρωφ» και την «Αποκάλυψη» , όλα του πολύ γνωστά έργα στον τομέα της θρησκευτικής μουσικής. Ο συγγραφέας αναφέρεται επίσης εκτενώς στην νεκρώσιμη Ακολουθία που έγραψε ο Θεοδωράκης το 1984 αφιερωμένο στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων από τους ναζί στις 13 Δεκεμβρίου 1943.

Ο ίδιος ο Θεοδωράκης έλεγε σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μουσικής στο έργο του: «Σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μελωδίας στη μουσική μου μπορώ να πω ότι βρίσκεται μέσα στο κάθε μου έργο, σχεδόν σε κάθε μου μελωδία». Και συνεχίζει ο συγγραφέας: «Πρόκειται για τον Μίκη Θεοδωράκη που δεν είναι έτσι γνωστός στο ευρύτερο κοινό: ως Βυζαντινός! Φυσικά, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάλογες επιρροές έχει δεχτεί και από τη δημοτική μουσική και από το ρεμπέτικο. Αλλά η βυζαντινή μουσική είναι γι’ αυτόν η πηγή! Η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και η μουσική που καθορίζει τον Νέο Ελληνισμό».

Τοδ δεύτερο δοκίμιο, μικρότερο σε έκταση ανιχνεύει τους παραλληλισμούς ανάμεσα σε δύο ποιητικές ανθολογίες δύο ατόμων που δεν είχαν επαφή μεταξύ τους στα νιάτα τους, ωστόσο οι ανθολογίες τους ήταν παρεμφερείς, είχα δηλαδή κοινά σημεία. Τα δύο άτομα αυτά είναι ο Θεοδωράκης και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Δροσίνης, Μαβίλης και Καβάφης ήσαν οι νεανικές προτιμήσεις τους, τις οποίες ο Θεοδωράκης έκανε τις πρώτες του απόπειρες να μελοποιήσει.

Το τρίτο δοκίμιο, πολύ σύντομο σε έκταση, ασχολείται με τη σχέση Νίκου Σκαλκώτα και Θεοδωράκη. Το τέταρτο, επίσης πολύ σύντομο σε έκταση τιτλοφορείται ως «Τετράγωνο Νο.40, Ένα μπαλέτο του Μίκη Θεοδωράκη για το ελληνικό χορόδραμα» και ασχολείται με το εν λόγω έργο. Το πέμπτο επικεντρώνεται στη σχέση του Θεοδωράκη με τον μεγάλο ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, ενώ το έκτο στη σχέση του με τον ποιητή Διονύση Καρατζά. Σε αυτό, ως υποκεφάλαιο, παρουσιάζεται και η τελευταία σύνθεση του Θεοδωράκη, το κύκνειο άσμα του, η Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων, έργο γραμμένο το 2009. Το επόμενο δοκίμιο, το έβδομο στη σειρά εξετάζει τη σχέση του Θεοδωράκη με τον Θάνο Μικρούτσικο στο έργο του πρώτο με τίτλο «Κατάσταση πολιορκίας». Τα δύο τελευταία δοκίμια είναι αφιερωμένα στο έργο του Μίκη στη γαλλική γλώσσα και στις μεταφράσεις που έγιναν στο έργο του στην αραβική γλώσσα.

Εν κατακλείδι, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που να εξετάζει το έργο του Θεοδωράκη στο σύνολό του, αλλά για μία επιλεκτική ενασχόληση από πλευράς του συγγραφέα ορισμένων πτυχών του θεοδωρακικού έργου. Παρ’ όλα αυτά, το έργο αυτό θα μας συστήσει κάποιες άγνωστες, ενδεχομένως, πλευρές του θεοδωρακικού έργου και, κατ’ επέκταση, και του βίου του ίδιου του μεγάλου μουσικοσυνθέτη.

Καταλήγει, επομένως, ο συγγραφέας, εκφράζοντας για άλλη μία φορά τον θαυμασμό του για τον μεγάλο συνθέτη: «Ο Μίκης Θεοδωράκης εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος «άγνωστος»! Το έργο του είναι πολύπλευρο και τεράστιο για να… χωράει μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης σίγουρα είναι υπόθεση του μέλλοντός μας».

