Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Θανάσης Διαμαντόπουλος, Οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης, Μια περίοδος, Δέκα Πρωθυπουργοί, Έντεκα Πρωθυπουργίες, εκδ. Μεταίχμιο

 

                Στις μέρες μας, τις μέρες της παραπληροφόρησης και της ιντερνετικής ακμής, τείνει να αγνοείται ο άλλοτε χρυσός κανόνας των ιστορικών ότι πρέπει απαραιτήτως να περάσουν τουλάχιστον πενήντα χρόνια από το ιστορικό γεγονός για το οποίο γράφουμε. Επόμενο ήταν να μην ισχύει πια κάτι τέτοιο σε έναν κόσμο όπου όλα κινούνται πλέον με ταχύτητες τρελές στον ρυθμό τους. Απαραίτητο, όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο, είναι ο ιστορικός που γράφει για σύγχρονά του γεγονότα να είναι όσο πιο αντικειμενικός εξωτερικός παρατηρητής είναι εφικτό. Διότι μπορεί να μην νοείται ότι μπορούμε να απαλλαγούμε εντελώς από τον όποιο υποκειμενισμό μας όταν γράφουμε, μπορούμε, όμως, να κρατήσουμε τα προσχήματα, να ρίξουμε μία ψύχραιμη ματιά στα γεγονότα και να τα αξιολογήσουμε δίχως ιδεολογικές παρωπίδες και προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να κάνει και ο έγκριτος ιστορικός Θανάσης Διαμαντόπουλος στο πρόσφατο έργο του σχετικά με τους Πρωθυπουργούς της Μεταπολίτευσης, εκείνους, δηλαδή, από κάθισαν στο τιμόνι της χώρας από το 1974 και μετά. Δέκα πρωθυπουργοί και έντεκα πρωθυπουργίες επομένως, με τον έναν από αυτούς να διευθύνει τις τύχες της χώρας σε δύο διακοπτόμενες θητείες, αξιολογούνται στο παρόν πόνημα με τη ματιά του ψύχραιμου, εξωτερικού, όσο και αντικειμενικού και απαλλαγμένου από πάθη και προκαταλήψεις παρατηρητή. Ο Διαμαντόπουλος στο  εν λόγω πόνημα ενδύεται ταυτόχρονα δύο ρόλους, όπως μας λέει ο ίδιος στην αρχή του βιβλίου του: εκείνον του πολιτικού επιστήμονα και πολιτειολόγου από τη μία, αλλά και εκείνον  του πολιτικοποιημένου και παρεμβατικού πολίτη, από την άλλη, μιας και τον τελευταίο ρόλο δεν μπορούσε και δεν ήθελε να τον αποβάλλει , όπως ίσως θα περίμεναν να κάνει κάποιοι αναγνώστες. Εξάλλου, όπως μας λέει και ο ίδιος, πέρα από τις πηγές του, τα γραφόμενά του βασίζονται πολλές φορές και σε προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που βρίσκονται ακόμη εν ζωή σήμερα, είτε τους ίδιους τους απερχόμενους πρωθυπουργούς, είτε ανθρώπους από τα περιβάλλοντά τους που ο συγγραφέας γνωρίζει προσωπικά.

Ο Διαμαντόπουλος θεωρεί- και δικαίως- πως τα πεπραγμένα μεγάλων πρωθυπουργών της περιόδου πριν από τη Χούντα, όπως για παράδειγμα, του Καποδίστρια, του Χαρίλαου Τρικούπη, ή του Ελευθερίου Βενιζέλου, έχουν, μέχρι τώρα, μελετηθεί, αναλυθεί και προβληθεί επαρκώς, ενώ, αντίθετα, δεν συμβαίνει το ίδιο με το έργο των πρωθυπουργών της Μεταπολίτευσης.

