Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον Άγγελο, εκδ. Πατάκη

 

 

Μιλώντας για τον Γιώργο και τη διπλή ζωή του, ως συγγραφέα και διπλωμάτη

 

Ο Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας από το Εδιμβούργο Roderick Beaton  έχει ασχοληθεί πολλάκις με ελληνικά θέματα και με τους Έλληνες στα έργα του και θεωρείται ιδιαίτερα αγαπητός στην Ελλάδα. Και πως να μην θεωρούταν ως τέτοιος, αφού η αλήθεια είναι ότι σπανίως ένας «ξένος» μπορεί και γράφει τόσο καλά για έναν άλλον λαό. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα έργα του χαρακτηρίζονται από ενάργεια και ζωντάνια, αφού ο Beaton διαθέτει μέγιστο λογοτεχνικό χάρισμα, αλλά και ιστοριογραφική τεκμηρίωση, εφόσον ο συγγραφέας είναι, συν τοις άλλοις, και ένας  εξαίρετος ιστορικός. Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και την αντικειμενικότητα των κρίσεών του σε ό,τι αφορά τα γραφόμενά του περί της ελληνικής ιστορίας.

Το έργο για το οποίο μιλάμε εδώ σήμερα είναι η βιογραφία του πρώτου Έλληνα Νομπελίστα, του ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Το έργο γράφτηκε και πρωτοεκδόθηκε το 2003 και επανεκδίδεται σήμερα, αποτελεί δε τη μοναδική, ίσως, έγκυρη βιογραφία του μεγάλου αυτού ποιητή που είναι διαθέσιμη στην ελληνική γλώσσα.

Οπωσδήποτε δεν πρόκειται για μία αγιογραφία του ποιητή, του  Γιώργου, όπως αρέσκεται να τον αποκαλεί ο συγγραφέας στο έργο του, αλλά για μία λεπτομερή και αντικειμενική εξιστόρηση όχι μόνο του συνόλου των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή, αλλά και της εποχής του.

Ο Γιώργος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900 και ήταν γιος του νομικού και ποιητή Στέλιου Σεφεριάδη. Παρά τα όσα θα υπέθετε κανείς, ο Γιώργος δεν ήταν κανένας ιδιαίτερα ταλαντούχος μαθητής στο σχολείο. Αντιθέτως, λάτρευε τα καλοκαίρια στην πανέμορφη Σκάλα των Βουρλών, όπου παραθέριζε η οικογένειά του. Είχε άλλα δύο αδέλφια, την Ιωάννα και τον Άγγελο. Πιθανότατα δεν θα σπούδαζε ποτέ νομικά, αν ο πατέρας του δεν επέμενε σε αυτό. Καθότι φοίτησε σε γαλλικό σχολείο, μιλούσε άπταιστα γαλλικά από μικρός. Εν τέλει, μετά από σπουδές στο Παρίσι και την οριστική μετοικεσία της οικογένειάς του στην Αθήνα, ήδη πριν από την Καταστροφή του 1922, ο Γιώργος θα διοριστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών και έτσι θα αρχίσει η διπλή του ζωή, εκείνη του διπλωμάτη δημόσιου υπάλληλου και εκείνη του μοναχικού ποιητή.

Την κλίση του στην ποίηση θα την ανακαλύψει σχετικά μικρός, δεν θα σκεφτεί καν, όμως, να εγκαταλείψει το επάγγελμά του, εφόσον ούτε στην δική του εποχή μπορούσε κάποιος να βιοπορισθεί εύκολα από την ποίηση. Νωρίς στη ζωή του θα συναντήσει το πιστό έτερόν του ήμισυ, τη Μάρω Σεφέρη και μαζί της θα ζήσει σε όλα τα μέρη που θα αναγκαστεί να μετοικήσει λόγω της υπηρεσίας του ως διπλωματικός ακόλουθος: Παρίσι, Λονδίνο, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Σμύρνη και άλλα. Θα βιώσει την εξορία από την πατρίδα του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τη φρίκη του Εμφυλίου από πρώτο χέρι, τις ταλαντεύσεις του μεταπολεμικού κόσμου και θα πεθάνει τελικά το 1971, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Χούντας στην Ελλάδα, οκτώ χρόνια μετά από το Νόμπελ Λογοτεχνίας που έλαβε το 1963.

