Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Τζένη Μανάκη, Μικρός αιώνας, εκδ. Έναστρον

 


Ρέα Γαλανάκη, Το κέικ, εκδόσεις Καστανιώτη

 

Το μεταβατικό έργο στη μεγάλη έως τώρα λογοτεχνική πορεία της Ρέας Γαλανάκη με τίτλο «Το κέικ» επανεκδίδεται φέτος από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το συγκεκριμένο της πόνημα της Ρέας Γαλανάκη αποτελεί ένα από τα πρώιμα έργα της, το οποίο σηματοδότησε τη συγγραφική της πορεία από την ποίηση στα πεζά κείμενα. Εξάλλου, «Το κέικ» εντάσσεται στο είδος της αφηγηματικής ποίησης και είναι γραμμένο το 1980, όταν η Κρητικιά συγγραφέας βίωσε μία μεγάλη προσωπική τραγωδία, την οποία κατά, κάποιο τρόπο, θεράπευσε δια μέσου της συγγραφής του «Κέικ». Μέχρι στιγμής «Το κέικ» είναι το μοναδικό έργο της πολυγραφότατης Γαλανάκη  το οποίο εστιάζει αποκλειστικά σε μία δική της προσωπική ιστορία και όχι σε κάποια στιγμή της Ιστορίας του τόπου της, όπως συνηθίζει να κάνει, ιδίως μέσα από τα δύο πιο διάσημα ιστορικά της μυθιστορήματα, τον «Βίο του Ισμαήλ Φερίκ πασά» και τον «Αιώνα των λαβυρίνθων», τα οποία αμφότερα αναφέρονται στην ιστορία της οθωμανικής Κρήτης.

Μπορεί, επομένως, το προσωπικό βίωμα, μία τραυματική εμπειρία να μετουσιωθεί σε λογοτεχνία; «Το κέικ» μας αποδεικνύει ότι αυτό μπορεί να γίνει και μάλιστα με τον πιο πρωτότυπο, αλληγορικό και συμβολικό τρόπο.

«Το κέικ» αποτελεί, συν τοις άλλοις, και το πιο φεμινιστικό έργο της Γαλανάκη, γραμμένο στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, την εποχή εκείνη κατά την οποία άρχισε να αφυπνίζεται η γυναικεία χειραφέτηση.

Ποια είναι, λοιπόν, η πρώτη ύλη που αποτέλεσε την αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου; Όπως μας λέει η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου της:

 «Καταθέτω, λοιπόν, στο μικρό προλογικό αυτό σημείωμα, το οποίο συνοδεύει την επανέκδοση του βιβλίου, τις παρακάτω λέξεις/ γεγονότα που βρίσκονται πίσω από το βιβλίο μου, αφού λίγο πολύ είθισται στην εποχή μας να μιλάμε πιο προσωπικά: μία απρόβλεπτη εγκυμοσύνη, ένας πιεσμένος γάμος-ναυάγιο, ένας πρόωρος τοκετός κι ο θάνατος του νεογέννητου δυο μέρες αργότερα, η εγκατάλειψή μου, μία απόπειρα αυτοκτονίας, λίγες επισκέψεις σε ψυχίατρο για αρωγή».

Αυτή είναι η αιτία προκειμένου να δημιουργήσει η συγγραφέας είκοσι τέσσερα μικρά αφηγηματικά ποιήματα, χωρισμένα σε έξι κεφάλαια με τους τίτλους «Το ένα και το άλλο μέτρο», «Οι παγίδες», «Το παιχνίδι», «Στο κρεβάτι», «Ο θάνατος και η κηδεία» και «Τώρα εγώ», στα οποία μας αφηγείται με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο την παραπάνω ιστορία που τόσο της στοίχισε ψυχικά. Η αφηγηματική τεχνική της εικονοποιίας χρησιμοποιείται κατά κόρον. Εικόνες από την καθημερινότητα της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο αλλά και στο σπίτι-κόκορες που σφάζονται για μαγείρεμα, γυναίκες στην κουζίνα που μαγειρεύουν κέικ-, αλλά και το σύμβολο του άνδρα-δυνάστη-κυνηγού και τις αετίνας, χρησιμοποιούνται προκειμένου να αποδώσουν την οδυνηρή πορεία της τραγικής κρυμμένης γυναίκας-ηρωίδας προς την τελική κάθαρση και τη λύτρωση.

Στην παρούσα έκδοση του 2026 το μικρό έργο της Γαλανάκη συνοδεύεται στο τέλος από τρεις μελέτες που γράφτηκαν για το κέικ. Έτσι η Karen  nav Dyck, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Columbia μας λέει για το έργο: «Το κέικ διδάσκει ότι το σχήμα της γυναίκας είναι και ποιητικά και πολιτικά φορτισμένο- καθώς η αναβαλλόμενη γέννηση είναι και ύφος γραφής και φεμινιστική διακήρυξη», ενώ η Άντεια Φραντζή, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ συμπληρώνει: «Το κέικ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένα βιβλίο ανεστραμμένης θέασης των παραδοσιακών στερεοτύπων», για να καταλήξει η Σοφία Βούλγαρη, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο ΔΠΘ ότι «Στο τελευταίο κομμάτι του κέικ η Γαλανάκη ανακεφαλαιώνει τα συστατικά της ποιητικής της, η οποία ανάγεται σε τόπο άρθρωσης ενός γυναικείου τρόπου γραφής».

Ένα έργο, επομένως, που είναι μεν μικρό σε μέγεθος, απαιτεί, όμως, όλη μας την προσοχή καθώς θα το διαβάζουμε είναι το έργο της Γαλανάκη.