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Μήτσος Μυράτ, Μαρίκα Κοτοπούλη, Μία «σχεδόν» άγνωστη βιογραφία Εισαγωγή-Επιμέλεια- Επίμετρο Διονύσης Ν. Μουσμούτης

 

Πόσα γνωρίζουμε στ’ αλήθεια για μία από τις μεγαλύτερες, ομολογουμένως, Ελληνίδες ηθοποιούς του περασμένου αιώνα; Η διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν είναι μεγάλη, γι’ αυτό η βιογραφία της γραμμένη από τον άνθρωπο που τη γνώρισε τόσο καλά από πρώτο χέρι, τον γαμπρό της και επίσης ηθοποιό, τον Μήτσου Μυράτ, δεν μπορεί παρά να είναι πολύτιμη. Η ευχάριστη αυτή πρωτοβουλία ανήκει στην εκδόσεις «Όταν», αλλά και στον Διονύση Μουσμούτη που επιμελήθηκε τη βιογραφία και γράφει την εισαγωγή και το επίμετρο.

«Ο κόσμος του θεάτρου είχε να λέει για το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της, τη γλώσσα του «λιμανιού» που χρησιμοποιούσε, τον εθισμό της στη μορφίνη, τους παθιασμένους έρωτες στα νιάτα της, τα φιλοβασιλικά της φρονήματα και την υποστήριξη στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που δεν την εμπόδιζε να κρύβει διωκόμενους ηθοποιούς στα καμαρίνια της για να αποφύγουν τη σύλληψη. Ποια ήταν η Κοτοπούλη, που κάποιοι τη μισούσαν, και που ο ανταγωνισμός της με την άλλη σπουδαία του ελληνικού θεάτρου και συνομήλική της, την Κυβέλη, δίχαζε το κοινό σε φιλοβασιλικούς και βενιζελικούς;»

Το παραπάνω απόσπασμα, παρμένο από την εισαγωγή του βιβλίου, μας βάζει στο κλίμα σχετικά με τα όλα όσα έχουμε ακούσει κατά καιρούς για τη διάσημη ηθοποιό, και μας μαρτυρά μία μεγάλη αλήθεια: την εποχή εκείνη, του Εθνικού Διχασμού, οι φιλοβασιλικοί λάτρευαν την Κοτοπούλη, ενώ οι βενιζελικοί την Κυβέλη Αδριανού.

«Κάθε γειτονιά της παλιάς Αθήνας είχε την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της. Του Ψυρρή, ο κουτσαβακισμός, ο μουρουζισμός…Η Νεάπολις, η κιθάρα, η καντάδα, ο ρομαντισμός… Το Μεταξουργείο, ο πετροπόλεμος, η μαγκαρία, ο τσαχπινισμός, ο παιδιάστικος πανζουρλισμός… Όλη η Αθήνα και όλη η Μαρίκα. Το γέννημα και θρέμμα της Αθήνας».

Το εν λόγω απόσπασμα αποδεικνύει περίτρανα ότι η βιογραφία της Μαρίκας Κοτοπούλη δεν είναι μόνο βιογραφία της ίδιας, αλλά και σκιαγράφηση ολόκληρης εκείνης της ταραγμένης εποχής  στην Αθήνα του Εθνικού Διχασμού. Η εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής της σταματάει κάπως απότομα, είναι η αλήθεια, με τη δολοφονία του μεγάλου αγαπημένου της Κοτοπούλη, του Ίωνα Δραγούμη στις 31 Ιουλίου του 1920.

