Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Βαλερί Αγγέλου, Χάνεμ, Μυστικά της Αλεξάνδρειας, εκδ. Διόπτρα

 

Οι ταραχές στην Αλεξάνδρεια του 1882 και ένας ανεκπλήρωτος έρωτας…

 

Για την ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας και το απότομο τέλος της ελληνικής παροικίας εκεί έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, ιστορικά και λογοτεχνικά. Σε αυτό το πνεύμα είναι γραμμένο και το ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα εποχής που συγγράφει η Βαλερί Αγγέλου.

Η συγγραφέας, γεννημένη στο Βέλγιο, μεγάλωσε στη Ρόδο και έχει γράψει ένα ακόμα μυθιστόρημα εποχής, εκείνο με τον τίτλο «Μπουάνα» του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται στο βελγικό Κονγκό και τη Ρόδο.

Η δεύτερη εμφάνισή της στον χώρο της Λογοτεχνίας τιτλοφορείται ως «Χάνεμ, Μυστικά της Αλεξάνδρειας». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για την φημισμένη πόλη της Αλεξάνδρειας, του οποίου η υπόθεση εκτυλίσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η αρχή του βιβλίου θα εντυπωσιάσει ιδιαίτερα τον αναγνώστη, καθώς τοποθετείται στο 1869, στα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ υπό την αιγίδα των Γάλλων και του Φρντινάν Λεσσέψ. Ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί για την άγνωστη, εν πολλοίς, συμμετοχή πολλών Κασιωτών στα έργα της διάνοιξης της διώρυγας και θα παρακολουθήσει από κοντά τη στιγμή κατά την οποία τα νερά της Μεσογείου αναμείχθηκαν με εκείνα της Ερυθράς θάλασσας.

Εν συνεχεία μεταφερόμαστε στο έτος 1882, το έτος κατά το οποίο σημειώθηκε η εξέγερση του χεδίβη Οράμπι που είχε ως αποτέλεσμα τον καταστροφικό βομβαρδισμό της πόλης το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς από τους Βρετανούς.

Σε αυτή την ταραγμένη περίοδο, οπότε και η Αίγυπτος προσπαθεί να αποκτήσει την ανεξαρτησία της και να απαγκιστρωθεί από την επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων, παρακολουθούμε τη Σμαραγδή, κεντρική ηρωίδα του βιβλίου και τις προσπάθειες που αυτή κάνει να ζήσει μια ζωή όπως την επιθυμεί, μακριά από στερεότυπα της εποχής, στερεότυπα που δεν ήταν λίγα για τις γυναίκες. Η Σμαραγδή μεγάλωσε με τον θείο της, μετά τον θάνατο του πατέρα της, και ερωτεύεται τον Ταουφίκ, τον γιο του Ισμαήλ πασά. Φυσικά, ο έρωτάς τους είναι καταδικασμένος να μείνει ανολοκλήρωτος…

Η Βαλερί Αγγέλου χρησιμοποιεί μυθιστορηματικούς και πραγματικούς χαρακτήρες, Έλληνες, Άραβες και Άγγλους και χτίζει κομμάτι κομμάτι το πολύχρωμο μωσαϊκό που αποτελούσε την αλεξανδρινή κοινωνία. Αποτέλεσμα είναι ένα έργο ατμοσφαιρικό, με γρήγορο ρυθμό, άφθονη πρόζα και έντονο χρώμα και άρωμα ανατολής.

Εκτός από τον Ταουφίκ, τον γιο του Ισμαήλ Πασά, θα συναντήσουμε στον βιβλίο και τον Ομάρ Λουφτί Πασά, τον Άγγλο πρόξενο Έντουαρντ Μαλέ, αλλά και τον Γιακούμπ Σανού, τον εξαίρετο ρήτορα, δημοσιογράφο και θεατρολόγο της Αλεξάνδρειας που αντιτάχθηκε στους Βρετανούς.

Το βιβλίο θα μας προσφέρει μία ικανοποιητική ματιά στις ταραγμένες μέρες εκείνες των ημερών και θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας στην περιοχή, επιπτώσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί ούτε σήμερα.

 

«Τις επόμενες μέρες επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. Μια ευρεία συνδιάσκεψη ανάμεσα σε όλους τους προξένους των ξένων δυνάμεων και τις αιγυπτιακές αρχές ανέδειξε με τον πιο εξόφθαλμο τρόπο τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε ο σπασμωδικός εξοπλισμός των Ευρωπαίων. Αναγνωρίστηκε η συνδρομή των στρατιωτικών δυνάμεων του Αραμπί στην τήρηση της τάξης και στην προστασία των πολιτών, έστω και καθυστερημένα, και με τη συνδρομή των αντίστοιχων προξενικών αρχών επιβλήθηκε ο αφοπλισμός των ξένων. Όλα τα μέτωπα συσπειρώθηκαν προς μία κοινή προσπάθεια, να εκτονωθεί η κρίση. Όλα, εκτός από το αγγλικό προξενείο…"


Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Eric Chacour, Όσα ξέρω για σένα, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

 

Η ιστορία ενός γιατρού από τον Κάιρο από έναν νέο και πολλά υποσχόμενο λογοτέχνη

 

          O Ερίκ Σακούρ έλκει την καταγωγή του από την Αίγυπτο, γεννήθηκε στο Μόντρελα του Καναδά και μοιράζειτ η ζωή του μεταξύ της Γαλλίας και του Κεμπέκ του Καναδά. Στο πρώτο βιβλίο του, όμως, μοιάζει να θυμάται την πρώτη του πατρίδα, τη μακρινή Αίγυπτο. Ο Ερίκ Σακούρ είναι οικονομολόγος και εργάζεται στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Το πρώτο μυθιστόρημα που εκδίδει με τίτλο «Όσα ξέρω για σένα» αποτελεί την πολύ ιδιαίτερη ιστορία ενός γιατρού που γεννιέται και μεγαλώνει στο Κάιρο στα μέσα του περασμένου αιώνα. Ο Ταρέκ, γεννημένος το 1955, ανήκει σε μία γενιά νέων που δεν ρωτήθηκαν για τις επιλογές τους στη ζωή. Έγινε γιατρός όπως και ο πατέρας του, σχεδόν χωρίς να ξέρει αν αυτό ήταν εκείνο που η ψυχή του ποθούσε πραγματικά.

