Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ruta Sepetys-Steve Sheinkin, Κώδικας Μπλέτσλεϊ, εκδ. Διόπτρα

 

Η άγνωστη ιστορία του κέντρου αποκωδικοποίησης της Βρετανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

 

            Σίγουρα αυτοί που έχουν ακούσει για τον Κωδικό Enigma και τον διάσημο μαθηματικό Άλαν Τιούρινγκ είναι περισσότεροι από εκείνους που γνωρίζουν την άγνωστη ιστορία του Μπλέτσλεϊ Παρκ. Στην πραγματικότητα, βέβαια, όλα τα παραπάνω αποτελούν όψεις της ίδιας ιστορίας, όμως, λίγοι έχουν ακούσει ότι το Μπλέτσλεϊ Παρκ ήταν το κέντρο αποκωδικοποίησης και αποκρυπτογράφησης των γερμανικών πληροφοριών στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πιο έξω από το Λονδίνο.

            Στο Μπλέτσλεϊ Παρκ εργάζονταν χιλιάδες υπάλληλοι κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν γυναίκες προκειμένου να αποκρυπτογραφούν τα σήματα των Γερμανών που οι Βρετανοί υπέκλεπταν από αυτούς. Το κέντρο αυτό είναι γνωστό ότι στρατολογούσε νεαρούς φοιτητές μαθηματικών τους οποίους στέγαζε σε ξύλινα παραπήγματα προκειμένου να καταφέρουν να «σπάσουν» τους κωδικούς.

            Χρησιμοποιώντας τις enigma- και τα μυαλά των ιδιοφυών μαθηματικών, φυσικά, οι Σύμμαχοι μπόρεσαν να μάθουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη Μάχη της Αγγλίας ή την Απόβαση στη Νορμανδία.

Τα όσα λάμβαναν χώρα εκεί υπάγονταν σε αυστηρή Πράξη Απορρήτου και δεν έγιναν γνωστά παρά αρκετές δεκαετίες μετά το πέρας του πολέμου. Σήμερα, όμως, υπάρχει αρκετή διαθέσιμη βιβλιογραφία και πληροφορίες για όλα αυτά και το Μπλέτσλεϊ Παρκ είναι επισκέψιμο για το κοινό. Σε αυτές τις πληροφορίες βασίστηκαν και οι δύο συγγραφείς προκειμένου να γράψουν την ιστορία αυτή, τη μυθιστορία που διαδραματίζεται στο Μπλέτσλεϊ Παρκ, βασισμένη, όμως, σε αληθινά ιστορικά γεγονότα, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας.

Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες του έργου περιλαμβάνουν δύο αδέλφια εβραϊκής καταγωγής με έφεση στα μαθηματικά, ο ένας μάλιστα από τους δυο, ο Τζέικομπ Νόβις, είναι σπουδαστής μαθηματικών. Η αδελφή του, η μικρότερη Λίζι στρατολογείται και αυτή από τις μυστικές βρετανικές υπηρεσίες, μετά από τον αδελφό της, προκειμένου να συμβάλλει στην προσπάθεια των Συμμάχων να σταματήσουν τον Χίτλερ προτού αυτός εισβάλει στη Μεγάλη Βρετανία. Συγχρόνως, τα δύο αδέλφια θα προσπαθήσουν αν βρουν τι απέγινε η μητέρα τους,  υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο, της οποία τα ίχνη χάθηκαν στον βομβαρδισμό της Πολωνίας από τους ναζί κατά την εισβολή τους εκεί. Τελικά αποδεικνύεται ότι όλη η οικογένεια Νόβις συμβάλλει με τον τρόπο της στη βρετανική νίκη: ο πατέρας ήταν κρυπτογράφος και ο γιος αποκρυπτογράφος, η μητέρα κατάσκοπος και η κόρη ερευνήτρια.

Το βιβλίο περιέχει μεγάλης έκτασης διαλόγους που δίνουν ζωντάνια στο βιβλίο και το κάνουν να διαβάζεται απνευστί. Η εξέλιξη της υπόθεσης είναι γρήγορη και η πλοκή κινηματογραφική, μιας και σκηνές όπως η παρακάτω κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον:

“«ΛΙΖΙ!» Ο Τζέικομπ με αρπάζει από το χέρι καθώς κομμάτια από πέτρες και γυαλί πέφτουν πάνω μας σαν βροχή. Αρχίζω να βήχω. Δεν έχω μάσκα αερίων. Βλέπω φλόγες να υψώνονται πέρα μακριά και αν γλείφουν τις πλευρές των κτιρίων. Μια φωτεινή ομίχλη σκεπάζει τους δρόμους. Ο αδελφός μου με τραβάει σ’ ένα άνοιγμα που σχηματίζουν τσουβάλια με άμμο κι από κει στην είσοδο ενός καταφυγίου. Κατεβαίνουμε κακήν κακώς μια σκοτεινή σκάλα, στριμωγμένοι  ανάμεσα σε μια μάζα τρομοκρατημένων ανθρώπων. Οι σκάλες βογκούν και τρέμουν κάτω από τα πόδια μας καθώς φτάνουμε στη βάση μας”.