Για κάθε έναν από τους πρωθυπουργούς-Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Ράλλης, Ανδρέας Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Κώστας Σημίτης, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου, Αντώνης Σαμαράς, Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης- ο Διαμαντόπουλος έχει να πει από έναν καλό-και από έναν κακό- λόγο αντιστοίχως.  Αφού παραθέσει τα πεπραγμένα του, δεν διστάζει να εκφράσει το συνολικό πρόσημο της πρωθυπουργίας του εκάστοτε πρωθυπουργού, ένα πρόσημο πότε θετικό και πότε αρνητικό, ανάλογα με το προς τα πού γέρνει κάθε φορά η ζυγαριά.

Στην αρχή του βιβλίου, εκτός από την εισαγωγή, υπάρχει και ένα προειδοποιητικό σημείωμα που απευθύνεται στους αναγνώστες, και στο τέλος ένα χρήσιμο παράρτημα, η παράθεση της απαραίτητης βιβλιογραφίας, ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων, αλλά και φωτογραφίες των πρωθυπουργών. Επιπλέον, στο τέλος κάθε σύντομου κεφαλαίου για τον εκάστοτε πρωθυπουργό, παρατίθενται σημειώσεις σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας, αλλά και χρήσιμες διευκρινήσεις για κάποια γεγονότα.

Ένα χρήσιμο βιβλίο, επομένως, που εστιάζει στον «ιστορικό ενεστώτα», στο «ιστορικό παρόν» της πατρίδας μας που μελετά τα πεπραγμένα δημοσίων ανδρών, αυτό είναι το εν λόγω πόνημα. Μάλιστα, όπως μας λέει και ο ίδιος, τα εν λόγω κείμενα για κάθε έναν από τους πρωθυπουργούς είχαν δημοσιευτεί ξεχωριστά στον ιστότοπο Liberal. gr το καλοκαίρι του 2025. Αυτά τα κείμενα, φυσικά, ξαναδουλεύτηκαν, εμπλουτίστηκαν, αλλά και περικόπηκαν, προτού αποτελέσουν το περιεχόμενο του παρόντος πονήματος.

Οπωσδήποτε, μεγάλο είναι το ρίσκο που παίρνει ο συγγραφέας, καθώς πάντοτε υπάρχουν καλοθελητές οι οποίοι περιμένουν στη γωνία για να προσάψουν μία κάποια μεροληψία στις κρίσεις που εκφέρει ο συγγραφέας για τα δημόσια πρόσωπα. Κανένας, όμως, ψύχραιμος και απαλλαγμένος από ιδεολογικές αγκυλώσεις παρατηρητής, δεν μπορεί να αρνηθεί, για παράδειγμα, ότι όσο και αν ο λαοπλάνος Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε στον λαό να φάει «με χρυσά κουτάλια» αποκομίζοντας έτσι την αμέριστη αποδοχή από τους περισσότερους Έλληνες, δεν έκανε τεράστια ζημιά στα οικονομικά της χώρας με τις αλόγιστες πρακτικές του. Κανένας επίσης δεν μπορεί να αρνηθεί τη στιβαρή διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το αμφίσημο πρόσημο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, την αποτυχία της κυβέρνησης Τσίπρα ή τα πολλά και χρήσιμα έργα που έγιναν επί πρωθυπουργίας του Σημίτη.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα τολμηρό βιβλίο, ευκολοδιάβαστο χάρη στο μικρό του μέγεθος,  που τολμά να μιλήσει για όλα τα παραλειπόμενα, τα αμφιλεγόμενα και τα πρόσφατα θέματα της πολιτικής επικαιρότητας, θέματα για τα οποία αποφεύγουν, συνήθως, οι ομόλογοί του να εκφραστούν. Επιπλέον, το εν λόγω βιβλίο συμπληρώνει ένα κενό που υπάρχει στη σημερινή ιστοριογραφία σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου από το 1974 και μετά.

Thomas Mann, Οι Μπούντενμπροκ, εκδ. Μεταίχμιο

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα με πολλές αυτοβιογραφικές αναφορές

 

            «Οι Μπούντενμπροκ» δεν είναι το γνωστότερο βιβλίο του νομπελίστα λογοτέχνη Τόμας Μαν. «Το μαγικό βουνό» είναι το πιο διάσημο έργο του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα δεν είναι εξίσου ωραία- ή και ωραιότερα ακόμα. Εγώ θα έλεγα, από πλευράς μου, ότι δεν υπάρχει έργο που να δείχνει πιο παραστατικά το πέρασμα από την ακμή στην παρακμή μιας μεγάλης εμπορικής οικογένειας, όπως οι Μπούντενμπροκ.