Ελένη Πριοβόλου, Η βίβλος της Ιώβ, εκδ. Καστανιώτη

 



 

            Ένα μυθιστόρημα-φόρο τιμής για μία από τις πρώτες γυναίκες Ελληνίδες πεζογράφους, την Κωνσταντινουπολίτισσα Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου συγγράφει η Ελένη Πριοβόλου, η βραβευμένη και πολυγραφότατη συγγραφέας πολλών ιστορικών μυθιστορημάτων που η υπόθεσή τους διαδραματίζεται στη νεότερη περίοδο της ελληνικής ιστορίας.

Το νέο της πόνημα ακούει στον παράξενο τίτλο «Η βίβλος της Ιώβ» . Ο Ιώβ, ως γνωστόν, ήταν βιβλικό πρόσωπο, αυτός που υπέμεινε με σθένος τις δοκιμασίες του Θεού-εξ’ ου και η φράση «ιώβειος υπομονή». Κατ’ επέκταση, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου παρομοιάζεται με τον Ιώβ, αφού μία γυναίκα γραμματιζούμενη και δασκάλα κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα θα έπρεπε να διαθέτει «ιώβεια υπομονή», προκειμένου να υπερνικήσει όλες τις προκαταλήψεις που ήταν αναγκασμένη να αντιμετωπίσει από την κοινωνία.

Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (1867-1906) ήταν γνωστή δασκάλα, διηγηματογράφος και αρθρογράφος από την Κωνσταντινούπολη και υπέρμαχος της καθιέρωσης της δημοτικής. Θεωρείται επίσης μία από τις πρώτες φεμινίστριες. Η Παπαδοπούλου συνδέθηκε και με τον Μακεδονικό Αγώνα, αφού είχε επαφές τόσο με τον Παύλο Μελά, όσο και με τον Γερμανό Καραβαγγέλη. Πέθανε από καρκίνο στο στομάχι σε νοσοκομείο της Κωνσταντινούπολης.

Δεν φαίνεται διόλου περίεργο στους αναγνώστες της Πριοβόλου το γεγονός ότι εκείνη επέλεξε να ασχοληθεί συγγραφικά με το συγκεκριμένο θέμα, εφόσον και η ίδια η συγγραφέας είναι γνωστή για τις φεμινιστικές δράσεις της και τους αγώνες της εναντίον κάθε μορφής «σκοταδισμού», όπως ακριβώς, δηλαδή, και η ηρωίδα του βιβλίου της, η οποία δεν διστάζει να εκφέρει πολλές φορές, αν και γυναίκα, ανοιχτά τη γνώμη της για τον συντηρητικό κλήρο, για τον αιμοσταγή σουλτάνο του καιρού της, τον Αβδούλ Χαμίτ, για την εκπαίδευση του λαού, για την κοινωνική αδικία και τις κάθε λογής ανισότητες, αλλά και για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία του καιρού της.

Η αφήγηση παραμένει σε πρώτο πρόσωπο καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Η ίδια η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, βρισκόμενη στο τέλος της ζωής της και νοσηλευόμενη στο νοσοκομείο Βαλουκλί της Κωνσταντινούπολης, μας αφηγείται τη ζωή της μέσα από μία συνεχή εναλλαγή του παρόντος με το παρελθόν. Η ίδια η Αλεξάνδρα ανασύρει μνήμες από τα παιδικά της χρόνια, από τα χρόνια της νιότης της και από τα ταξίδια της στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τη Βιέννη, το Βουκουρέστι, το Μελένικο και άλλα μέρη και τις αναμειγνύει με εικόνες από το σημερινό και οδυνηρό παρόν του νοσοκομείου.

«Ο Βόσπορος έχει μια απόκοσμη μαγεία. Εκεί μήπως δεν ακούστηκε το τραγούδι των Σειρήνων; Οι ακτές του είναι πυκνόφυτες και οι κήποι του δάση ολόκληρα. Μέρη καλλιεργημένα και μέρη δασωμένα με πλατάνους, φιλύρες και άγριες καστανιές. Ακούω γέλια και μουσικές. Βλέπω χρώματα και μυρίζω το άρωμα μιας ολάνθιστης νιότης. Οι εικόνες χάνονται μέσα σε μιαν αχλή, αλλά οι ήχοι παραμένουν θαλεροί. Όλα μεταστοιχειώνονται σε ήχους. Αέρας, παφλασμός, βροχή, χιόνι, γέλια, οιμωγές, κρυφομιλήματα, πατήματα, σουρσίματα, ανακάτεμα γλωσσών, τραγούδια, η φωνή του ιμάμη, η καμπάνα, πλανόδιες φωνές, ο ήχος από την μπουρού των καραβιών, κουδούνια μανάβηδων, κρωξίματα γλάρων… Μουσική μία. Η Πόλη».

Έτσι μας περιγράφει η Πριοβόλου, με τις γνωστές αυτές πληθωρικές γλωσσικά και μαγευτικές περιγραφές της, την Πόλη, δια στόματος της ηρωίδας της. Η αφήγηση της Αλεξάνδρας συντελείται δίχως βιασύνη, ήρεμα και με κάθε διάθεση σχολιασμού από μέρους της, όλων όσων την περιβάλλουν: φίλων, συγγενών, έτερων λογίων και άλλων.

Η Πριοβόλου μας προσφέρει ένα ακόμη υπέροχο ιστορικό μυθιστόρημα δίχως να ξεφεύγει από τη λογική, τη θεματολογία και το ύφος των προηγούμενων βιβλίων της και μας συστήνει μία άγνωστη Ελληνίδα πεζογράφο, άγνωστη στους περισσότερους από εμάς.


Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Θανάσης Διαμαντόπουλος, Οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης, Μια περίοδος, Δέκα Πρωθυπουργοί, Έντεκα Πρωθυπουργίες, εκδ. Μεταίχμιο

 

                Στις μέρες μας, τις μέρες της παραπληροφόρησης και της ιντερνετικής ακμής, τείνει να αγνοείται ο άλλοτε χρυσός κανόνας των ιστορικών ότι πρέπει απαραιτήτως να περάσουν τουλάχιστον πενήντα χρόνια από το ιστορικό γεγονός για το οποίο γράφουμε. Επόμενο ήταν να μην ισχύει πια κάτι τέτοιο σε έναν κόσμο όπου όλα κινούνται πλέον με ταχύτητες τρελές στον ρυθμό τους. Απαραίτητο, όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο, είναι ο ιστορικός που γράφει για σύγχρονά του γεγονότα να είναι όσο πιο αντικειμενικός εξωτερικός παρατηρητής είναι εφικτό. Διότι μπορεί να μην νοείται ότι μπορούμε να απαλλαγούμε εντελώς από τον όποιο υποκειμενισμό μας όταν γράφουμε, μπορούμε, όμως, να κρατήσουμε τα προσχήματα, να ρίξουμε μία ψύχραιμη ματιά στα γεγονότα και να τα αξιολογήσουμε δίχως ιδεολογικές παρωπίδες και προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να κάνει και ο έγκριτος ιστορικός Θανάσης Διαμαντόπουλος στο πρόσφατο έργο του σχετικά με τους Πρωθυπουργούς της Μεταπολίτευσης, εκείνους, δηλαδή, από κάθισαν στο τιμόνι της χώρας από το 1974 και μετά. Δέκα πρωθυπουργοί και έντεκα πρωθυπουργίες επομένως, με τον έναν από αυτούς να διευθύνει τις τύχες της χώρας σε δύο διακοπτόμενες θητείες, αξιολογούνται στο παρόν πόνημα με τη ματιά του ψύχραιμου, εξωτερικού, όσο και αντικειμενικού και απαλλαγμένου από πάθη και προκαταλήψεις παρατηρητή. Ο Διαμαντόπουλος στο  εν λόγω πόνημα ενδύεται ταυτόχρονα δύο ρόλους, όπως μας λέει ο ίδιος στην αρχή του βιβλίου του: εκείνον του πολιτικού επιστήμονα και πολιτειολόγου από τη μία, αλλά και εκείνον  του πολιτικοποιημένου και παρεμβατικού πολίτη, από την άλλη, μιας και τον τελευταίο ρόλο δεν μπορούσε και δεν ήθελε να τον αποβάλλει , όπως ίσως θα περίμεναν να κάνει κάποιοι αναγνώστες. Εξάλλου, όπως μας λέει και ο ίδιος, πέρα από τις πηγές του, τα γραφόμενά του βασίζονται πολλές φορές και σε προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που βρίσκονται ακόμη εν ζωή σήμερα, είτε τους ίδιους τους απερχόμενους πρωθυπουργούς, είτε ανθρώπους από τα περιβάλλοντά τους που ο συγγραφέας γνωρίζει προσωπικά.

Ο Διαμαντόπουλος θεωρεί- και δικαίως- πως τα πεπραγμένα μεγάλων πρωθυπουργών της περιόδου πριν από τη Χούντα, όπως για παράδειγμα, του Καποδίστρια, του Χαρίλαου Τρικούπη, ή του Ελευθερίου Βενιζέλου, έχουν, μέχρι τώρα, μελετηθεί, αναλυθεί και προβληθεί επαρκώς, ενώ, αντίθετα, δεν συμβαίνει το ίδιο με το έργο των πρωθυπουργών της Μεταπολίτευσης.

Για κάθε έναν από τους πρωθυπουργούς-Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Ράλλης, Ανδρέας Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Κώστας Σημίτης, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου, Αντώνης Σαμαράς, Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης- ο Διαμαντόπουλος έχει να πει από έναν καλό-και από έναν κακό- λόγο αντιστοίχως.  Αφού παραθέσει τα πεπραγμένα του, δεν διστάζει να εκφράσει το συνολικό πρόσημο της πρωθυπουργίας του εκάστοτε πρωθυπουργού, ένα πρόσημο πότε θετικό και πότε αρνητικό, ανάλογα με το προς τα πού γέρνει κάθε φορά η ζυγαριά.

Στην αρχή του βιβλίου, εκτός από την εισαγωγή, υπάρχει και ένα προειδοποιητικό σημείωμα που απευθύνεται στους αναγνώστες, και στο τέλος ένα χρήσιμο παράρτημα, η παράθεση της απαραίτητης βιβλιογραφίας, ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων, αλλά και φωτογραφίες των πρωθυπουργών. Επιπλέον, στο τέλος κάθε σύντομου κεφαλαίου για τον εκάστοτε πρωθυπουργό, παρατίθενται σημειώσεις σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας, αλλά και χρήσιμες διευκρινήσεις για κάποια γεγονότα.

Ένα χρήσιμο βιβλίο, επομένως, που εστιάζει στον «ιστορικό ενεστώτα», στο «ιστορικό παρόν» της πατρίδας μας που μελετά τα πεπραγμένα δημοσίων ανδρών, αυτό είναι το εν λόγω πόνημα. Μάλιστα, όπως μας λέει και ο ίδιος, τα εν λόγω κείμενα για κάθε έναν από τους πρωθυπουργούς είχαν δημοσιευτεί ξεχωριστά στον ιστότοπο Liberal. gr το καλοκαίρι του 2025. Αυτά τα κείμενα, φυσικά, ξαναδουλεύτηκαν, εμπλουτίστηκαν, αλλά και περικόπηκαν, προτού αποτελέσουν το περιεχόμενο του παρόντος πονήματος.

