Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Simone de Beauvoir, Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης, εκδ. Μεταίχμιο

 

Λίγες γυναίκες άσκησαν τόση επίδραση στην παγκόσμια σκέψη του εικοστού αιώνα όσο η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η γυναίκα που, εκτός από σύντροφος του επίσης διάσημου υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν Πολ Σαρτρ, διεκδικεί επαξίως τους τίτλους της συγγραφέας, της φιλοσόφου, της ακτιβίστριας, αλλά και της φεμινίστριας. Γνωστή στον περισσότερο κόσμο για το περίφημο έργο της με τίτλο «Το δεύτερο φύλο», η Σιμόν ντε Μποβουάρ υπήρξε στην πραγματικότητα πολυγραφότατη.

            Ένα από τα έργα της είναι και το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας της με τίτλο «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης». Τίτλος, αν μη τι άλλο, ελαφρά ειρωνικός, μιας και αποδίδει όλη τον χλευασμό και την περιφρόνηση που η Σιμόν ντε Μποβουάρ απέδιδε στους τύπους και τους κανόνες της εποχής της. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι πράγματι, όταν ήταν μικρή ήταν μια «καθώς πρέπει κόρη» στα όλα της.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ γεννήθηκε το 1908 στο Παρίσι και μεγάλωσε στη γνωστή συνοικία του Μονπαρνάς. Ήταν κόρη δικηγόρου-που δήλωνε άθεος- σε αντίθεση με τη μητέρα της που ήταν αρκετά συντηρητική και αυταρχική- τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο-και έδωσε στα δύο κορίτσια της χριστιανικές αρχές.

Η Σιμόν είχε μία ευτυχισμένη παιδική ηλικία, τουλάχιστον προτού η οικογένειά της ξεπέσει οικονομικά, όπως συνέβη μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και προτού αρχίσει η ίδια να αμφισβητεί τα πάντα γύρω της και να αντιδρά απέναντι τις νουθεσίες και τις παραινέσεις των γονιών της, μπαίνοντας στην εφηβεία.

Η αφήγηση στο βιβλίο ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια, συνεχίζει με τα σχολικά και τελειώνει με τα χρόνια των σπουδών της στους τομείς της Φιλοσοφίας, της Λογοτεχνίας, των Μαθηματικών και των Ξένων Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Normale Superieure, όπου συνάντησε και τον Ζαν Πολ Σαρτρ. Από τη στιγμή που η Σιμόν μπόρεσε να γίνει καθηγήτρια στο γαλλικό δημόσιο, εγκατέλειψε το σπίτι και τους καταπιεστικούς γονείς της και άνοιξε τα φτερά της προς μία νέα ζωή με έναν νέο συνοδοιπόρο. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο  η συγγραφέας επιλέγει να τερματίσει την αφήγησή της, καθώς τα χρόνια της κοινής της ζωής με τον Ζαν Πολ Σαρτρ θα τα αφηγηθεί σε επόμενο βιβλίο της.

Μία προσωπικότητα τόσο εκκεντρική και ιδιαίτερη όπως αυτή της Σιμόν δεν θα μπορούσε, φυσικά, να γράψει μία συνηθισμένη αυτοβιογραφία. Έτσι λοιπόν, οι χρονολογίες απουσιάζουν σχεδόν εντελώς από αυτήν, ενώ μεγάλη έκταση δίνεται και στις προσωπικές της σκέψεις καθώς και στην παράθεση των δικών της απόψεων για διάφορα θέματα.

Γιατί, όμως αποφάσισε να γίνει συγγραφέας; Τι ήταν αυτό που την έθελξε σε αυτή τη δραστηριότητα; Η αλήθεια είναι ότι η Σιμόν ελκόταν από πολύ μικρή ηλικία από τα βιβλία. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της διάβαζε μανιωδώς κάθε είδους βιβλίο που έπεφτε στα χέρια της.

«Ο πρωταρχικός λόγος ήταν ο άμετρος θαυμασμός μου προς τους συγγραφείς. Ο πατέρας μου τους θεωρούσε ανώτερους απ’ τους λογίους, τους ευρυμαθείς, τους καθηγητές. Είχα πειστεί κι εγώ για την υπεροχή τους. Ακόμα κι αν τ’ όνομά του ήταν πασίγνωστο, η μονογραφία ενός ειδικού απευθυνόταν σε λιγοστούς ανθρώπους. Μυθιστορήματα όμως διάβαζαν οι πάντες: άγγιζαν τη φαντασία, την καρδιά. Χάριζαν στον συγγραφέα την πιο οικουμενική, την πιο ενδόμυχη δόξα».