Η οικογένεια αυτή έζησε στο Λύμπεκ της Γερμανίας και ο Τόμας Μαν παρακολουθεί τη ζωή και τα πεπραγμένα της από το 1837 περίπου έως και το 1877, για σαράντα δύο, δηλαδή, ολόκληρα χρόνια, κατά τη διάρκεια του τόσο ταραγμένου και μεταβατικού 19ου αιώνα. Ο χώρος- το Λύμπεκ- δεν κατονομάζεται σαφώς, όμως ξέρουμε σίγουρα ότι η οικογένεια ζούσε εκεί, αφού το έργο περιέχει και πολλές αυτοβιογραφικές αναφορές. Πιο συγκεκριμένα, το έργο περιέχει πέντε κύριους αντρικούς χαρακτήρες, ένας εκ των οποίων περιέχει στοιχεία του ίδιου του Τόμας Μαν. Αυτός είναι ο Χάνο Μπούντενμπροκ, ένας νέος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες.

Οι υπόλοιποι τέσσερις κύριοι ανδρικοί χαρακτήρες είναι ο Γιόχαν ο Πρεσβύτερος, ο παππούς δηλαδή της οικογένειας και ο γιος του Ζαν με τους δυο γιους του, τον πρωτότοκο Τόμας και τον Κρίστιαν. Ο Χάνο είναι ο γιος του Τόμας, ενώ υπάρχει και ένας νόθος στην οικογένεια, ο γιος του Γιόχαν του Πρεσβύτερου από τον πρώτο του γάμο, ο Γκότχολντ.

Από τις γυναίκες των Μπούντενμπροκ, τον πιο σημαντικό ρόλο στο βιβλίο τον παίζει η αδελφή του Τόμας και του Κρίστιαν, η Αντόνιε, που θα συνάψει δύο αποτυχημένους γάμους, ακυρώνοντας τις όποιες οικογενειακές προσδοκίες σε μία εποχή όπου η «χρησιμότητα» των γυναικών στις συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις δεν ήταν άλλη από τους γάμους που πραγματοποιούσαν. Τελικά, όχι μόνο οι γάμοι, αλλά τίποτε δεν θα πάει όπως το περίμενε η εν λόγω οικογένεια, που θα οδηγηθεί σταδιακά στη χρεοκοπία, μη μπορώντας να αντιπαρέλθει τις καλπάζουσες εξελίξεις των καιρών. Η επανάσταση του 1848, ο αυστροπρωσικός πόλεμος του 1866 και η ίδρυση του εθνικού κράτους της Γερμανίας είναι τα κομβικά ιστορικά γεγονότα που διασταυρώνονται με τις ζωές των Μπούντενμπροκ.

Στην ουσία πρόκειται για μία μεγάλη οικογενειακή σάγκα που μιλάει για τρεις γενιές Μπούντενμπροκ και γνωρίζουμε ότι ο ίδιος ο Τόμας Μαν πραγματοποίησε έρευνα σε αρχεία γάμων και βαφτίσεων της οικογένειάς του, προκειμένου να συγγράψει το εν λόγω πόνημα, το οποίο, πρέπει να σημειωθεί, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα που έγραψε σε ηλικία είκοσι έξι ετών, το 1901.