Κατόπιν, ο Ταρέκ παντρεύτηκε την Αρμένισσα Μίρα Νακελιάν, από έρωτα, όπως νόμιζε. Ο γάμος τους δεν ήταν ούτε ευτυχισμένος, ούτε δυστυχισμένος, μάλλον αδιάφορος. Παιδιά δεν έκαναν, και η ζωή τους ακολουθούσε τους συνηθισμένους καθημερινούς ρυθμούς, με την απόσταση, όμως, ανάμεσα στο ζευγάρι μάλλον να μεγαλώνει παρά να μειώνεται.

Όλα θα αλλάξουν στη ζωή του και θα έρθουν τα πάνω κάτω όταν θα γνωρίσει τον Αλί, ένα φτωχόπαιδο από την παρακμιακή συνοικία του Μοκατάμ που του ζητά βοήθεια για την βαριά άρρωστη μητέρα του. Ο Ταρέκ δεν θα διστάσει να του την προσφέρει, σύντομα όμως θα ανακαλύψει πως οι βεβαιότητές του στη ζωή κάθε άλλο παρά διασφαλισμένες είναι…

Στο πρόσωπο του Αλί ο Ταρέκ θα ανακαλύψει τον αληθινό έρωτα και την πραγματική ομοφυλοφιλική του φύση. Όταν ο τελευταίος θα αρχίσει να τον βοηθά στο ιατρείο του, οι σχέσεις τους θα γίνουν τελικά στενότερες από ποτέ. Αντιθέτως, οι σχέσεις του με τη γυναίκα του θα γίνουν όλο και πιο αδιάφορες... Και σύντομα η καλή κοινωνία του κόσμου του Καΐρου, στην οποία ανήκει ο Ταρέκ και όχι, φυσικά, ο Αλί, θα αρχίσει να μιλάει… Το αποκορύφωμα θα έρθει με τη δολοφονία του Αλί-ή μήπως όχι;

Αυτή θα αναγκάσει τον Ταρέκ να μεταναστεύσει στον Καναδά. Και εκεί ακριβώς έρχεται να πάρει το νήμα της αφήγησης ο γιος του Ταρέκ, ο γιος που αυτός δεν ήξερε ότι είχε όταν έφυγε…

Το βιβλίο είναι μοιρασμένο ανάμεσα στις δύο αυτές αφηγήσεις, του Ταρέκ και του γιου του, γραμμένες και οι δύο σε δεύτερο και τρίτο, κάποιες φορές, ενικό πρόσωπο. Αναφορές στην πολιτική κατάσταση του εικοστού αιώνα υπάρχουν, βέβαια, στο βιβλίο, όμως ο Σακούρ δεν αφήνει ποτέ έξω από το κέντρο της αφήγησής του τον ίδιο τον άνθρωπο και τις κοινωνικές σχέσεις του, τα συναισθήματα, τις σκέψεις του και τις βαθύτερες επιθυμίες του. Σε αυτά επικεντρώνεται πρωτίστως, αποδεικνύοντας τη βαθιά κατανόηση που έχει στην ανθρώπινη φύση, αλλά και το αφηγηματικό ταλέντο που τον διακρίνει.

Ένα μυθιστόρημα για την εγκατάλειψη ενός πατέρα από τον γιο του, για την εγκατάλειψη μιας γυναίκας, για την κοινωνική καταδίκη που συνεπάγονταν οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις και για το πως τα καλά κρυμμένα οικογενειακά μας μυστικά μας αλλάζουν σαν ανθρώπους και μας δίνουν, καμιά φορά τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γιάννης Νικολούδης, Κόκκινο φαράγγι, εκδ. Πατάκη

 

Μία μυθιστορία-μελέτη του Κακού και το τοπίο ως πρωταγωνιστής

 

          Ένα φαράγγι είναι πάντοτε ένας τόπος άγριος, ένα μέρος επικίνδυνο, το βασίλειο της φύσης και των άγριων ζώων. Ένα μέρος δυσπρόσιτο, όπου δύσκολα πλησιάζει άνθρωπος, ένα μέρος που μπορεί να κρύβει πολλά…

          Η ιστορία που μας αφηγείται ο Γιάννης Νικολούδης στη νουβέλα του διαδραματίζεται σε ένα φαράγγι. Πρόκειται για μία ιστορία που κρύβει πολλά μυστικά από το παρελθόν. Και πολλή βία. Γι’ αυτό και το φαράγγι είναι κόκκινο…

          Ο τόπος στον οποίο τοποθετείται το συγκεκριμένο φαράγγι, ο αληθινός πρωταγωνιστής της νουβέλας του δεν προσδιορίζεται. Ο αναγνώστης υποθέτει ότι αυτό βρίσκεται κάπου στην ελληνική ύπαιθρο. Ούτε και ο χρόνος προσδιορίζεται ακριβώς, αλλά από το γεγονός ότι οι ήρωες του βιβλίου διαθέτουν κινητά με κάμερες, καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη εποχή. Υπάρχει, όμως, μία γενικότερη ασάφεια σε ό,τι αφορά τον τόπο και τον χρόνο-ακόμη και την ακριβή χρονική στιγμή της ημέρας κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα- στο βιβλίο. Η ασάφεια, βέβαια, η αοριστία, το δυσνόητο και η σύγχυση σε ό,τι αφορά πρόσωπα, τόπο, γεγονότα, ήρωες, κίνητρα των ηρώων, το παρόν και παρελθόν τους είναι βασικά συστατικά του βιβλίου και από τις βασικές επιδιώξεις του συγγραφέα, ο οποίος φαίνεται ηθελημένα να προκαλέσει μπέρδεμα στο μυαλό των αναγνωστών του. Ακόμη και η ίδια η υπόθεση του βιβλίου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ασάφεια.