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο-σταθμό που θα μας φέρει πιο κοντά στον τρόπο σκέψης μιας μεγάλης προσωπικότητας που σφράγισε τον εικοστό αιώνα.


Γώργος Σκαρβελάκης, Απόλλων VS Φάουστ, Ο Μίτος της μνήμης, τέταρτος τόμος, ο Δρόμος της Μουσικής,

 

            Ένα εγκυκλοπαιδικό λεξικό για τη μουσική συνολικά ως τέχνη αποτελεί ο τέταρτος τόμος με τίτλο «Απόλλων VS Φάουστ, Ο Μίτος της Μνήμης»  και υπότιτλο «Ο Δρόμος της Μουσικής» του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Σκαρβελάκη από τον Κρήτη.

            Ο τίτλος του έργου, Απόλλων VS Φάουστ, έλκει την έμπνευσή του, σύμφωνα με τον συγγραφέα, από την αιώνια έριδα μεταξύ του αρχαιοελληνικού θεού Απόλλωνα και του ήρωα ενός γερμανικού θρύλου, του Φάουστ που ο Γκαίτε κατέστησε παγκοσμίως γνωστό με το έργο του. Αρχαίες επιβιώσεις, λαϊκή μυθολογία των γερμανικών λαών, χριστιανισμός, αρχαιοελληνική φιλοσοφία και δημοκρατία, αναγέννηση και ευρωπαϊκός διαφωτισμός, όλα αυτά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν σήμερα την Ευρώπη μας και αποτελούν τους πυλώνες που τη στηρίζουν, πυλώνες οι οποίοι συχνά περιλαμβάνουν και έννοιες διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι δεν αλληλοσυμπληρώνονται κιόλας.

            Στην τετραλογία που ο Γιώργος Σκαρβελάκης συγγράφει για τον ανθρώπινο πνεύμα ο πρώτος τόμος αφορά την Ιστορία και την Ιστοριογραφία, ο δεύτερος τις Ελληνογερμανικές «Στιγμές» και ο τρίτος  τιτλοφορείται «Η Πορεία του Πνεύματος». Ο τέταρτος τόμος είναι εξολοκλήρου αφιερωμένος στη Μούσα Ευτέρπη γιατί, όπως μας λέει ο ίδιος ο συγγραφέας  στην αρχή του βιβλίου του:

«Η μουσική ως κατεξοχήν τέχνη που επηρεάζει και αφορά πλατύτερες λαϊκές μάζες, δεν ευφραίνει μόνο τις ψυχές, έπαιζε-και παίζει πάντα- καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και των εθνικών ταυτοτήτων, παρά τη διάστασή της ως “οικουμενικής γλώσσας”».

Και πράγματι, δια του λόγου το αληθές, η τέχνη της Μούσα Ευτέρπης παραμένει, από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας, η πιο εύληπτη και η πιο προσιτή για το  ανθρώπινο πνεύμα: μπορεί κάποιος να μη διαβάζει βιβλία, ούτε φιλοσοφία, να μην έχει ιδέα από τέχνη, δεν υπάρχει περίπτωση, όμως, να μην χορεύει ή να μην ακούει κάποιο είδος μουσικής! Έτσι λοιπόν δικαιολογείται απόλυτα η απόφαση του Σκαρβελάκη  να αφιερώσει εξολοκλήρου έναν τόμο στην τέχνη αυτή.

Το εγκυκλοπαιδικό λεξικό που δημιουργεί αποτελεί έναν πλήρες τόμο που εξετάζει όλες τις πλευρές της Μουσικής. Στην εισαγωγή ξεκινά ορίζοντας τη μουσική και αναφέροντας πολλές από τις διάσημες ρήσεις για τη μουσική μεγάλων προσωπικοτήτων, όπως ο Χέγκελ, ο Πλάτωνας, ο Γκαίτε, ο Αριστοτέλης και άλλοι.

Στη συνέχεια, ο συγγραφέας εξετάζει τη σχέση της μουσικής με την ελληνικής μυθολογία, την ποίηση, το δράμα, το έπος και τον χορό στην αρχαία Ελλάδα, διότι, ως γνωστόν, στην αρχαία ελληνική κοινωνία η μουσική αποτελούσε μία ενότητα τόσο με τον χορό, όσο και με τον λόγο. Παραθέτει, ακολούθως, τους διασημότερους εκπροσώπους της μουσικής, οι οποίοι ήταν συγχρόνως και ποιητές, όπως συνέβαινε τότε κατά κανόνα.

