Μια διαφορετική θεώρηση για την εργατική αντι-βία που απαντά στην κρατική
Κι αν οι εργάτες έχουν δίκιο; Για ποιον λόγο θα πρέπει μονάχα η βία που ασκεί το κράτος να είναι δικαιολογημένη και όχι ο λαός που ασκεί αντι-βία προκειμένου να αντιτεθεί σε αυτή; Κι αν αυτή η αντι-βία δεν αποτελεί έκφραση μονάχα των ομάδων του περιθωρίου, τότε γιατί αυτή να καταδικάζεται απερίφραστα από το σύνολο της κοινής γνώμης;
Η παραπάνω θέση είναι, με δυο λόγια, αυτή που πρεσβεύει η εν λόγω μελέτη του Αντωνίου Χαριστού με τίτλο «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου, Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης». Πρόκειται για μία ερμηνεία η οποία έχει αντλήσει ξεκάθαρα επιχειρήματα από τον χώρο της αριστερής ιδεολογίας και ιστοριογραφίας, αλλά απευθύνεται σε όλους όσους θέλουν να γνωρίσουν και την «άλλη» πλευρά των τρομοκρατικών οργανώσεων της 17 Νοέμβρη και του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα, δηλαδή εκείνη των αδικημένων που αποφάσισαν να αντιτεθούν στην κρατική βία και να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους από το κοινωνικό κατεστημένο με τις εκάστοτε επιθέσεις και τις δολιοφθορές τους.
Η πολύπλευρη αυτή μελέτη επικεντρώνεται στην αναζήτηση των αιτιών που έσπρωξαν την εργατική τάξη να αναμετρηθεί ενόπλως με το κράτος και με το καπιταλιστικό σύστημα. Καταδεικνύεται εν ολίγοις, ότι σε αυτή την «ένοπλη αφύπνιση» των εργατών στη χώρα μας, καίριο ρόλο έπαιξε η εισχώρηση του ξένου κεφαλαίου, ιδίως του αμερικανικού, στην Ελλάδα, η οποία και δημιούργησε σχέσεις εξάρτησης από τις ΗΠΑ και είχε ως πρόσθετο αποτέλεσμα την αντίδραση των εργατικών στρωμάτων, και όχι των στρωμάτων του περιθωρίου, όπως λέγεται συνήθως.
Ο συγγραφέας προκειμένου να τεκμηριώσει τις θέσεις του, έχει μελετήσει πάνω από εκατό πηγές, πρωτογενείς και δευτερογενείς, ελληνόφωνες και αγγλόφωνες, τις οποίες παραθέτει αναλυτικά στο τέλος του βιβλίου του. Οι πηγές αυτές περιλαμβάνουν ιστορικά βιβλία, μαρξιστικές μελέτες, μελέτες για το κράτος, το καπιταλιστικό σύστημα, τις απεργίες, τους ταξικούς αγώνες, τη βιομηχανία και την οικονομία της χώρας μας, αλλά και μελέτες για διάφορα επιμέρους θέματα που ο συγγραφέας θίγει μέσα στο βιβλίο του ως παράπλευρα ζητήματα με το θέμα του βιβλίου ή προκειμένου να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του, για παράδειγμα μελέτες για το κυπριακό ζήτημα, τη χούντα των συνταγματαρχών ή το σκάνδαλο Κοσκωτά.
Εξαιρετικά κατατοπιστική, όσο και εκτενής είναι επίσης η εισαγωγή στο έργο του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη, η οποία διαφωτίζει τον αναγνώστη σχετικά με τις μαρξιστικές θέσεις περί κράτους, ιδιοκτησίας και επανάστασης. Γράφει, λοιπόν, ο Τζαμπαλάτης στην αρχή της εισαγωγής του: «Όσο πολύμορφος κι αν είναι ο επαναστατικός αγώνας, που πάντα πηγάζει από τον βαθύ πυρήνα μιας καταπιεσμένης κοινωνίας, άλλο τόσο πολύμορφη είναι και η αυτοάμυνα του κράτους. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο κρατικός μηχανισμός, για να προστατευθεί από μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη λαϊκή ανταπάντηση στην κοινωνική βία που ασκεί, δεν περιορίζονται ποτέ στο πλαίσιο της κατασταλτικής βίας. {…}Βασικό κομμάτι αυτού του μη-ορατού ελέγχου είναι ο τρόπος κατασκευής της «κοινής γνώμης», στην οποία θα πρέπει να εστιάσουμε σε μια πολύ σημαντική παράμετρο, που αποτελεί το κλειδί στη διαδικασία ταύτισης της «κοινής γνώμης» με την κατασκευασμένη γνώμη της εξουσίας-εδώ οι μάζες δε μετατρέπονται αρχικά σε φερέφωνα του κράτους, αλλά σε αναπαραγωγούς της εξουσιαστικής αντίληψης, όπου το επόμενο βήμα είναι να μετατραπούν σε υπερασπιστές των συμφερόντων της εξουσίας».
Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης σύμφωνα με τα συμφέροντα του κράτους και των αστών είναι ένα άλλο παράπλευρο ζητούμενο που θίγεται στο βιβλίο, όπως και η κατασκευή εσωτερικών εχθρών από το εκάστοτε κράτος.
Η εκτενής εισαγωγή αξίζει να σημειωθεί ότι συμπληρώνεται και με καλοσχεδιασμένα σχεδιαγράμματα που εξηγούν τη φιλοσοφία του μαρξισμού, αλλά και πίνακες με στοιχεία για την ελληνική κοινωνία και την οικονομία του εικοστού αιώνα.
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Χαριστός αναλύει τον βαθμό διείσδυσης του αμερικανικού κεφαλαίου στη χώρα μας και τον αστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας κατά τον εικοστό αιώνα. Το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με τον καπιταλισμό και την ένοπλη αντίσταση σε αυτόν, ενώ το τρίτο με την πλάνη, σύμφωνα με τον συγγραφέα, που αποτελεί ο φιλελευθερισμός και τη διαφθορά της αστικής τάξης. Η φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας είναι ολοφάνερη, σύμφωνα με τον συγγραφέα:
«Η αποικιοκρατική παρουσία του δυτικού κεφαλαίου, ο ρόλος των οργάνων της Ε.Ο.Κ., το Δ.Ν.Τ. και οι τραπεζικοί οίκοι, το εφοπλιστικό κεφάλαιο, οι συμβάσεις με ιδιωτικούς οργανισμούς επενδύσεων, αποτελούν το πλαίσιο καταλήστευσης του παραγόμενου πλούτου των εργατών στην Ελλάδα, υποβαθμίζοντας ολοένα το βιοτικό τους επίπεδο, δεσμεύοντάς τους σε μία πολιτική μόνιμης λιτότητας, εξαρτημένους από δάνεια και φορολογικές επιβαρύνσεις».
Το τελευταίο κεφάλαιο προσπαθεί να εντάξει τις επιθέσεις της 17Ν και του Ε.Λ.Α.Σ. σε ένα διεθνές πλαίσιο κινητοποίησης των εργατών ενάντια στην κρατική βία και το κατεστημένο. Το κεφάλαιο αυτό τιτλοφορείται ως «Η γεωπολιτική της επαναστατικής αντι-βίας».
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία εκτενέστατη και τεκμηριωμένη μελέτη που επιχειρεί να ερμηνεύσει με όρους της Αριστεράς το κοινωνικό φαινόμενο των επιθέσεων της 17Ν και του Ε.Λ.Α.Σ στη χώρα μας.