Τρεις νέοι, δυο αγόρια και ένα κορίτσι, που ακούν στα παρατσούκλια Foxyl@dy, D@rkking47 και Snakesk!nAI, παρατσούκλια βγαλμένα από τα σύγχρονα video games, βρίσκονται κατά λάθος μέσα σε ένα σπίτι, ζωσμένο από πυκνή βλάστηση, έρημο και ακατοίκητο. Αυτός είναι και ο πρώτος αφηγηματικός άξονας του βιβλίου που συνυπάρχει και εναλλάσσεται διαρκώς αφηγηματικά με τον δεύτερο, με τα πεπραγμένα και τη δράση, δηλαδή, ενός άνδρα με σκοτεινό παρελθόν, ο οποίος προσπαθεί να αγνοήσει τα παιδικά του τραύματα και επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του και στο πατρικό του σπίτι μετά από ένα θεμελιώδες γεγονός της ζωής του.

 

          Από μόνο του, ένα φαράγγι και ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι χωμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση, είναι εξαιρετικά υποβλητικά στο νου οποιουδήποτε αναγνώστη. Από μόνα τους αυτά, μαζί με τις περιγραφές του Νικολούδη, δημιουργούν μία ατμόσφαιρα μυστηρίου, θρίλερ θα μπορούσαμε να πούμε, όπου ο αναγνώστης περιμένει διαρκώς το κακό να συμβεί, το κακό που καραδοκεί κάπου εκεί, χωμένο μέσα στην πυκνή βλάστηση. Η βροχή και ο αέρας εννοείται πως συμπληρώνουν επάξια το όλο υποβλητικό σκηνικό. Και πράγματι, ο συγγραφέας μας οδηγεί σιγά σιγά στην κορύφωση και αυξάνει πόντο πόντο την περιέργεια των αναγνωστών του για το τι ακριβώς συνέβη τελικά στο κόκκινο φαράγγι, στο έρημο σπίτι, αλλά και στο μυστηριώδες παρελθόν των ηρώων του.     

Οι συμβολισμοί είναι έντονη, το ίδιο και η αύρα του μυστηρίου, όπως και η ψυχολογική φόρτιση των ηρώων του. Αξιοπρόσεκτη είναι επίσης και η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας , μία γλώσσα άκρως ρεαλιστική και γεμάτη από βωμολοχίες και την αργκό που οι έφηβοι χρησιμοποιούν σήμερα.

Ένα βιβλίο που δημιουργεί απορίες, ένα βιβλίο που αναζητά, αλλά δεν δίνει απαντήσεις, το οποίο θα θυμόμαστε κυρίως για τη μοναδική και πολύ επιτυχημένη ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργεί.


Elaine Garvey, Το βεστιάριο, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

 

Ο κόσμος των παρασκηνίων του θεάτρου αποκαλύπτεται…

 

          Το όνομα της Ιλέιν Γκάρβει (Elaine Garvey) δεν λέει τίποτε-ακόμη- στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, καθώς το μυθιστόρημά της με τίτλο «Το βεστιάριο» είναι το πρώτο της βιβλίο που μεταφράζεται στην ελληνική, αλλά, συγχρόνως και το πρώτο της μυθιστόρημα. Βέβαια, να σημειώσουμε εδώ ότι η Ιλέιν δεν δηλώνει ακριβώς πρωτοεμφανιζόμενη στον χώρο της λογοτεχνίας, αφού κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή και έχει δημοσιεύσει, συγχρόνως, και αρκετά διηγήματα. Όπως και να έχει, πάντως, «Το βεστιάριο» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο φιλοδοξεί να μας ξεναγήσει στα «άδυτα» των παρασκηνίων του θεάτρου, σε όσα, δηλαδή, δεν βλέπουν οι θεατές και όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν πίσω από τις φανταχτερές σκηνές του παλκοσένικού.

          Η εικοσιεφτάχρονη Μαρέιντ είναι μοδίστρα και δουλεύει στο βεστιάριο ενός παλιού θεάτρου, του Θεάτρου του Σεντ Λέναρντ, στο Λονδίνο, εν έτει 2002. Η Μαρέιντ δουλεύει με εξαντλητικούς ρυθμούς κάνοντας τις πιο αφανείς και, ενίοτε, και αηδιαστικές δουλειές που μπορούν να γίνουν σε ένα θέατρο: φροντίζει για τα ενδύματα και τα υποδήματα των ηθοποιών, ράβει επιδιορθώνοντας ό,τι χαλασμένο υπάρχει, από φερμουάρ μέχρι ξηλωμένα μανίκια, και πλένει ακόμη και τα εσώρουχα των ηθοποιών! Συν τοις άλλοις, φορτώνεται πολλές φορές την ευθύνη για ό,τι στραβό συμβαίνει κατά τη διάρκεια των προβών και της παράστασης, ενώ οφείλει και να αντισταθεί και στις, χυδαίες πολλές φορές, ερωτικές προτάσεις που δέχεται από τον παραγωγό της παράστασης.