Σε επόμενο κεφάλαιο ασχολείται με τη μουσική του μεσαίωνα, το αμβροσιανό και το γρηγοριανό μέλος της καθολικής δυτικής εκκλησίας, τη γέννηση του πενταγράμμου και του συστήματος των κλιμάκων που ακολουθεί η δυτική λόγια μουσική, τους τροβαδούρους και τους κιθαριστές του μεσαίωνα, ενώ σε άλλο, εντελώς χωριστό κεφάλαιο, ασχολείται με τη μουσική στο Βυζάντιο.

Δεν παραλείπει, επίσης, να εξετάσει και τη φιλοσοφία της δυτικής μουσικής και να αναφερθεί σε κάθε μία από τις εποχές της χωριστά, αναφέροντας τους πιο γνωστούς εκπροσώπους κάθε εποχής, με δυο λόγια επιγραμματικά για τον κάθε συνθέτη. Οι εποχές που αναφέρονται στην περιοδολόγηση της μουσικής, και στο βιβλίο επομένως, κατά κανόνα είναι: αναγέννηση, μπαρόκ, κλασικισμός, ρομαντισμός και σύγχρονη εποχή. Παρακάτω ασχολείται με την όπερα, το λυρικό, δηλαδή, θέατρο, τους σημαντικότερους συνθέτες του συγκεκριμένου τομέα, τα σημαντικότερα έργα που έχουν γραφτεί εδώ, όπως και κάποιους  διάσημους τραγουδιστές όπερας.

Κλείνοντας το κεφάλαιο για τη δυτική ευρωπαϊκή μουσική, ο συγγραφέας αναφέρει τους σημαντικότερους σολίστες του πιάνου, της κιθάρας και του βιολιού της δυτικής λόγιας μουσικής. Εν συνεχεία, καταπιάνεται με την ελληνική μουσική, και αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο ατού του πονήματός του: ότι συνδυάζει πληροφορίες τόσο για τη δυτική λόγια μουσική, όσο και για την ελληνική, παραδοσιακή και μη.

Ο υπόλοιπος τόμος ασχολείται με την ελληνική μουσική. Αναφέρονται αρχικά τα σημαντικότερα παραδοσιακά και δημοτικά τραγούδια και οι σημαντικότεροι καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής από όλες τα περιοχές της Ελλάδας.

Δεν παραλείπει, τέλος, ο συγγραφέας να αναφερθεί και στη τζαζ και τη ροκ μουσική, στο νέο κύμα, το ρεμπέτικο, το ελαφρολαϊκό, ακόμα και στο σύγχρονο λαϊκό, έτσι ώστε να μην αφήσει κανένα υποείδος της μουσικής απέξω. Και δεν διστάζει να συμπεριλάβει στις απαριθμήσεις των εκπορσώπων της σύγχρονης μουσικής και ονόματα σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως εκείνο της Πέγκυ Ζήνα, για παράδειγμα, εν μέσω άλλων. Επίσης, ούτε το μπαλέτο και οι εκπρόσωποί του αφήνονται έξω από τις σελίδες του πλήρους αυτού τόμου για τη μουσική, αφού ο  συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί και στα  σημαντικότερα μπαλέτα που γράφτηκαν ποτέ και στους πιο γνωστούς χορευτές τους.

Εν συνόλω, πρόκειται για μία πλήρη παρουσίαση της μουσικής σε μορφή εγκυκλοπαιδικού λεξικού σε μία σημαντική μελέτη, όπως προειπώθηκε, η οποία θα αποβεί εξαιρετικά χρήσιμη ως εργαλείο αναφοράς από μελετητές, αλλά και απλούς αναγνώστες ως λεξικό τόσο της δυτικής λόγιας, όσο και της ελληνικής μουσικής.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Daniel Silva, Η τσελίστα, εκδ. Ελληνικά γράμματα

 


Ο γεννημένος στο Μίσιγκαν συγγραφέας Ντάνιελ Σίλβα το 1960 θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων με υπόθεση που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Τα βιβλία του πολλές φορές φιγουράρισαν στην κορυφή της λίστας της εφημερίδας New York Times και έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Επομένως, η σειρά αυτή, με τα είκοσι ένα βιβλία, δικαίως θεωρείται από τις καλύτερες παγκοσμίως στο είδος της. Ο Daniel Silva εργάστηκε για πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής στο  τηλεοπτικό δίκτυο CNN και στη Μέση Ανατολή, οπότε και έχει όλες τις απαραίτητες γνώσεις γεωπολιτικής και σύγχρονης πολιτικής προκειμένου να γράψει τέτοιου είδους πονήματα, τα οποία απαιτούν καλές γνώση όχι μόνο του παγκόσμιου γεωπολιτικού και πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά και του οικονομικού.

