Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Γιώργος Σπανουδάκης, Οι Ελεφθερωτές, εκδ. Βακχικόν

 

Ακροβασία και γόνιμος διάλογος μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας

 

«Δεν μίλησα ποτέ στον γιο μου. Ένα παραμύθι. Ένα ψέμα να κοιμηθεί. Από τα έτοιμα. Να σκαρφιστώ κάτι ούτε κατά διάνοια. Παραμύθια, τραγούδια παιδικά. Δεν είχα λόγια. Δεν είχα λόγια! Με ψέματα να μεγαλώνει. Τι είδες; Γιατί όχι την αλήθεια, γιατί; Μα ποιος θέλει να μάθει τα πάντα για τα πάντα; Ποτέ δεν του είπα ένα παραμύθι. Δε μεγάλωσε  με παραμύθια. Είναι η ζωή. Είναι και ο θάνατος».

 

          Ο συγγραφέας και μαθηματικός Γιώργος Σπανουδάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει μέχρι σήμερα και συνεχίζει να διδάσκει μαθηματικά σε δημόσιο σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Εκτός από συγγραφέας και μαθηματικός, όμως, δηλώνει και εικαστικός. Έτσι λοιπόν, ο πίνακας στο εξώφυλλο του νέου μυθιστορήματός του με τίτλο «Ελεφθερωτές» είναι δικός του και υπήρξε μάλιστα, όπως μας λέει ο ίδιος, και η αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος μυθιστορήματός του.

Ο Γιώργος Σπανουδάκης μας είναι γνωστός από τα προηγούμενα έργα του, τα οποία κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Βακχικόν, τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Η αγωνία του μέτρου» που κυκλοφόρησε το 2023 και το θεατρικό του με τίτλο «Άχθος αρούρης» που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά.

Ο τίτλος τόσο του βιβλίου, όσο και του εικαστικού έργου συνδέεται με τον εορτασμό της επετείου για την 25η Μαρτίου. Ο συγγραφέας τον εμπνεύστηκε από την αδημονία που έμοιαζε να έχει καταβάλει το πλήθος σε μια ελληνική κωμόπολη προκειμένου να παρακολουθήσει την καθιερωμένη παρέλαση για τον εορτασμό της επετείου του εθνικού ξεσηκωμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το πλήθος αντιμετώπιζε τα τσολαδάκια που θα παρελαύνανε με τόσον ενθουσιασμό και προσμονή, ωσάν να ήταν οι ίδιοι οι ελευθερωτές μας από τον τουρκικό ζυγό. Βέβαια, στην πραγματικότητα ελεύθεροι είμαστε μόνο στη φαντασία μας.

Ελεύθερος, λοιπόν, στη φαντασία του είναι και ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του Σπανουδάκη, ο Αιμίλιος, να πλάσει έναν φανταστικό φίλο που να τον συντροφεύει σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων εφηβικών του χρόνων και να επανεμφανιστεί και πάλι μετά από χρόνια, στη ενήλικη ζωή του. Ο συγγραφέας μπλέκει διαρκώς πραγματικότητα και φαντασία σε ένα αδιαχώρητο κουβάρι, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μπερδευτεί και ο ίδιος, πολλές φορές, με τα πολλά ονόματα των χαρακτήρων, των φανταστικών και των αληθινών. Που τελειώνει η πραγματικότητα και που αρχίζει η φαντασία; Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, φαίνεται πως  αφήνουν ανεξέλεγκτη τη φαντασία του με σκοπό τη δημιουργία ενός πραγματικά ιδιότυπο όσο και πρωτότυπου έργου, του οποίου η γραφή δεν τους φανταστικούς διαλόγους δεν μοιάζει με κανένα από όσα έχουμε διαβάσει.