Η βιογραφία είναι αρκετά ιδιόρρυθμη, δεν τηρεί αυστηρή χρονολογική σειρά, δίνει έμφαση στα παιδικά και στα νεανικά χρόνια της Κοτοπούλη, αλλά και στην εποχή της μεγάλης δόξας της, και αποτελεί επίσης βιογραφία και του ίδιου του συγγραφέα, του Μήτσου Μυράτ, αλλά και ολόκληρου του θεατρικού κατεστημένου της εποχής, των  τελών, δηλαδή, του 19ου αιώνα, και των αρχών του 20ου. Επιπροσθέτως, η βιογραφία διαθέτει αρκετή πρόζα, η οποία ζωντανεύει την  αφήγηση και την κάνει αρκετά λογοτεχνική στη μορφή της, παραμερίζοντας τον όποιο δοκιμιακό της χαρακτήρα. Ουσιαστικά πρόκειται για μία επιλεκτική εξιστόρηση κάποιων συγκεκριμένων γεγονότων της ζωής της, μία αυθόρμητη καταγραφή, την οποία διανθίζουν σπάνιες φωτογραφίες δικές της, αλλά και ανθρώπων του περιβάλλοντός της, πως του  αγαπημένου της Ιώνα Δραγούμη, του συγγραφέα Σπύρου Μελά, των ηθοποιών Ευτύχιου Βονασέρα, Κωνσταντίνου Σαγιώρ, Εδμόνδου Φυρστ, Τηλέμαχου Λεπενιώτη και άλλων πολλών.

Το επίμετρο περιέχει συνοπτικές βιογραφίες των κύριων προσώπων του βιβλίου και της ζωής της Κοτοπούλη, όπως και των θιάσων που έπαιξε και των παραστάσεων που έδωσε στο θεατρικό σανίδι. Το εκτενές παράρτημα, τέλος, περιέχει, αναφορές στη διάσημη ηθοποιό από εφημερίδες της εποχής.


Νίκος Α. Μάντης, Τοξική αρρενωπότητα, εκδ. Καστανιώτη

 

Τελευταία, έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε βιβλία ή συλλογές διηγημάτων που να δίνεται έμφαση στο γυναικείο φύλο και στους γυναικείους ρόλους. Επομένως, για μένα προσωπικά, η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Μάντη αποτέλεσε μία ευχάριστη αλλαγή στη συνήθη εκδοτική θεματολογία. Είκοσι ένα διηγήματα γραμμένα για άνδρες από έναν άνδρα. Μια βουτιά-επιτέλους!-όχι στη γυναικεία ψυχολογία από έναν άνδρα, αλλά στην ανδρική ψυχολογία από έναν εκπρόσωπο του είδους. Προσοχή, όμως, η «πολλή» αρρενωπότητα μπορεί πολύ εύκολα να γίνει τοξική και, πράγματι, πολλές από τις καταστάσεις που διάλεξε ο συγγραφέας εδώ για να μας περιγράψει είναι τέτοιες ακριβώς…

Τα διηγήματά του Μάντη απεικονίζουν άνδρες σε κατάσταση παρακμής, ή ανδρών που βρίσκονται εν μέσω μιας διαδικασίας ελεύθερης πτώσης-από το κακό στο χειρότερο, δηλαδή, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Τα περισσότερα από τα διηγήματα του τόμου έχουν σαφή θεματολογία και τοποθέτηση στον χωροχρόνο, διανθισμένα με περιστασιακή πρόζα και έντονη περιγραφική διάθεση. Κάποια είναι αξιοπρόσεκτα για την πολύ ιδιαίτερη δομή τους, όπως τα Silver alert, Τα λέμε, Hook up, Σχήμα λόγου και Πολικές αρκούδες. Κάποια από αυτά έχουν δομή που προσιδιάζει σε εκτενές ελεύθερο ποίημα, άλλα αποτελούνται μονάχα από πρόζα και άλλα από αυτά  διαθέτουν μία πυκνή γραφή και ένα πολύ ιδιαίτερο αφηγηματικό στυλ. Λόγος πλούσιος, ζωντανός, με τη χρήση πολλών επιθέτων που μαρτυρά καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας.

Ιστορίες ανδρών, επομένως, στις οποίες πρωταγωνιστούν, εκτός από ανδρικά πρόσωπα και όλα τα ανδρικά θέματα: το σεξ, οι σχέσεις, οι τσόντες, εφηβικά καμώματα και μαλώματα, οι γκόμενες, οι οθόνες, το χρήμα και η ισχύς μέσω αυτού, οι βόλτες, οι τσάρκες, αλλά, πάνω απ’ όλα οι γυναίκες… Τι αφορούν, όμως, τα εν λόγω διηγήματα; Ιδού λοιπόν, η θεματική τους.