            Το εικοστό πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Η τσελίστα» δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με τη μουσική όσο υπονοεί ο τίτλος του, έχει όμως ως πρωταγωνιστή τον διάσημο ήρωα που δημιούργησε ο Silva και ο οποίος του χάρισε την αναγνωρισιμότητά του ανά την υφήλιο: τον συντηρητή τέχνης και Ισραηλινής καταγωγής κατάσκοπο με το όνομα Γκαμπριέλ Αλόν. Το εν λόγω πρόσωπο είναι ο βασικός πρωταγωνιστής σε όλα τα βιβλία της σειράς που συνδυάζουν πολύ επιτυχημένα πληροφορίες για την παγκόσμια σύγχρονη πολιτική σκηνή,  τη διεθνή κατασκοπεία, αλλά και την τέχνη, της ζωγραφικής, αλλά στο συγκεκριμένο πόνημα και της μουσικής.

            Πιο συγκεκριμένα στο παρόν μυθιστόρημα ο τίτλος «Η τσελίστα» αναφέρεται στην πρωταγωνίστρια του βιβλίου, τη Γερμανίδα Ιζαμπέλ Μπρένερ, η οποία εργάζεται ως σημαντικό στέλεχος σε μία τράπεζα της Ζυρίχης, τη Rhine Bank, μία από τις πιο διεφθαρμένες και βρώμικες τράπεζες στον κόσμο για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Εκτός, όμως, από βασικό στέλεχος της τράπεζας αυτής, η Ιζαμπέλ είναι συγχρόνως και μία χαρισματική τσελίστα που απέρριψε πρόταση για να κάνει διεθνή καριέρα στη μουσική και συνεχίζει να εξασκείται μόνη της, παίζοντας Χάυντν, Μπαχ και Ραχμάνινοφ, μεταξύ άλλων.

            Ο συγγραφέας, όμως, αξιοποιεί πολλαπλώς το γεγονός ότι μία από τις πρωταγωνίστριές του είναι μουσικός: με τον τρόπο αυτό αναδεικνύει πόσο πολύπλευρη-και περίπλοκη είναι σαν άνθρωπος η Ιζαμπέλ. Συν τοις άλλοις, η ικανότητά της στη μουσική φαίνεται να βοηθά τους κατασκόπους του βιβλίου, ανάμεσά ρους και τον Γκαμπριέλ Αλόν, να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, αφού το πρόσχημα της μουσικής αποτελεί την καλύτερη κάλυψη προκειμένου η ομάδα να εισέλθει στα σαλόνια των Ρώσων βρώμικων  ολιγαρχών που πρωταγωνιστούν επίσης στο βιβλίο, το οποίο έχει εξαιρετικά επίκαιρη και ρεαλιστική πλοκή, επικεντρωμένο στη μεγάλη γεωπολιτική διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Ακόμα και η δομή του βιβλίου, όμως, έχει σχέση με τη μουσική, αφού αυτό χωρίζεται σε πέντε μέρη που φέρουν τον τίτλο από τα τέσσερα μέρη του Κουαρτέτου εγχόρδων Νο. 14 , Opus 9, σε Μι ύφεση μείζονα του Γιόζεφ Χάυντν- το πέμπτο μέρος είναι το ανκόρ, που παίζουν στο τέλος. Επιπροσθέτως, και η μυστική ομάδα του Κρεμλίνου που κυνηγά ο Γκαμπριέλ Αλόν φέρει το όνομα «Χάυντ». Ποια είναι, όμως, η υπόθεση του συγκεκριμένου βιβλίου;