Ο Beaton, όμως, δεν αφήνει έξω από την εξιστόρησή του ούτε τους φίλους του Σεφέρη και εκείνους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του, όπως την Ζακλίν Πουγιολόν, τον πρώτο μεγάλο του έρωτα,  ούτε έτερους μεγάλους λογοτέχνες με τους οποίους συμπορεύτηκε, όπως ο Λόρενς Ντάρρελ ή ο Γεώργιος Θεοτοκάς και ο Γεώργιος Κατσίμπαλης, ούτε και σπουδαίοι άνθρωποι του καιρού του, π.χ. οι πολιτικοί Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Απολαυστική, τεκμηριωμένη και εύστοχη, η βιογραφία του Beaton απευθύνεται σε όλους και αποτελεί, συγχρόνως, και ένα πολύτιμο ανάγνωσμα για την Ιστορία του εικοστού αιώνα.


Ντίνος Γιώτης, Αθήνα 2.0, εκδ.Βακχικόν

 

 

Ένα βιβλίο για τους εφήβους, γραμμένο στη γλώσσα και τα μέτρα τους

 

Ένα βιβλίο για τους νέους της εποχής μας, ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να διαβαστεί τόσο από ενήλικες όσο και από εφήβους και μεγάλα παιδιά συγγράφει ο γνωστός λογοτέχνης Ντίνος Γιώτης μιλώντας στη γλώσσα των νέων. Το πόνημά του το ονομάζει «Αθήνα 2.0» μιας και είναι μία νουβέλα της οποίας η υπόθεση διαδραματίζεται στην αφιλόξενη αυτή μεγαλούπολη, τη Αθήνα.

Ο κεντρικός ήρωας ακούει στο παράδοξο και εντελώς σύγχρονο όνομα Daw, προφανώς παρατσούκλι. Πρόκειται για έναν νέο, του οποίου η ηλικία δεν προσδιορίζεται επακριβώς, υπονοείται, όμως, ότι διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής του.

Ο Daw μεγάλωσε σε μία προβληματική οικογένεια, με ένα πατέρα οικοδόμο που κακοποιούσε τη μητέρα του και με μία μάνα θρήσκα και υποταγμένη στον άντρα της, που υποφέρει σιωπηλά. Το όλο σκηνικό συμπληρώνει και μία γιαγιά που πάσχει από Αλτσχάιμερ και κατοικεί μαζί τους στο σπίτι. Ο Daw έχει και μία αδελφή, η οποία έφυγε από το σπίτι προκειμένου να βρει μία καλύτερη ζωή και να ξεφύγει από το τοξικό οικογενειακό περιβάλλον που δημιουργεί ο πατέρας του Daw στο σπίτι.

Το ίδιο φιλοδοξεί να κάνει και ο Daw. Να φύγει από το σπίτι και να βρει να μείνει σε έναν δικό του χώρο. Κάτι τέτοιο δεν είναι, όμως, εύκολο, αφού του λείπουν τα χρήματα. Έτσι αποφασίζει να δουλέψει ως ντελιβεράς σε πιτσαρία. Αλλά τα λεφτά που χρειάζονται δεν μαζεύονται… Έτσι, όταν ο Daw βρίσκει την ευκαιρία να προβεί σε παράνομες συναλλαγές, μετά από επαφές του με στοιχεία του υποκόσμου, δεν θα διστάσει να το κάνει προκειμένου να αυγατίσει γρηγορότερα το κομπόδεμά του. Οι κινήσεις του, βέβαια, αυτές εγκυμονούν κινδύνους, πόσο μάλλον όταν αποφασίζει να ξεγελάσει τους σκληροτράχηλους αυτούς ανθρώπους του υποκόσμου, γιατί, ως γνωστόν από την καθιερωμένη παροιμία, «όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες».