Ένα περίεργο ραντεβού που καταλήγει ακόμα πιο περίεργα. Ο θάνατος ενός σκύλου σημαδεύει μία εφηβική φιλία μεταξύ αγοριών. Πως ένα reunion μεταφέρει τον αφηγητή πίσω στο αμαρτωλό εφηβικό παρελθόν του. Ένας μεσήλικας με οικογενειακά προβλήματα βλέπει πορνό στο PC, ενώ ένα αλκοτέστ στην Αγγλία και μία επίσκεψη σε έναν βάλτο εκεί παίρνει απρόσμενες διαστάσεις. Ένας άντρας φτιάχνει ένα ψεύτικο προφίλ της πεθαμένης γυναίκας του στο FB με σκοπό να την αναστήσει, αλλά γρήγορα η ιδέα του θα του γυρίσει μπούμερανγκ. Ο ομοφυλόφιλος Λέλος, από την άλλη, ανεβάζει συνεχώς βιντεάκια ομορφιάς, ενώ ο Γιωργάκης μας αφηγείται τη ζωή του στο χωριό.

Ένας διαζευγμένος πατέρας θέλει να βεβαιωθεί αν το παιδί είναι δικό του και μία εξωσυζυγική σχέση λήγει κάπως άδοξα. Ο Έκτορας και η Έλλη αποτελούν διάσημο ζευγάρι συγγραφέων, ενώ ένας πατέρας παίρνει την εκδίκησή του για την κόρη του τη στιγμή που παθαίνει έμφραγμα. Ακολουθεί ένας ιδιότυπος διάλογος ενός ζευγαριού που καταλήγει σε καυγά. Δύο φιλικά ζευγάρια και μία παράνομη ερωτική σχέση που φέρνει αδιέξοδα. Ένας άλλος άνδρας, από την άλλη, αναρωτιέται αν έκανε καλές επιλογές στη ζωή του. Ένα ερωτικό ραντεβού μεταξύ ομοφυλοφίλων-πως θα μπορούσε να εξελιχθεί-μας περιγράφει εν συνεχεία ο συγγραφέας και ύστερα ψάχνει για έναν ήρωά του συγγραφέα πως θα καταφέρει αυτός να εξασφαλίσει την υστεροφημία του, ενώ πέντε στρίπτερ άνω των πενήντα ετών ψάχνουν την ταυτότητά τους.

Άνδρες μεσήλικες, έφηβοι που το αίμα τους βράζει, άνδρες που δεν είναι τόσο αρρενωποί, αλλά ομοφυλόφιλοι, άνδρες φτιαγμένοι να αγαπούν και να αφοσιώνονται και άλλοι να μαλώνουν και να ταλαιπωρούν τις γυναίκες που σχετίζονται μαζί τους, άνδρες στρίπτερ, επαγγελματίες, παντρεμένοι, παράνομοι εραστές, όλοι αυτοί αποτελούν τον κόσμο της «Τοξικής αρρενωπότητας».


Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Alice Winn, In memoriam, εκδ. Ίκαρος

 

Σφοδρό αντιπολεμικό έπος, ύμνος στην ομοφυλοφιλία, αλλά και στην ειρήνη, η αποθέωση της πρόζας και του ωμού ρεαλισμού, συναρπαστικό μυθιστόρημα με κινηματογραφική δράση, όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να ειπωθούν για το ογκώδες μυθιστόρημα των 550 περίπου σελίδων της πρωτοεμφανιζόμενης Ιρλανδοαμερικανής συγγραφέως Άλις Γουίν που μεγάλωσε στο Παρίσι και σπούδασε στο Ηνωμένο Βασίλειο.

            Δεν είναι πολλές οι φορές που κάποιος συγγραφέας στη λογοτεχνία μίλησε για τις συνέπειες του πολέμου και τη δυσβάσταχτη καθημερινότητα των στρατιωτών στο μέτωπο με τόση ωμότητα και ειλικρίνεια, όπως συμβαίνει στο παρόν πόνημα. Και είναι πραγματικά απορίας άξιον που μία γυναίκα καταφέρνει να το κάνει αυτό τόσο παραστατικά, μία γυναίκα που δεν έχει πολεμήσει ποτέ στα χαρακώματα του Πρώτο Παγκοσμίου Πολέμου και είναι τόσο μακριά χρονικά από εκείνη την εποχή. Ο πόλεμος, εξάλλου, είναι αντρική υπόθεση, σωστά; Μάλλον όχι από ότι φαίνεται στο παρόν πόνημα. Μετά από την ανατομία της σχέσης και του σφοδρού έρωτα μεταξύ του Χένρι Γκοντ (Γερμανοβρετανού) και του αγαπημένου του  Σίντνεϋ Έλγουντ στο βιβλίο, εύλογη θα είναι η απορία του αναγνώστη σχετικά με το κατά πόσον θα μπορούσε να είναι αληθινή η εν λόγω ιστορία.

