Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Eric Chacour, Όσα ξέρω για σένα, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

 

Η ιστορία ενός γιατρού από τον Κάιρο από έναν νέο και πολλά υποσχόμενο λογοτέχνη

 

          O Ερίκ Σακούρ έλκει την καταγωγή του από την Αίγυπτο, γεννήθηκε στο Μόντρελα του Καναδά και μοιράζειτ η ζωή του μεταξύ της Γαλλίας και του Κεμπέκ του Καναδά. Στο πρώτο βιβλίο του, όμως, μοιάζει να θυμάται την πρώτη του πατρίδα, τη μακρινή Αίγυπτο. Ο Ερίκ Σακούρ είναι οικονομολόγος και εργάζεται στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Το πρώτο μυθιστόρημα που εκδίδει με τίτλο «Όσα ξέρω για σένα» αποτελεί την πολύ ιδιαίτερη ιστορία ενός γιατρού που γεννιέται και μεγαλώνει στο Κάιρο στα μέσα του περασμένου αιώνα. Ο Ταρέκ, γεννημένος το 1955, ανήκει σε μία γενιά νέων που δεν ρωτήθηκαν για τις επιλογές τους στη ζωή. Έγινε γιατρός όπως και ο πατέρας του, σχεδόν χωρίς να ξέρει αν αυτό ήταν εκείνο που η ψυχή του ποθούσε πραγματικά.

Κατόπιν, ο Ταρέκ παντρεύτηκε την Αρμένισσα Μίρα Νακελιάν, από έρωτα, όπως νόμιζε. Ο γάμος τους δεν ήταν ούτε ευτυχισμένος, ούτε δυστυχισμένος, μάλλον αδιάφορος. Παιδιά δεν έκαναν, και η ζωή τους ακολουθούσε τους συνηθισμένους καθημερινούς ρυθμούς, με την απόσταση, όμως, ανάμεσα στο ζευγάρι μάλλον να μεγαλώνει παρά να μειώνεται.

Όλα θα αλλάξουν στη ζωή του και θα έρθουν τα πάνω κάτω όταν θα γνωρίσει τον Αλί, ένα φτωχόπαιδο από την παρακμιακή συνοικία του Μοκατάμ που του ζητά βοήθεια για την βαριά άρρωστη μητέρα του. Ο Ταρέκ δεν θα διστάσει να του την προσφέρει, σύντομα όμως θα ανακαλύψει πως οι βεβαιότητές του στη ζωή κάθε άλλο παρά διασφαλισμένες είναι…

Στο πρόσωπο του Αλί ο Ταρέκ θα ανακαλύψει τον αληθινό έρωτα και την πραγματική ομοφυλοφιλική του φύση. Όταν ο τελευταίος θα αρχίσει να τον βοηθά στο ιατρείο του, οι σχέσεις τους θα γίνουν τελικά στενότερες από ποτέ. Αντιθέτως, οι σχέσεις του με τη γυναίκα του θα γίνουν όλο και πιο αδιάφορες... Και σύντομα η καλή κοινωνία του κόσμου του Καΐρου, στην οποία ανήκει ο Ταρέκ και όχι, φυσικά, ο Αλί, θα αρχίσει να μιλάει… Το αποκορύφωμα θα έρθει με τη δολοφονία του Αλί-ή μήπως όχι;

Αυτή θα αναγκάσει τον Ταρέκ να μεταναστεύσει στον Καναδά. Και εκεί ακριβώς έρχεται να πάρει το νήμα της αφήγησης ο γιος του Ταρέκ, ο γιος που αυτός δεν ήξερε ότι είχε όταν έφυγε…

Το βιβλίο είναι μοιρασμένο ανάμεσα στις δύο αυτές αφηγήσεις, του Ταρέκ και του γιου του, γραμμένες και οι δύο σε δεύτερο και τρίτο, κάποιες φορές, ενικό πρόσωπο. Αναφορές στην πολιτική κατάσταση του εικοστού αιώνα υπάρχουν, βέβαια, στο βιβλίο, όμως ο Σακούρ δεν αφήνει ποτέ έξω από το κέντρο της αφήγησής του τον ίδιο τον άνθρωπο και τις κοινωνικές σχέσεις του, τα συναισθήματα, τις σκέψεις του και τις βαθύτερες επιθυμίες του. Σε αυτά επικεντρώνεται πρωτίστως, αποδεικνύοντας τη βαθιά κατανόηση που έχει στην ανθρώπινη φύση, αλλά και το αφηγηματικό ταλέντο που τον διακρίνει.