Όταν ο Ρώσος  μεγιστάνας Βίκτορ Ορλόφ-και εχθρός του Ρώσου Προέδρου-βρίσκεται ξαφνικά δολοφονημένος στο Λονδίνο με μια φονική νευροτοξίνη, ο Γκαμπριέλ Αλόν αναλαμβάνει να ανακαλύψει τον ένοχο. Ο Βίκτορ ήταν ο βασικός χρηματοδότης στο Λονδίνο μιας εφημερίδα που έδινε στη δημοσιότητα όλες τις «βρωμιές», τις παρανομίες και τη διαφθορά του Κρεμλίνου. Η έρευνά του τον οδηγεί στη μυστική «Ομάδα Χάυντν» και στην διεφθαρμένη Rhine Bank της Ζυρίχης. Εκεί ο Αλόν θα «ανακαλύψει» την τσελίστα Ιζαμπέλ και από κοινού θα προσπαθήσουν να ξεσκεπάσουν τους Ρώσους ολιγάρχες με τη βοήθεια- εν αγνοία του- του Αρκάντι Ακίμοφ, ενός Ρώσου μεγιστάνα του χρήματος που λατρεύει την κλασική μουσική. Η Ιζαμπέλ, λοιπόν, γίνεται και η ίδια κατάσκοπος. Αυτό που θα ανακαλύψουν, όμως, στην άκρη του νήματος ξεπερνά κάθε φαντασία…

Αν και μπερδεμένο κάπου κάπου και ίσως φορτωμένο με αρκετές λεπτομέρειες, εντούτοις, το βιβλίο αποτελεί έναν κατασκοπευτικό και συγγραφικό άθλο για τους λάτρεις του είδους. Συνδυάζει δυνατούς γυναικείους χαρακτήρες, γρήγορη ροή στην πλοκή με πολλές πληροφορίες για τον τρόπο που λειτουργούν οι μυστικές υπηρεσίες στον σύγχρονο κόσμο σήμερα και μπορεί να διαβαστεί εντελώς ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς. Τέλος, να σημειώσουμε ότι όλα τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα εν μέσω της φονικής  πανδημίας του κορονοϊού.

 

 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Antonio Skarmeta, Ένας απόμακρος πατέρας, εκδ. Κλειδάριθμος

 

 

            Ο Αντόνιο Σκάρμετα, γεννημένος το 1940 στη Χιλή, θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής. Απεβίωσε το 2024 και εκτός από συγγραφέας ήταν και σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ο Σκάρμετα έγινε γνωστός παγκοσμίως μέσα από τη μεταφορά του βιβλίου του «Ardiente paciencia», Φλογερή Υπομονή (στα ελληνικά το βιβλίο μεταφράστηκε ως Ο ταχυδρόμος του Νερούδα) στον ιταλικό κινηματογράφο με τον τίτλο “Il postino”, ο ταχυδρόμος.

            Μετά τον «Ταχυδρόμο του Νερούδα» και το «Οι μέρες του ουράνιο τόξου» οι εκδόσεις Κλειδάριθμος μεταφράζουν στην ελληνική, δια μέσου της Αγγελικής Βασιλάκου, το έργο του με τίτλο «Ένας απόμακρος πατέρας» (Un padre de pelicula), ένα έργο που γράφτηκε το 2010.

Το  Un padre de pelicula, σημαίνει, κατά λέξη, ένας κινηματογραφικός πατέρας, παρ’ όλο που στην ελληνική ο τίτλος του έργου αποδόθηκε εντελώς διαφορετικά. Και αυτό διότι στην υπόθεση του βιβλίου βασικό ρόλο παίζουν εξίσου ένας εξαφανισμένος, αλλά και απόμακρος πατέρας, αλλά και ο ίδιος ο κινηματογράφος ως μέσο ψυχαγωγίας και διασκέδασης.

Ο Ζακ μένει με τη Χιλιανή μητέρα του και τον Γάλλο πατέρα του Πιέρ σε ένα χωριό της Χιλής ονόματι Κοντούλμο, το οποίο βρίσκεται κοντά στη μεγαλύτερη κωμόπολη Ανγκόλ. Μόλις ο Ζακ έλαβε το πτυχίο του ως δάσκαλος και επέστρεψε στο χωριό του ως διορισμένος δάσκαλος, ο πατέρας του εξαφανίστηκε. Υποτίθεται πως γύρισε στο Παρίσι, τουλάχιστον αυτό λένε όλοι, ο Ζακ, όμως, ξέρει πολύ καλά πως ο πατέρας του δεν έστειλε ούτε ένα γράμμα από εκεί, βυθίζοντας τη μητέρα του στη μαύρη απελπισία…

Φαίνεται, όμως, πως ο γείτονας και φίλος του Ζακ, Κριστιάν, μυλωνάς στο επάγγελμα, γνωρίζει τι ακριβώς έχει συμβεί. Την αλήθεια θα ανακαλύψει μια μέρα ο Ζακ όταν αποφασίσει να επισκεφθεί τη γειτονική κωμόπολη Ανγκόλ μαζί με τον Κριστιάν προκειμένου να επισκεφθούν έναν εκεί γνωστό οίκο ανοχής.

