Λίγες γυναίκες άσκησαν
τόση επίδραση στην παγκόσμια σκέψη του εικοστού αιώνα όσο η Σιμόν ντε Μποβουάρ,
η γυναίκα που, εκτός από σύντροφος του επίσης διάσημου υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν
Πολ Σαρτρ, διεκδικεί επαξίως τους τίτλους της συγγραφέας, της φιλοσόφου, της
ακτιβίστριας, αλλά και της φεμινίστριας. Γνωστή στον περισσότερο κόσμο για το
περίφημο έργο της με τίτλο «Το δεύτερο φύλο», η Σιμόν ντε Μποβουάρ υπήρξε στην
πραγματικότητα πολυγραφότατη.
Ένα από τα έργα της είναι και το πρώτο μέρος της
αυτοβιογραφίας της με τίτλο «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης». Τίτλος, αν μη
τι άλλο, ελαφρά ειρωνικός, μιας και αποδίδει όλη τον χλευασμό και την
περιφρόνηση που η Σιμόν ντε Μποβουάρ απέδιδε στους τύπους και τους κανόνες της
εποχής της. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι πράγματι, όταν ήταν μικρή ήταν μια
«καθώς πρέπει κόρη» στα όλα της.
Η
Σιμόν ντε Μποβουάρ γεννήθηκε το 1908 στο Παρίσι και μεγάλωσε στη γνωστή
συνοικία του Μονπαρνάς. Ήταν κόρη δικηγόρου-που δήλωνε άθεος- σε αντίθεση με τη
μητέρα της που ήταν αρκετά συντηρητική και αυταρχική- τουλάχιστον έτσι όπως
παρουσιάζεται στο βιβλίο-και έδωσε στα δύο κορίτσια της χριστιανικές αρχές.
Η
Σιμόν είχε μία ευτυχισμένη παιδική ηλικία, τουλάχιστον προτού η οικογένειά της
ξεπέσει οικονομικά, όπως συνέβη μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και προτού
αρχίσει η ίδια να αμφισβητεί τα πάντα γύρω της και να αντιδρά απέναντι τις
νουθεσίες και τις παραινέσεις των γονιών της, μπαίνοντας στην εφηβεία.
Η
αφήγηση στο βιβλίο ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια, συνεχίζει με τα σχολικά
και τελειώνει με τα χρόνια των σπουδών της στους τομείς της Φιλοσοφίας, της
Λογοτεχνίας, των Μαθηματικών και των Ξένων Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο της
Σορβόννης και στην Ecole
Normale
Superieure,
όπου συνάντησε και τον Ζαν Πολ Σαρτρ. Από τη στιγμή που η Σιμόν μπόρεσε να
γίνει καθηγήτρια στο γαλλικό δημόσιο, εγκατέλειψε το σπίτι και τους
καταπιεστικούς γονείς της και άνοιξε τα φτερά της προς μία νέα ζωή με έναν νέο
συνοδοιπόρο. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο
η συγγραφέας επιλέγει να τερματίσει την αφήγησή της, καθώς τα χρόνια της
κοινής της ζωής με τον Ζαν Πολ Σαρτρ θα τα αφηγηθεί σε επόμενο βιβλίο της.
Μία
προσωπικότητα τόσο εκκεντρική και ιδιαίτερη όπως αυτή της Σιμόν δεν θα
μπορούσε, φυσικά, να γράψει μία συνηθισμένη αυτοβιογραφία. Έτσι λοιπόν, οι
χρονολογίες απουσιάζουν σχεδόν εντελώς από αυτήν, ενώ μεγάλη έκταση δίνεται και
στις προσωπικές της σκέψεις καθώς και στην παράθεση των δικών της απόψεων για
διάφορα θέματα.
Γιατί,
όμως αποφάσισε να γίνει συγγραφέας; Τι ήταν αυτό που την έθελξε σε αυτή τη
δραστηριότητα; Η αλήθεια είναι ότι η Σιμόν ελκόταν από πολύ μικρή ηλικία από τα
βιβλία. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της διάβαζε μανιωδώς κάθε είδους βιβλίο
που έπεφτε στα χέρια της.
«Ο
πρωταρχικός λόγος ήταν ο άμετρος θαυμασμός μου προς τους συγγραφείς. Ο πατέρας
μου τους θεωρούσε ανώτερους απ’ τους λογίους, τους ευρυμαθείς, τους καθηγητές.
Είχα πειστεί κι εγώ για την υπεροχή τους. Ακόμα κι αν τ’ όνομά του ήταν
πασίγνωστο, η μονογραφία ενός ειδικού απευθυνόταν σε λιγοστούς ανθρώπους.
Μυθιστορήματα όμως διάβαζαν οι πάντες: άγγιζαν τη φαντασία, την καρδιά. Χάριζαν
στον συγγραφέα την πιο οικουμενική, την πιο ενδόμυχη δόξα».
Εν
κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο-σταθμό που θα μας φέρει πιο κοντά στον
τρόπο σκέψης μιας μεγάλης προσωπικότητας που σφράγισε τον εικοστό αιώνα.