Ένα μυθιστόρημα για την εγκατάλειψη ενός πατέρα από τον γιο του, για την εγκατάλειψη μιας γυναίκας, για την κοινωνική καταδίκη που συνεπάγονταν οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις και για το πως τα καλά κρυμμένα οικογενειακά μας μυστικά μας αλλάζουν σαν ανθρώπους και μας δίνουν, καμιά φορά τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γιάννης Νικολούδης, Κόκκινο φαράγγι, εκδ. Πατάκη

 

Μία μυθιστορία-μελέτη του Κακού και το τοπίο ως πρωταγωνιστής

 

          Ένα φαράγγι είναι πάντοτε ένας τόπος άγριος, ένα μέρος επικίνδυνο, το βασίλειο της φύσης και των άγριων ζώων. Ένα μέρος δυσπρόσιτο, όπου δύσκολα πλησιάζει άνθρωπος, ένα μέρος που μπορεί να κρύβει πολλά…

          Η ιστορία που μας αφηγείται ο Γιάννης Νικολούδης στη νουβέλα του διαδραματίζεται σε ένα φαράγγι. Πρόκειται για μία ιστορία που κρύβει πολλά μυστικά από το παρελθόν. Και πολλή βία. Γι’ αυτό και το φαράγγι είναι κόκκινο…

          Ο τόπος στον οποίο τοποθετείται το συγκεκριμένο φαράγγι, ο αληθινός πρωταγωνιστής της νουβέλας του δεν προσδιορίζεται. Ο αναγνώστης υποθέτει ότι αυτό βρίσκεται κάπου στην ελληνική ύπαιθρο. Ούτε και ο χρόνος προσδιορίζεται ακριβώς, αλλά από το γεγονός ότι οι ήρωες του βιβλίου διαθέτουν κινητά με κάμερες, καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη εποχή. Υπάρχει, όμως, μία γενικότερη ασάφεια σε ό,τι αφορά τον τόπο και τον χρόνο-ακόμη και την ακριβή χρονική στιγμή της ημέρας κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα- στο βιβλίο. Η ασάφεια, βέβαια, η αοριστία, το δυσνόητο και η σύγχυση σε ό,τι αφορά πρόσωπα, τόπο, γεγονότα, ήρωες, κίνητρα των ηρώων, το παρόν και παρελθόν τους είναι βασικά συστατικά του βιβλίου και από τις βασικές επιδιώξεις του συγγραφέα, ο οποίος φαίνεται ηθελημένα να προκαλέσει μπέρδεμα στο μυαλό των αναγνωστών του. Ακόμη και η ίδια η υπόθεση του βιβλίου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ασάφεια.

Τρεις νέοι, δυο αγόρια και ένα κορίτσι, που ακούν στα παρατσούκλια Foxyl@dy, D@rkking47 και Snakesk!nAI, παρατσούκλια βγαλμένα από τα σύγχρονα video games, βρίσκονται κατά λάθος μέσα σε ένα σπίτι, ζωσμένο από πυκνή βλάστηση, έρημο και ακατοίκητο. Αυτός είναι και ο πρώτος αφηγηματικός άξονας του βιβλίου που συνυπάρχει και εναλλάσσεται διαρκώς αφηγηματικά με τον δεύτερο, με τα πεπραγμένα και τη δράση, δηλαδή, ενός άνδρα με σκοτεινό παρελθόν, ο οποίος προσπαθεί να αγνοήσει τα παιδικά του τραύματα και επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του και στο πατρικό του σπίτι μετά από ένα θεμελιώδες γεγονός της ζωής του.