 

Περιγραφές όπως οι παραπάνω στο βιβλίο αποτυπώνουν θαυμάσια την καθημερινή ζωή στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας και θα μας μεταφέρουν απευθείας στο πολεμικό κλίμα του φόβου, αλλά και της πείνας, της αβεβαιότητας και των στερήσεων που υπήρχε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίου, εκδ. Μεταίχμιο

 


Αντί για τσίχλες ταξιδίου, δεκαεννέα διηγήματα, σύντομα και ευκολοδιάβαστα!

 

            Τον συγγραφέα Μάκη Τσίτα τον έχουμε ξεχωρίσει τόσο για τα πολυάριθμα παιδικά του πονήματα-πολλά εκ των οποίων βραβευμένα-όσο και για τα βιβλία του για ενήλικες, όπως την εξαιρετική νουβέλα του με τίτλο «Πέντε στάσεις» και το επίσης βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο «Μάρτυς μου ο Θεός».

            Αυτή τη φορά ο Τσίτας επανέρχεται στον λογοτεχνικό στίβο με δεκαεννέα διηγήματα, σύντομα, ευκολοδιάβαστα και γραμμένα σε διαφορετική κάθε φορά τεχνοτροπία, η οποία κινείται από τον ρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό ως τον σουρεαλισμό και τον καθαρό υπερρεαλισμό.

Το κωμικό και το γκοτέτσκο στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο σε ορισμένα από αυτά τα διηγήματα. Πολλά από αυτά επίσης επιλέγουν να ξαφνιάσουν τον αναγνώστη με το τέλος τους και ενώ αυτός περιμένει να διαβάσει κάτι άλλο, να βρεθεί τελικά προς εκπλήξεως και να διαβάσει κάτι το οποίο δεν περίμενε ως «φινάλε» στην εν λόγω κάθε φορά ιστορία. Ορισμένα διηγήματα έχουν έντονο το δραματικό στοιχείο ή το έντονα θρησκευτικό και μεταφυσικό, ενώ τουλάχιστον ένα περιέχει αυτοβιογραφικές αναφορές του συγγραφέα από τα παιδικά του χρόνια.

Το πρώτο διήγημα με τίτλο «Βάλε τη ζακέτα σου» επικεντρώνεται στη σχέση γονέα-παιδιού. Μπορεί να αισθανόμαστε ότι οι γονείς μας μας καταπιέζουν, όταν, όμως, φύγουν τελικά αυτοί από τη ζωή δεν παύουν ποτέ να μας λείπουν αφόρητα, τόσο οι ίδιοι, όσο και οι επαναλαμβανόμενες και κουραστικές για εμάς καμιά φορά, συμβουλές τους. Το δεύτερο διήγημα με τίτλο «Τρως» περιέχει μια ωμή και στεγνά ρεαλιστική αναφορά στις σημερινές διατροφικές μας συνήθειες, εξιστορημένη, όμως, με τον σουρεαλιστικό τρόπο που θα αφηγούταν για τον εαυτό του ένας πεθαμένος.

Το «Συνέβη στο Κολωνάκι» είναι το αστείο, ευφάνταστο σκηνικό ενός χωρισμού στην Αθήνα, ενώ η «Εκδήλωση» είναι ένα από τα ωραιότερα και πιο έξυπνα από άποψη αφηγηματικής τεχνικής διήγημα, αφού εδώ ο Τσίτας σατιρίζει τα σημερινά ήθη και την υποκρισία κάποιων ψευτοκουλτουριάρηδων αστών, οι οποίοι φαινομενικά δεν χορταίνουν να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις, στην πραγματικότητα, όμως, είναι κενότεροι και από φελλούς που επιπλέουν. «Το ράσο» από την άλλη, είναι μία απλή υπερρεαλιστική ιστορία με σύντομο και ανεκδοτολογικό χαρακτήρα.

