Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Antonio Skarmeta, Ένας απόμακρος πατέρας, εκδ. Κλειδάριθμος

 

 

            Ο Αντόνιο Σκάρμετα, γεννημένος το 1940 στη Χιλή, θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής. Απεβίωσε το 2024 και εκτός από συγγραφέας ήταν και σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ο Σκάρμετα έγινε γνωστός παγκοσμίως μέσα από τη μεταφορά του βιβλίου του «Ardiente paciencia», Φλογερή Υπομονή (στα ελληνικά το βιβλίο μεταφράστηκε ως Ο ταχυδρόμος του Νερούδα) στον ιταλικό κινηματογράφο με τον τίτλο “Il postino”, ο ταχυδρόμος.

            Μετά τον «Ταχυδρόμο του Νερούδα» και το «Οι μέρες του ουράνιο τόξου» οι εκδόσεις Κλειδάριθμος μεταφράζουν στην ελληνική, δια μέσου της Αγγελικής Βασιλάκου, το έργο του με τίτλο «Ένας απόμακρος πατέρας» (Un padre de pelicula), ένα έργο που γράφτηκε το 2010.

Το  Un padre de pelicula, σημαίνει, κατά λέξη, ένας κινηματογραφικός πατέρας, παρ’ όλο που στην ελληνική ο τίτλος του έργου αποδόθηκε εντελώς διαφορετικά. Και αυτό διότι στην υπόθεση του βιβλίου βασικό ρόλο παίζουν εξίσου ένας εξαφανισμένος, αλλά και απόμακρος πατέρας, αλλά και ο ίδιος ο κινηματογράφος ως μέσο ψυχαγωγίας και διασκέδασης.

Ο Ζακ μένει με τη Χιλιανή μητέρα του και τον Γάλλο πατέρα του Πιέρ σε ένα χωριό της Χιλής ονόματι Κοντούλμο, το οποίο βρίσκεται κοντά στη μεγαλύτερη κωμόπολη Ανγκόλ. Μόλις ο Ζακ έλαβε το πτυχίο του ως δάσκαλος και επέστρεψε στο χωριό του ως διορισμένος δάσκαλος, ο πατέρας του εξαφανίστηκε. Υποτίθεται πως γύρισε στο Παρίσι, τουλάχιστον αυτό λένε όλοι, ο Ζακ, όμως, ξέρει πολύ καλά πως ο πατέρας του δεν έστειλε ούτε ένα γράμμα από εκεί, βυθίζοντας τη μητέρα του στη μαύρη απελπισία…

Φαίνεται, όμως, πως ο γείτονας και φίλος του Ζακ, Κριστιάν, μυλωνάς στο επάγγελμα, γνωρίζει τι ακριβώς έχει συμβεί. Την αλήθεια θα ανακαλύψει μια μέρα ο Ζακ όταν αποφασίσει να επισκεφθεί τη γειτονική κωμόπολη Ανγκόλ μαζί με τον Κριστιάν προκειμένου να επισκεφθούν έναν εκεί γνωστό οίκο ανοχής.

Η επίσκεψη του Ζακ εκεί υπαγορεύτηκε, ουσιαστικά, μετά από παρότρυνση του δεκαπεντάχρονου μαθητή του Αουγκούστο, με τον οποίο ο Ζακ διατηρεί μία πολύ ιδιόρρυθμη σχέση, αλλόκοτη για ενήλικα και μαθητή, που αγγίζει τα όρια της κανονικής φιλίας. Ο Αουγκούστο και οι δύο αδελφές του θα είναι το κλειδί για την ευτυχία του Ζακ, ο οποίος, μαζί με τη μητέρα του, εξακολουθεί μάταια να ελπίζει στην επιστροφή του πατέρα του.

