Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

H ναυμαχία της Ναυπάκτου, 1571


 
      Τον 16ο αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία γνώρισε το απόγειο της ακμής της κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, σύμφωνα με το προσωνύμι που του απέδωσαν οι Ευρωπαίοι, ή Κανουνί, δηλαδή Νομοθέτη, όπως τον αποκαλούσαν οι  ίδιοι οι Οθωμανοί. Οι τελευταίοι καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα ανταγωνίζονταν τους Δυτικοευρωπαίους, κυρίως τους Ισπανούς και τους Ιταλούς για την κυριαρχία στη Μεσόγειο και σκορπούσαν τον τρόμο στα παράλια της Μεσογείου μέσω της συμμαχίας τους με διαβόητους κουρσάρους της Μπαρμπαριάς, που είχαν τα λημέρια τους στα παράλια της Βορείου Αφρικής, στο Αλγέρι, την Τρίπολη και την Τύνιδα. Γνωστότεροι από αυτούς ήταν ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ο Ουλούτζ Αλή, ο Ρέις Κούρτογλου και ο Ντραγούτ Ρέις. Από την άλλη, οι Ιωαννίτες ιππότες της Μάλτας δεν πήγαιναν πίσω στις πειρατικές επιδρομές που διενεργούσαν εναντίον των οθωμανικών εδαφών, κυρίως στον υπό οθωμανική κατοχή ελλαδικό παράκτιο χώρο και στα βορειοαφρικανικά παράλια.
       Η χριστιανοσύνη εκείνη την εποχή ήταν διαιρεμένη λόγω της ολέθριας για την ενότητα του χριστιανισμού διαμάχης που γέννησε στις αρχές του αιώνα η αίρεση του Λούθηρου. Οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες βρίσκονταν σε τροχιά παρακμής, αφού με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου το κέντρο βάρος της οικονομίας είχε πλέον αρχίσει να μετατοποίζεται από τη Μεσόγειο στον Ατλαντικό. Η ιταλική χερσόνησος, στον απόηχο της Αναγέννησης, λυγίζει υπό το βάρος των πολέμων μεταξύ των Γάλλων, των Ισπανών και, περιστασιακά, των Γερμανών για την κυριαρχία στα εδάφη της. Νέα υπερδύναμη της εποχής αναδεικνύεται η Ισπανία του Φιλίππου Β΄, η χώρα που είχε λάβει μέχρι στιγμής τη μερίδα του λέοντος, μαζί με την Πορτογαλία, στο διαγούμισμα των Νέων Ινδιών. Κι εκείνη όμως ταλανίζεται από εσωτερικά προβλήματα, όπως την εξέγερση των Κάτω Χωρών ενάντια στην κυριαρχία της. Έτσι λοιπόν, οι Οθωμανοί ανταγωνίζονται επάξια τους Ισπανούς ως η μεγαλύτερη δύναμη στη Μεσόγειο καθ’ όλη τη διάρκεια του τέλους του Μεσαίωνα.
Μετά το 1566 όμως και τον θάνατο του Μεγάλου Σουλτάνου Σουλεϊμάν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα μπει αναπότρεπτα- εξαιτίας μία σειράς πολύπλοκων αιτιών που δεν μας αφορούν εδώ-σε τροχιά παρακμής, τροχιά που θα γίνει περισσότερο αισθητή από τον 17ο αιώνα και μετά.           
      Πολλοί από τους μεγάλους κουρσάρους του 16ου αιώνα φεύγουν από το προσκήνιο λόγω του θανάτου τους και στον σουλτανικό θώκο ο διάδοχος του Σουλεϊμάν, ο Σελίμ ο Β΄, ο αποκαλούμενος και ως Μέθυσος γιος της σουλτάνας Χιουρέμ, αποδεικνύεται ανάξιος διάδοχος του ικανότατου πατέρα του. Ήδη έναν χρόνο προτού φύγει ο γηραιός Σουλεϊμάν από τη ζωή έχει γνωρίσει την ήττα από τους Ιωαννίτες ιππότες στη Μάλτα, την οποία οι Οθωμανοί απέτυχαν να καταλάβουν μετά από πολιορκία τεσσάρων περίπου μηνών. Η νίκη του Μεγάλου Μάγιστρου Ζαν Παριζό ντε λα Βαλέτ είχε μεγάλο ηθικό αντίκτυπο στους χριστιανούς. 