Παρ’ όλα αυτά, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το έργο του Σπανουδάκη είναι αποκομμένο από τη σημερινή κοινωνική ελληνική πραγματικότητα. Απεναντίας μάλιστα, όντας εκπαιδευτικό ο ίδιος και έχοντας υπάρξει και ο ίδιος, φυσικά, έφηβος στο παρελθόν,  επικεντρώνεται στον εντοπισμό των προβλημάτων της σημερινής εκπαίδευσης στη χώρα μας και στο πως βιώνει ένας έφηβος όλη αυτή την κατάσταση. Επιπλέον, οι εφηβικοί έρωτες, οι εφηβικές φιλίες, η σχέση μας με τους γονείς μας και ιδίως με τη μητέρα μας δεν μένουν απέξω. Προφανώς, ο συγγραφέας αντλεί και από τα προσωπικά του εκπαιδευτικά και εφηβικά βιώματα, τα περνάει, όμως, στο χαρτί εντελώς παραλλαγμένα, έτσι ώστε ο αναγνώστης να αδυνατεί να διαχωρίσει το αληθινά αυτοβιογραφικό από το φανταστικό.

Ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα με πολύ ξεχωριστή γραφή και ιδιότυπο στυλ αφήγησης, το οποίο απευθύνεται σε ψαγμένους αναγνώστες.


Έβαλντ Φλίσαρ, Κοίτα από το παράθυρο, εκδ. Βακχικόν

 

Ένα νεαρό αγόρι από τη Σλοβενία αναζητά την αληθινή φιλία,

 Ένα νεαρό αγόρι από τη Σλοβενία αναζητά την αληθινή φιλία

 

          Ένα νεαρό αγόρι από τη Σλοβενία, ένα αγόρι που παραμένει ανώνυμο για τους αναγνώστες του από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου , είναι ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του αναγνωρισμένου Σλοβένου  συγγραφέα, δοκιμιογράφου και μεταφραστή Έβαλντ Φλίσαρ με τίτλο «Κοίτα από το παράθυρο». Το μυθιστόρημα αυτό απευθύνεται τόσο σε ενήλικους, όσο και σε έφηβους αναγνώστες ή μεγάλα παιδιά και προσφέρει αφορμή για έντονο προβληματισμό σε πολλά κοινωνικά επίπεδα με τα θέματα που τόσο επιτυχημένα θίγει μέσα από τη συναρπαστική μυθιστορία του.

          Η υπόθεση του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Το ανώνυμο αγόρι ζει σε ένα ήσυχο χωριό της Σλοβενίας μαζί με τους γονείς του και τον καλύτερό του φίλο τον Γουρουνούλη, ένα μικρό γουρουνάκι που του χάρισε ο παππούς του και ο οποίος είναι ο καλύτερός του φίλος, μιας και το αγόρι πάσχει από κάποια απροσδιόριστη νοητική αναπηρία, αποτέλεσμα ενός ατυχήματος.

          Την ημέρα, όμως, που το αγόρι κλείνει τα δεκαπέντε του χρόνια οι γονείς του αποφασίζουν να σφάξουν τον καλύτερο φίλο του. Τότε το νεαρό αγόρι, απογοητευμένο από τη σκληρότητα των γονιών του και την αδυναμία κατανόησης από αυτούς των δικών του συναισθημάτων, παίρνει τους δρόμους και αποφασίζει να φύγει για πάντα από το σπίτι του. Στον δρόμο του θα συναντήσει τον Αχμέτ, έναν ενήλικο νεαρό πρόσφυγα από τη Συρία, ο οποίος θα του σώσει μάλιστα τη ζωή. Ο Αχμέτ έχει χάσει σχεδόν όλους τους συγγενείς του στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας και είναι αποφασισμένος να κερδίσει μία καλύτερη ζωή στην Ευρώπη. Οι δυο τους αποφασίζουν να ταξιδέψουν παρέα ως το Λονδίνο, όπου βρίσκεται ο αδελφός του Αχμέτ, ο Ιμράν. Το ταξίδι αυτό, μακρύ και επικίνδυνο, θα αποδειχθεί μία αληθινή αποκάλυψη  για το μικρό αγόρι…