Η «ιστορία σε δώδεκα πλάνα» είναι άκρως συγκινητική και μας περιγράφει με ευαίσθητο τρόπο τη σχέση γιαγιάς και εγγονού. Το διήγημα «Φύλακες άγγελοι» περιέχει ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών ενός επιζώντα με τη νεκρή μητέρα του, ενώ «Το φυλλαράκι» παίζει έξυπνα με τους όρους φύλλο-φίλος και είναι ένα ακόμα συγκινητικό διήγημα για την απώλεια ενός φίλου.

Το «Αγαπητέ κύριε Μάϊκ Τζόουνς» είναι μια επιστολή που ακροβατεί ανάμεσα στα όρια του σουρεαλισμού και της γυναικείας αφέλειας, ένα απεγνωσμένο γράμμα μιας θαυμάστριας σε έναν διάσημο και συγκαταλέγεται στα πιο πρωτότυπα διηγήματα του βιβλίου. Το «εκτός συστήματος» είναι αυτοσαρκαστικό και πραγματεύεται με χιουμοριστικό τρόπο τα σημερινά προβλήματα των συγγραφέων. Αποτελεί δε μία πολύ επιτυχημένη απόπειρα του συγγραφέα να περιγράψει και να σατιρίσει με έξυπνο τρόπο τα προβλήματα της φάρας του.

Η «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη» από την άλλη, είναι επίσης ένα διήγημα με αναφορές στη σύγχρονη ζωή και στον Chat gpt το οποίο έχει μπει πλέον για τα καλά στις ζωές μας και τις έχει επηρεάσει με πολύ έντονο τρόπο. Εδώ, με το στοιχείο της υπερβολής, ο Τσίτας μας προειδοποιεί, εμμέσως, για το κακό που μπορεί να μας κάνει η εξάρτηση μας από το μέσο αυτό. Η «Συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία στο χρώμα του σάπιου μήλου» θα μας μεταφέρει σε εορταστική ατμόσφαιρα, το «Θα σου πω» είναι ένας οργισμένος μονόλογος, ενώ το «Επιτύμβιο» ένας φόρος τιμής στη μητέρα του συγγραφέα, όπως και το τελευταίο διήγημα του τόμου με τίτλο «Τσίχλες ταξιδίου».

«Η αδικία» είναι η κατάθεση ψυχής μιας οργισμένης μάνας για την υποκρισία των παιδιών της, ενώ το «Στα γήπεδα με τον μπαμπά» είναι αφιερωμένο στη σχέση πατεράδων και υιών και είναι επίσης ένα από τα συγκινητικότερα και τα ωραιότερα του βιβλίου. «Η πρώτης φορά» είναι ένα διήγημα για ένα ιστορικό αδικίας, το οποίο προφανώς αφορά τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, ή τουλάχιστον αναφέρεται ευθέως σε αυτά. Τέλος, «η παράδοση του κούριερ» μας αφηγείται ένα ξεκαρδιστικό περιστατικό με έναν διανομέα δεμάτων.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι η συλλογή αυτή έχει μεν πλούσια θεματικά, το βάρος, όμως, πέφτει στη σχέση με τους γονείς μας και στα βιώματα από τα παιδικά μας χρόνια. Ο Τσίτας φαίνεται να περιέκλεισε σε αυτήν όλη τη νοσταλγία για τους γονείς του και για την παιδική του ηλικία.

Πρωτίστως, επομένως, θα θαυμάσουμε τα εν λόγω διηγήματα του τόμου για την πρωτοτυπία τους και την διαφορετική κάθε φορά αφηγηματική τους τεχνική, αλλά και για την καλλιέπεια του λόγου και την όμορφη έκφραση. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλα τα είδη αναγνωστών και, φυσικά, και σε εφήβους, όπως άλλωστε και όλες οι συλλογές διηγημάτων.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, εκδ. Μεταίχμιο

 

 Ένα βιβλίο που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και δικαίως, λόγω της θεματικής πρωτοτυπίας του και της αφηγηματικής δομής του είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Νίκου Αμανίτη με τίτλο «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα». Το εν λόγω βιβλίο συστήνει στο ελληνικό κοινό έναν ζωγράφο άγνωστο εν πολλοίς στους περισσότερους, τον Νίκο Μπαλόγιαννη.

Ο Νίκος Μπαλόγιαννης (1911-1965) σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, αλλά και στη Γαλλία και μεταπολεμικά έφυγε για την Αμερική, όπου δημιούργησε οικογένεια και έκανε καριέρα κυρίως ως μεταλλοχαράκτης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι New York Times τον μνημονεύουν μετά θάνατον και ότι μία μεταλλοτεχνία του υπήρχε στα κεντρικά γραφεία της μεγάλης εταιρείας Pfrizer μέχρι πρόσφατα.

