Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Kerstin Holzer, Ένα καλοκαίρι στη λίμνη, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

Μια συναρπαστική ματιά σε μια στιγμή της ζωής του μεγάλου λογοτέχνη

 

Καλοκαίρι 1918, Τέγκερνζεε, στη Βαυαρία της Γερμανίας. Ο μετέπειτα νομπελίστας λογοτέχνης Τόμας Μαν, σε ηλικία σαράντα τριών ετών και ήδη διάσημος στη Γερμανία-κυρίως λόγω της επιτυχίας που σημείωσε το μυθιστόρημά του «Οι Μπούντενμπροκ»- παραθερίζει για το καλοκαίρι στην πανέμορφη αυτή λίμνη των βαυαρικών Άλπεων αναζητώντας έμπνευση στο ειδυλλιακό τοπίο, αλλά και ευκαιρίες για χαλάρωση. Μαζί του βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα Κάτια και τα πέντε παιδιά τους, η Έρικα σχεδόν στα δεκατρία της χρόνια, ο Κλάους που κοντεύει τα δώδεκα, η Γκόλο στα εννέα, η Μόνι στα οκτώ και η μόλις τριών μηνών Ελίζαμπετ, η αγαπημένη κόρη του Τόμας. Μαζί τους έχουν μία νταντά, μία μαγείρισσα, μία οικιακή βοηθό και τον επίσης αγαπημένο σκύλο του Τόμας, τον Μπάουσαν.

Εκ πρώτης όψεως, μπορεί το θέμα του βιβλίου να μην ακούγεται ιδιαίτερα συναρπαστικό. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η χαρισματική πένα της Κέρστιν Χόλτσερ-δια μέσου της έξοχης μετάφρασης στην ελληνική της Έμης Βαϊκούση- κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον και ευκολοδιάβαστο. Συν τοις άλλοις, θα μάθουμε πολλά για τη ζωή του μεγάλου λογοτέχνη. Το ύφος της αφήγησης είναι ιδιαίτερα θερμό. Η συγγραφέας φαίνεται να ξέρει επακριβώς που ακριβώς πρέπει να σταθεί στην αφήγησή της, που πρέπει να αποφύγει να πλατειάσει και που να προσθέσει περισσότερες λεπτομέρειες. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε-ιδιαίτερα σε όσους από εμάς τους αναγνώστες αρέσουν να διαβάζουν βιογραφικά πονήματα- ότι είναι πάντοτε ιδιαίτερα συναρπαστική μία καλή ματιά στη ζωή ενός μεγάλου ανθρώπου που επηρέασε με το έργο του την ανθρωπότητα με οποιονδήποτε τρόπο, είτε αυτός ήταν μουσικός, είτε λογοτέχνης, είτε καλλιτέχνης, είτε πολιτικός.

Το βιβλίο καταφέρνει επίσης να περάσει όλη αυτή την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα και την ηρεμία της λίμνης Τέγκερζεε. Αλήθεια, πώς όμως περνάει τον χρόνο του στη βίλα που έχει νοικιάσει εκεί για έναν μήνα ο μεγάλος λογοτέχνης; Ας μην ξεχνάμε ότι η εποχή αυτή είναι ιδιαίτερα δύσκολη: βρισκόμαστε στα τέλη του Πρώτο Παγκοσμίου Πολέμου, του μεγαλύτερου πολέμου που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα, και οι στερήσεις στη Γερμανία δεν είναι διόλου λίγες. Το φαγητό δεν είναι άφθονο και η ήττα των Γερμανών είναι προ των πυλών. Εκεί θα βρίσκεται ο λογοτέχνης όταν θα μάθει τα δυσάρεστα νέα: ότι η Γερμανία ηττήθηκε στον πόλεμο και ότι το όνειρο για τη δόξα της χώρας παγώνει οριστικά-τουλάχιστον προς το παρόν.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που καταρρέει ο Μαν εξακολουθεί να δουλεύει με πρόγραμμα: το Κύριος και σκύλος είναι το έργο που προχωράει εκείνο το καλοκαίρι, παράλληλα με το Μαγικό Βουνό, του οποίου η σύλληψη έχει ήδη λάβει χώρα και θα το προχωρήσει όταν θα επιστρέψει στο Μόναχο.