Οι Οθωμανοί περνούν και πάλι στην αντεπίθεση λίγα χρόνια μετά το 1570, κατά τη διάρκεια του τέταρτου πολέμου τους με τους Βενετούς, βάζοντας στόχο αυτή τη φορά την υπό ενετική κυριαρχία Κύπρο. Καταλαμβάνουν το νησί σχεδόν χωρίς καμιά δυσκολία μετά από ανηλεή σφαγή των κατοίκων της και των Βενετών διοικητών που αντιστάθηκαν γενναία, ιδίως στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο.
       Τότε ακριβώς είναι που οι Ευρωπαίοι αποφασίζουν παραδόξως να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συγκροτήσουν μία συμμαχία ενάντια στον κοινό εχθρό, την Sacra Liega, Ιερή Ένωση, όπως συνήθως αποκαλείται. Η συνθήκη υπογράφεται στις 25 Μαΐου 1571. Πρωταγωνιστής στην κίνηση αυτή είναι ο Πάπας Πίος ο Ε΄με τις παπικές γαλέρες που διαθέτει για τον αγώνα, οι Ισπανοί και οι Βενετοί. Ακολουθούν η Σαβοΐα, η Νάπολη-Σικελία, οι Γενουάτες και οι πανταχού παρόντες Ιωαννίτες ιππότες. Η αρχηγία του ενωμένου χριστιανικού στόλου δίδεται στον νόθο γιο του Καρόλου Κουίντου, πατέρα του Φιλίππου του Β΄, τον δον Χουάν τον Αυστριακό. Ο δον Χουάν απολαμβάνει ευρείας φήμης λόγω του επιτυχημένου ρόλου του στην εξέγερση των Μαυριτανών (μορίσκο) της Ισπανίας στις αρχές του αιώνα. Παρ’ όλες τις αισιόδοξες προοπτικές για τη χριστιανική νίκη, αντιζηλίες μεταξύ των αρχηγών και έχθρες μεταξύ των διαφορετικών εθνών που αποτελούν τον χριστιανικό στόλο, δημιουργούν πρόβλημα στην ενότητα του στόλου. Ιδίως οι ανταγωνισμοί μεταξύ του Βενετού πλοιάρχου Βενιέρ και των Ισπανών είναι αυτοί που δημιουργούν τα κυριότερα προβλήματα.
       Οι δύο εχθρικοί στόλοι συναντήθηκαν τελικά στις 7 Οκτωβρίου, ημέρα Κυριακή, του 1571, ημέρα  της ονομαστικής εορτής της Αγίας Ιουστίνης στη Ναύπακτο, στη νοτιοδυτική Ελλάδα. Από την πλευρά των Οθωμανών αρχιναύαρχοι ήταν ο Αλή καπουδάν πασάς και ο Μεχμέτ Σιρόκο, ενώ συμμετείχε και ο πασίγνωστος και γηραιός πλέον κουρσάρος Ουλούτζ Αλή. Οι δύο στόλοι ήταν περίπου ισοδύναμοι σε αριθμό πλοίων -οι Οθωμανοί γύρω στα 250, ενώ οι χριστιανοί γύρω στα 200-, με τους Οθωμανούς να υπερτερούν κατά 10,000 περίπου σε αριθμό ανδρών. Τα πλοία όμως των χριστιανών διέθεταν περισσότερα και καλύτερης ποιότητας πυροβόλα.
      Η μάχη ξεκίνησε γύρω στις δέκα το πρωί. Το κέντρο του στόλου ήταν υπό τη διοίκηση του δον Χουάν, η αριστερή πτέρυγα τελούσε υπό τις διαταγές του Βενετού Βαρβαρίγου και το δεξιό υπό του Γενουάτη Αντρέα Ντόρια. Οι Οθωμανοί επιχείρησαν εξαρχής περικύκλωση, όμως αυτή πέτυχε μόνο στο δεξί πλευρό, προκαλώντας στον Ντόρια και στους Ιωαννίτες που βρίσκονταν μαζί του αρκετές απώλειες. Στα άλλα μέτωπα όμως οι χριστιανοί υπερίσχυσαν. Ο Αλή καπουδάν πασάς φονεύτηκε κατά τη διάρκεια της μάχης, αλλά ο Ουλούτζ Αλή κατάφερε να διαφύγει. Στη ναυμαχία πολέμησε και ο μετέπειτα μεγάλος λογοτέχνης Μιγκέλ ντε Θερβάντες, ο οποίος έχασε μάλιστα στη μάχη και το αριστερό του χέρι. 
Οι χριστιανοί απώλεσαν 17 μόνο πλοία, ενώ οι Οθωμανοί το σύνολο σχεδόν του στόλου τους, αφού 50 από αυτά βυθίστηκαν και 137 από αυτά αιχμαλωτίστηκαν από τους χριστιανούς. Οι απώλειες των Οθωμανών σε άνδρες ήταν διπλάσιες από εκείνες των χριστιανών με τους μεν πρώτους να χάνουν γύρω στους 20.000 άνδρες και τους μεν δεύτερους γύρω στους 7.500.
 Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές η Ναυμαχία αυτή, η τελευταία που διεξήχθη με γαλέρες, αποτέλεσε την αρχή του τέλους της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μεσόγειο, όχι τόσο λόγω των οθωμανικών απωλειών, αφού αυτές, ως γνωστόν αναπληρώθηκαν γρήγορα, αλλά κυρίως επειδή είχε θετικό ψυχολογικό αντίκτυπο στους χριστιανούς, οι οποίος έως τότε πίστευαν στο "αήτηττο" των Οθωμανών.
       Παρά το γεγονός όμως ότι οι χριστιανοί είχαν ελάχιστες απώλειες σε σχέση με τις τεράστιες οθωμανικές, δεν εκμεταλλεύτηκαν τη νίκη τους προκειμένου να αποκομίσουν υλικό όφελος.  Η Ιερή Ένωση διαλύθηκε αμέσως μετά και οι Βενετοί δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν την Κύπρο που είχαν καταλάβει οι Οθωμανοί. Επιπροσθέτως, οι τελευταίοι, την επόμενη χρονιά, είχαν καταφέρει να ναυπηγήσουν και πάλι στόλο και να ξαναβγούν στη Μεσόγειο. Παρ’ όλα αυτά όμως, τίποτε δεν είχε πάει χαμένο. Εφόσον είχε γίνει η αρχή, οι χριστιανοί πλέον διέθεταν αρκετά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, η οποία, σε συνδυασμό με την ολοένα αυξανόμενη παρακμή των Οθωμανών, θα τους εξασφάλιζε τελικά την πολυπόθητη υπεροχή στη Μεσόγειο μέσα στους επόμενους αιώνες.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 -Michel Bicheno, Η ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571, εκδόσεις Ενάλιος
-Κατερίνα Καριζώνη, Λεωνίδας Γουργουρίνης, Χάρης Γιαννόπουλος, Πειρατεία στη Μάνη και στη Μεσόγειο, εκδ. Αδούλωτη Μάνη, Δημακογιάννης, 2010
-David Abulafia, Η μεγάλη θάλασσα, Οι περιεπέτειες των λαών της Μεσογείου, εκδ. Ψυχογιός, 2012
-John Julius Norwich, Mare Nostrum, Μια ιστορία της Μεσογείου, εκδ. Γκοβόστη, 2007
-Fernand Braundel, Μεσόγειος, τόμος γ΄, γεγονότα, πολιτική, άνθρωπος
-Roger Crowely, Οι αυτοκρατορίες των θαλασσών, Η ταλική μάχη για τη Μεσόγειο, 1521-1580, εκδ. Ψυχογιός, 2010

Το τέλος της ενετοκρατίας στην Κρήτη


Η κρητική αναγέννηση στην Κρήτη και η πολιτισμική ευημερία των πόλεων τερματίστηκε απότομα με το ξέσπασμα του πέμπτου βενετοτουρκικού πολέμου το 1645. Η τουρκική απειλή όμως δεν ήταν κάτι καινούριο για το νησί. Ήδη τον 16ο αιώνα, με την επεκτατικότητα των Οθωμανών να βρίσκεται στο απόγειό της, το νησί είχε γνωρίσει τρεις καταστροφικές επιδρομές:  την εισβολή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538, την επιδρομή του Νταργούτ Ρέϊς το 1562 και εκείνη του Ουλούτζ Αλή το 1571, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή και πυρπόληση της πόλης του Ρεθύμνου.
      Φυσικά η Γαληνοτάτη είχε μεριμνήσει για την ασφάλεια μίας από τις πολυτιμότερες κτήσεις της με την κατασκευή αρκετών οχυρωματικών έργων στις πόλεις των Χανίων, του Ρεθύμνου, του Χάνδακα και της Σητείας, σύμφωνα με τους νέους κανόνες της οχυρωματικής τεχνικής που απαιτούσε η χρήση της πυρίτιδας και των κανονιών. Αυτή περιλάμβανε χαμηλά και παχιά τείχη με ισχυρούς προμαχώνες και επιχωματώσεις σχεδιασμένα έτσι ώστε να αντέχουν τις βολές του πυροβολικού. Τα περισσότερα οχυρωματικά έργα στο νησί έγιναν τον 16ο αιώνα μετά τις καταστροφικές επιδρομές των κουρσάρων της Μπαρμπαριάς και περιλάμβαναν την κατασκευή ενός ισχυρού φρουρίου-ακρόπολης σε κάθε πόλη, την περικύκλωση των πόλεων με τείχη, αλλά και την κατασκευή πύργων-παρατηρητηρίων κατά μήκος των ακτών. Τα έργα αυτά κατασκευάστηκαν από τους χωρικούς με τον εξαναγκασμό τους σε αγγαρεία, αλλά και από εργάτες που δούλευαν επί πληρωμή. Υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό τους ήταν επιφανείς αρχιτέκτονες της Βενετίας όπως οι Michele Sanmicheli, Sforza Pallavicini, Campofregoso και Savorgnian.