Οπωσδήποτε, μεγάλο είναι το ρίσκο που παίρνει ο συγγραφέας, καθώς πάντοτε υπάρχουν καλοθελητές οι οποίοι περιμένουν στη γωνία για να προσάψουν μία κάποια μεροληψία στις κρίσεις που εκφέρει ο συγγραφέας για τα δημόσια πρόσωπα. Κανένας, όμως, ψύχραιμος και απαλλαγμένος από ιδεολογικές αγκυλώσεις παρατηρητής, δεν μπορεί να αρνηθεί, για παράδειγμα, ότι όσο και αν ο λαοπλάνος Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε στον λαό να φάει «με χρυσά κουτάλια» αποκομίζοντας έτσι την αμέριστη αποδοχή από τους περισσότερους Έλληνες, δεν έκανε τεράστια ζημιά στα οικονομικά της χώρας με τις αλόγιστες πρακτικές του. Κανένας επίσης δεν μπορεί να αρνηθεί τη στιβαρή διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το αμφίσημο πρόσημο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, την αποτυχία της κυβέρνησης Τσίπρα ή τα πολλά και χρήσιμα έργα που έγιναν επί πρωθυπουργίας του Σημίτη.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα τολμηρό βιβλίο, ευκολοδιάβαστο χάρη στο μικρό του μέγεθος,  που τολμά να μιλήσει για όλα τα παραλειπόμενα, τα αμφιλεγόμενα και τα πρόσφατα θέματα της πολιτικής επικαιρότητας, θέματα για τα οποία αποφεύγουν, συνήθως, οι ομόλογοί του να εκφραστούν. Επιπλέον, το εν λόγω βιβλίο συμπληρώνει ένα κενό που υπάρχει στη σημερινή ιστοριογραφία σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου από το 1974 και μετά.

Thomas Mann, Οι Μπούντενμπροκ, εκδ. Μεταίχμιο

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα με πολλές αυτοβιογραφικές αναφορές

 

            «Οι Μπούντενμπροκ» δεν είναι το γνωστότερο βιβλίο του νομπελίστα λογοτέχνη Τόμας Μαν. «Το μαγικό βουνό» είναι το πιο διάσημο έργο του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα δεν είναι εξίσου ωραία- ή και ωραιότερα ακόμα. Εγώ θα έλεγα, από πλευράς μου, ότι δεν υπάρχει έργο που να δείχνει πιο παραστατικά το πέρασμα από την ακμή στην παρακμή μιας μεγάλης εμπορικής οικογένειας, όπως οι Μπούντενμπροκ.

Η οικογένεια αυτή έζησε στο Λύμπεκ της Γερμανίας και ο Τόμας Μαν παρακολουθεί τη ζωή και τα πεπραγμένα της από το 1837 περίπου έως και το 1877, για σαράντα δύο, δηλαδή, ολόκληρα χρόνια, κατά τη διάρκεια του τόσο ταραγμένου και μεταβατικού 19ου αιώνα. Ο χώρος- το Λύμπεκ- δεν κατονομάζεται σαφώς, όμως ξέρουμε σίγουρα ότι η οικογένεια ζούσε εκεί, αφού το έργο περιέχει και πολλές αυτοβιογραφικές αναφορές. Πιο συγκεκριμένα, το έργο περιέχει πέντε κύριους αντρικούς χαρακτήρες, ένας εκ των οποίων περιέχει στοιχεία του ίδιου του Τόμας Μαν. Αυτός είναι ο Χάνο Μπούντενμπροκ, ένας νέος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες.

Οι υπόλοιποι τέσσερις κύριοι ανδρικοί χαρακτήρες είναι ο Γιόχαν ο Πρεσβύτερος, ο παππούς δηλαδή της οικογένειας και ο γιος του Ζαν με τους δυο γιους του, τον πρωτότοκο Τόμας και τον Κρίστιαν. Ο Χάνο είναι ο γιος του Τόμας, ενώ υπάρχει και ένας νόθος στην οικογένεια, ο γιος του Γιόχαν του Πρεσβύτερου από τον πρώτο του γάμο, ο Γκότχολντ.

Από τις γυναίκες των Μπούντενμπροκ, τον πιο σημαντικό ρόλο στο βιβλίο τον παίζει η αδελφή του Τόμας και του Κρίστιαν, η Αντόνιε, που θα συνάψει δύο αποτυχημένους γάμους, ακυρώνοντας τις όποιες οικογενειακές προσδοκίες σε μία εποχή όπου η «χρησιμότητα» των γυναικών στις συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις δεν ήταν άλλη από τους γάμους που πραγματοποιούσαν. Τελικά, όχι μόνο οι γάμοι, αλλά τίποτε δεν θα πάει όπως το περίμενε η εν λόγω οικογένεια, που θα οδηγηθεί σταδιακά στη χρεοκοπία, μη μπορώντας να αντιπαρέλθει τις καλπάζουσες εξελίξεις των καιρών. Η επανάσταση του 1848, ο αυστροπρωσικός πόλεμος του 1866 και η ίδρυση του εθνικού κράτους της Γερμανίας είναι τα κομβικά ιστορικά γεγονότα που διασταυρώνονται με τις ζωές των Μπούντενμπροκ.

Στην ουσία πρόκειται για μία μεγάλη οικογενειακή σάγκα που μιλάει για τρεις γενιές Μπούντενμπροκ και γνωρίζουμε ότι ο ίδιος ο Τόμας Μαν πραγματοποίησε έρευνα σε αρχεία γάμων και βαφτίσεων της οικογένειάς του, προκειμένου να συγγράψει το εν λόγω πόνημα, το οποίο, πρέπει να σημειωθεί, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα που έγραψε σε ηλικία είκοσι έξι ετών, το 1901.

Η πρόζα του Μαν είναι πραγματικά αξιοζήλευτη, η γραφή, όμως, του Μαν είναι ιδιαίτερα πυκνή και απαιτεί συγκέντρωση. Η περιγραφική του ικανότητα είναι επίσης αξιοζήλευτη και μας μεταφέρει κατευθείαν μέσα στο πνεύμα εκείνης της εποχής. Το αποτέλεσμα, πάντως, θα αποζημιώσει τον αναγνώστη καθώς δύσκολα θα βρει άλλο έργο που να αποτυπώνει τόσο παραστατικά τις αλλαγές του παλαιού κόσμου, την παρακμή της αριστοκρατίας και των μεγάλων αστικών τάξεων που σαρώθηκαν από τη βιομηχανική επανάσταση και τον σύγχρονο κόσμο που προέκυψε από όλα αυτά. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας, στο οποίο αξίζει να αφιερώσουμε τον περιορισμένο, συνήθως, αναγνωστικό μας χρόνο, παρά τον μεγάλο όγκο του.