Κατά τα άλλα, ο Μαν απολαμβάνει μεγάλους περιπάτους με τον σκύλο του, ορειβασία στο βουνό με τη γυναίκα του, επισκέψεις φίλων-αλλά και πεθερικών με τα οποία δεν διατηρεί, είναι η αλήθεια, και την καλύτερη σχέση, παιχνίδια με τα παιδιά του, κωπηλασία στη λίμνη.

Η συγγραφέας δεν αγνοεί τον περίγυρο του Μαν, είτε αυτός είναι γεωγραφικός, είτε ο οικογενειακός, είτε ο ιστορικός. Γι’ αυτό ακριβώς και το βιβλίο της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Ένα καλοκαίρι που σημάδεψε πολλαπλώς τον μεγάλο νομπελίστα μέσα από μία χαρισματική αφήγηση, αποτελούν μία πολύ καλή  αναγνωστική πρόταση για τις διακοπές μας. Οι διακοπές αυτές έμειναν αξέχαστες στον Μαν σε σημείο που να σημειώσει ο ίδιος, αργότερα την ίδια χρονιά, στο ημερολόγιό του, αναπολώντας το καλοκαίρι του: «Η Τέγκερνζεε ζει ακόμη μέσα μου».


Χουάν Χοσέ Μιγιάς, Χουάν Λουίς Αρσουάγα, Η ζωή όπως την αφηγείται ένας σάπιενς σε έναν νεάντερνταλ, εκδ. Gutenberg

 

Ένα πρωτότυπο πόνημα, το οποίο κινείται ανάμεσα στο φιλοσοφικό-επιστημονικό δοκίμιο και τη λογοτεχνική καταγραφή γράφουν δύο συγγραφείς από την Ισπανία, ένας συγγραφέας και φιλόσοφος από τη Βαλένθια, ο Χουάν Χοσέ Μιγιάς, και ένας παλαιοανθρωπολόγος, ο Χουάν Λουίς Αρσουάγα Φερέρας από τη Μαδρίτη, γνωστοί και οι δύο στους τομείς ενασχόλησής τους. Το πόνημά τους, το οποίο τιτλοφορείται «Η ζωή όπως την αφηγείται ένας σάπιενς σε έναν νεάντερνταλ» μεταφράζουν οι εκδόσεις Gutenberg στην ελληνική γλώσσα δια μέσω του Κώστα Αθανασίου.

            Πώς προέκυψε, όμως, η ιδέα της συγγραφής ενός τέτοιου πονήματος, που απαντά σε βασικά ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη του ανθρώπου, τις διαφορές του από τα ζώα, την προέλευσή του, τη βιολογία του και την περίοδο της προϊστορίας; Η ιδέα ανήκε στον συγγραφέα Μιγιάς, ο οποίος μετά από μία επίσκεψη στην Αταπουέρκα, μία ορεινή περιοχή κοντά στο Μπούργος, γνωστή για τα παλαιοντολογικά ευρήματά της αποφάσισε να ασχοληθεί και να μάθει περισσότερα σχετικά με το αντικείμενο της προϊστορίας, για το οποίο ένιωθε πως δεν γνώριζε πολλά.