          Η Μαρέιντ, παρ’ όλα αυτά τα δυσάρεστα, δεν φαίνεται  να περνάει κατά βάθος τόσο άσχημα εκεί, όσο φαίνεται από την πρώτη ματιά. Κατά βάθος χαίρεται με τη φλυαρία και το κουτσομπολιό των παρευρισκόμενων εκεί, των άλλων ανθρώπων που δουλεύουν μαζί της, των ηθοποιών, ακόμη και των πιο «υψηλά» ιστάμενων. Όπως και να ’χει, το Θέατρο του Σεντ Λέναρντ είναι ο μικρόκοσμός της, με τα καλά του και με τα άσχημά του.

Η ίδια, όμως, διχάζεται μεταξύ δύο κόσμων, όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε αποδημεί από την πατρίδα του και από τον τόπο στον οποίο μεγάλωσε και μετοικεί σε ένα εντελώς ξένο περιβάλλον: το σώμα της βρίσκεται μεν στο Λονδίνο, αλλά τόσο η σκέψη της όσο και η καρδιά της δεν είναι ακόμη εντελώς ξεκάθαρο που ανήκουν. Στο πολύβουο και απάνθρωπο Λονδίνο ή στην υγρή και μοναδική φύση της Ιρλανδίας από όπου και κατάγεται;

Ο ξαφνικός θάνατος της γιαγιάς της θα τη φέρει αναγκαστικά πίσω στον τόπο στον οποίο έριξε μαύρη πέτρα φεύγοντας και θα την κάνει να αναρωτηθεί σχετικά με τις επιλογές της. Όπως κάθε απόδημος, θα αναρωτηθεί πολλές φορές: «Έκανα καλά που έφυγα;», «Πού ανήκω τελικά;», «Θα έπρεπε να επιστρέψω;»

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες: Λονδίνο, εμπειρίες από την καθημερινότητα του θεάτρου με τις πρόβες των ρούχων, την προετοιμασία, την ίδια την  παράσταση και το μάζεμα και το καθάρισμα των ρούχων κατόπιν εορτής, Ιρλανδία, η πατρίδα με τους συγγενείς και την κηδεία της γιαγιάς τη Δεύτερη μέρα του Πάσχα των Καθολικών, και Λονδίνο, επιστροφή στον κόσμο του θεάτρου και ώρα για μεγάλες αλλαγές στη ζωή της Μαρέιντ.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε μία ιδιότυπη πρωτοπρόσωπη αφήγηση που περιλαμβάνει γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό και αποφεύγει τις μακροσκελείς περιγραφές. Μια προσωπική εξομολόγηση- της Μαρέιντ και της συγγραφέως-γραμμένης με απόλυτη ειλικρίνεια.

Edith Wharton, Τα χρόνια της αθωότητας, εκδ. Μεταίχμιο

 

Ένα βιβλίο-καθρέφτης της μεγαλοαστικής κοινωνίας της Νέας Υόρκης στις αρχές του 20ου αιώνα

 

 

            Αρκετά βιβλία της Αμερικανίδας συγγραφέως Ίντιθ Γουόρτον, που έζησε από το 1862 ως το 1937, εκδόθηκαν στη χώρα μας προσφάτως, όπως «Το σπίτι της ευθυμίας», «Οι παραδόσεις της χώρας» και «Τα χρόνια της αθωότητας», όλα από τις εκδόσεις μεταίχμιο.

Σήμερα θα μιλήσουμε εδώ για το τελευταίο από αυτά, το μυθιστόρημα με τίτλο «Τα χρόνια της αθωότητας». Η Ίντιθ Γουόρτον ανήκε σε μία πλούσια οικογένεια της Νέας Υόρκης και αυτές ακριβώς τις εμπειρίες και τον κόσμο της πλούσιας αστικής τάξης στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα περιγράφει στα μυθιστορήματά της. Συνεπώς, όλα της τα βιβλία περιέχουν και αυτοβιογραφικές αναφορές.

Το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν αυτό που χάρισε στην Ίντιθ Γουόρτον το Βραβείο Πούλιντζερ το 1921. Και πράγματι, ίσως, πρόκειται για το πιο ανάλαφρο και πιο καλογραμμένο από όλα της τα πονήματα, καθώς και αυτό που επικεντρώνεται σε μία ιστορία απελπισμένου, αδιέξοδου και μάταιου έρωτα. Διότι αυτό που φαίνεται σε εμάς απλό σήμερα- έρωτας δίχως τα στεγανά των  κοινωνικών τάξεων- στις κοινωνικές τάξεις των αριστοκρατών και των μεγαλοαστών της Αμερικής στις αρχές του εικοστού αιώνα δεν ήταν παρά μία ουτοπία, ένα άπιαστο όνειρο. Έτσι και εδώ λοιπόν, ο Νιούλαντ Άρτσερ, γόνος επιφανούς μεγαλοαστικής οικογένειας της Νέας Υόρκης ερωτεύεται παράφορα την εξαδέλφη της νόμιμης αρραβωνιαστικιάς του, την διαζευγμένη Κόμισσα Έλεν Ολένσκα, η οποία αντιμετωπίζεται ως μαύρο πρόβατο από τους αριστοκρατικούς κύκλους της Νέας Υόρκης.είναι

Η αρραβωνιαστικιά του και μετέπειτα σύζυγός του, η Μέι Ουέλαντ, είναι το αθώο θύμα της υπόθεσης και εκείνη, όμως, που θα καταλάβει τελικά τα πάντα, αλλά δεν θα αρνηθεί να ενώσει τη ζωή της μαζί του, παρ’ όλα αυτά, και να του χαρίσει μάλιστα και δύο παιδιά. Και δεν είναι ότι ο Νιόυλαντ Άρτσερ δεν αγαπά την όμορφη γυναίκα του- πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η Μέι είναι όμορφη, ελκυστική, τρυφερή και ευαίσθητη, μία σωστή αριστοκράτισσα, με καλούς τρόπους και ανατροφή, εν ολίγοις απολύτως κατάλληλη για να γίνει σύζυγος του Νιούλαντ Άρτσερ.