Ο πατέρας του Ζακ διατηρεί, εν τέλει, έναν κινηματογράφο που φέρνει γαλλικές ταινίες στη μικρή αυτή γειτονική κωμόπολη. Πρόκειται για τον μοναδικό κινηματογράφο της περιοχής. Το γεγονός αυτό είναι εκείνο που δικαιολογεί τον τίτλο του έργου στα ισπανικά «Un padre de pelicula». Βέβαια, εδώ βλέπουμε πως το σινεμά καθίσταται επίσης και το μέσο ενηλικίωσης του Πιέρ-και του Αουγκούστο, κατ’ επέκταση. Ο κινηματογράφος είναι αυτός που θα βοηθήσει τον Πιερ να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο των ενηλίκων, να ανακαλύψει τα-ουκ ολίγα απ’ ότι φαίνεται- κρυμμένα μυστικά του πατέρα του, και να απομυθοποιήσει μέσα του εκείνη τη εικόνα του πατέρα του που έχει δεδομένη ως τέλεια. Αφετέρου, αυτή η μυστηριώδης και τόσο δραματική φυγή του πατέρα του Ζακ είναι καθαρά κινηματογραφική, αν μη τι άλλο, αφού προσφέρει άφθονο σασπένς και τροφή για σχόλια-όχι πάντοτε καλοπροαίρετα φυσικά-από τους  κατοίκους του μικρού χωριού που έχουν έφεση στο κουτσομπολιό.

Ένας πατέρας βγαλμένος σαν από ταινία, λοιπόν, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου του Σκαρμέτα, μαζί με τον Ζακ. Η μητέρα δεν εμφανίζεται παρά σε ελάχιστες σκηνές του βιβλίου.

Τα κεφάλαια του βιβλίου είναι μικρά και αυτοτελή, ο συγγραφέας είναι σαν να εστιάζει σε ένα διαφορετικό στιγμιότυπο κάθε φορά και ο χαρακτήρας της αφήγησης αποσπασματικός. Εξάλλου, όσοι έχουν διαβάσει ξανά Σκάρμετα στο παρελθόν γνωρίζουν το ιδιάζον αφηγηματικό στυλ του που αρέσκεται να αφήνει σκοτεινά σημεία στην ερμηνεία του και να αφήνει, καμιά φορά, με απορίες τον αναγνώστη.

Αν μη τι άλλο πάντως, το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η σχέση παιδιών και γονέων, ιδιαίτερα η σχέση μεταξύ πατέρα και γιου. Από το παρακάτω απόσπασμα, εξάλλου, βλέπουμε τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στον ψυχισμό των παιδιών, ακόμη κι αν αυτά είναι σχεδόν ενήλικες, η απώλεια του πατέρα:

«Παρόλο που είμαι σχεδόν πάντα λυπημένος, το  κρασί μου φέρνει μια διαφορετική θλίψη. Σαν να κυλάει μια πολύ βαθιά μοναξιά στις φλέβες μου. Από τότε που έφυγε ο πατέρας, λαχταρώ τον θάνατο».


Γιώργος Θ. Συριόπουλος, El funcionario, εκδ. Gema

 

Μία σατυρική νουβέλα χωρίς «ασφαλή όρια», μία ελεγεία στην ευρωκρατία των Βρυξελλών συγγράφει ο Γιώργος Θ. Συριόπουλος, δημοσιογράφος και ανταποκριτής της ΕΡΤ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα. Έχοντας σπουδάσει Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο ΕΑΠ, αλλά και Δημοσιογραφία στις Βρυξέλες, σίγουρα είναι ο πλέον κατάλληλος για να γράψει την παρούσα συγκαλυμμένη κριτική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό μέσα από  τη μορφή μιας ευκολοδιάβαστης νουβέλας.

          Πιο συγκεκριμένα, όπως μας λέει στον πρόλογο του βιβλίου ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, «το βιβλίο του Γιώργου Συριόπολου είναι μία φωνή απογοήτευσης, μια αφήγηση πικρίας, μια έκφραση θυμού, παρά την προσπάθεια του συγγραφέα να αποκρύψει αυτή την πτυχή μέσω της ειρωνείας».

          Οι δώδεκα μυθιστορίες του βιβλίου συνδέονται ακατάλυτα μεταξύ τους σχηματίζοντας μία μικρή νουβέλα με αρχή, μέση και τέλος, η οποία διαδραματίζεται στις Βρυξέλλες, την πιο ευρωπαϊκή από όλες τις πόλεις, την καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας εστιάζει στα προβλήματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ, τα οποία μας απαριθμεί και ο Παπανδρόπουλος με σαφήνεια στην αρχή του βιβλίου:

          «Το πρόβλημα είναι ότι ουδέποτε υπήρξε θεσμός διακυβέρνησης που να μοιάζει με την ΕΕ. Δεν είναι κράτος, ακόμη κι αν ενεργεί σαν να είναι. {…}Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η ΕΕ δεν αποτελεί μία οντότητα με εδαφικά σύνορα. {…}Οι δυσκολίες της Ευρώπης είναι σαφείς. Χωρίς κοινό όραμα για την άμυνα και με αποσταθεροποιητικές πιέσεις στην περιφέρειά της, η ήπειρος σύντομα θα χρησιμεύσει ως θέατρο, παρά ως συμμετέχων, σε έναν ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων.{…} Όσο πιο εσωτερικά διαιρεμένη είναι η Ευρώπη, τόσο περισσότερο θα βρεθεί στο έλεος αυτών των οπορτουνιστικών μεγάλων δυνάμεων (σημ. εννοείται των ΗΠΑ , της Ρωσίας και της Κίνας). {…}Η Ευρώπη ξεχνά τον εαυτό της όταν ξεχνά ότι γεννήθηκε μέσα από την ιδέα του λόγου και από το πνεύμα της φιλοσοφίας».

Ο συγγραφέας δεν θέλει, φυσικά, να υποβαθμίσει τα όσα πέτυχε η Ευρώπη μέχρι τώρα και δεν αρνείται το γεγονός ότι βοήθησε τελικά την Ελλάδα, παρά τις πιέσεις που ασκήθηκαν στη χώρα από την Ευρώπη. Όμως, τον συγγραφέα απασχολεί η ατέλειωτη γραφειοκρατία και η βραδύτητα που χαρακτηρίζει τη λήψη των αποφάσεών της, το γεγονός αν τελικά είναι όντως τόσο δημοκρατική όσο θέλει να πιστεύει, κι αυτό εφόσον «φοβάται» τα δημοψηφίσματα και εφόσον οι μεγάλες χώρες διαθέτουν ένα αδιαμφισβήτητο προβάδισμα έναντι στις μικρές και μήπως, εν τέλει, η Ευρώπη είναι μία βιτρίνα μόνο, παραγνωρίζοντας την όποια ουσία.

Μέσα από δώδεκα κεφάλαια του βιβλίου του και μέσα από τα μάτια ενός υπαλλήλου της ΕΕ στις Βρυξέλλες, θίγει μία σειρά από θέματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του Συμβουλιου της Ευρώπης και των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα, αλλά και σχετικά με τη ζωή που κάνουν όσοι διαμένουν στις Βρυξέλλες.

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Ο υπάλληλος της σημαίας», ο Φιλοκράτης, ο πρωταγωνιστής φονξονάριος του βιβλίου, ευρωσκώληκας κατά συνείδηση, κάνει μία ανάρτηση στα ΜΚΔ σχετικά με τη δουλειά του εκεί και την Ευρώπη. Εδώ ο συγγραφέας μας παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών της Ευρώπης, τις καταβολές, την ίδρυσή της και άλλα. Εν συνεχεία, ο Φιλοκράτης μας ενημερώνει για το «χριστουγεννιάτικο δέντρο της ευρωκρατίας». Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συγγραφέα:

« Το «The Brussel’s Christmas tree» είναι έκφραση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρόπο των ευρωκρατών να προσθέτουν ολοένα και περισσότερα στοιχεία σε μια νομοθετική πρόταση ή «δέσμη»-σαν να στολίζουν υπερβολικά ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο- μέχρι που υπερφορτώνεται με παράπλευρα μέτρα, εξαιρέσεις, απαλλαγές και συμβολικές ποσθήκες».

Ακολούθως ο συγγραφέας, διαμέσου του Φιλοκράτη,  μας περιγράφει πως λειτουργούν όλα αυτά μέσα στα ΜΚ και πως βρίσκουν τη θέση τους οι υποθέσεις των χωρών μέσα στην ίδια την Ευρώπη. Τα δύο επόμενα κεφάλαια είναι πιο ανάλαφρα περιγράφοντας τις σχέσεις των υπαλλήλων μεταξύ τους- και τις ερωτικές-στις Βρυξέλλες- και το πως περνάνε τα Σάββατά τους εκεί -με ψώνια και ταξίδια, αφού πρόκειται για μία πολύ ευνοημένη δουλειά με καλές παροχές. Εν συνεχεία, ο Φιλοκράτης μας μιλά για τα δημοψηφίσματα και το πόσο τα φοβούνται στην Ευρώπη, αλλά και για το πως είδαν την περιπέτεια της Ελλάδας το 2015 οι Ευρωπαίοι μέσα από τις οθόνες τους.