Η πρόζα του Μαν είναι πραγματικά αξιοζήλευτη, η γραφή, όμως, του Μαν είναι ιδιαίτερα πυκνή και απαιτεί συγκέντρωση. Η περιγραφική του ικανότητα είναι επίσης αξιοζήλευτη και μας μεταφέρει κατευθείαν μέσα στο πνεύμα εκείνης της εποχής. Το αποτέλεσμα, πάντως, θα αποζημιώσει τον αναγνώστη καθώς δύσκολα θα βρει άλλο έργο που να αποτυπώνει τόσο παραστατικά τις αλλαγές του παλαιού κόσμου, την παρακμή της αριστοκρατίας και των μεγάλων αστικών τάξεων που σαρώθηκαν από τη βιομηχανική επανάσταση και τον σύγχρονο κόσμο που προέκυψε από όλα αυτά. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας, στο οποίο αξίζει να αφιερώσουμε τον περιορισμένο, συνήθως, αναγνωστικό μας χρόνο, παρά τον μεγάλο όγκο του.

Hermann Hesse, Ταξίδι στη Νυρεμβέργη, εκδ. Διόπτρα

 

 

 


Ένα αυτοβιογραφικό οδοιπορικό του Χέρμαν Έσσε στην κεντρική Ευρώπη

 

            Ένα κάπως διαφορετικό βιβλίο του διάσημου νομπελίστα Γερμανού λογοτέχνη Χέρμαν Έσσε επανεκδίδουν οι εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση του Βασίλη και της Κλεοπάτρας Τσαλή. Το «Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά αποτελεί περισσότερο ένα πόνημα προορισμένο να συλλάβει και να αποθανατίσει, σαν φωτογραφικός φακός, ένα στιγμιότυπο της ζωής του ίδιου του Έσσε. Ο Έσσε μας αφηγείται στο παρόν πόνημά του ένα ταξίδι που πραγματοποίησε στη Νυρεμβέργη, προκειμένου να λάβει μέρος σε μία λογοτεχνική εκδήλωση.

            Το συγκεκριμένο ταξίδι έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 1926, όταν ο λογοτέχνης ήταν σαράντα εννέα ετών, είχε κουραστεί και, απ’ ότι μαθαίνουμε από το βιβλίο, δεν του άρεσαν τα ταξίδια. Ιδού, λοιπόν, πως βλέπει ο ίδιος τα πράγματα και πως μας τα περιγράφει στο αυτοβιογραφικό του πόνημα:

            «Τραγουδιστές, βιρτουόζοι ή ηθοποιοί, που το επάγγελμά τους είναι κατεξοχήν η δημόσια εμφάνιση, οφείλουν απλώς να συμβιβαστούν με το οχληρό γεγονός ότι πρέπει να δεσμεύονται για κάποιες συγκεκριμένες μέρες και ώρες μισό ή και έναν ολόκληρο χρόνο προηγουμένως, όπως άλλωστε το απαιτεί το επάγγελμά τους, να είναι σε θέση να παρουσιάζουν την τέχνη τους, ανεξάρτητα από την ψυχική τους κατάσταση και τη διάθεση της στιγμής. Αλλά για έναν συγγραφέα, έναν ήσυχο κάτοικο της υπαίθρου  και άνθρωπο του γραφείου, που ταξιδεύει ελάχιστα,  η σκέψη ότι τη δωδεκάτη του μεθεπόμενου μήνα πρέπει ανυπερθέτως να κάνει μια ανάγνωση στην τάδε ή στη δείνα πόλη είναι υπό ορισμένες συνθήκες φρικτή. Δεν είναι διόλου απίθανο να είναι κανείς άρρωστος εκείνη την εποχή! Δεν είναι ακριβώς απίθανο εκείνη ακριβώς η στιγμή να είναι μια ευνοϊκή περίοδος για την εργασία του, να είναι η κατάλληλη στιγμή που μάταια την περίμενε τόσο καιρό- και τότε πρέπει στη μέση της καλύτερης δουλειάς του να τα αφήσει όλα στην άκρη για πολλές ημέρες, να φτιάξει τις βαλίτσες του, να μελετήσει τα δρομολόγια, να ταξιδέψει, να κοιμηθεί σε αφιλόξενα κρεβάτια ξενοδοχείων σε ξένες πόλεις και να διαβάσει τα ποιήματά του σε ξένους ανθρώπους, ποιήματα με τα οποία τη δεδομένη στιγμή μπορεί να μην τον συνδέει τίποτα, που να τα θεωρεί ξεπερασμένα και ανόητα!»