          Αυτό που εντυπωσιάζει, πρωτίστως, στο βιβλίο, πέρα από την πρωτοτυπία της υπόθεσής του και τις μεγάλες ανατροπές που ο συγγραφέας επιφυλάσσει για τους αναγνώστες του στο τέλος του βιβλίου, είναι η ιδιότυπη αφήγηση και ο τρόπος γραφής, αφού όλο το μυθιστόρημα είναι γραμμένο στο δύσκολο δεύτερο ενικό πρόσωπο και ο συγγραφέας απευθύνεται διαρκώς ο ίδιος στον ήρώα του…

          Επιπροσθέτως, είναι πραγματικά μοναδικός ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο ενσωματώνει ο συγγραφέας μια πληθώρα κοινωνικών θεμάτων στον κορμό της αφήγησης, που προκαλούν έντονο προβληματισμό. Πρωτίστως, το ζήτημα της κρεατοφαγίας από τον άνθρωπο και του εντελώς απάνθρωπου τρόπο με τον οποίο εκτρέφονται τα ζώα στις φάρμες σήμερα, ιδίως τα γουρούνια. Είναι άραγε ηθική η κατανάλωση κρέατος μετά από τον ανελέητο βασανισμό των περισσότερων ζώων που λαμβάνει χώρα στις φάρμες εκτροφής; Μπορεί να υπάρξει αληθινή φιλία μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός ζώου; Είναι τα ζώα κατώτερα από εμάς; Έχουν ψυχή; Γιατί η ζωή ενός σκύλου να αξίζει περισσότερο από εκείνη ενός γουρουνιού ή ενός ανθρώπου από ενός σκύλου;

Ακολούθως, θίγεται το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων. Πώς αντιδρούν οι άνθρωποι απέναντι στη διαφορετικότητα του άλλου; Υπάρχει τελικά αληθινή φιλία μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών ανθρώπων αντίθετου θρησκεύματος; Παραμερίζονται οι θρησκευτικές διαφορές των ανθρώπων; Ύστερα, τι γίνεται με την ψυχολογική κακοποίηση των παιδιών από τους γονείς τους; Και με το ζήτημα της συγχώρεσης; Είναι, άραγε, πάντα αυτή δυνατή; Υπάρχουν φορές που δικαιολογείται η βία ως πράξη εκδίκησης ή μήπως όχι; Τέλος, ο συγγραφέας θίγει τα θέματα της προσφυγιάς, του πολέμου, αλλά και της αθεΐας.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, το οποίο θα μας προβληματίσει και θα το θυμόμαστε για αρκετό καιρό μετά το πέρας της ανάγνωσής του.

 


Αλέξανδρος Πιστοφίδης, Ηρώδης, Νέρων, Ιουλιανός, Οι τρεις "καταραμένοι" φιλέλληνες και το τέλος του αρχαιοελληνικού κόσμου, εκδ. Θερμαϊκός

 

Η ιστορία της παρακμής του αρχαιοελληνικού κόσμου όπως δεν μας την είπαν ποτέ…

 

          Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι η ιστορική αλήθεια έχει αποκατασταθεί σχετικά με την τεράστιας έκτασης καταστροφή του αρχαίου κόσμου που έλαβε χώρα από τους χριστιανούς κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Ακόμη και στα σχολικά βιβλία, η ιστορία της επικράτησης του χριστιανισμού μπορεί να μην παρουσιάζεται ως τόσο αιματοβαμμένη όσο πραγματικά ήταν μεν, αλλά, οπωσδήποτε, είναι πλέον εγγύτερα στην ιστορική αλήθεια, σε σχέση με τη δεκαετία του 1990, όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο.

Ωστόσο, η ύπαρξη και η έκδοση πονημάτων που μας θυμίζουν την αληθινή ιστορία της επικράτησης της θριαμβεύουσας θρησκείας, όπως το νέο πόνημα του οικονομολόγου  και συγγραφέα από τη Δράμα Αλέξανδρου Πιστοφίδη, είναι πάντοτε επίκαιρη και χρήσιμη στους ψαγμένους αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την Ιστορία.

Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο βασικές ιστορικές θεματικές. Πρώτον, επιχειρεί να αποκαταστήσει τη μνήμη τριών μεγάλων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συκοφαντήθηκαν άδικα από ορισμένους ιστορικούς των παλαιότερων χρόνων και έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική μας μνήμη ως «καταραμένοι» αυτοκράτορες. Πρόκειται για τον Ηρώδη τον Μέγα, τον Ιουλιανό και τον Νέρωνα.

Ο Ηρώδης ο Μέγας (37π.Χ.-4 μ.Χ.) ήταν στην πραγματικότητα ένας μεγάλος φιλέλληνας, ένας θαυμαστής και λάτρης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ο οποίος κατηγορήθηκε αδίκως για την υποτιθέμενη «σφαγή των νηπίων», ένα γεγονός που μας πέρασαν ως αληθινό οι Άγιες Γραφές, που δεν είναι ιστορικά ντοκουμέντα- αλλά και ο ίδιος του ο λαός, λόγω της ιδουμαιοαραβικής καταγωγής του και της ελληνοφιλίας του.

Όσον αφορά τη μνήμη του αυτοκράτορα Νέρωνα (37-68μ.Χ.), αυτή έχει ως επί τω πλείστον αποκατασταθεί πλέον από τους σύγχρονους ιστορικούς, αφού έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι ο Νέρων ήταν ένας συνειδητός ελληνολάτρης και ότι δεν ήταν παρανοϊκότερος από άλλους Ρωμαίους αυτοκράτορες, π.χ. από τον σκληρόκαρδο τύραννο αυτοκράτορα Τιβέριο.

Τέλος, ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός (331-363μ.Χ.), είναι γνωστό πια ότι δεν κατεδίωξε ανελέητα τους χριστιανούς, όπως υποστήριζε η Εκκλησία επί αιώνες, ούτε και ότι το εγχείρημά του για την επαναφορά της αρχαίας θρησκείας ήταν εντελώς ανεδαφικό σε μία εποχή όπου οι παγανιστές δεν ήταν ακόμη πολύ λιγότεροι αριθμητικά από τους χριστιανούς. Ο Ιουλιανός δεν ήταν ένας ρομαντικό ιδεολόγος, αλλά αντιθέτως, ένας λιτοδίατος, ασκητικός και σοφός αυτοκράτορας, ο οποίος δήλωνε ερωτευμένος με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, όπως άλλωστε και ο Νέρωνας και ο Ηρώδης. Και φυσικά είναι άδικο να κατηγορείται ως διώκτης των χριστιανών τη στιγμή που στην εποχή του δεν έλαβε χώρα ούτε το ένα τρίτο από τις καταστροφές των αρχαιοελληνικών ναών και των αρχαιοελληνικών κειμένων που διέπραξαν αργότερα οι χριστιανοί. Ο Ιουλιανός ήταν μεν παγανιστής, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι οπαδός της ανεξιθρησκίας, κάτι που δυστυχώς δεν ήταν μεταγενέστεροι αυτοκράτορες όπως ο Θεοδόσιος ο Μέγας και ο Ιουστινιανός.

Τα υπόλοιπα μέρη του βιβλίου του Πιστοφίδη, ο δεύτερος θεματικός άξονάς του δηλαδή, αποτελείται από εκτενή παράθεση των χριστιανών απολογητών και του ρόλου του οποίου έπαιξαν εκείνοι στην παρακμή του αρχαιοελληνικού κόσμου, από την παράθεση των συνεπειών της επικράτησης του χριστιανισμού, αλλά και από τη διερεύνηση της θέσης του κατά πόσον ήταν τελικά ελληνικό το Βυζάντιο ή όχι και κατά πόσον αυτό συνέβαλε τόσο στην ανάπτυξη της επιστήμης και στη διάσωση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας.

Και εδώ η απάντηση είναι αρνητική, παρά τις εδραιωμένες πεποιθήσεις των περισσοτέρων, αφού το Βυζάντιο δεν συνέβαλε διόλου στην ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί στην αρχαία Ελλάδα, αλλά επέλεξε να διασώσει από την αρχαιοελληνική γραμματεία μονάχα ότι δεν αντέφασκε στον χριστιανικό πολιτισμό της εποχής.