Το επόμενο κεφάλαιο βάζει τον Φιλοκράτη να δίνει σε έναν δημοσιογράφο μία συνέντευξη «off the record», εκθέτοντας ανώνυμα όλα τα κακώς κείμενα της Ευρώπης. Μετά μας τίθεται το ερώτημα αν η ΕΕ θα μπορούσε να έχει Πρόεδρο. Το βιβλίο τελειώνει με την αποχώρηση του Φιλοκράτη από τη θέση του στις Βρυξέλλες, με τη συνταξιοδότησή του, δηλαδή, και με την επάνοδό του στην Ελλάδα.

Ένα πολύ ιδιαίτερο, επομένως, βιβλίο, πρωτότυπης θεματολογίας, είναι το εν λόγω πόνημα που απευθύνεται σε ψαγμένους αναγνώστες που τους αρέσει να προβληματίζονται.


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Βασίλης Ραφαηλίδης, (Μυθ)ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

 

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης είναι σίγουρα ο αγαπημένος ιστορικός όσων νέων επιθυμούν σήμερα να μάθουν ιστορία. Ελάχιστοι ιστορικοί καταφέρνουν να αφηγηθούν με τόσο φλέγμα τα γεγονότα και κυρίως με τόσο πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης θα μπορούσε, επίσης, να είναι και ο αγαπημένος ιστορικός όλων των Ελλήνων αν δεν έλεγε τα πράγματα ως ακριβώς έχουν-όντας δηλαδή, πολλές φορές, κάπως άβολα για τους Έλληνες σοβινιστές. Σε αυτή την καταπληκτική μελέτη του σχετικά με την καταγωγή των Ευρωπαίων ξεκαθαρίζει, πρώτα από όλα, ευθέως, ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει σήμερα λαός με αμιγή φυλετική καθαρότητα. Και αυτό προς απάντηση όλων όσων επιμένουν να λένε ότι εμείς οι Νεοέλληνες καταγόμαστε φυλετικά από τους Αρχαίους Έλληνες. Διότι η γλωσσική συνέχεια δεν αποδεικνύει και τη φυλετική, απεναντίας μάλιστα…

«(Μυθ) ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων», όχι απλώς Ιστορία, έτσι ονομάζει ο Ραφαηλίδης την μελέτη του και ορθώς, αφού αναφέρεται σε εποχές της προϊστορίας οπότε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μύθου και Ιστορίας δεν είναι πάντα εφικτό να γίνει με ακρίβεια.

Αυτή είναι, επομένως, η ιστορία των λαών που αποτέλεσαν τη βάση των σημερινών Ευρωπαίων, όλων εκείνων των βαρβάρων οι οποίοι, όπως αρέσκονται να λένε περιχαρής μερικοί από εμάς, έτρωγαν βελανίδια όσο εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, αλλά, όπως συμπληρώνει  πολύ ρεαλιστικά ο Ραφαηλίδης, «όταν εκείνοι θα χτίζουν νέους Παρθενώνες στο φεγγάρι, εμείς δεν θα τρώμε ούτε βελανίδια, γιατί δεν θα έχουμε ούτε βελανίδια»!

Κέλτες, Άβαροι, Σλάβοι, Γερμανοί, Γότθοι, Σκανδιναβοί, Βουργουνδοί, Λίγυρες, Ετρούσκοι, Λατίνοι, Πελασγοί, Ούννοι, Ιλλυριοί, Ίβηρες και πολλοί άλλοι συμπληρώνουν τα εθνολογικό ανακάτεμα των σημερινών λαών της Ευρώπης και γεμίζουν με ποικιλία την καθηλωτική και αποκαλυπτική αυτή μελέτη.

Συν τοις άλλοις, το βιβλίο αυτό δρα και ως γλωσσολογικό οδηγός, αφού θα απαντήσει σε πολλές απορίες μας σχετικές με την προέλευση κάποιων ονομάτων χωρών, λαών και τόπων και θα εξηγήσει πολλά πράγματα σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης. Και, φυσικά, πολλοί μύθοι θα καταρριφθούν με αυτή τη μελέτη που δεν αφορά ακριβώς εμάς τους Έλληνες, αλλά έχει πολλές αναφορές στην ιστορία του ελληνικού χώρου, του Βυζαντίου και των Νεοελλήνων.