            Θα μπορούσε εύλογα να υποθέσει κανείς ότι το παραπάνω-και όλο το βιβλίο ίσως-είναι το παραλήρημα ενός μεσήλικα γκρινιάρη. Κι όμως, το έργο αποκτά άλλη διάσταση υπό τη μαγευτική πένα του Έσσε. Πράγματι, το αυτοβιογραφικό πόνημα κάποιου άλλο συγγραφέα, ίσως, μπορεί να μας φαινόταν βαρετό και κουραστικό, του συγκεκριμένου λογοτέχνη, όμως, όχι.

Ο Έσσε πραγματοποιεί πολλές στάσεις στο ταξίδι του με το τρένο προς τη Νυρεμβέργη και για όλες αυτές τις πόλεις κάτι έχει πάντα να μας πει: Λοκάρνο, Ζυρίχη, Μπλάουμποϊρεν, Ουλμ, Άουγκσμπουργκ, Μόναχο. Συν τοις άλλοις, ο Έσσε περιγράφει στους αναγνώστες τους πως αποφάσισε ο ίδιος να πιάσει την πένα και να γίνει-αρχικά- ποιητής, αλλά και ζωγράφος- λίγοι γνωρίζουν ότι ο Έσσε ήταν και καλλιτέχνης.

Αυτό που θα εντυπωσιάσει τους αναγνώστες είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Έσσε αυτοσαρκάζεται, σχετικά με τη ματαιοδοξία των καλλιτεχνών, αλλά και σατιρίζει το γεγονός ότι ο ίδιος είναι λίγο παράξενος σχετικά με τις μετακινήσεις και τα ταξίδια.

Περιγραφικό, αυτοβιογραφικό, ταξιδιωτικό οδοιπορικό, πότε πιο συναισθηματικό, πότε πιο ρεαλιστικό, το εν λόγω πόνημα, επομένως, μικρό σε μέγεθος και ευκολοδιάβαστο, είναι ένα εντελώς διαφορετικό ανάγνωσμα που μας επιτρέπει να ρίξουμε μια καλή κλεφτή ματιά στη ζωή του ίδιου του Έσσε.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ruta Sepetys-Steve Sheinkin, Κώδικας Μπλέτσλεϊ, εκδ. Διόπτρα

 

Η άγνωστη ιστορία του κέντρου αποκωδικοποίησης της Βρετανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

 

            Σίγουρα αυτοί που έχουν ακούσει για τον Κωδικό Enigma και τον διάσημο μαθηματικό Άλαν Τιούρινγκ είναι περισσότεροι από εκείνους που γνωρίζουν την άγνωστη ιστορία του Μπλέτσλεϊ Παρκ. Στην πραγματικότητα, βέβαια, όλα τα παραπάνω αποτελούν όψεις της ίδιας ιστορίας, όμως, λίγοι έχουν ακούσει ότι το Μπλέτσλεϊ Παρκ ήταν το κέντρο αποκωδικοποίησης και αποκρυπτογράφησης των γερμανικών πληροφοριών στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πιο έξω από το Λονδίνο.

            Στο Μπλέτσλεϊ Παρκ εργάζονταν χιλιάδες υπάλληλοι κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν γυναίκες προκειμένου να αποκρυπτογραφούν τα σήματα των Γερμανών που οι Βρετανοί υπέκλεπταν από αυτούς. Το κέντρο αυτό είναι γνωστό ότι στρατολογούσε νεαρούς φοιτητές μαθηματικών τους οποίους στέγαζε σε ξύλινα παραπήγματα προκειμένου να καταφέρουν να «σπάσουν» τους κωδικούς.

            Χρησιμοποιώντας τις enigma- και τα μυαλά των ιδιοφυών μαθηματικών, φυσικά, οι Σύμμαχοι μπόρεσαν να μάθουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη Μάχη της Αγγλίας ή την Απόβαση στη Νορμανδία.