Η νουβέλα του Ντίνου Γιώτη αποτελεί ένα σύγχρονο «κατηγορώ»  στη σύγχρονη κοινωνία των λίγων που τείνει να αγνοεί τις ανάγκες και τα όνειρα των νέων. Αδιάφοροι γονείς, κοινωνία ασυγκίνητη στις επιθυμίες των παιδιών για μια καλύτερη ζωή, δυσκολίες ανέλιξης και επιβίωσης, κυριαρχία των λίγων, οικονομικά προβλήματα, κακοποιητικά σπίτια, διαλυμένοι γάμοι και τοξικά οικογενειακά περιβάλλοντα. Υπάρχει, άραγε, λύση σε όλα αυτά;

Ο Ντίνος Γιώτης χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, την αργκό και το ύφος των νέων, ρίχνει φως στον ψυχισμό και στις πιο μύχιες σκέψεις των νέων με αριστοτεχνικό τρόπο. Αυτών των νέων που δεν θα διστάσουν τελικά να παρανομήσουν προκειμένου να κερδίσουν μία καλύτερη ζωή, τη ζωή που ονειρεύονται. Η ίδια αυτή γλώσσα των νέων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας γίνεται πολλές φορές ειρωνική, απόλυτη και κοφτερή σαν μαχαίρι, γεμάτη αιχμές, μια γλώσσα που περιέχει κρυφά παράπονα και μια διαρκή μομφή προς την κοινωνία.

«Υποθέτω ότι οι γέροι μου θα κοιμούνται μακάριοι, έχοντας κάνει μια πρόσκαιρη ανακωχή σε έναν ακήρυχτο πόλεμο που κρατάει χρόνια και θα βλέπουν όνειρα από ένα μέλλον που δεν θα έρθει ποτέ». Η παραπάνω φράση περικλείει όλη την απελπισία που νιώθει η νέα γενιά που μεγαλώνει σε ένα τοξικό οικογενειακό περιβάλλον. Αυτό είναι το παράπονο του Daw, αλλά και του ίδιου του συγγραφέα.

Λένα Χ. Δημητριάδου, Κλειώ, εκδ. Βακχικόν

 

Ένα βιβλίο που αναδεικνύει τις δυσκολίες του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού

 

            Ένα μυθιστόρημα που απεικονίζει τις δυσκολίες του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού συγγράφει η Λένα Χ. Δημητριάδου, μαθηματικός στις σπουδές, που διετέλεσε και σχολική σύμβουλος. Η Λένα Δημητριάδου ζει στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε επίσης Διοίκηση Επιχειρήσεων, ενώ έχει εκπονήσει και μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές. Έχει συγγράψει διηγήματα που έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους και ένα ακόμη μυθιστόρημα, εκτός από την «Κλειώ», το «Καροτσάκι στον Αλιάκμονα».

            Η «Κλειώ» θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί και εφηβικό μυθιστόρημα και να διαβαστεί και από εφήβους και μεγάλα παιδιά. Και αυτό διότι πρόκειται, στην ουσία, για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, εκτός από μυθιστόρημα το οποίο απεικονίζει τις εκπαιδευτικές πραγματικότητες του παρελθόντος στην επαρχία.

Εν έτει 1985, η  Κλειώ είναι μία νέα κοπέλα με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε μαθηματικά και ζει στη γενέτειρά της, εργαζόμενη όχι ως δασκάλα μαθηματικών, αλλά σε μία μεγάλη εταιρεία. Η μη ανέλιξή της εκεί σε υψηλότερα πόστα, παρά την εργατικότητά της, καθώς και ο τυχαίος διορισμός της σε μία μικρή επαρχιακή κωμόπολη της Βόρειας Ελλάδας θα γίνουν οι αφορμές προκειμένου αυτή να εγκαταλείψει την εταιρεία και να δοκιμάσει την τύχη και τις ικανότητές της ως εκπαιδευτικός σε μία εποχή όπου δεν υπάρχουν ακόμη τα ηλεκτρονικά μέσα του σήμερα και που η επαρχία είναι αρκετά πιο απομονωμένη.