Το πρόβλημα είναι καθαρά διαχρονικό, όπως συμβαίνει σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης: ο κεραυνοβόλος έρωτας, ο οποίος παρασέρνει τα πάντα στον διάβα του και δεν αφήνει τίποτε όρθιο.

Το μυθιστόρημα περιγράφει αυτόν τον απελπισμένο έρωτα ανάμεσα στους δύο συγγενείς, τις προσπάθειές τους να τον κρατήσουν κρυφό και καταλήγει στην τυφλή υποταγή των δύο εραστών στις επιταγές της μοίρας: απλούστατα κανείς από τους δύο δεν μπορεί να ξεφύγει τελικά από τα δίχτυα της κοινωνικής του τάξης. Και οι δυο τους είναι καταδικασμένοι να ζήσουν όπως επιτάσσει η καλή κοινωνία της εποχής και να παραμερίσουν τα θέλω και τις βαθύτερες επιθυμίες τους.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Γουόρτον δεν περιέχει σχεδόν καμία ερωτική σκηνή στο βιβλίο της. Όλα υπονοούνται. Ως μέλος της καλής κοινωνίας της εποχής και η ίδια η Γουόρτον δεν καταδέχεται να συμπεριλάβει τίποτε το μεμπτό στις σελίδες του βιβλίου της, τίποτε το ανήθικο και κατακριτέο .

Όσο για τη γραφή της Γοόυρτον μένει και αυτή σταθερή, όπως είναι σε όλα της τα βιβλία: πληθωρική, με έμφαση στη λεπτομέρεια και τις περιγραφές και με την τάση να μην αφήνει τίποτε στην τύχη. Η Γουόρτον δεν ασχολείται μόνο με το βασικό θέμα της, αλλά με όλα. Με αυτόν τον τρόπο η εξιστόρηση των ηθών της εποχής, των τραπεζιών του καλού κόσμου, των πάρτι, των ταξιδιών και των βραδιών στην Όπερα είναι τόσο λεπτομερής και εναργής που για αυτό ακριβώς τα βιβλία της Γουόρτον αποτελούν τον καθρέφτη μιας ολόκληρης εποχής.

 


Edith Wharton, Οι παραδόσεις της χώρας, εκδ. Μεταίχμιο

 

Η αντιηρωίδα Αντίν Σπραγκ

 

 

Η Ίντιθ Γουόρτον γεννήθηκε το 1862 στη Νέα Υόρκη. Ήταν λογοτέχνιδα και σχεδιάστρια. Έγραψε τόσο μυθιστορήματα, όσο διηγήματα και θεατρικά έργα. Το 1885 παντρεύτηκε έναν τραπεζίτη από τη Βοστόνη, τον Έντουαρντ Ρόμπινς Γουόρτον. Ήταν από τις γυναίκες της εποχής της που προσπάθησαν σκληρά να συνδυάσουν την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή. Αποτέλεσμα ήταν  να χωρίσει από τον άντρα της και να μετοικήσει στη Γαλλία μέχρι και τον θάνατό της το 1937.

Το ογκώδες μυθιστόρημά της με τίτλο «Οι παραδόσεις της χώρας», γραμμένο το 1913, αποτελεί ένα σκληρά ρεαλιστικό πορτρέτο της κοινωνίας της αριστοκρατίας και των μεγαλοαστών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μία έξυπνη κοινωνική σάτιρα, γραμμένη με φλέγμα, χιούμορ, αλλά και διάχυτη ειρωνεία.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι μία από τις πιο διάσημες αντιηρωίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η Αντίν Σπραγκ. Η κοπέλα αυτή μετοίκησε με τους γονείς της από το Έιπεξ στη Νέα Υόρκη προκειμένου η οικογένεια να μπορέσει να ανέλθει στην καλή αμερικανική κοινωνία και να μπορέσει η Αντίν να κάνει έναν καλό γάμο που να ικανοποιεί τα καπρίτσια της και να καλύπτει τις ανάγκες της. Αυτό, όμως, κάθε άλλο παρά εύκολο αποδεικνύεται στην πορεία, καθώς η Αντίν είναι ιδιαίτερα κακομαθημένη, σπάταλη και τα θέλει όλα δικά της. Επιπροσθέτως, την εποχή αυτή πολλοί αριστοκράτες διατηρούν μεν τον τίτλο ευγενείας τους και το καλό τους όνομα, έχουν, όμως, πολλές φορές ξεπέσει οικονομικά. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον πρώτο σύζυγο της Αντίν, τον Ραλφ Μάρβελ, ο οποίος σύντομα θα απηυδήσει με τα καπρίτσια και την οδυνηρά δαπανηρή ζωή που θέλει να διεξάγει η διαρκώς ανικανοποίητη Αντίν.

Παρά το γεγονός ότι θα αποκτήσει έναν γιο με το  Ραλφ, η άσπλαχνη Αντίν δεν θα διστάσει μέχρι και να εγκαταλείψει σύζυγο και γιο προκειμένου να ταξιδέψει στην Ευρώπη και να βρει έναν νέο σύζυγο, πιο πρόθυμο να καλύψει τις ανάγκες της. Ο ξαφνικός θάνατος του Ραλφ θα της λύσει τα χέρια και θα την καταστήσει μία πλούσια χήρα που ψάχνει και πάλι σύζυγο.

Ούτε ο δεύτερος σύζυγός της, όμως, θα καταφέρει να ικανοποιήσει τα καπρίτσια της, παρά το γεγονός ότι ανήκει στην καλή ευρωπαϊκή κοινωνία. Αυτός θα είναι, εν τέλει, ο πρώτος της έρωτας, μία παλιά της αγάπη από τα χρόνια του Έιπεξ, ο Έλμερ Μόφατ.