Hermann Hesse, Ταξίδι στη Νυρεμβέργη, εκδ. Διόπτρα

 

 

 


Ένα αυτοβιογραφικό οδοιπορικό του Χέρμαν Έσσε στην κεντρική Ευρώπη

 

            Ένα κάπως διαφορετικό βιβλίο του διάσημου νομπελίστα Γερμανού λογοτέχνη Χέρμαν Έσσε επανεκδίδουν οι εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση του Βασίλη και της Κλεοπάτρας Τσαλή. Το «Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά αποτελεί περισσότερο ένα πόνημα προορισμένο να συλλάβει και να αποθανατίσει, σαν φωτογραφικός φακός, ένα στιγμιότυπο της ζωής του ίδιου του Έσσε. Ο Έσσε μας αφηγείται στο παρόν πόνημά του ένα ταξίδι που πραγματοποίησε στη Νυρεμβέργη, προκειμένου να λάβει μέρος σε μία λογοτεχνική εκδήλωση.

            Το συγκεκριμένο ταξίδι έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 1926, όταν ο λογοτέχνης ήταν σαράντα εννέα ετών, είχε κουραστεί και, απ’ ότι μαθαίνουμε από το βιβλίο, δεν του άρεσαν τα ταξίδια. Ιδού, λοιπόν, πως βλέπει ο ίδιος τα πράγματα και πως μας τα περιγράφει στο αυτοβιογραφικό του πόνημα:

            «Τραγουδιστές, βιρτουόζοι ή ηθοποιοί, που το επάγγελμά τους είναι κατεξοχήν η δημόσια εμφάνιση, οφείλουν απλώς να συμβιβαστούν με το οχληρό γεγονός ότι πρέπει να δεσμεύονται για κάποιες συγκεκριμένες μέρες και ώρες μισό ή και έναν ολόκληρο χρόνο προηγουμένως, όπως άλλωστε το απαιτεί το επάγγελμά τους, να είναι σε θέση να παρουσιάζουν την τέχνη τους, ανεξάρτητα από την ψυχική τους κατάσταση και τη διάθεση της στιγμής. Αλλά για έναν συγγραφέα, έναν ήσυχο κάτοικο της υπαίθρου  και άνθρωπο του γραφείου, που ταξιδεύει ελάχιστα,  η σκέψη ότι τη δωδεκάτη του μεθεπόμενου μήνα πρέπει ανυπερθέτως να κάνει μια ανάγνωση στην τάδε ή στη δείνα πόλη είναι υπό ορισμένες συνθήκες φρικτή. Δεν είναι διόλου απίθανο να είναι κανείς άρρωστος εκείνη την εποχή! Δεν είναι ακριβώς απίθανο εκείνη ακριβώς η στιγμή να είναι μια ευνοϊκή περίοδος για την εργασία του, να είναι η κατάλληλη στιγμή που μάταια την περίμενε τόσο καιρό- και τότε πρέπει στη μέση της καλύτερης δουλειάς του να τα αφήσει όλα στην άκρη για πολλές ημέρες, να φτιάξει τις βαλίτσες του, να μελετήσει τα δρομολόγια, να ταξιδέψει, να κοιμηθεί σε αφιλόξενα κρεβάτια ξενοδοχείων σε ξένες πόλεις και να διαβάσει τα ποιήματά του σε ξένους ανθρώπους, ποιήματα με τα οποία τη δεδομένη στιγμή μπορεί να μην τον συνδέει τίποτα, που να τα θεωρεί ξεπερασμένα και ανόητα!»

            Θα μπορούσε εύλογα να υποθέσει κανείς ότι το παραπάνω-και όλο το βιβλίο ίσως-είναι το παραλήρημα ενός μεσήλικα γκρινιάρη. Κι όμως, το έργο αποκτά άλλη διάσταση υπό τη μαγευτική πένα του Έσσε. Πράγματι, το αυτοβιογραφικό πόνημα κάποιου άλλο συγγραφέα, ίσως, μπορεί να μας φαινόταν βαρετό και κουραστικό, του συγκεκριμένου λογοτέχνη, όμως, όχι.

Ο Έσσε πραγματοποιεί πολλές στάσεις στο ταξίδι του με το τρένο προς τη Νυρεμβέργη και για όλες αυτές τις πόλεις κάτι έχει πάντα να μας πει: Λοκάρνο, Ζυρίχη, Μπλάουμποϊρεν, Ουλμ, Άουγκσμπουργκ, Μόναχο. Συν τοις άλλοις, ο Έσσε περιγράφει στους αναγνώστες τους πως αποφάσισε ο ίδιος να πιάσει την πένα και να γίνει-αρχικά- ποιητής, αλλά και ζωγράφος- λίγοι γνωρίζουν ότι ο Έσσε ήταν και καλλιτέχνης.

Αυτό που θα εντυπωσιάσει τους αναγνώστες είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Έσσε αυτοσαρκάζεται, σχετικά με τη ματαιοδοξία των καλλιτεχνών, αλλά και σατιρίζει το γεγονός ότι ο ίδιος είναι λίγο παράξενος σχετικά με τις μετακινήσεις και τα ταξίδια.