Παρά την αρχική αντίδραση των γονιών της, η Κλειώ δηλώνει αποφασισμένη να κάνει το μεγάλο βήμα, η νέα της ζωή, όμως, δεν θα αποδειχθεί όσο εύκολη περίμενε, αφού ούτε το περιβάλλον των συναδέλφων, αλλά ούτε και τα ίδια τα παιδιά δεν θα την αποδεχτούν δίχως να τα κερδίσει με το σπαθί της.

Η διδασκαλία δεν αποδεικνύεται, εν τέλει, τόσο εύκολη υπόθεση. Τα παιδιά δυσκολεύονται με τα μαθηματικά και είναι ιδιαίτερα δύσπιστα μπροστά στη νέα, όμορφη, μα άπειρη και άγαρμπη, πολλές φορές, στη συμπεριφορά της, καθηγήτρια. Σταδιακά, όμως, θα καταφέρει να τα κερδίσει, καθώς είναι πρόθυμη να διδαχτεί από τα λάθη της.

Εν τέλει, με την εργατικότητά της αυτή θα κερδίσει και τους αρχικά συγκρατημένους προς αυτήν συναδέλφους της, τη στριμμένη σπιτονοικοκυρά της και τον διευθυντή του σχολείου και θα κάνει νέους φίλους στη μικρή κωμόπολη. Θα γνωρίσει, επίσης, έναν μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο του Ορφέα, αλλά τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν, τελικά, όπως ακριβώς τα περίμενε….

Η συγγραφέας εστιάζει στις δυσκολίες που συναντούν οι εκπαιδευτικοί όταν διορίζονται σε μία ξένη πόλη-ποιο επάγγελμα, βέβαια, δεν έχει δυσκολίες;- και στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και στη σχέση των εκπαιδευτικών με τα παιδιά. Τι ακριβώς πρέπει να κάνει ένας εκπαιδευτικός προκειμένου να κερδίσει τα παιδιά; Πώς μπορεί να τα κάνει να αγαπήσουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο μάθημα, όπως τα είναι τα μαθηματικά; Πώς μπορεί να είναι κοντά τους, στα εύκολα και στα δύσκολα;

Και σε ό,τι αφορά την ίδια την Κλειώ, θα καταφέρει, άραγε, εκείνη να προσαρμοστεί σε μία δουλειά τόσο διαφορετική από εκείνη στην εταιρεία; Θα μπορέσει να γίνει η καλή καθηγήτρια που ανέκαθεν ονειρευόταν; Τελικά, όπως, συμβαίνει στο βιβλίο, θα δούμε ότι ο επιμένων νικά και ότι η αγάπη και η καλή θέληση υπερνικούν όλα τα εμπόδια στον δρόμο μας…

 

 

Άννα Γρίβα, Η αλχημίστρια, εκδ. Μελάνι

 

          Γνωρίζουμε πολύ καλά πως, επί αιώνες, οι γυναίκες ήταν ανέκαθεν οι θεματοφύλακες της γνώσης, από την αρχαιότητα έως και τα νεότερα χρόνια, σε ό,τι αφορά τα φάρμακα και τα βότανα, με πιο γνωστό πεδίο δράσης τη μαιευτική και, κατ’ επέκταση και την ιατρική. Το ίδιο, επομένως, ίσχυε και για τον 17ο αιώνα. Πολλές από αυτές τις γυναίκες βέβαια, ιδίως οι μοναχικές θεραπεύτριες κατηγορήθηκαν συχνά και ως μάγισσες από την Ιερά Εξέταση, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους στην πυρά.