Τέλος, ο συγγραφέας προβαίνει σε μία αναλυτική εξήγηση του «εβραϊκού θαύματος», μας εξηγεί δηλαδή για ποιον λόγο οι Εβραίοι είχαν πάντοτε και εξακολουθούν να έχουν δεσπόζουσα θέση στις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα γράμματα και γιατί εμείς οι Έλληνες χάσαμε τη δική μας. Παραθέτει επίσης και τα ονόματα Ελληνων και Εβραίων μεσαιωνικών, αλλά και σύγχρονων φιλοσόφων.

Ένα εξαίρετο βιβλίο, γραμμένο με κάθε σεβασμό απέναντι στην ιστορική αλήθεια και τις πηγές της που προτίθεται να διαφωτίσει και την «άλλη» πλευρά, εκείνη των χαμένων της Ιστορίας…

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Bettany Hughes, Τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, εκδ. Ψυχογιός

 

Πόσο πολλά γνωρίζουμε τελικά για τα περίφημα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου; Σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε μονάχα να τα απαριθμήσουμε δίχως να μπορούμε να πούμε τίποτε παραπάνω για αυτά. Κι όμως, τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου μπορούν να μας πουν πολλά πράγματα για την εποχή τους και για τους πολιτισμούς που τα δημιούργησαν, διότι η ιστορία τους είναι, συγχρόνως, και η ιστορία του αρχαίου μας κόσμου.

Τη συγγραφέα του ιστορικού αυτού βιβλίου, τη Μπέτανι Χιουζ, τη γνώρισα πρώτη φορά μέσα από το καταπληκτικό της πόνημα για την ιστορία της Κωνσταντινούπολης. Ως ιστορικός και παρουσιάστρια εκτός από συγγραφέας διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες για να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα όπως το παρόν πόνημα, το οποίο άπτεται πολλών διαφορετικών εποχών και πολιτισμών, όπως ο αρχαιοελληνικός, ο αιγυπτιακός και  εκείνος των Βαβυλωνίων και των Καρών της Μικράς Ασίας.

Η Χιουζ μετά από μία σύντομη εισαγωγή, στην οποία αναλύει τους λόγους για τους οποίους τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου εξακολουθούν να μας εντυπωσιάζουν και σήμερα, και την παράθεση εικόνων, χρονολογίου, αλλά και χαρτών και σχεδίων αρχαιολογικών τοποθεσιών, παρουσιάζει κάθε ένα από τα Επτά θαύματα αναλυτικότατα με την εξής σειρά: η Μεγάλη Πυραμίδα  της Γκίζας, οι Κρεμαστοί Κήποι της Βαβυλώνας, ο Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, το άγαλμα του Ολυμπίου Διός, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο Κολοσσός της Ρόδου και ο Φάρος της Αλεξάνδρειας.

Η Χιουζ δεν αρκείται μόνο στην περιγραφή καθενός από τα θαύματα, αλλά μας δίνει επίσης πολλές πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο κατασκευής του και τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή έλαβε χώρα και από ποιον. Επίσης, προσφέρει στον αναγνώστη μια τοιχογραφία ολόκληρης της εποχής στην οποία το θαύμα κατασκευάστηκε ή μας δίνει πολλές πληροφορίες σχετικά με αυτόν που έδωσε διαταγή να ανεγερθεί το συγκεκριμένο θαύμα, αλλά και για όλους όσους σχετίζονταν με αυτόν τον ηγεμόνα.