Μετά από αυτή την επίσκεψη γνώρισε τον παλαιοντολόγο Αρσουάγα Φερέρας και του πρότεινε, αφού διέκρινε πως αυτός διέθετε το χάρισμα του προφορικού αφηγητή, να του μάθει όσα δεν ξέρει σχετικά με το αντικείμενο αυτό, και κατόπιν ο ίδιος να «συλλέξει» τις προφορικές αυτές παραδόσεις σε ένα βιβλίο. Όπως και έγινε, λοιπόν, και πρόκειται για το διαλογικό πόνημα για το οποίο μιλάμε τώρα εδώ. Το βιβλίο αυτό, επομένως, περιέχει τις συζητήσεις που διεξήγαγαν σχετικά με την καταγωγή του ανθρώπου οι δύο άνδρες στα πιο απίθανα μέρη, ο συγγραφέα ως «Νεάντερνταλ» και ο παλαιοανθρωπολόγος ως « Σάπιενς». Στο επίκεντρο των συζητήσεων αυτών βρίσκεται, επομένως, και η σύγκριση μεταξύ των δύο διαφορετικών αυτών homo, του homo neaderdalensis και του homo sapiens sapiens.

Αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που μεταδίδει γνώσεις και απαντά σε ερωτήματα, δίχως, όμως, να συγκαταλέγεται ανάμεσα σε επιστημονικού τύπου βιβλία με παραπομπές και δύσκολη γλώσσα και ορολογία. Αντιθέτως, το πόνημα αυτό, με τους άφθονους διαλόγους και το πηγαίο χιούμορ, τόσο λόγω του τρόπου γραφής του  Μιγιάς, όσο και εξαιτίας του γεγονότος ότι και οι δύο συνομιλητές διαθέτουν άφθονη αίσθηση του χιούμορ, προορίζεται για να διαβαστεί από όλους, ακόμη και από φιλοπερίεργους εφήβους και μεγάλα παιδιά. Ο Φερέρας, λοιπόν, κατηχεί τον Μιγιάς σε ότι έχει να κάνει με τον άνθρωπο και την ιστορία της καταγωγής και της εξέλιξής του.

Πώς προέκυψε η δίποδη βάδιση; Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ του ουρακοτάγκου, του γορίλα, του χιμπατζή και του ανθρώπου σε ό,τι αφορά την ικανότητά τους να κρεμιούνται από κλαδιά δέντρων; Ποιες είναι οι διαφορές όλων αυτών σε ό,τι αφορά τη διατροφή τους; Πού διαφέρουν οι εγκέφαλοί μας από εκείνους των τετράποδων θηλαστικών; Πότε εμφανίστηκε ο παρεμβατικός θεός στην ανθρώπινη προϊστορία; Ποια χαρακτηριστικά μας εξυπηρετούν αποκλειστικά σεξουαλικές και αισθητικές ανάγκες και ποια είναι αποτέλεσμα μακραίωνης φυσικής επιλογής; Πώς γεννήθηκε η γλώσσα;

Οι συζητήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα στα πιο απίθανα κάθε φορά μέρη, μέσω βιωματικής μάθησης για τον «μαθητή» Νεάντερνταλ Μιγιάς: από μουσείο, αρχαιολογικό χώρο ή κοιλάδα με παλαιολιθικά ευρήματα, μέχρι σε λαϊκή αγορά, παιχνιδάδικο, ακόμα και σε sex shop.

Μια αφήγηση γεμάτη φλέγμα και χιούμορ που υπόσχεται να λύσει όλες τις απορίες μας σχετικά με την ανθρώπινη εξέλιξη και να μας ταξιδέψει πίσω στην προϊστορία.


Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, Τα Θεοδωρακικά, Αθήνα, 2025

 


Ο Μίκης Θεοδωράκης, γεννημένος στο όμορφο νησί της Χίου στις 29 Ιουλίου 1925 θεωρείται, και δικαίως, μαζί με τον Μάνο Χατζηδάκι, ένας από τους εθνικούς μας συνθέτες. Μετά από τον πρόσφατο θάνατό του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 2021, κυκλοφόρησαν αρκετά βιβλία σχετικά με τον βίο και το έργο του, ένα εκ των οποίων θα μας απασχολήσει εδώ. Έχει τίτλο «Τα Θεοδωρακικά» και ο συγγραφέας του είναι διακεκριμένος μουσικός, αλλά και μουσικολόγος. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Ανδριόπουλος και ο εν λόγω συγγραφέας είναι ο ιδρυτής από το 2004 του Καλλιτεχνικού Συνόλου «Πολύτροπον».