Η επίσκεψη του Ζακ εκεί υπαγορεύτηκε, ουσιαστικά, μετά από παρότρυνση του δεκαπεντάχρονου μαθητή του Αουγκούστο, με τον οποίο ο Ζακ διατηρεί μία πολύ ιδιόρρυθμη σχέση, αλλόκοτη για ενήλικα και μαθητή, που αγγίζει τα όρια της κανονικής φιλίας. Ο Αουγκούστο και οι δύο αδελφές του θα είναι το κλειδί για την ευτυχία του Ζακ, ο οποίος, μαζί με τη μητέρα του, εξακολουθεί μάταια να ελπίζει στην επιστροφή του πατέρα του.

Ο πατέρας του Ζακ διατηρεί, εν τέλει, έναν κινηματογράφο που φέρνει γαλλικές ταινίες στη μικρή αυτή γειτονική κωμόπολη. Πρόκειται για τον μοναδικό κινηματογράφο της περιοχής. Το γεγονός αυτό είναι εκείνο που δικαιολογεί τον τίτλο του έργου στα ισπανικά «Un padre de pelicula». Βέβαια, εδώ βλέπουμε πως το σινεμά καθίσταται επίσης και το μέσο ενηλικίωσης του Πιέρ-και του Αουγκούστο, κατ’ επέκταση. Ο κινηματογράφος είναι αυτός που θα βοηθήσει τον Πιερ να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο των ενηλίκων, να ανακαλύψει τα-ουκ ολίγα απ’ ότι φαίνεται- κρυμμένα μυστικά του πατέρα του, και να απομυθοποιήσει μέσα του εκείνη τη εικόνα του πατέρα του που έχει δεδομένη ως τέλεια. Αφετέρου, αυτή η μυστηριώδης και τόσο δραματική φυγή του πατέρα του Ζακ είναι καθαρά κινηματογραφική, αν μη τι άλλο, αφού προσφέρει άφθονο σασπένς και τροφή για σχόλια-όχι πάντοτε καλοπροαίρετα φυσικά-από τους  κατοίκους του μικρού χωριού που έχουν έφεση στο κουτσομπολιό.

Ένας πατέρας βγαλμένος σαν από ταινία, λοιπόν, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου του Σκαρμέτα, μαζί με τον Ζακ. Η μητέρα δεν εμφανίζεται παρά σε ελάχιστες σκηνές του βιβλίου.

Τα κεφάλαια του βιβλίου είναι μικρά και αυτοτελή, ο συγγραφέας είναι σαν να εστιάζει σε ένα διαφορετικό στιγμιότυπο κάθε φορά και ο χαρακτήρας της αφήγησης αποσπασματικός. Εξάλλου, όσοι έχουν διαβάσει ξανά Σκάρμετα στο παρελθόν γνωρίζουν το ιδιάζον αφηγηματικό στυλ του που αρέσκεται να αφήνει σκοτεινά σημεία στην ερμηνεία του και να αφήνει, καμιά φορά, με απορίες τον αναγνώστη.

Αν μη τι άλλο πάντως, το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η σχέση παιδιών και γονέων, ιδιαίτερα η σχέση μεταξύ πατέρα και γιου. Από το παρακάτω απόσπασμα, εξάλλου, βλέπουμε τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στον ψυχισμό των παιδιών, ακόμη κι αν αυτά είναι σχεδόν ενήλικες, η απώλεια του πατέρα:

«Παρόλο που είμαι σχεδόν πάντα λυπημένος, το  κρασί μου φέρνει μια διαφορετική θλίψη. Σαν να κυλάει μια πολύ βαθιά μοναξιά στις φλέβες μου. Από τότε που έφυγε ο πατέρας, λαχταρώ τον θάνατο».


Simone de Beauvoir, Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης, εκδ. Μεταίχμιο

  Λίγες γυναίκες άσκησαν τόση επίδραση στην παγκόσμια σκέψη του εικοστού αιώνα όσο η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η γυναίκα που, εκτός από σύντροφος ...