     Μετά από την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου, το 1570-1573 και παρά τη νίκη των χριστιανών στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου, η επιθετικότητα των Οθωμανών δεν είχε αναχαιτιστεί επαρκώς και η Κρήτη ήταν η μόνη κτήση που διατηρούσαν οι Βενετοί στην Ανατολική Μεσόγειο πλην των Επτανήσων. Ήταν φυσικό λοιπόν οι Τούρκοι να εποφθαλμιούν το νησί το οποίο έστεκε σαν σφήνα ανάμεσα στις κτήσεις τους στο ανατολικό Αιγαίο. Επιπλέον η Κρήτη ήταν ευκολότερος στόχος από τη Μάλτα των Ιωαννιτών ιπποτών. Η περίοδος που είχε προηγηθεί, από την ειρήνη του 1573 ήταν η μακροβιότερη ειρηνική περίοδος στην Ανατολική Μεσόγειο και η αυτοπεποίθηση των χριστιανών σε υψηλά επίπεδα λόγω της νίκης στη Ναύπακτο. Ο καταστροφικός τριακονταετής πόλεμος (1618-48) βρισκόταν σε εξέλιξη κρατώντας απασχολημένες τα ευρωπαϊκές δυνάμεις και ευνοώντας τους Τούρκους. Επιπροσθέτως η Βενετία, όπως και όλες οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες, είχε αποδυναμωθεί ύστερα από τη μετατόπιση του κέντρου βάρους του εμπορίου από τη Μεσόγειο στον Ατλαντικό και την άνοδο νέων ναυτικών δυνάμεων, όπως των Ισπανών, των Πορτογάλων και, σταδιακά, των Ολλανδών. Επομένως ήταν η κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει τους Βενετούς ο σουλτάνος Ιμπραήμ Α΄, ο επονομαζόμενος και τρελός.
     Η αφορμή για την τιτάνια σύγκρουση δόθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1644, όταν έξι πειρατικές γαλέρες των Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας αιχμαλώτισαν ένα οθωμανικό πλοίο που κατευθυνόταν για προσκύνημα στη Μέκκα και μαζί με αυτήν και μία ευνοούμενη του σουλτάνου. Οι ιππότες βρήκαν καταφύγιο στα νότια της Κρήτης, στο λιμάνι των Καλών Λιμένων, προσφέροντας έτσι στους Οθωμανούς τη δικαιολογία που ζητούσαν για να εισβάλουν στο νησί.
     Επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων τέθηκε ο Γιουσούφ πασάς και ο Μουράτ αγάς με 7.000 γενίτσαρους, 14.000 σπαχήδες που αποτελούσαν το ιππικό και 50.000 περίπου στρατιώτες. Τους ακολουθούσαν 7.000 σκαπανείς και 400 περίπου σκάφη, ανάμεσα στα οποία και 80 γαλέρες. Από την άλλη, η Κρήτη δεν ήταν και στην καλύτερη αμυντική κατάσταση και οι δυνάμεις των Βενετών ήταν αρκετά μικρότερες και διασπασμένες στις πόλεις της Κρήτης. Η πολιτοφυλακή αριθμούσε τις παραμονές του πολέμου μόλις 14.000 άτομα. Η πλειοψηφία του πληθυσμού στις πόλεις στήριζε τους Βενετούς, στην ύπαιθρο όμως πολλοί από τους ντόπιους τάσσονταν απροκάλυπτα με το μέρος των Οθωμανών. Ακόμη, οι Βενετοί δεν μπορούσαν να ελπίζουν αυτή τη φορά σε συνασπισμό των Ευρωπαίων κατά των Τούρκων, όπως είχε συμβεί στον προηγούμενο πόλεμο, λόγω του Τριακονταετούς πολέμου που βρισκόταν σε εξέλιξη. Έτσι μόνον ο Πάπας, οι Ιωαννίτες και κυρίως οι Γάλλοι βοήθησαν μερικώς τους Βενετούς σε αυτόν τον πόλεμο. Οι τελευταίοι είχαν ειρηνικές σχέσεις με τους Τούρκους παρ’ όλα αυτά διέθεσαν κάποιες δυνάμεις στους Βενετούς κυρίως στην τελευταία φάση του πολέμου. 