Ο Αμανίτης αποκαλύπτει όλη την πορεία της ζωής του Μπαλόγιαννη, τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στο Παρίσι, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής οπότε πολέμησε αρχικά στο αλβανικό μέτωπο και κατόπιν διαβιούσε στην Αθήνα, αλλά και τα χρόνια της εθελούσιας εξορίας του στην Αμερική, στις ΗΠΑ, τη χώρα όπου έγινε τελικά η δεύτερη πατρίδα του, αφού δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα.

Ο Αμανίτης αγνοεί τις συγγραφικές συμβάσεις και ακολουθεί τον δικό του, εντελώς ιδιότυπο ρυθμό αφήγησης. Αφού μας επεξηγεί στον πρόλογο τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να ασχοληθεί με το άγνωστο αυτό θέμα, παραθέτει αυτούσιο ένα πρωτογενές ντοκουμέντο από τα χρόνια της Κατοχής. Πρόκειται για ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα που γράφτηκε από τον Νίκο Μπαλόγιαννη στα χρόνια της Κατοχής με παραλήπτρια μία Μουν, μία παλιά ερωμένη του που είχε στο Παρίσι τα χρόνια πριν τον πόλεμο, οπότε και σπούδαζε στο Παρίσι. Το γράμμα αυτό απευθύνεται στη Μουν και περιέχει πολλές λεπτομέρειες από τη ζωή του συγγραφέα τον καιρό της Κατοχής στην Αθήνα και από τις εμπειρίες του στο αλβανικό μέτωπο, κάτι που το καθιστά ένα μοναδικό ντοκουμέντο. Πέραν τούτου, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ο Μπαλόγιαννης διέθετε και λογοτεχνικό χάρισμα, πέρα από το καλλιτεχνικό, οπότε η αφήγησή του είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τον αναγνώστη. Το γράμμα αυτό, βέβαια, δεν στάλθηκε ποτέ, αφού ο Νίκος είχε χωρίσει με τη Μουν προτού αρχίσει να της γράφει, είχε διατηρήσει, όμως, ως φαίνεται, μία ελπίδα επανασύνδεσης.

Κατόπιν, ο συγγραφέας συνεχίζει με την αναζήτηση της μυστηριώδους αυτής Μουν. Ποια ακριβώς ήταν; Και μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το οδοιπορικό που πραγματοποίησε στη Νότια Γαλλία, την έρευνά του και τα μέιλ που έστειλε έως ότου καταφέρει τελικά να την ανακαλύψει. Εδώ επίσης ο συγγραφέας αναλύει τη ζωή του Νίκου στη Γαλλία με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και συμπληρώνοντας τα υπόλοιπα με τη φαντασία του.
           Το τρίτο μέρος του βιβλίου του είναι αφιερωμένο στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στη ζωή του Νίκο εκεί, ενώ στο τέταρτο ο συγγραφέας ασχολείται με τα χρόνια που ο Μπαλόγιαννης έζησε στις ΗΠΑ μεταπολεμικά. Επίσης μας αφηγείται πως ακριβώς κατάφερε να εντοπίσει τη μία από τις δύο κόρες του, τη Ρέα, η οποία ήταν και αυτή η οποία του έδωσε το μακροσκελές χειρόγραφο.

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, μία διαφορετική και πρωτότυπη αναγνωστική πρόταση στην οποία αξίζει να αφιερώσουμε τον, περιορισμένο είναι η αλήθεια, αναγνωστικό μας χρόνο.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον Άγγελο, εκδ. Πατάκη

 

 

Μιλώντας για τον Γιώργο και τη διπλή ζωή του, ως συγγραφέα και διπλωμάτη

 

Ο Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας από το Εδιμβούργο Roderick Beaton  έχει ασχοληθεί πολλάκις με ελληνικά θέματα και με τους Έλληνες στα έργα του και θεωρείται ιδιαίτερα αγαπητός στην Ελλάδα. Και πως να μην θεωρούταν ως τέτοιος, αφού η αλήθεια είναι ότι σπανίως ένας «ξένος» μπορεί και γράφει τόσο καλά για έναν άλλον λαό. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα έργα του χαρακτηρίζονται από ενάργεια και ζωντάνια, αφού ο Beaton διαθέτει μέγιστο λογοτεχνικό χάρισμα, αλλά και ιστοριογραφική τεκμηρίωση, εφόσον ο συγγραφέας είναι, συν τοις άλλοις, και ένας  εξαίρετος ιστορικός. Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και την αντικειμενικότητα των κρίσεών του σε ό,τι αφορά τα γραφόμενά του περί της ελληνικής ιστορίας.