Περιγραφικό, αυτοβιογραφικό, ταξιδιωτικό οδοιπορικό, πότε πιο συναισθηματικό, πότε πιο ρεαλιστικό, το εν λόγω πόνημα, επομένως, μικρό σε μέγεθος και ευκολοδιάβαστο, είναι ένα εντελώς διαφορετικό ανάγνωσμα που μας επιτρέπει να ρίξουμε μια καλή κλεφτή ματιά στη ζωή του ίδιου του Έσσε.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ruta Sepetys-Steve Sheinkin, Κώδικας Μπλέτσλεϊ, εκδ. Διόπτρα

 

Η άγνωστη ιστορία του κέντρου αποκωδικοποίησης της Βρετανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

 

            Σίγουρα αυτοί που έχουν ακούσει για τον Κωδικό Enigma και τον διάσημο μαθηματικό Άλαν Τιούρινγκ είναι περισσότεροι από εκείνους που γνωρίζουν την άγνωστη ιστορία του Μπλέτσλεϊ Παρκ. Στην πραγματικότητα, βέβαια, όλα τα παραπάνω αποτελούν όψεις της ίδιας ιστορίας, όμως, λίγοι έχουν ακούσει ότι το Μπλέτσλεϊ Παρκ ήταν το κέντρο αποκωδικοποίησης και αποκρυπτογράφησης των γερμανικών πληροφοριών στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πιο έξω από το Λονδίνο.

            Στο Μπλέτσλεϊ Παρκ εργάζονταν χιλιάδες υπάλληλοι κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν γυναίκες προκειμένου να αποκρυπτογραφούν τα σήματα των Γερμανών που οι Βρετανοί υπέκλεπταν από αυτούς. Το κέντρο αυτό είναι γνωστό ότι στρατολογούσε νεαρούς φοιτητές μαθηματικών τους οποίους στέγαζε σε ξύλινα παραπήγματα προκειμένου να καταφέρουν να «σπάσουν» τους κωδικούς.

            Χρησιμοποιώντας τις enigma- και τα μυαλά των ιδιοφυών μαθηματικών, φυσικά, οι Σύμμαχοι μπόρεσαν να μάθουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη Μάχη της Αγγλίας ή την Απόβαση στη Νορμανδία.

Τα όσα λάμβαναν χώρα εκεί υπάγονταν σε αυστηρή Πράξη Απορρήτου και δεν έγιναν γνωστά παρά αρκετές δεκαετίες μετά το πέρας του πολέμου. Σήμερα, όμως, υπάρχει αρκετή διαθέσιμη βιβλιογραφία και πληροφορίες για όλα αυτά και το Μπλέτσλεϊ Παρκ είναι επισκέψιμο για το κοινό. Σε αυτές τις πληροφορίες βασίστηκαν και οι δύο συγγραφείς προκειμένου να γράψουν την ιστορία αυτή, τη μυθιστορία που διαδραματίζεται στο Μπλέτσλεϊ Παρκ, βασισμένη, όμως, σε αληθινά ιστορικά γεγονότα, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας.

Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες του έργου περιλαμβάνουν δύο αδέλφια εβραϊκής καταγωγής με έφεση στα μαθηματικά, ο ένας μάλιστα από τους δυο, ο Τζέικομπ Νόβις, είναι σπουδαστής μαθηματικών. Η αδελφή του, η μικρότερη Λίζι στρατολογείται και αυτή από τις μυστικές βρετανικές υπηρεσίες, μετά από τον αδελφό της, προκειμένου να συμβάλλει στην προσπάθεια των Συμμάχων να σταματήσουν τον Χίτλερ προτού αυτός εισβάλει στη Μεγάλη Βρετανία. Συγχρόνως, τα δύο αδέλφια θα προσπαθήσουν αν βρουν τι απέγινε η μητέρα τους,  υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο, της οποία τα ίχνη χάθηκαν στον βομβαρδισμό της Πολωνίας από τους ναζί κατά την εισβολή τους εκεί. Τελικά αποδεικνύεται ότι όλη η οικογένεια Νόβις συμβάλλει με τον τρόπο της στη βρετανική νίκη: ο πατέρας ήταν κρυπτογράφος και ο γιος αποκρυπτογράφος, η μητέρα κατάσκοπος και η κόρη ερευνήτρια.

Το βιβλίο περιέχει μεγάλης έκτασης διαλόγους που δίνουν ζωντάνια στο βιβλίο και το κάνουν να διαβάζεται απνευστί. Η εξέλιξη της υπόθεσης είναι γρήγορη και η πλοκή κινηματογραφική, μιας και σκηνές όπως η παρακάτω κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον:

“«ΛΙΖΙ!» Ο Τζέικομπ με αρπάζει από το χέρι καθώς κομμάτια από πέτρες και γυαλί πέφτουν πάνω μας σαν βροχή. Αρχίζω να βήχω. Δεν έχω μάσκα αερίων. Βλέπω φλόγες να υψώνονται πέρα μακριά και αν γλείφουν τις πλευρές των κτιρίων. Μια φωτεινή ομίχλη σκεπάζει τους δρόμους. Ο αδελφός μου με τραβάει σ’ ένα άνοιγμα που σχηματίζουν τσουβάλια με άμμο κι από κει στην είσοδο ενός καταφυγίου. Κατεβαίνουμε κακήν κακώς μια σκοτεινή σκάλα, στριμωγμένοι  ανάμεσα σε μια μάζα τρομοκρατημένων ανθρώπων. Οι σκάλες βογκούν και τρέμουν κάτω από τα πόδια μας καθώς φτάνουμε στη βάση μας”.

 

Περιγραφές όπως οι παραπάνω στο βιβλίο αποτυπώνουν θαυμάσια την καθημερινή ζωή στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας και θα μας μεταφέρουν απευθείας στο πολεμικό κλίμα του φόβου, αλλά και της πείνας, της αβεβαιότητας και των στερήσεων που υπήρχε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίου, εκδ. Μεταίχμιο

 


Αντί για τσίχλες ταξιδίου, δεκαεννέα διηγήματα, σύντομα και ευκολοδιάβαστα!