     Πρώτος στόχος των Τούρκων ορίστηκε η πόλη των Χανίων η πολιορκία των οποίων κράτησε δύο περίπου μήνες (22/6/1645-22/8/1645). Ακολούθησε η πτώση της πόλης του Ρεθύμνου μετά από πολιορκία ενός περίπου μήνα (29/9/1646-20/10/1646). Ο Χάνδακας όμως έμελε να αντέξει για είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια, έως το 1669, καθιστώντας την πολιορκία του ως τη μακροβιότερη της ιστορίας.
     Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας του Χάνδακα που διήρκεσε από το 1647 ως το 1650 ο Οθωμανοί έχτισαν τρία φρούρια έξω από τα ισχυρά τείχη της πόλης την οποία υπερασπίζονταν περί τους 20.000 άνδρες. Εντούτοις, η πολιορκία παρέμεινε στάσιμη ως προς τα αποτελέσματά της, παρ’ όλο που σημειώθηκαν κάποιες ναυμαχίες στον Ελλήσποντο και το Αιγαίο με τους Βενετούς να στοχεύουν στην παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού των Τούρκων στον Χάνδακα.
     Στην δεύτερη φάση του πολέμου, από το 1650 ως το 1666, επικράτησε στασιμότητα και κατέφθασαν οι πρώτες γαλλικές ενισχύσεις. Στην τρίτη και τελευταία φάση του πολέμου, από το 1666 ως το 1669 διορίζεται διοικητής του πολιορκούμενου Χάνδακα ο Φραντσέσκο Μοροζίνι, άνδρας από μεγάλη βενετική οικογένεια που επρόκειτο να διακριθεί στον επόμενο βενετοτουρκικό πόλεμο στην Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ στον σουλτανικό θρόνο έχει ανέλθει ο Μεχμέτ ο Τέταρτος, ο επονομαζόμενος και Κυνηγός και ο Αχμέτ Φαζίλ Κιοπρουλού στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη. Στην αποφασιστικότητα του τελευταίου να τερματιστεί επιτέλους η πολυετής αυτή ψυχοφθόρα σύρραξη και στην επονείδιστη προδοσία του Andrea Barozzi, ενός χριστιανού εξωμότη που υπέδειξε στους Τούρκους το πιο ευάλωτο σημείο των τειχών του Χάνδακα, οφείλεται κυρίως η πτώση της πόλης στα χέρια των Οθωμανών. Υπεύθυνες για την τραγική κατάληξη βεβαίως υπήρξαν και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η Γαληνοτάτη μετά από τόσα χρόνια πολέμου να αναπληρώσει επαρκώς το ανθρώπινο δυναμικό και της πολιορκίας.
      Ο Μοροζίνι λοιπόν, έχοντας απομείνει με μόλις 3.600 άνδρες αποφασίζει να υπογράψει την ταπεινωτική συνθήκη της παράδοσης στις 29 Σεπτεμβρίου του 1669 μετά από διαπραγματεύσεις περίπου ενός μήνα. Κατόπιν της υπογραφής, απέπλευσαν από το νησί πέντε πλοία γεμάτα με αρχειακό υλικό των Βενετών από το λιμάνι του Χάνδακα, καθώς και το σύνολο των βενετικών δυνάμεων που είχε απομείνει ζωντανό στο νησί.
     Οι εναπομείναντες κάτοικοι του Χάνδακα ακολούθησαν τους Βενετούς στην εξορία και η πόλη αποικίστηκε από τους κατακτητές. Τουρκικοί εποικισμοί έλαβαν χώρα σε όλες τις πόλεις της Κρήτης, γεννώντας έτσι τη ράτσα των περίφημων για την αγριότητά τους Τουρκοκρητικών, και οι χριστιανοί έκαναν αρκετά χρόνια να ξαναγίνουν πλειοψηφία στις πόλεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός του νησιού ο οποίος αριθμούσε 290.000 περίπου κατοίκους πριν τον πόλεμο, μειώθηκε στους 150.000 περίπου.
     Οι Βενετοί θεώρησαν αρχικά την ήττα τους προσωρινή και κράτησαν τα μικρά φρούρια της Γραμβούσας, της Σπιναλόγκας και της Σούδας για αρκετό καιρό ακόμη, ως το 1692 τα δύο πρώτα και ως το 1715 τη Σούδα.