 

          Από μόνο του, ένα φαράγγι και ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι χωμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση, είναι εξαιρετικά υποβλητικά στο νου οποιουδήποτε αναγνώστη. Από μόνα τους αυτά, μαζί με τις περιγραφές του Νικολούδη, δημιουργούν μία ατμόσφαιρα μυστηρίου, θρίλερ θα μπορούσαμε να πούμε, όπου ο αναγνώστης περιμένει διαρκώς το κακό να συμβεί, το κακό που καραδοκεί κάπου εκεί, χωμένο μέσα στην πυκνή βλάστηση. Η βροχή και ο αέρας εννοείται πως συμπληρώνουν επάξια το όλο υποβλητικό σκηνικό. Και πράγματι, ο συγγραφέας μας οδηγεί σιγά σιγά στην κορύφωση και αυξάνει πόντο πόντο την περιέργεια των αναγνωστών του για το τι ακριβώς συνέβη τελικά στο κόκκινο φαράγγι, στο έρημο σπίτι, αλλά και στο μυστηριώδες παρελθόν των ηρώων του.     

Οι συμβολισμοί είναι έντονη, το ίδιο και η αύρα του μυστηρίου, όπως και η ψυχολογική φόρτιση των ηρώων του. Αξιοπρόσεκτη είναι επίσης και η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας , μία γλώσσα άκρως ρεαλιστική και γεμάτη από βωμολοχίες και την αργκό που οι έφηβοι χρησιμοποιούν σήμερα.

Ένα βιβλίο που δημιουργεί απορίες, ένα βιβλίο που αναζητά, αλλά δεν δίνει απαντήσεις, το οποίο θα θυμόμαστε κυρίως για τη μοναδική και πολύ επιτυχημένη ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργεί.


Elaine Garvey, Το βεστιάριο, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

 

Ο κόσμος των παρασκηνίων του θεάτρου αποκαλύπτεται…

 

          Το όνομα της Ιλέιν Γκάρβει (Elaine Garvey) δεν λέει τίποτε-ακόμη- στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, καθώς το μυθιστόρημά της με τίτλο «Το βεστιάριο» είναι το πρώτο της βιβλίο που μεταφράζεται στην ελληνική, αλλά, συγχρόνως και το πρώτο της μυθιστόρημα. Βέβαια, να σημειώσουμε εδώ ότι η Ιλέιν δεν δηλώνει ακριβώς πρωτοεμφανιζόμενη στον χώρο της λογοτεχνίας, αφού κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή και έχει δημοσιεύσει, συγχρόνως, και αρκετά διηγήματα. Όπως και να έχει, πάντως, «Το βεστιάριο» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο φιλοδοξεί να μας ξεναγήσει στα «άδυτα» των παρασκηνίων του θεάτρου, σε όσα, δηλαδή, δεν βλέπουν οι θεατές και όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν πίσω από τις φανταχτερές σκηνές του παλκοσένικού.

          Η εικοσιεφτάχρονη Μαρέιντ είναι μοδίστρα και δουλεύει στο βεστιάριο ενός παλιού θεάτρου, του Θεάτρου του Σεντ Λέναρντ, στο Λονδίνο, εν έτει 2002. Η Μαρέιντ δουλεύει με εξαντλητικούς ρυθμούς κάνοντας τις πιο αφανείς και, ενίοτε, και αηδιαστικές δουλειές που μπορούν να γίνουν σε ένα θέατρο: φροντίζει για τα ενδύματα και τα υποδήματα των ηθοποιών, ράβει επιδιορθώνοντας ό,τι χαλασμένο υπάρχει, από φερμουάρ μέχρι ξηλωμένα μανίκια, και πλένει ακόμη και τα εσώρουχα των ηθοποιών! Συν τοις άλλοις, φορτώνεται πολλές φορές την ευθύνη για ό,τι στραβό συμβαίνει κατά τη διάρκεια των προβών και της παράστασης, ενώ οφείλει και να αντισταθεί και στις, χυδαίες πολλές φορές, ερωτικές προτάσεις που δέχεται από τον παραγωγό της παράστασης.