Το έργο για το οποίο μιλάμε εδώ σήμερα είναι η βιογραφία του πρώτου Έλληνα Νομπελίστα, του ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Το έργο γράφτηκε και πρωτοεκδόθηκε το 2003 και επανεκδίδεται σήμερα, αποτελεί δε τη μοναδική, ίσως, έγκυρη βιογραφία του μεγάλου αυτού ποιητή που είναι διαθέσιμη στην ελληνική γλώσσα.

Οπωσδήποτε δεν πρόκειται για μία αγιογραφία του ποιητή, του  Γιώργου, όπως αρέσκεται να τον αποκαλεί ο συγγραφέας στο έργο του, αλλά για μία λεπτομερή και αντικειμενική εξιστόρηση όχι μόνο του συνόλου των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή, αλλά και της εποχής του.

Ο Γιώργος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900 και ήταν γιος του νομικού και ποιητή Στέλιου Σεφεριάδη. Παρά τα όσα θα υπέθετε κανείς, ο Γιώργος δεν ήταν κανένας ιδιαίτερα ταλαντούχος μαθητής στο σχολείο. Αντιθέτως, λάτρευε τα καλοκαίρια στην πανέμορφη Σκάλα των Βουρλών, όπου παραθέριζε η οικογένειά του. Είχε άλλα δύο αδέλφια, την Ιωάννα και τον Άγγελο. Πιθανότατα δεν θα σπούδαζε ποτέ νομικά, αν ο πατέρας του δεν επέμενε σε αυτό. Καθότι φοίτησε σε γαλλικό σχολείο, μιλούσε άπταιστα γαλλικά από μικρός. Εν τέλει, μετά από σπουδές στο Παρίσι και την οριστική μετοικεσία της οικογένειάς του στην Αθήνα, ήδη πριν από την Καταστροφή του 1922, ο Γιώργος θα διοριστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών και έτσι θα αρχίσει η διπλή του ζωή, εκείνη του διπλωμάτη δημόσιου υπάλληλου και εκείνη του μοναχικού ποιητή.

Την κλίση του στην ποίηση θα την ανακαλύψει σχετικά μικρός, δεν θα σκεφτεί καν, όμως, να εγκαταλείψει το επάγγελμά του, εφόσον ούτε στην δική του εποχή μπορούσε κάποιος να βιοπορισθεί εύκολα από την ποίηση. Νωρίς στη ζωή του θα συναντήσει το πιστό έτερόν του ήμισυ, τη Μάρω Σεφέρη και μαζί της θα ζήσει σε όλα τα μέρη που θα αναγκαστεί να μετοικήσει λόγω της υπηρεσίας του ως διπλωματικός ακόλουθος: Παρίσι, Λονδίνο, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Σμύρνη και άλλα. Θα βιώσει την εξορία από την πατρίδα του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τη φρίκη του Εμφυλίου από πρώτο χέρι, τις ταλαντεύσεις του μεταπολεμικού κόσμου και θα πεθάνει τελικά το 1971, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Χούντας στην Ελλάδα, οκτώ χρόνια μετά από το Νόμπελ Λογοτεχνίας που έλαβε το 1963.

Ο Beaton, όμως, δεν αφήνει έξω από την εξιστόρησή του ούτε τους φίλους του Σεφέρη και εκείνους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του, όπως την Ζακλίν Πουγιολόν, τον πρώτο μεγάλο του έρωτα,  ούτε έτερους μεγάλους λογοτέχνες με τους οποίους συμπορεύτηκε, όπως ο Λόρενς Ντάρρελ ή ο Γεώργιος Θεοτοκάς και ο Γεώργιος Κατσίμπαλης, ούτε και σπουδαίοι άνθρωποι του καιρού του, π.χ. οι πολιτικοί Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Απολαυστική, τεκμηριωμένη και εύστοχη, η βιογραφία του Beaton απευθύνεται σε όλους και αποτελεί, συγχρόνως, και ένα πολύτιμο ανάγνωσμα για την Ιστορία του εικοστού αιώνα.


Ruta Sepetys-Steve Sheinkin, Κώδικας Μπλέτσλεϊ, εκδ. Διόπτρα

  Η άγνωστη ιστορία του κέντρου αποκωδικοποίησης της Βρετανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο               Σίγουρα αυτοί που έχουν ακο...