    Οι Τούρκοι, από την άλλη, λόγω του φόβου τους για τυχόν βενετική εισβολή στο νησί, ακολούθησαν ήπια σχετικά θρησκευτική πολιτική και απάλλαξαν τον πληθυσμό από τη μισητή αγγαρεία στις γαλέρες. Δεν παρέλειψαν όμως να φορολογήσουν σκληρά το νησί, βυθίζοντας ακόμη περισσότερο στη φτώχεια τους ήδη εξαθλιωμένους από τον μακροχρόνιο πόλεμο κατοίκους του νησιού. Αναμφίβολα, η Κρήτη χρειάστηκε αρκετό διάστημα για να συνέλθει από τις επιπτώσεις της καταστροφικής αυτής σύρραξης.
      Η κρητική αναγέννηση τερματίστηκε απότομα, οι αστικοί θεσμοί που είχαν εισαχθεί στο νησί ξεριζώθηκαν βίαια και η πόλη του Χάνδακα κείτονταν σε ερείπια, ενώ πολλοί Κρητικοί επέλεξαν να μετοικήσουν στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα. Οι εξισλαμισμοί στο νησί ήταν τόσοι, όσοι δεν έγιναν σε κανένα μέρος της Ελλάδας που γνώρισε τουρκική κατοχή και αυτό λόγω της μεγάλης εξαθλίωσης που επέφερε ο μακροχρόνιος πόλεμος και της πολλά υποσχόμενης καριέρας που μπορούσε να κάνει κάποιος εξισλαμισμένος στον τουρκικό στρατό.
    Από την άλλη μεριά, η Κρήτη, η οποία είχε συνδυάσει επιτυχώς τον δυτικοβενετικό πολιτισμό με τη βυζαντινή παράδοση, δέχτηκε και τις επιδράσεις του οθωμανικού πολιτισμού για διακόσια εβδομήντα συναπτά έτη έως ότου ανατείλει η πολυπόθητη μέρα της ελευθερίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Muller William, Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, εκδ. Ηρόδοτος
-Δετοράκης Θεοχάρης., Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης,1990
Γεώργιος Πλουμίδης, Η βενετοκρατία στην ελληνική Μεσόγειο

Τα σταυροφορικά τάγματα- Οι Ναΐτες ιππότες


Το τάγμα των ιπποτών του Ναού ήταν το δεύτερο στρατιωτικό τάγμα που ιδρύθηκε στους Αγίους Τόπους το 1119. Ιδρυτής του θεωρείται ο Ούγος Πεν, ο πρώτος Μάγιστρος του τάγματος. Το κανονικό τους όνομα ήταν «Φτωχοί στρατιώτες του Χριστού». Επειδή όμως δόθηκε στο τάγμα ως βάση από τον τότε βασιλιά της Ιερουσαλήμ Βαλδουΐνο τον δεύτερο το άλλοτε ισλαμικό τέμενος Αλ- Άκσα, το οποίο ήταν χτισμένο πάνω στα ερείπια του Ναού του Σολομώντα, επικράτησε τελικά η ονομασία Ναΐτες ιππότες.
     Ο Ούγος Πεν συνδέονταν με στενή φιλία με τον Άγιο Βερνάρδο του Κλερβώ, ο οποίος και συνέταξε τον κανόνα του τάγματος στη Σύνοδο της Τρουά το 1128, με εμφανείς όμως επιρροές από τον κανόνα του Αγίου Βενέδικτου. Οι όρκοι της πενίας, της αγνότητας και της υπακοής δέσμευαν τους Ναΐτες, όπως ακριβώς και τους Οσπιτάλιους. Για να τονιστεί μάλιστα η απλότητα και η ολιγάρκεια των ιπποτών, οι πρώτες απεικονίσεις των μελών του τάγματος δείχνουν δύο ιππότες καβάλα σε ένα μόνο άλογο. Το τάγμα αυτό είχε εξαρχής καθαρά στρατιωτικό και όχι νοσοκομειακό χαρακτήρα. Η ύπαρξη του τάγματος αναγνωρίστηκε επισήμως το 1139 από τον Πάπα Ιννοκέντιο τον δεύτερο και το τάγμα ήταν υπόλογο μόνο σε εκείνον.
     Όσον αφορά τον χωρισμό του τάγματος σε τάξεις, τη διοικητική του οργάνωση, αλλά και τα θρησκευτικά καθήκοντα των ιπποτών, ισχύουν σχεδόν αυτούσια τα προαναφερθέντα για το τάγμα των Οσπιταλίων. Η ενδυμασία των μελών του τάγματος περιλάμβανε λευκό χιτώνα με κόκκινο σταυρό. Τον ιματισμό και τον πολεμικό εξοπλισμό τον παραχωρούσε το τάγμα στα μέλη του.