Τα όσα λάμβαναν χώρα εκεί υπάγονταν σε αυστηρή Πράξη Απορρήτου και δεν έγιναν γνωστά παρά αρκετές δεκαετίες μετά το πέρας του πολέμου. Σήμερα, όμως, υπάρχει αρκετή διαθέσιμη βιβλιογραφία και πληροφορίες για όλα αυτά και το Μπλέτσλεϊ Παρκ είναι επισκέψιμο για το κοινό. Σε αυτές τις πληροφορίες βασίστηκαν και οι δύο συγγραφείς προκειμένου να γράψουν την ιστορία αυτή, τη μυθιστορία που διαδραματίζεται στο Μπλέτσλεϊ Παρκ, βασισμένη, όμως, σε αληθινά ιστορικά γεγονότα, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας.

Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες του έργου περιλαμβάνουν δύο αδέλφια εβραϊκής καταγωγής με έφεση στα μαθηματικά, ο ένας μάλιστα από τους δυο, ο Τζέικομπ Νόβις, είναι σπουδαστής μαθηματικών. Η αδελφή του, η μικρότερη Λίζι στρατολογείται και αυτή από τις μυστικές βρετανικές υπηρεσίες, μετά από τον αδελφό της, προκειμένου να συμβάλλει στην προσπάθεια των Συμμάχων να σταματήσουν τον Χίτλερ προτού αυτός εισβάλει στη Μεγάλη Βρετανία. Συγχρόνως, τα δύο αδέλφια θα προσπαθήσουν αν βρουν τι απέγινε η μητέρα τους,  υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο, της οποία τα ίχνη χάθηκαν στον βομβαρδισμό της Πολωνίας από τους ναζί κατά την εισβολή τους εκεί. Τελικά αποδεικνύεται ότι όλη η οικογένεια Νόβις συμβάλλει με τον τρόπο της στη βρετανική νίκη: ο πατέρας ήταν κρυπτογράφος και ο γιος αποκρυπτογράφος, η μητέρα κατάσκοπος και η κόρη ερευνήτρια.

Το βιβλίο περιέχει μεγάλης έκτασης διαλόγους που δίνουν ζωντάνια στο βιβλίο και το κάνουν να διαβάζεται απνευστί. Η εξέλιξη της υπόθεσης είναι γρήγορη και η πλοκή κινηματογραφική, μιας και σκηνές όπως η παρακάτω κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον:

“«ΛΙΖΙ!» Ο Τζέικομπ με αρπάζει από το χέρι καθώς κομμάτια από πέτρες και γυαλί πέφτουν πάνω μας σαν βροχή. Αρχίζω να βήχω. Δεν έχω μάσκα αερίων. Βλέπω φλόγες να υψώνονται πέρα μακριά και αν γλείφουν τις πλευρές των κτιρίων. Μια φωτεινή ομίχλη σκεπάζει τους δρόμους. Ο αδελφός μου με τραβάει σ’ ένα άνοιγμα που σχηματίζουν τσουβάλια με άμμο κι από κει στην είσοδο ενός καταφυγίου. Κατεβαίνουμε κακήν κακώς μια σκοτεινή σκάλα, στριμωγμένοι  ανάμεσα σε μια μάζα τρομοκρατημένων ανθρώπων. Οι σκάλες βογκούν και τρέμουν κάτω από τα πόδια μας καθώς φτάνουμε στη βάση μας”.

 

Περιγραφές όπως οι παραπάνω στο βιβλίο αποτυπώνουν θαυμάσια την καθημερινή ζωή στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας και θα μας μεταφέρουν απευθείας στο πολεμικό κλίμα του φόβου, αλλά και της πείνας, της αβεβαιότητας και των στερήσεων που υπήρχε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Θανάσης Διαμαντόπουλος, Οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης, Μια περίοδος, Δέκα Πρωθυπουργοί, Έντεκα Πρωθυπουργίες, εκδ. Μεταίχμιο

                  Στις μέρες μας, τις μέρες της παραπληροφόρησης και της ιντερνετικής ακμής, τείνει να αγνοείται ο άλλοτε χρυσός κανόνας τ...