Ο Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και έχει πραγματοποιήσει σπουδές στους τομείς της θεολογίας, της ευρωπαϊκής και της βυζαντινής μουσικής, ενώ έχει συνεργαστεί και με τον Θάνο Μικρούτσικο. Εκτός από το παρόν πόνημα έχει επίσης συγγράψει τα εξής βιβλία: Τα Χατζηδακικά, Ελληνορωσικά και Νιγηρίας Αλεξάνδρου παρακαταθήκες.

Το βιβλίο του εξετάζει πρωτίστως το θεοδωρακικό έργο-και λιγότερο τον βίο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, μέσα από εννέα σύντομα δοκίμια ποικίλης θεματολογίας. Όπως μας λέει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του, το πόνημά του αυτό είναι αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τον Μίκη Θεοδωράκη και τη μουσική του.

Το πρώτο δοκίμιο τιτλοφορείται ως «Οι εκκλησιαστικές υποθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη και η σχέση του με τη βυζαντινή μουσική». Σε αυτό ο συγγραφέας διασαφηνίζει ότι ο Θεοδωράκης είχε δεχτεί πάμπολλες επιδράσεις από τον τομέα της βυζαντινής μουσικής και ότι θεωρούσε μάλιστα, ως πρώτη μουσική τροφή όλων μας την εκκλησιαστική. Σε αυτό το δοκίμιο αναφέρεται στο τροπάριο με τον τίτλο «Κασσιανή» που συνέθεσε ο συνθέτης για ανδρική χορωδία το 1942, αλλά και στον «Ύμνο στον Θεό» , τα «Επιφάνια Αβέρωφ» και την «Αποκάλυψη» , όλα του πολύ γνωστά έργα στον τομέα της θρησκευτικής μουσικής. Ο συγγραφέας αναφέρεται επίσης εκτενώς στην νεκρώσιμη Ακολουθία που έγραψε ο Θεοδωράκης το 1984 αφιερωμένο στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων από τους ναζί στις 13 Δεκεμβρίου 1943.

Ο ίδιος ο Θεοδωράκης έλεγε σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μουσικής στο έργο του: «Σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μελωδίας στη μουσική μου μπορώ να πω ότι βρίσκεται μέσα στο κάθε μου έργο, σχεδόν σε κάθε μου μελωδία». Και συνεχίζει ο συγγραφέας: «Πρόκειται για τον Μίκη Θεοδωράκη που δεν είναι έτσι γνωστός στο ευρύτερο κοινό: ως Βυζαντινός! Φυσικά, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάλογες επιρροές έχει δεχτεί και από τη δημοτική μουσική και από το ρεμπέτικο. Αλλά η βυζαντινή μουσική είναι γι’ αυτόν η πηγή! Η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και η μουσική που καθορίζει τον Νέο Ελληνισμό».

Τοδ δεύτερο δοκίμιο, μικρότερο σε έκταση ανιχνεύει τους παραλληλισμούς ανάμεσα σε δύο ποιητικές ανθολογίες δύο ατόμων που δεν είχαν επαφή μεταξύ τους στα νιάτα τους, ωστόσο οι ανθολογίες τους ήταν παρεμφερείς, είχα δηλαδή κοινά σημεία. Τα δύο άτομα αυτά είναι ο Θεοδωράκης και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Δροσίνης, Μαβίλης και Καβάφης ήσαν οι νεανικές προτιμήσεις τους, τις οποίες ο Θεοδωράκης έκανε τις πρώτες του απόπειρες να μελοποιήσει.