Το βιβλίο παρακολουθεί τις κοινωνικές σχέσεις της καλής κοινωνία της εποχής, τα τραπέζια και τις διασκεδάσεις τους, τις εκδηλώσεις και τις δραστηριότητές τους, πάντα υπό το πρίσμα της Αντίν και των συζύγων της.

Δεν νομίζω πως θα υπάρξει αναγνώστης που δεν θα αηδιάσει με την αγάπη που τρέφει η Αντίν για το χρήμα και για την ασπλαχνία και την αδιάλλακτη στάση με την οποία αντιμετωπίζει, όχι μόνο τους συζύγους και τους γονείς της, αλλά και τον ίδιο της τον γιο. Υπέρμετρα εγωίστρια, φιλόδοξη και αδίστακτη, φοβερά κακομαθημένη, ένας θηλυκός, εν ολίγοις νάρκισσος, η Αντίν είναι ένας αντιπαθητικός λογοτεχνικός χαρακτήρας στον οποίο θα αποδοκιμάσουμε σχεδόν όλα τα πεπραγμένα του. Αλαζονική και γεμάτη αυτοπεποίθηση, άπληστη και φιλοχρήματη, αναίσθητη μέχρι αηδίας, εντούτοις η Αντίν είναι ένας χαρακτήρας που θα μας εξάψει την περιέργεια. Συν τοις άλλοις, οι εντελώς διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες της εποχής και οι διαφορές μας με τη σημερινή, καθιστούν το ανάγνωσμα της Γουόρτον ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Γιώργος Σπανουδάκης, Οι Ελεφθερωτές, εκδ. Βακχικόν

 

Ακροβασία και γόνιμος διάλογος μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας

 

«Δεν μίλησα ποτέ στον γιο μου. Ένα παραμύθι. Ένα ψέμα να κοιμηθεί. Από τα έτοιμα. Να σκαρφιστώ κάτι ούτε κατά διάνοια. Παραμύθια, τραγούδια παιδικά. Δεν είχα λόγια. Δεν είχα λόγια! Με ψέματα να μεγαλώνει. Τι είδες; Γιατί όχι την αλήθεια, γιατί; Μα ποιος θέλει να μάθει τα πάντα για τα πάντα; Ποτέ δεν του είπα ένα παραμύθι. Δε μεγάλωσε  με παραμύθια. Είναι η ζωή. Είναι και ο θάνατος».

 

          Ο συγγραφέας και μαθηματικός Γιώργος Σπανουδάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει μέχρι σήμερα και συνεχίζει να διδάσκει μαθηματικά σε δημόσιο σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Εκτός από συγγραφέας και μαθηματικός, όμως, δηλώνει και εικαστικός. Έτσι λοιπόν, ο πίνακας στο εξώφυλλο του νέου μυθιστορήματός του με τίτλο «Ελεφθερωτές» είναι δικός του και υπήρξε μάλιστα, όπως μας λέει ο ίδιος, και η αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος μυθιστορήματός του.

Ο Γιώργος Σπανουδάκης μας είναι γνωστός από τα προηγούμενα έργα του, τα οποία κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Βακχικόν, τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Η αγωνία του μέτρου» που κυκλοφόρησε το 2023 και το θεατρικό του με τίτλο «Άχθος αρούρης» που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά.

Ο τίτλος τόσο του βιβλίου, όσο και του εικαστικού έργου συνδέεται με τον εορτασμό της επετείου για την 25η Μαρτίου. Ο συγγραφέας τον εμπνεύστηκε από την αδημονία που έμοιαζε να έχει καταβάλει το πλήθος σε μια ελληνική κωμόπολη προκειμένου να παρακολουθήσει την καθιερωμένη παρέλαση για τον εορτασμό της επετείου του εθνικού ξεσηκωμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το πλήθος αντιμετώπιζε τα τσολαδάκια που θα παρελαύνανε με τόσον ενθουσιασμό και προσμονή, ωσάν να ήταν οι ίδιοι οι ελευθερωτές μας από τον τουρκικό ζυγό. Βέβαια, στην πραγματικότητα ελεύθεροι είμαστε μόνο στη φαντασία μας.

Ελεύθερος, λοιπόν, στη φαντασία του είναι και ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του Σπανουδάκη, ο Αιμίλιος, να πλάσει έναν φανταστικό φίλο που να τον συντροφεύει σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων εφηβικών του χρόνων και να επανεμφανιστεί και πάλι μετά από χρόνια, στη ενήλικη ζωή του. Ο συγγραφέας μπλέκει διαρκώς πραγματικότητα και φαντασία σε ένα αδιαχώρητο κουβάρι, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μπερδευτεί και ο ίδιος, πολλές φορές, με τα πολλά ονόματα των χαρακτήρων, των φανταστικών και των αληθινών. Που τελειώνει η πραγματικότητα και που αρχίζει η φαντασία; Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, φαίνεται πως  αφήνουν ανεξέλεγκτη τη φαντασία του με σκοπό τη δημιουργία ενός πραγματικά ιδιότυπο όσο και πρωτότυπου έργου, του οποίου η γραφή δεν τους φανταστικούς διαλόγους δεν μοιάζει με κανένα από όσα έχουμε διαβάσει.

Παρ’ όλα αυτά, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το έργο του Σπανουδάκη είναι αποκομμένο από τη σημερινή κοινωνική ελληνική πραγματικότητα. Απεναντίας μάλιστα, όντας εκπαιδευτικό ο ίδιος και έχοντας υπάρξει και ο ίδιος, φυσικά, έφηβος στο παρελθόν,  επικεντρώνεται στον εντοπισμό των προβλημάτων της σημερινής εκπαίδευσης στη χώρα μας και στο πως βιώνει ένας έφηβος όλη αυτή την κατάσταση. Επιπλέον, οι εφηβικοί έρωτες, οι εφηβικές φιλίες, η σχέση μας με τους γονείς μας και ιδίως με τη μητέρα μας δεν μένουν απέξω. Προφανώς, ο συγγραφέας αντλεί και από τα προσωπικά του εκπαιδευτικά και εφηβικά βιώματα, τα περνάει, όμως, στο χαρτί εντελώς παραλλαγμένα, έτσι ώστε ο αναγνώστης να αδυνατεί να διαχωρίσει το αληθινά αυτοβιογραφικό από το φανταστικό.

Ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα με πολύ ξεχωριστή γραφή και ιδιότυπο στυλ αφήγησης, το οποίο απευθύνεται σε ψαγμένους αναγνώστες.


Έβαλντ Φλίσαρ, Κοίτα από το παράθυρο, εκδ. Βακχικόν

 

Ένα νεαρό αγόρι από τη Σλοβενία αναζητά την αληθινή φιλία,

 Ένα νεαρό αγόρι από τη Σλοβενία αναζητά την αληθινή φιλία

 

          Ένα νεαρό αγόρι από τη Σλοβενία, ένα αγόρι που παραμένει ανώνυμο για τους αναγνώστες του από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου , είναι ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του αναγνωρισμένου Σλοβένου  συγγραφέα, δοκιμιογράφου και μεταφραστή Έβαλντ Φλίσαρ με τίτλο «Κοίτα από το παράθυρο». Το μυθιστόρημα αυτό απευθύνεται τόσο σε ενήλικους, όσο και σε έφηβους αναγνώστες ή μεγάλα παιδιά και προσφέρει αφορμή για έντονο προβληματισμό σε πολλά κοινωνικά επίπεδα με τα θέματα που τόσο επιτυχημένα θίγει μέσα από τη συναρπαστική μυθιστορία του.

          Η υπόθεση του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Το ανώνυμο αγόρι ζει σε ένα ήσυχο χωριό της Σλοβενίας μαζί με τους γονείς του και τον καλύτερό του φίλο τον Γουρουνούλη, ένα μικρό γουρουνάκι που του χάρισε ο παππούς του και ο οποίος είναι ο καλύτερός του φίλος, μιας και το αγόρι πάσχει από κάποια απροσδιόριστη νοητική αναπηρία, αποτέλεσμα ενός ατυχήματος.

          Την ημέρα, όμως, που το αγόρι κλείνει τα δεκαπέντε του χρόνια οι γονείς του αποφασίζουν να σφάξουν τον καλύτερο φίλο του. Τότε το νεαρό αγόρι, απογοητευμένο από τη σκληρότητα των γονιών του και την αδυναμία κατανόησης από αυτούς των δικών του συναισθημάτων, παίρνει τους δρόμους και αποφασίζει να φύγει για πάντα από το σπίτι του. Στον δρόμο του θα συναντήσει τον Αχμέτ, έναν ενήλικο νεαρό πρόσφυγα από τη Συρία, ο οποίος θα του σώσει μάλιστα τη ζωή. Ο Αχμέτ έχει χάσει σχεδόν όλους τους συγγενείς του στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας και είναι αποφασισμένος να κερδίσει μία καλύτερη ζωή στην Ευρώπη. Οι δυο τους αποφασίζουν να ταξιδέψουν παρέα ως το Λονδίνο, όπου βρίσκεται ο αδελφός του Αχμέτ, ο Ιμράν. Το ταξίδι αυτό, μακρύ και επικίνδυνο, θα αποδειχθεί μία αληθινή αποκάλυψη  για το μικρό αγόρι…

          Αυτό που εντυπωσιάζει, πρωτίστως, στο βιβλίο, πέρα από την πρωτοτυπία της υπόθεσής του και τις μεγάλες ανατροπές που ο συγγραφέας επιφυλάσσει για τους αναγνώστες του στο τέλος του βιβλίου, είναι η ιδιότυπη αφήγηση και ο τρόπος γραφής, αφού όλο το μυθιστόρημα είναι γραμμένο στο δύσκολο δεύτερο ενικό πρόσωπο και ο συγγραφέας απευθύνεται διαρκώς ο ίδιος στον ήρώα του…

          Επιπροσθέτως, είναι πραγματικά μοναδικός ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο ενσωματώνει ο συγγραφέας μια πληθώρα κοινωνικών θεμάτων στον κορμό της αφήγησης, που προκαλούν έντονο προβληματισμό. Πρωτίστως, το ζήτημα της κρεατοφαγίας από τον άνθρωπο και του εντελώς απάνθρωπου τρόπο με τον οποίο εκτρέφονται τα ζώα στις φάρμες σήμερα, ιδίως τα γουρούνια. Είναι άραγε ηθική η κατανάλωση κρέατος μετά από τον ανελέητο βασανισμό των περισσότερων ζώων που λαμβάνει χώρα στις φάρμες εκτροφής; Μπορεί να υπάρξει αληθινή φιλία μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός ζώου; Είναι τα ζώα κατώτερα από εμάς; Έχουν ψυχή; Γιατί η ζωή ενός σκύλου να αξίζει περισσότερο από εκείνη ενός γουρουνιού ή ενός ανθρώπου από ενός σκύλου;

Ακολούθως, θίγεται το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων. Πώς αντιδρούν οι άνθρωποι απέναντι στη διαφορετικότητα του άλλου; Υπάρχει τελικά αληθινή φιλία μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών ανθρώπων αντίθετου θρησκεύματος; Παραμερίζονται οι θρησκευτικές διαφορές των ανθρώπων; Ύστερα, τι γίνεται με την ψυχολογική κακοποίηση των παιδιών από τους γονείς τους; Και με το ζήτημα της συγχώρεσης; Είναι, άραγε, πάντα αυτή δυνατή; Υπάρχουν φορές που δικαιολογείται η βία ως πράξη εκδίκησης ή μήπως όχι; Τέλος, ο συγγραφέας θίγει τα θέματα της προσφυγιάς, του πολέμου, αλλά και της αθεΐας.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, το οποίο θα μας προβληματίσει και θα το θυμόμαστε για αρκετό καιρό μετά το πέρας της ανάγνωσής του.