          Η Μαρέιντ, παρ’ όλα αυτά τα δυσάρεστα, δεν φαίνεται  να περνάει κατά βάθος τόσο άσχημα εκεί, όσο φαίνεται από την πρώτη ματιά. Κατά βάθος χαίρεται με τη φλυαρία και το κουτσομπολιό των παρευρισκόμενων εκεί, των άλλων ανθρώπων που δουλεύουν μαζί της, των ηθοποιών, ακόμη και των πιο «υψηλά» ιστάμενων. Όπως και να ’χει, το Θέατρο του Σεντ Λέναρντ είναι ο μικρόκοσμός της, με τα καλά του και με τα άσχημά του.

Η ίδια, όμως, διχάζεται μεταξύ δύο κόσμων, όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε αποδημεί από την πατρίδα του και από τον τόπο στον οποίο μεγάλωσε και μετοικεί σε ένα εντελώς ξένο περιβάλλον: το σώμα της βρίσκεται μεν στο Λονδίνο, αλλά τόσο η σκέψη της όσο και η καρδιά της δεν είναι ακόμη εντελώς ξεκάθαρο που ανήκουν. Στο πολύβουο και απάνθρωπο Λονδίνο ή στην υγρή και μοναδική φύση της Ιρλανδίας από όπου και κατάγεται;

Ο ξαφνικός θάνατος της γιαγιάς της θα τη φέρει αναγκαστικά πίσω στον τόπο στον οποίο έριξε μαύρη πέτρα φεύγοντας και θα την κάνει να αναρωτηθεί σχετικά με τις επιλογές της. Όπως κάθε απόδημος, θα αναρωτηθεί πολλές φορές: «Έκανα καλά που έφυγα;», «Πού ανήκω τελικά;», «Θα έπρεπε να επιστρέψω;»

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες: Λονδίνο, εμπειρίες από την καθημερινότητα του θεάτρου με τις πρόβες των ρούχων, την προετοιμασία, την ίδια την  παράσταση και το μάζεμα και το καθάρισμα των ρούχων κατόπιν εορτής, Ιρλανδία, η πατρίδα με τους συγγενείς και την κηδεία της γιαγιάς τη Δεύτερη μέρα του Πάσχα των Καθολικών, και Λονδίνο, επιστροφή στον κόσμο του θεάτρου και ώρα για μεγάλες αλλαγές στη ζωή της Μαρέιντ.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε μία ιδιότυπη πρωτοπρόσωπη αφήγηση που περιλαμβάνει γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό και αποφεύγει τις μακροσκελείς περιγραφές. Μια προσωπική εξομολόγηση- της Μαρέιντ και της συγγραφέως-γραμμένης με απόλυτη ειλικρίνεια.

Edith Wharton, Τα χρόνια της αθωότητας, εκδ. Μεταίχμιο

 

Ένα βιβλίο-καθρέφτης της μεγαλοαστικής κοινωνίας της Νέας Υόρκης στις αρχές του 20ου αιώνα

 

 

            Αρκετά βιβλία της Αμερικανίδας συγγραφέως Ίντιθ Γουόρτον, που έζησε από το 1862 ως το 1937, εκδόθηκαν στη χώρα μας προσφάτως, όπως «Το σπίτι της ευθυμίας», «Οι παραδόσεις της χώρας» και «Τα χρόνια της αθωότητας», όλα από τις εκδόσεις μεταίχμιο.

Σήμερα θα μιλήσουμε εδώ για το τελευταίο από αυτά, το μυθιστόρημα με τίτλο «Τα χρόνια της αθωότητας». Η Ίντιθ Γουόρτον ανήκε σε μία πλούσια οικογένεια της Νέας Υόρκης και αυτές ακριβώς τις εμπειρίες και τον κόσμο της πλούσιας αστικής τάξης στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα περιγράφει στα μυθιστορήματά της. Συνεπώς, όλα της τα βιβλία περιέχουν και αυτοβιογραφικές αναφορές.