Το τρίτο δοκίμιο, πολύ σύντομο σε έκταση, ασχολείται με τη σχέση Νίκου Σκαλκώτα και Θεοδωράκη. Το τέταρτο, επίσης πολύ σύντομο σε έκταση τιτλοφορείται ως «Τετράγωνο Νο.40, Ένα μπαλέτο του Μίκη Θεοδωράκη για το ελληνικό χορόδραμα» και ασχολείται με το εν λόγω έργο. Το πέμπτο επικεντρώνεται στη σχέση του Θεοδωράκη με τον μεγάλο ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, ενώ το έκτο στη σχέση του με τον ποιητή Διονύση Καρατζά. Σε αυτό, ως υποκεφάλαιο, παρουσιάζεται και η τελευταία σύνθεση του Θεοδωράκη, το κύκνειο άσμα του, η Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων, έργο γραμμένο το 2009. Το επόμενο δοκίμιο, το έβδομο στη σειρά εξετάζει τη σχέση του Θεοδωράκη με τον Θάνο Μικρούτσικο στο έργο του πρώτο με τίτλο «Κατάσταση πολιορκίας». Τα δύο τελευταία δοκίμια είναι αφιερωμένα στο έργο του Μίκη στη γαλλική γλώσσα και στις μεταφράσεις που έγιναν στο έργο του στην αραβική γλώσσα.

Εν κατακλείδι, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που να εξετάζει το έργο του Θεοδωράκη στο σύνολό του, αλλά για μία επιλεκτική ενασχόληση από πλευράς του συγγραφέα ορισμένων πτυχών του θεοδωρακικού έργου. Παρ’ όλα αυτά, το έργο αυτό θα μας συστήσει κάποιες άγνωστες, ενδεχομένως, πλευρές του θεοδωρακικού έργου και, κατ’ επέκταση, και του βίου του ίδιου του μεγάλου μουσικοσυνθέτη.

Καταλήγει, επομένως, ο συγγραφέας, εκφράζοντας για άλλη μία φορά τον θαυμασμό του για τον μεγάλο συνθέτη: «Ο Μίκης Θεοδωράκης εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος «άγνωστος»! Το έργο του είναι πολύπλευρο και τεράστιο για να… χωράει μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης σίγουρα είναι υπόθεση του μέλλοντός μας».

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Μήτσος Μυράτ, Μαρίκα Κοτοπούλη, Μία «σχεδόν» άγνωστη βιογραφία Εισαγωγή-Επιμέλεια- Επίμετρο Διονύσης Ν. Μουσμούτης

 

Πόσα γνωρίζουμε στ’ αλήθεια για μία από τις μεγαλύτερες, ομολογουμένως, Ελληνίδες ηθοποιούς του περασμένου αιώνα; Η διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν είναι μεγάλη, γι’ αυτό η βιογραφία της γραμμένη από τον άνθρωπο που τη γνώρισε τόσο καλά από πρώτο χέρι, τον γαμπρό της και επίσης ηθοποιό, τον Μήτσου Μυράτ, δεν μπορεί παρά να είναι πολύτιμη. Η ευχάριστη αυτή πρωτοβουλία ανήκει στην εκδόσεις «Όταν», αλλά και στον Διονύση Μουσμούτη που επιμελήθηκε τη βιογραφία και γράφει την εισαγωγή και το επίμετρο.

«Ο κόσμος του θεάτρου είχε να λέει για το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της, τη γλώσσα του «λιμανιού» που χρησιμοποιούσε, τον εθισμό της στη μορφίνη, τους παθιασμένους έρωτες στα νιάτα της, τα φιλοβασιλικά της φρονήματα και την υποστήριξη στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που δεν την εμπόδιζε να κρύβει διωκόμενους ηθοποιούς στα καμαρίνια της για να αποφύγουν τη σύλληψη. Ποια ήταν η Κοτοπούλη, που κάποιοι τη μισούσαν, και που ο ανταγωνισμός της με την άλλη σπουδαία του ελληνικού θεάτρου και συνομήλική της, την Κυβέλη, δίχαζε το κοινό σε φιλοβασιλικούς και βενιζελικούς;»

Το παραπάνω απόσπασμα, παρμένο από την εισαγωγή του βιβλίου, μας βάζει στο κλίμα σχετικά με τα όλα όσα έχουμε ακούσει κατά καιρούς για τη διάσημη ηθοποιό, και μας μαρτυρά μία μεγάλη αλήθεια: την εποχή εκείνη, του Εθνικού Διχασμού, οι φιλοβασιλικοί λάτρευαν την Κοτοπούλη, ενώ οι βενιζελικοί την Κυβέλη Αδριανού.