 

            Τον συγγραφέα Μάκη Τσίτα τον έχουμε ξεχωρίσει τόσο για τα πολυάριθμα παιδικά του πονήματα-πολλά εκ των οποίων βραβευμένα-όσο και για τα βιβλία του για ενήλικες, όπως την εξαιρετική νουβέλα του με τίτλο «Πέντε στάσεις» και το επίσης βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο «Μάρτυς μου ο Θεός».

            Αυτή τη φορά ο Τσίτας επανέρχεται στον λογοτεχνικό στίβο με δεκαεννέα διηγήματα, σύντομα, ευκολοδιάβαστα και γραμμένα σε διαφορετική κάθε φορά τεχνοτροπία, η οποία κινείται από τον ρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό ως τον σουρεαλισμό και τον καθαρό υπερρεαλισμό.

Το κωμικό και το γκοτέτσκο στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο σε ορισμένα από αυτά τα διηγήματα. Πολλά από αυτά επίσης επιλέγουν να ξαφνιάσουν τον αναγνώστη με το τέλος τους και ενώ αυτός περιμένει να διαβάσει κάτι άλλο, να βρεθεί τελικά προς εκπλήξεως και να διαβάσει κάτι το οποίο δεν περίμενε ως «φινάλε» στην εν λόγω κάθε φορά ιστορία. Ορισμένα διηγήματα έχουν έντονο το δραματικό στοιχείο ή το έντονα θρησκευτικό και μεταφυσικό, ενώ τουλάχιστον ένα περιέχει αυτοβιογραφικές αναφορές του συγγραφέα από τα παιδικά του χρόνια.

Το πρώτο διήγημα με τίτλο «Βάλε τη ζακέτα σου» επικεντρώνεται στη σχέση γονέα-παιδιού. Μπορεί να αισθανόμαστε ότι οι γονείς μας μας καταπιέζουν, όταν, όμως, φύγουν τελικά αυτοί από τη ζωή δεν παύουν ποτέ να μας λείπουν αφόρητα, τόσο οι ίδιοι, όσο και οι επαναλαμβανόμενες και κουραστικές για εμάς καμιά φορά, συμβουλές τους. Το δεύτερο διήγημα με τίτλο «Τρως» περιέχει μια ωμή και στεγνά ρεαλιστική αναφορά στις σημερινές διατροφικές μας συνήθειες, εξιστορημένη, όμως, με τον σουρεαλιστικό τρόπο που θα αφηγούταν για τον εαυτό του ένας πεθαμένος.

Το «Συνέβη στο Κολωνάκι» είναι το αστείο, ευφάνταστο σκηνικό ενός χωρισμού στην Αθήνα, ενώ η «Εκδήλωση» είναι ένα από τα ωραιότερα και πιο έξυπνα από άποψη αφηγηματικής τεχνικής διήγημα, αφού εδώ ο Τσίτας σατιρίζει τα σημερινά ήθη και την υποκρισία κάποιων ψευτοκουλτουριάρηδων αστών, οι οποίοι φαινομενικά δεν χορταίνουν να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις, στην πραγματικότητα, όμως, είναι κενότεροι και από φελλούς που επιπλέουν. «Το ράσο» από την άλλη, είναι μία απλή υπερρεαλιστική ιστορία με σύντομο και ανεκδοτολογικό χαρακτήρα.

Η «ιστορία σε δώδεκα πλάνα» είναι άκρως συγκινητική και μας περιγράφει με ευαίσθητο τρόπο τη σχέση γιαγιάς και εγγονού. Το διήγημα «Φύλακες άγγελοι» περιέχει ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών ενός επιζώντα με τη νεκρή μητέρα του, ενώ «Το φυλλαράκι» παίζει έξυπνα με τους όρους φύλλο-φίλος και είναι ένα ακόμα συγκινητικό διήγημα για την απώλεια ενός φίλου.

Το «Αγαπητέ κύριε Μάϊκ Τζόουνς» είναι μια επιστολή που ακροβατεί ανάμεσα στα όρια του σουρεαλισμού και της γυναικείας αφέλειας, ένα απεγνωσμένο γράμμα μιας θαυμάστριας σε έναν διάσημο και συγκαταλέγεται στα πιο πρωτότυπα διηγήματα του βιβλίου. Το «εκτός συστήματος» είναι αυτοσαρκαστικό και πραγματεύεται με χιουμοριστικό τρόπο τα σημερινά προβλήματα των συγγραφέων. Αποτελεί δε μία πολύ επιτυχημένη απόπειρα του συγγραφέα να περιγράψει και να σατιρίσει με έξυπνο τρόπο τα προβλήματα της φάρας του.

Η «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη» από την άλλη, είναι επίσης ένα διήγημα με αναφορές στη σύγχρονη ζωή και στον Chat gpt το οποίο έχει μπει πλέον για τα καλά στις ζωές μας και τις έχει επηρεάσει με πολύ έντονο τρόπο. Εδώ, με το στοιχείο της υπερβολής, ο Τσίτας μας προειδοποιεί, εμμέσως, για το κακό που μπορεί να μας κάνει η εξάρτηση μας από το μέσο αυτό. Η «Συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία στο χρώμα του σάπιου μήλου» θα μας μεταφέρει σε εορταστική ατμόσφαιρα, το «Θα σου πω» είναι ένας οργισμένος μονόλογος, ενώ το «Επιτύμβιο» ένας φόρος τιμής στη μητέρα του συγγραφέα, όπως και το τελευταίο διήγημα του τόμου με τίτλο «Τσίχλες ταξιδίου».