      Η είσοδος κάποιου μέλους στο τάγμα γινόταν μετά από αίτημα του ίδιου του υποψήφιου με την καθιερωμένη τελετή εισδοχής, η οποία περιλάμβανε έναν τυποποιημένο κύκλο ερωτήσεων προκειμένου να διαπιστωθεί η οικογενειακή και η κοινωνική κατάσταση του υποψήφιου ιππότη. Συγκεκριμένα, ο υποψήφιος ερωτούνταν εάν ανήκε σε άλλο μοναστικό τάγμα, αν ήταν νυμφευμένος, αν είχε χρέη και, τέλος, αν είχε ευγενική καταγωγή και πλήρη σωματική υγεία. Εν συνεχεία, οι ιππότες του απαριθμούσαν τα καθήκοντα με τα οποία θα βαρύνονταν έκτοτε ο υποψήφιος και του υπενθύμιζαν την αυστηρή πειθαρχία σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να ζει από δω και στο εξής. Εφόσον ο υποψήφιος έδινε τους όρκους και δεσμευόταν να ζήσει με αυτούς τους όρους ως τον θάνατό του, γινόταν έκτοτε κανονικό μέλος του τάγματος. Η τελετή τελείωνε με την απόδοση του λευκού μανδύα στο νέο μέλος και τον τελετουργικό ασπασμό του υποτελή προς τους ανώτερούς του. Ίδιες περίπου ήταν οι διαδικασίες ένταξης των υποψηφίων στο τάγμα των Ιωαννιτών. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι και στα δύο τάγματα οι ποινές για ανυπακοή ήταν ιδιαίτερα αυστηρές και ξεκινούσαν από επιτίμια, προσευχές και υποχρεωτικές νηστείες και έφταναν μέχρι και φυλάκιση ή και αποπομπή από το τάγμα.



 

Το τάγμα του Ναού προικοδοτήθηκε κι αυτό με τη σειρά του με διάφορες δωρεές, τόσο σε γαίες, όσο και σε χρήματα. Ο σκοπός των προσφορών αυτών ήταν να δοθούν στους ιππότες τα απαραίτητα μέσα για να φέρουν εις πέρας τα στρατιωτικά τους καθήκοντα που αφορούσαν την προάσπιση των σταυροφορικών κτήσεων. Η ακίνητη περιουσία του τάγματος περιλάμβανε ιδρύματα στους Αγίους Τόπους, αλλά και στην ηπειρωτική Ευρώπη.  Από νωρίς όμως, το τάγμα αυτό ανέπτυξε πολύ έντονη οικονομική και τραπεζιτική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει υπέρογκη περιουσία για τα μεσαιωνικά δεδομένα και μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή από το τάγμα των Ιωαννιτών.
     Στο απόγειο της δύναμής τους οι Ναΐτες κατείχαν πολλά κάστρα στη Μέση Ανατολή, όπως το φρούριο της Τορτόζας στην Τρίπολη ή το φημισμένο Αθλίτ στην Καισάρεια. Το 1291 όμως, μετά από την αντεπίθεση των μουσουλμάνων και  την πτώση της Άκρας στα χέρια του μαμελούκου σουλτάνου της Αιγύπτου αλ- Ασράφ, τερματίστηκε οριστικά η παρουσία τους στους Αγίους Τόπους. Έτσι, βρέθηκαν και αυτοί στην ίδια αδράνεια και αμηχανία με τους Οσπιτάλιους.
     Για λίγα χρόνια οι Ναΐτες κράτησαν ένα φρούριο απέναντι από τις ακτές της Συρίας στο νησί Ρουάντ, αλλά το 1303 το εγκατέλειψαν κι αυτό και μετέφεραν την έδρα τους στο Παρίσι. Εκεί, μακριά από τα πεδία των μαχών, το τάγμα εκφυλίστηκε στρατιωτικά, ενώ η ηγεσία του, αμήχανη, έψαχνε απεγνωσμένα έναν λόγο για να αποδείξει ότι η φημολογούμενη ως τεράστια περιουσία του Ναού είχε ακόμη κάποια χρησιμότητα στον ατέρμονο αγώνα της χριστιανοσύνης κατά του ισλάμ.
      Οι τελευταίοι ηγέτες του Ναού, και ιδιαίτερα ο τελευταίος Μάγιστρος Ζακ ντε Μολέ, στερούνταν διορατικότητας και προσαρμοστικότητας, σε αντίθεση με τους ηγέτες των Οσπιταλίων, οι οποίοι, χάρη στους πιο επιδέξιους διπλωματικούς τους χειρισμούς και την εκμετάλλευση των κατάλληλων συγκυριών, κατόρθωσαν να αποκτήσουν τελικά την πολυπόθητη βάση τους στο νησί της Ρόδου. Προτάσεις του τότε Πάπα Κλήμη του πέμπτου για ένωση των δύο ταγμάτων, των Οσπιταλίων και των Ναΐτών, απορρίφθηκαν από τον Ζακ ντε Μολέ, επειδή ο τελευταίος είχε ενστάσεις κυρίως ως προς τη συγχώνευση της περιουσίας των δύο ταγμάτων, -η περιουσία του Ναού ήταν σαφώς μεγαλύτερη- αλλά και σχετικά με την παραχώρηση της εξουσίας του.