«Κάθε γειτονιά της παλιάς Αθήνας είχε την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της. Του Ψυρρή, ο κουτσαβακισμός, ο μουρουζισμός…Η Νεάπολις, η κιθάρα, η καντάδα, ο ρομαντισμός… Το Μεταξουργείο, ο πετροπόλεμος, η μαγκαρία, ο τσαχπινισμός, ο παιδιάστικος πανζουρλισμός… Όλη η Αθήνα και όλη η Μαρίκα. Το γέννημα και θρέμμα της Αθήνας».

Το εν λόγω απόσπασμα αποδεικνύει περίτρανα ότι η βιογραφία της Μαρίκας Κοτοπούλη δεν είναι μόνο βιογραφία της ίδιας, αλλά και σκιαγράφηση ολόκληρης εκείνης της ταραγμένης εποχής  στην Αθήνα του Εθνικού Διχασμού. Η εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής της σταματάει κάπως απότομα, είναι η αλήθεια, με τη δολοφονία του μεγάλου αγαπημένου της Κοτοπούλη, του Ίωνα Δραγούμη στις 31 Ιουλίου του 1920.

Η βιογραφία είναι αρκετά ιδιόρρυθμη, δεν τηρεί αυστηρή χρονολογική σειρά, δίνει έμφαση στα παιδικά και στα νεανικά χρόνια της Κοτοπούλη, αλλά και στην εποχή της μεγάλης δόξας της, και αποτελεί επίσης βιογραφία και του ίδιου του συγγραφέα, του Μήτσου Μυράτ, αλλά και ολόκληρου του θεατρικού κατεστημένου της εποχής, των  τελών, δηλαδή, του 19ου αιώνα, και των αρχών του 20ου. Επιπροσθέτως, η βιογραφία διαθέτει αρκετή πρόζα, η οποία ζωντανεύει την  αφήγηση και την κάνει αρκετά λογοτεχνική στη μορφή της, παραμερίζοντας τον όποιο δοκιμιακό της χαρακτήρα. Ουσιαστικά πρόκειται για μία επιλεκτική εξιστόρηση κάποιων συγκεκριμένων γεγονότων της ζωής της, μία αυθόρμητη καταγραφή, την οποία διανθίζουν σπάνιες φωτογραφίες δικές της, αλλά και ανθρώπων του περιβάλλοντός της, πως του  αγαπημένου της Ιώνα Δραγούμη, του συγγραφέα Σπύρου Μελά, των ηθοποιών Ευτύχιου Βονασέρα, Κωνσταντίνου Σαγιώρ, Εδμόνδου Φυρστ, Τηλέμαχου Λεπενιώτη και άλλων πολλών.

Το επίμετρο περιέχει συνοπτικές βιογραφίες των κύριων προσώπων του βιβλίου και της ζωής της Κοτοπούλη, όπως και των θιάσων που έπαιξε και των παραστάσεων που έδωσε στο θεατρικό σανίδι. Το εκτενές παράρτημα, τέλος, περιέχει, αναφορές στη διάσημη ηθοποιό από εφημερίδες της εποχής.


Kerstin Holzer, Ένα καλοκαίρι στη λίμνη, εκδ. Μεταίχμιο

    Μια συναρπαστική ματιά σε μια στιγμή της ζωής του μεγάλου λογοτέχνη   Καλοκαίρι 1918, Τέγκερνζεε, στη Βαυαρία της Γερμανίας. Ο μετ...