Ζώης Κάσαρης-Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Bar Italia, εκδ. Ψυχογιός

 

 

            Δύο φίλοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη, σπούδασαν νομικά και πλέον ζουν στην Αθήνα, ο Ζώης Κάσαρης και ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, μοιράζονται, εκτός από τη συγγραφή του παρόντος βιβλίου με τίτλο «Bar Italia» και ένα άλλο κοινό: την αγάπη τους για τη γείτονα χώρα, την Ιταλία. Αποφασίζουν, λοιπόν, να καταθέσουν την εμπειρία της εκεί επίσκεψής τους στο αναγνωστικό κοινό, εν είδει ημερολογιακής καταγραφής.

            Οι δυο τους αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Ιταλία χωριστά, ο Ζώης μόνος του και ο Γιάννης μαζί με την Κ.-πρόσωπο που  δεν κατονομάζεται στο βιβλίο. Από καιρού εις καιρόν βρίσκονται σε ένα μπαρ στην Αθήνα, το Bar Italia, προκειμένου να καταθέσουν τις εμπειρίες τους και να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους από την επίσκεψή τους στην ωραιότερη-γι’ αυτούς-χώρα του κόσμου. Και η αλήθεια είναι ότι κάμποσοι Έλληνες θα συμφωνούσαν μαζί τους, ως λάτρεις της ιταλικής κουλτούρας- και πρώτα πρώτα εγώ! Σε αυτούς τους λάτρεις της Ιταλίας πρωτίστως, λοιπόν, αλλά και σε κάθε αναγνώστη που του αρέσει να διαβάζει ταξιδιωτικά πονήματα, απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, το βιβλίο αυτό.

            Ο Ζώης πραγματοποίησε την επίσκεψή του στις αρχές Μαΐου του 2004, μία εποχή κατά την οποία τη γείτονα χώρα δεν σαρώνουν-ακόμη- τη χώρα οι ατέλειωτες ορδές τουριστών του καλοκαιριού που δυσκολεύουν την περιήγηση των ταξιδιωτών, αλλά και τη ζωή των ντόπιων. Ο Ζώης επισκέφθηκε την Ανκόνα. Εκεί έφτασε με το πλοίο από την Ελλάδα και καταλήγει, καθώς την περιηγείται, ότι πρόκειται για μία πόλη όμορφη, κι ας μην είναι γνωστή γι’ αυτό.

Εν συνεχεία, ο Ζώης επισκέφθηκε την πόλη που έχει καταγραφεί στη μνήμη των Ιταλών ως η παχιά, η κόκκινη και η μορφωμένη-παχιά εξαιτίας της διάσημης μπολονέζ της, κόκκινη εξαιτίας του χρώματος των κτιρίων της και μορφωμένη για τα διάσημα πανεπιστήμιά της. Εξάλλου εκεί ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο της Δυτικής Ευρώπης, το 1058. Ακολουθεί η Τεργέστη στην περιήγησή του, η διάσημη Βενετία και τέλος η πρωτεύουσα της μόδας, το Μιλάνο. Η καταγραφή του Ζώη είναι χρονολογική και προσπαθεί να αποτυπώσει την αίσθηση που αφήνει στους επισκέπτες η κάθε πόλη. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μία απλή καταγραφή των μνημείων και  των αξιοθέατων κάθε πόλης.

Στον ίδιο ρυθμό κινείται και η δεύτερη ημερολογιακή καταγραφή του βιβλίου, εκείνη του συγγραφέα Γιάννη Μπαλαμπανίδη. Ο Γιάννης, σε αντίθεση με τον Ζώη, έχει γράψει κι άλλα βιβλία και ήταν αυτός που είχε την ιδέα της συνεταιριστικής συγγραφής του παρόντος πονήματος.

Ο Γιάννης θα μας μιλήσει αποκλειστικά για τη Νάπολη, μία από τις πιο ιδιαίτερες πόλεις της Ιταλίας. Μαζί με τη Νάπολη επισκέπτεται και το Κάπρι, αλλά και την πασίγνωστη και συγκλονιστική Πομπηία.

Αν δεν μπορέσετε, επομένως, να ταξιδέψετε στην Ιταλία, διαβάστε το παρόν πόνημα που θα σας ταξιδέψει στην πανέμορφη γείτονα χώρα. Η αφήγηση των συγγραφέων είναι γεμάτη χιούμορ, συναίσθημα και όμορφες εικόνες και υπόσχεται να μας συναρπάσει.


Antonio Skarmeta, Ένας απόμακρος πατέρας, εκδ. Κλειδάριθμος

                Ο Αντόνιο Σκάρμετα, γεννημένος το 1940 στη Χιλή, θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Λατινικής...