 Έτσι ως αναγνώστες θα μάθουμε πολλά όχι μόνο για τον ίδιο τον Φαραώ Χέοπα, αλλά και για τον Μυκερίνο και για την εταίρα Ροδώπις, για τον Ναβουχοδονόσορα των Βαβυλωνίων, τη Νινευή και την ίδια τη Βαβυλώνα, για την Παρθένο Θεά Άρτεμις και τη λατρεία της, για τον Δία και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για τον βασιλέα Μαύσωλο της Καρίας και τη σύζυγό του την Αρτεμισία, για τη ναυτική και δυνατή πόλη της Ρόδου, τον γλύπτη Χάρη από τη Λίνδο και τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, αλλά και για τον μεγάλο Μακεδόνα βασιλέα Αλέξανδρο και τον Πτολεμαίο Α΄. Επιπλέον, η Χιουζ μας πληροφορεί και για τον τρόπο με τον οποίο το έξι από τα επτά αυτά θαύματα καταστράφηκαν τελικά και που βρίσκονται τα ερείπιά τους, αν αυτά υπάρχουν ακόμη.

Εκτός από τα παραπάνω, η συγγραφέας εγκιβωτίζει στις περιγραφές της και αποσπάσματα από πρωτογενείς πηγές  της εποχής που αναφέρονται στα θαύματα, αλλά και δευτερογενείς από άλλες εποχές και εξετάζει παράλληλα, και όλους τους μύθους που συνδέονται με το συγκεκριμένο θαύμα.

Ο κατάλογος των θαυμάτων του αρχαίου κόσμου δημιουργήθηκε τον δεύτερο προχριστιανικό αιώνα και πιο συγκεκριμένα η αρχαιότερη αναφορά για αυτά βρίσκεται σε έναν πάπυρο, τον αποκαλούμενο και ως πάπυρο του Βερολίνου, τον Laterculi Alexandirni.Έκτοτε αρκετοί μεγάλοι συγγραφείς της αρχαιότητας αναφέρουν τα θαύματα, ο Καλλίμαχος, ο Αντίπατρος ο Σιδώνιος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Ψευδο-Φίλων ο Βυζάντιος. Οπωσδήποτε ο αριθμός επτά δεν μπορεί παρά να είναι συμβολικός και το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμη και σήμερα, τόσες χιλιάδες χρόνια μετά από την κατασκευή τους, αισθανόμαστε κάπως συνδεδεμένοι με αυτά.

Η συγγραφέας καταλήγει, επομένως, στο παρακάτω συμπέρασμα για τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου:

«Ψάχνουμε όλοι μας για νόημα. Για ιστορίες με πλοκή. Για γεγονότα με ένα μοτίβο. Αγαπάμε την ιδέα των Επτά Θαυμάτων επειδή υπάρχει ομαδοποίηση που δίνει συνοχή στην Ιστορία. Και ενώ τα Επτά Αρχαία Θαύματα μας έχουν γίνει συχνά αντιληπτά ως μία ετερόκλητη συλλογή, στην πραγματικότητα σχετίζονται όλα μεταξύ τους γεωγραφικά, φυσικά και πολιτισμικά. Τα Θαύματα υπηρετούν έναν πλούσιο τριπλό σκοπό. Κατασκευάστηκαν εν μέρει για να τροφοδοτήσουν την ανάγκη μας για θαυμαστές ιστορίες-να βιώσουμε και να μιλήσουμε για το μεγαλύτερο, το καλύτερο, το ψηλότερο, το πιο παράξενο, το πιο τολμηρό. Ενθαρρύνουν έναν κορεσμό στο τώρα, με την υποταγή σε μία παρούσα, αγνή αίσθηση θαυμασμού. Μας υπενθυμίζουν την κυρίαρχη επιθυμία μας να συνεργαστούμε και να δημιουργήσουμε πέρα από τις δυνατότητες του ατόμου».

Τέλος, να συμπληρώσουμε ότι η έκδοση στο τέλος της συνοδεύεται από παράθεση εκτενούς βιβλιογραφίας, παράθεση σημειώσεων-πλην των παραπομπών που υπάρχουν σε πολλά σημεία του βιβλίου-, αλλά και ευρετηρίου.

Γιώργος Σπανουδάκης, Οι Ελεφθερωτές, εκδ. Βακχικόν

  Ακροβασία και γόνιμος διάλογος μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας   « Δεν μίλησα ποτέ στον γιο μου. Ένα παραμύθι. Ένα ψέμα να κοιμηθεί. Απ...