«Η αδικία» είναι η κατάθεση ψυχής μιας οργισμένης μάνας για την υποκρισία των παιδιών της, ενώ το «Στα γήπεδα με τον μπαμπά» είναι αφιερωμένο στη σχέση πατεράδων και υιών και είναι επίσης ένα από τα συγκινητικότερα και τα ωραιότερα του βιβλίου. «Η πρώτης φορά» είναι ένα διήγημα για ένα ιστορικό αδικίας, το οποίο προφανώς αφορά τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, ή τουλάχιστον αναφέρεται ευθέως σε αυτά. Τέλος, «η παράδοση του κούριερ» μας αφηγείται ένα ξεκαρδιστικό περιστατικό με έναν διανομέα δεμάτων.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι η συλλογή αυτή έχει μεν πλούσια θεματικά, το βάρος, όμως, πέφτει στη σχέση με τους γονείς μας και στα βιώματα από τα παιδικά μας χρόνια. Ο Τσίτας φαίνεται να περιέκλεισε σε αυτήν όλη τη νοσταλγία για τους γονείς του και για την παιδική του ηλικία.

Πρωτίστως, επομένως, θα θαυμάσουμε τα εν λόγω διηγήματα του τόμου για την πρωτοτυπία τους και την διαφορετική κάθε φορά αφηγηματική τους τεχνική, αλλά και για την καλλιέπεια του λόγου και την όμορφη έκφραση. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλα τα είδη αναγνωστών και, φυσικά, και σε εφήβους, όπως άλλωστε και όλες οι συλλογές διηγημάτων.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, εκδ. Μεταίχμιο

 

 Ένα βιβλίο που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και δικαίως, λόγω της θεματικής πρωτοτυπίας του και της αφηγηματικής δομής του είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Νίκου Αμανίτη με τίτλο «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα». Το εν λόγω βιβλίο συστήνει στο ελληνικό κοινό έναν ζωγράφο άγνωστο εν πολλοίς στους περισσότερους, τον Νίκο Μπαλόγιαννη.

Ο Νίκος Μπαλόγιαννης (1911-1965) σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, αλλά και στη Γαλλία και μεταπολεμικά έφυγε για την Αμερική, όπου δημιούργησε οικογένεια και έκανε καριέρα κυρίως ως μεταλλοχαράκτης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι New York Times τον μνημονεύουν μετά θάνατον και ότι μία μεταλλοτεχνία του υπήρχε στα κεντρικά γραφεία της μεγάλης εταιρείας Pfrizer μέχρι πρόσφατα.

Ο Αμανίτης αποκαλύπτει όλη την πορεία της ζωής του Μπαλόγιαννη, τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στο Παρίσι, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής οπότε πολέμησε αρχικά στο αλβανικό μέτωπο και κατόπιν διαβιούσε στην Αθήνα, αλλά και τα χρόνια της εθελούσιας εξορίας του στην Αμερική, στις ΗΠΑ, τη χώρα όπου έγινε τελικά η δεύτερη πατρίδα του, αφού δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα.

Ο Αμανίτης αγνοεί τις συγγραφικές συμβάσεις και ακολουθεί τον δικό του, εντελώς ιδιότυπο ρυθμό αφήγησης. Αφού μας επεξηγεί στον πρόλογο τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να ασχοληθεί με το άγνωστο αυτό θέμα, παραθέτει αυτούσιο ένα πρωτογενές ντοκουμέντο από τα χρόνια της Κατοχής. Πρόκειται για ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα που γράφτηκε από τον Νίκο Μπαλόγιαννη στα χρόνια της Κατοχής με παραλήπτρια μία Μουν, μία παλιά ερωμένη του που είχε στο Παρίσι τα χρόνια πριν τον πόλεμο, οπότε και σπούδαζε στο Παρίσι. Το γράμμα αυτό απευθύνεται στη Μουν και περιέχει πολλές λεπτομέρειες από τη ζωή του συγγραφέα τον καιρό της Κατοχής στην Αθήνα και από τις εμπειρίες του στο αλβανικό μέτωπο, κάτι που το καθιστά ένα μοναδικό ντοκουμέντο. Πέραν τούτου, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ο Μπαλόγιαννης διέθετε και λογοτεχνικό χάρισμα, πέρα από το καλλιτεχνικό, οπότε η αφήγησή του είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τον αναγνώστη. Το γράμμα αυτό, βέβαια, δεν στάλθηκε ποτέ, αφού ο Νίκος είχε χωρίσει με τη Μουν προτού αρχίσει να της γράφει, είχε διατηρήσει, όμως, ως φαίνεται, μία ελπίδα επανασύνδεσης.

Κατόπιν, ο συγγραφέας συνεχίζει με την αναζήτηση της μυστηριώδους αυτής Μουν. Ποια ακριβώς ήταν; Και μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το οδοιπορικό που πραγματοποίησε στη Νότια Γαλλία, την έρευνά του και τα μέιλ που έστειλε έως ότου καταφέρει τελικά να την ανακαλύψει. Εδώ επίσης ο συγγραφέας αναλύει τη ζωή του Νίκου στη Γαλλία με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και συμπληρώνοντας τα υπόλοιπα με τη φαντασία του.
           Το τρίτο μέρος του βιβλίου του είναι αφιερωμένο στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στη ζωή του Νίκο εκεί, ενώ στο τέταρτο ο συγγραφέας ασχολείται με τα χρόνια που ο Μπαλόγιαννης έζησε στις ΗΠΑ μεταπολεμικά. Επίσης μας αφηγείται πως ακριβώς κατάφερε να εντοπίσει τη μία από τις δύο κόρες του, τη Ρέα, η οποία ήταν και αυτή η οποία του έδωσε το μακροσκελές χειρόγραφο.

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, μία διαφορετική και πρωτότυπη αναγνωστική πρόταση στην οποία αξίζει να αφιερώσουμε τον, περιορισμένο είναι η αλήθεια, αναγνωστικό μας χρόνο.

Ελένη Κιουσέ, Ταραξάκο, εκδ. Ψυχογιός

              Τι κοινό μπορεί να έχουν τρεις νεαρές κοπέλες που μεγαλώνουν στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 και το 1990; Μα το ότι σε δύσκ...