Το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν αυτό που χάρισε στην Ίντιθ Γουόρτον το Βραβείο Πούλιντζερ το 1921. Και πράγματι, ίσως, πρόκειται για το πιο ανάλαφρο και πιο καλογραμμένο από όλα της τα πονήματα, καθώς και αυτό που επικεντρώνεται σε μία ιστορία απελπισμένου, αδιέξοδου και μάταιου έρωτα. Διότι αυτό που φαίνεται σε εμάς απλό σήμερα- έρωτας δίχως τα στεγανά των  κοινωνικών τάξεων- στις κοινωνικές τάξεις των αριστοκρατών και των μεγαλοαστών της Αμερικής στις αρχές του εικοστού αιώνα δεν ήταν παρά μία ουτοπία, ένα άπιαστο όνειρο. Έτσι και εδώ λοιπόν, ο Νιούλαντ Άρτσερ, γόνος επιφανούς μεγαλοαστικής οικογένειας της Νέας Υόρκης ερωτεύεται παράφορα την εξαδέλφη της νόμιμης αρραβωνιαστικιάς του, την διαζευγμένη Κόμισσα Έλεν Ολένσκα, η οποία αντιμετωπίζεται ως μαύρο πρόβατο από τους αριστοκρατικούς κύκλους της Νέας Υόρκης.είναι

Η αρραβωνιαστικιά του και μετέπειτα σύζυγός του, η Μέι Ουέλαντ, είναι το αθώο θύμα της υπόθεσης και εκείνη, όμως, που θα καταλάβει τελικά τα πάντα, αλλά δεν θα αρνηθεί να ενώσει τη ζωή της μαζί του, παρ’ όλα αυτά, και να του χαρίσει μάλιστα και δύο παιδιά. Και δεν είναι ότι ο Νιόυλαντ Άρτσερ δεν αγαπά την όμορφη γυναίκα του- πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η Μέι είναι όμορφη, ελκυστική, τρυφερή και ευαίσθητη, μία σωστή αριστοκράτισσα, με καλούς τρόπους και ανατροφή, εν ολίγοις απολύτως κατάλληλη για να γίνει σύζυγος του Νιούλαντ Άρτσερ.

Το πρόβλημα είναι καθαρά διαχρονικό, όπως συμβαίνει σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης: ο κεραυνοβόλος έρωτας, ο οποίος παρασέρνει τα πάντα στον διάβα του και δεν αφήνει τίποτε όρθιο.

Το μυθιστόρημα περιγράφει αυτόν τον απελπισμένο έρωτα ανάμεσα στους δύο συγγενείς, τις προσπάθειές τους να τον κρατήσουν κρυφό και καταλήγει στην τυφλή υποταγή των δύο εραστών στις επιταγές της μοίρας: απλούστατα κανείς από τους δύο δεν μπορεί να ξεφύγει τελικά από τα δίχτυα της κοινωνικής του τάξης. Και οι δυο τους είναι καταδικασμένοι να ζήσουν όπως επιτάσσει η καλή κοινωνία της εποχής και να παραμερίσουν τα θέλω και τις βαθύτερες επιθυμίες τους.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Γουόρτον δεν περιέχει σχεδόν καμία ερωτική σκηνή στο βιβλίο της. Όλα υπονοούνται. Ως μέλος της καλής κοινωνίας της εποχής και η ίδια η Γουόρτον δεν καταδέχεται να συμπεριλάβει τίποτε το μεμπτό στις σελίδες του βιβλίου της, τίποτε το ανήθικο και κατακριτέο .

Όσο για τη γραφή της Γοόυρτον μένει και αυτή σταθερή, όπως είναι σε όλα της τα βιβλία: πληθωρική, με έμφαση στη λεπτομέρεια και τις περιγραφές και με την τάση να μην αφήνει τίποτε στην τύχη. Η Γουόρτον δεν ασχολείται μόνο με το βασικό θέμα της, αλλά με όλα. Με αυτόν τον τρόπο η εξιστόρηση των ηθών της εποχής, των τραπεζιών του καλού κόσμου, των πάρτι, των ταξιδιών και των βραδιών στην Όπερα είναι τόσο λεπτομερής και εναργής που για αυτό ακριβώς τα βιβλία της Γουόρτον αποτελούν τον καθρέφτη μιας ολόκληρης εποχής.

 


Eric Chacour, Όσα ξέρω για σένα, εκδ. Μεταίχμιο

      Η ιστορία ενός γιατρού από τον Κάιρο από έναν νέο και πολλά υποσχόμενο λογοτέχνη             O Ερίκ Σακούρ έλκει την καταγωγή...