Υπήρξαν, άραγε, ιστορίες ομοφυλοφιλικού έρωτα στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου; Και πόσο συχνό άραγε ήταν το φαινόμενο της ομοφυλίας και του σοδομισμού στα αγγλικά οικοτροφεία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα; Και εδώ οι ιστορικοί είναι που μας  ενημερώνουν ότι, πράγματι, η ομοφυλία άνθιζε μεν, στα αγγλικά οικοτροφεία, ωστόσο, στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου εξαιτίας του περιορισμένου χώρου η ιδιωτικότητα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη, κάτι τέτοιο θα ήταν σπάνιο.

Κι όμως, ο Γκοντ και ο Έλγουντ βρίσκουν τον τρόπο να διατηρήσουν της σχέση τους, η οποία ξεκίνησε στο οικοτροφείο Πρέσουτ, και θα είναι αυτή η σχέση που θα προσπαθήσει να θεραπεύσει τα ανείπωτα ψυχικά τραύματα που θα αφήσει στην ψυχή τους ο πόλεμος.

Η Γουίν φαίνεται να αγνοεί τις περιγραφές του χωροχρόνου και επικεντρώνεται καθαρά στον ίδιο τον άνθρωπο. Στα συναισθήματά του και στις πιο μύχιες σκέψεις του. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου της αποτελείται από πρόζα. Οι όποιες περιγραφές δίνονται και αυτές μέσα από διαλόγους. Μέσα από αυτές ο αναγνώστης θα μυηθεί σε όλα τα φαινόμενα και τις καταστάσεις του πολέμου, όπως την επίθεση με χημικά όπλα, τον διαρκή φόβο του θανάτου που μπορεί να οδηγήσει στην τρέλα τον παθόντα, τις εφηβικές ανησυχίες των νεαρών που κλήθηκαν να υπηρετήσουν την πατρίδα τους πριν καλά καλά τελειώσει η εφηβεία τους, τις κατηγορίες για δειλία για όσους απέφευγαν να πάνε στον πόλεμο, το δύσκολο καθήκον του γραψίματος γραμμάτων στους συγγενείς των αποθανόντων, τη μοίρα των αιχμαλώτων και των βαριά τραυματισμένων, την αβεβαιότητα για το αύριο, τη φρίκη στη θέα των πτωμάτων, τον φόβο πριν από τη μάχη και τις διαταγές θανάτου που οι στρατιώτες δεν έχουν την επιλογή να παρακούσουν.Εν ολίγοις, όλος ο παραλογισμός του πολέμου συμπυκνωμένος σε λίγες σελίδες.

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εκτυλίσσεται στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, και μικρό μόνο μέρος στην αρχή του βιβλίου διαδραματίζεται στο οικοτροφείο Πρέσουτ, τότε που ο πόλεμος έχει ξεκινήσει και οι νέοι, που δεν γνωρίζουν, φυσικά, τη φρίκη του πολέμου, ανυπομονούν να ριχτούν σε αυτόν. Υπάρχει άραγε ηρωικός θάνατος; Αναντίρρητα, κάποιος τον βιώνει πιο ηρωικά όταν τον ακούει από τρίτους παρά όταν τον βλέπει να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του στο μέτωπο. Τότε σίγουρα απομυθοποιείται και δεν έχει πια τίποτε το ηρωικό.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα αντιπολεμικά έπη στην ιστορία της λογοτεχνίας από μία πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα.


Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, Τα Θεοδωρακικά, Αθήνα, 2025

  Ο Μίκης Θεοδωράκης, γεννημένος στο όμορφο νησί της Χίου στις 29 Ιουλίου 1925 θεωρείται, και δικαίως, μαζί με τον Μάνο Χατζηδάκι, ένας απ...