      Ήταν λοιπόν καθαρά θέμα χρόνου να γίνει στόχος η τεράστια περιουσία του Ναού από τους καταχρεωμένους μονάρχες της εποχής. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος ο τέταρτος, ο επονομαζόμενος και Ωραίος, έδωσε βάση στις φημολογίες κάποιων δυσαρεστημένων πρώην μελών του τάγματος σχετικά με κάποιες ανορθόδοξες πρακτικές που υποτίθεται πως ακολουθούσαν τα μέλη του τάγματος. Ένας τέτοιος απόβλητος Ναΐτης ήταν ο Εσκιέ ντε Φλοριάν, του οποίου τις κατηγορίες περί διαφόρων αιρετικών αντιλήψεων και σοδομισμού μεταξύ των μελών του τάγματος, άκουσε με μεγάλο ενδιαφέρον ο βασιλιάς και ανέθεσε στον υφιστάμενό του νομικό, τον Γουλιέλμο του Νογκαρέ, να συντάξει το κατάλληλο κατηγορητήριο. Ακολούθως διέταξε το υποχείριό του, τον Πάπα Κλήμη τον πέμπτο, να διεξαγάγει έρευνες και ανακρίσεις μεταξύ των μελών του τάγματος. Έτσι, το πρωινό της Παρασκευής της 13ης Οκτωβρίου του 1307 έγιναν οι πρώτες συλλήψεις Ναΐτών στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις, κυρίως της Γαλλίας.
     Το κατηγορητήριο ήταν εμφανώς χαλκευμένο και οι κατηγορίες, ακόμη κι αν είχαν μια κάποια υπόσταση μεταξύ μεμονωμένων μελών του τάγματος, ασφαλώς δεν μπορούσαν να γενικευτούν. Οι ιππότες του τάγματος όμως, κάτω από την πίεση απάνθρωπων βασανιστηρίων, ομολόγησαν όλες τις κατηγορίες στα χρόνια που ακολούθησαν. Ακόμη και ο ίδιος ο Ζακ ντε Μολέ ομολόγησε, αλλά ακολούθως ανακάλεσε την ομολογία του. Τελικά, στις 22 Μαρτίου του 1312 ο Πάπας με τη βούλλα Vox in excelso, κατήργησε οριστικά το τάγμα των Ναΐτών, μολονότι δεν το καταδίκασε ως αιρετικό λόγω έλλειψης αδιάσειστων στοιχείων. Όσο για την αμύθητη περιουσία του τάγματος, αυτή είχε σε μεγάλο βαθμό λεηλατηθεί κατά τα χρόνια των ανακρίσεων. Το μεγαλύτερο μέρος της δεν το καρπώθηκε τελικά ο Φίλιππος, αλλά μεταβιβάστηκε στους Ιωαννίτες.
      Η τελευταία πράξη του δράματος τελείωσε με τη δημόσια καύση του Ζακ ντε Μολέ τον Μάρτη του 1314, ο οποίος λέγεται ότι κάλεσε τον Γουλιέλμο του Νογκαρέ, τον Πάπα και τον βασιλέα Φίλιππο να λογοδοτήσουν στον Θεό εντός του τρέχοντος έτους για τις αδικίες που είχαν διαπράξει ενώπιον του τάγματος του Ναού. Πράγματι, ο Νογκαρέ απεβίωσε οκτώ μέρες μετά, ο Πάπας έναν μήνα αργότερα, ενώ ο Φίλιππος σκοτώθηκε τον Νοέμβριο του ίδιους έτους σε κυνηγετικό ατύχημα. Εξ’ αιτίας λοιπόν αυτού του τόσο βίαιου, άδικου, όσο και αινιγματικού τέλους των Ναΐτών, τροφοδοτήθηκαν διάφοροι μύθοι σχετικά με αυτούς, μύθοι που εξακολουθούν να έχουν υπόσταση ως τις μέρες μας.
-Michael Haag, The Templars, History and Myth, Profile books,2011
-Georges Bordonove, Ναΐτες ιππότες, μυστική, αιρετικές μυσταγωγίες και αλήθεια, εκδόσεις Περίλπους, Αθήνα, 2004