Μία τέτοια γυναίκα ήταν και η Σοφία Τερέζα Ρομάνο, η μητέρα της «Αλχημίστριας», της κεντρικής ηρωίδας στο νέο μυθιστόρημα της Άννας Γρίβα. Η κόρη της, η αλχημίστρια Τζούλια, επιζεί κουβαλώντας βαθιά μέσα της καλά ριζωμένες τις απαγορευμένες γνώσεις της μητέρας της. Μαζί με τη Μαρία, μια αγαπημένη φίλη της, θα επιχειρήσει να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο, προτού ανακαλύψει ότι ο τελευταίος είναι και παραμένει, δυστυχώς,  εξαιρετικά αφιλόξενος για άτομα που σκέφτονται και ενεργούν κάπως διαφορετικά από το συνηθισμένο. Και το τέλος δεν θα είναι μεν ακριβώς ευχάριστο, όμως, οπωσδήποτε θα τους προσφέρει γνώση, αυτογνωσία και θα τους θυμίσει τη δύναμη της αγάπης, που, όπως φαίνεται, καταφέρνει να νικάει πάντα, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Η ιστορία αυτή λαμβάνει χώρα στην ισπανοκρατούμενη Σικελία, την Τοσκάνη και τη Ρώμη του 17ου αιώνα. Πρόκειται για μία εποχή μεταβατική και ταραγμένη, όπου το παλιό συγκρούεται διαρκώς με το νέο και ο κόσμος ακροβατεί συνεχώς μεταξύ των παλαιών ηθών της πατριαρχίας και της θρησκοληψίας και των νέων αντιλήψεων για την επιστήμη, την ιατρική και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η Ιερά Εξέταση, όμως, αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύεται, βρίσκεται στο απόγειό της. Αυτή η ακμή τοποθετείται ακριβώς σε αυτή την εποχή, τον 17ο αιώνα, και όχι πίσω στον «σκοτεινό» Μεσαίωνα, τρεις, τέσσερις αιώνες, δηλαδή, νωρίτερα. Θύματά της είναι κυρίως άνθρωποι του πνεύματος που αρνούνται να υπακούσουν στα κελεύσματα της Εκκλησίας, όπως ο Τζορντάνο Μπρούνο, αλλά και χιλιάδες γυναίκες που, ως το αδύναμο και το «διαβολικό» φύλο τίθενται στο στόχαστρο των συντηρητικών ιερωμένων της Εκκλησίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, πρωτοπόρες γυναίκες, σαν την ζωγράφο Αρτεμίζια Τζεντιλένσκι προσπαθούν να κερδίσουν μία θέση στον ήλιο στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής.

Αυτός είναι ο κόσμος του μυθιστορήματος της Άννας Γρίβα, ένας κόσμος τον οποίο η ίδια γνωρίζει και περιγράφει εξαιρετικά, αφού διαθέτει όλες τις απαραίτητες γνώσεις για αυτό. «Η αλχημίστρια» δεν είναι το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα που συγγράφει, έχουν προηγηθεί οι «Δαιμόνιοι», «Η χαμένη Θεά», οι «Εξόριστες βασίλισσες» και «Η ελληνίδα σκλάβα». Η Άννα Γρίβα έχει σπουδάσει Φιλολογία και Ιταλική Φιλολογία, μεταφράζει ιταλική λογοτεχνία, ενώ είναι διαδάκτωρ στην ποίηση της Αναγέννησης. Γνωρίζει, επομένως, άριστα τον κόσμο που περιγράφει στους αναγνώστες της.

«Η αλχημίστρια» θα μας ταξιδέψει σε άλλες εποχές Συν τοις άλλοις, η καλοδουλεμένη πένα της, θα μας μεταφέρει νοερά στη γη της γείτονας χώρας, στη Σικελία, την Τοσκάνη και τη Ρώμη, πίσω στο μακρινό 1632:

«Η Τοσκάνη ανθίζει μ’ έναν τρόπο μαγικό. Ξαπλώνεις το βράδυ, ακούς την ανοιξιάτικη βροχή ν’ αναπηδά στη στέγη σου και αποκοιμιέσαι έτσι, μέσα σε αυτό το απαλό νανούρισμα. Και το άλλο πρωί, όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου σε ακουμπήσουν, ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις από το παράθυρο μικρά πολύχρωμα μπουμπούκια απλωμένα στο λιβάδι. Τέτοιες στιγμές η φύση μοιάζει με ένα χαλί που σε περιμένει να πατήσεις πάνω του με τα  γυμνά σου πέλματα, να ριχτείς με την πλάτη πάνω στη χλόη και τα μάτια σου θαμπωμένα από το φως».


Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον Άγγελο, εκδ. Πατάκη

    Μιλώντας για τον Γιώργο και τη διπλή ζωή του, ως συγγραφέα και διπλωμάτη   Ο Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας από το Εδιμβούργο...