 


Αλέξανδρος Πιστοφίδης, Ηρώδης, Νέρων, Ιουλιανός, Οι τρεις "καταραμένοι" φιλέλληνες και το τέλος του αρχαιοελληνικού κόσμου, εκδ. Θερμαϊκός

 

Η ιστορία της παρακμής του αρχαιοελληνικού κόσμου όπως δεν μας την είπαν ποτέ…

 

          Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι η ιστορική αλήθεια έχει αποκατασταθεί σχετικά με την τεράστιας έκτασης καταστροφή του αρχαίου κόσμου που έλαβε χώρα από τους χριστιανούς κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Ακόμη και στα σχολικά βιβλία, η ιστορία της επικράτησης του χριστιανισμού μπορεί να μην παρουσιάζεται ως τόσο αιματοβαμμένη όσο πραγματικά ήταν μεν, αλλά, οπωσδήποτε, είναι πλέον εγγύτερα στην ιστορική αλήθεια, σε σχέση με τη δεκαετία του 1990, όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο.

Ωστόσο, η ύπαρξη και η έκδοση πονημάτων που μας θυμίζουν την αληθινή ιστορία της επικράτησης της θριαμβεύουσας θρησκείας, όπως το νέο πόνημα του οικονομολόγου  και συγγραφέα από τη Δράμα Αλέξανδρου Πιστοφίδη, είναι πάντοτε επίκαιρη και χρήσιμη στους ψαγμένους αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την Ιστορία.

Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο βασικές ιστορικές θεματικές. Πρώτον, επιχειρεί να αποκαταστήσει τη μνήμη τριών μεγάλων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συκοφαντήθηκαν άδικα από ορισμένους ιστορικούς των παλαιότερων χρόνων και έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική μας μνήμη ως «καταραμένοι» αυτοκράτορες. Πρόκειται για τον Ηρώδη τον Μέγα, τον Ιουλιανό και τον Νέρωνα.

Ο Ηρώδης ο Μέγας (37π.Χ.-4 μ.Χ.) ήταν στην πραγματικότητα ένας μεγάλος φιλέλληνας, ένας θαυμαστής και λάτρης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ο οποίος κατηγορήθηκε αδίκως για την υποτιθέμενη «σφαγή των νηπίων», ένα γεγονός που μας πέρασαν ως αληθινό οι Άγιες Γραφές, που δεν είναι ιστορικά ντοκουμέντα- αλλά και ο ίδιος του ο λαός, λόγω της ιδουμαιοαραβικής καταγωγής του και της ελληνοφιλίας του.

Όσον αφορά τη μνήμη του αυτοκράτορα Νέρωνα (37-68μ.Χ.), αυτή έχει ως επί τω πλείστον αποκατασταθεί πλέον από τους σύγχρονους ιστορικούς, αφού έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι ο Νέρων ήταν ένας συνειδητός ελληνολάτρης και ότι δεν ήταν παρανοϊκότερος από άλλους Ρωμαίους αυτοκράτορες, π.χ. από τον σκληρόκαρδο τύραννο αυτοκράτορα Τιβέριο.

Τέλος, ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός (331-363μ.Χ.), είναι γνωστό πια ότι δεν κατεδίωξε ανελέητα τους χριστιανούς, όπως υποστήριζε η Εκκλησία επί αιώνες, ούτε και ότι το εγχείρημά του για την επαναφορά της αρχαίας θρησκείας ήταν εντελώς ανεδαφικό σε μία εποχή όπου οι παγανιστές δεν ήταν ακόμη πολύ λιγότεροι αριθμητικά από τους χριστιανούς. Ο Ιουλιανός δεν ήταν ένας ρομαντικό ιδεολόγος, αλλά αντιθέτως, ένας λιτοδίατος, ασκητικός και σοφός αυτοκράτορας, ο οποίος δήλωνε ερωτευμένος με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, όπως άλλωστε και ο Νέρωνας και ο Ηρώδης. Και φυσικά είναι άδικο να κατηγορείται ως διώκτης των χριστιανών τη στιγμή που στην εποχή του δεν έλαβε χώρα ούτε το ένα τρίτο από τις καταστροφές των αρχαιοελληνικών ναών και των αρχαιοελληνικών κειμένων που διέπραξαν αργότερα οι χριστιανοί. Ο Ιουλιανός ήταν μεν παγανιστής, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι οπαδός της ανεξιθρησκίας, κάτι που δυστυχώς δεν ήταν μεταγενέστεροι αυτοκράτορες όπως ο Θεοδόσιος ο Μέγας και ο Ιουστινιανός.

Τα υπόλοιπα μέρη του βιβλίου του Πιστοφίδη, ο δεύτερος θεματικός άξονάς του δηλαδή, αποτελείται από εκτενή παράθεση των χριστιανών απολογητών και του ρόλου του οποίου έπαιξαν εκείνοι στην παρακμή του αρχαιοελληνικού κόσμου, από την παράθεση των συνεπειών της επικράτησης του χριστιανισμού, αλλά και από τη διερεύνηση της θέσης του κατά πόσον ήταν τελικά ελληνικό το Βυζάντιο ή όχι και κατά πόσον αυτό συνέβαλε τόσο στην ανάπτυξη της επιστήμης και στη διάσωση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας.

Και εδώ η απάντηση είναι αρνητική, παρά τις εδραιωμένες πεποιθήσεις των περισσοτέρων, αφού το Βυζάντιο δεν συνέβαλε διόλου στην ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί στην αρχαία Ελλάδα, αλλά επέλεξε να διασώσει από την αρχαιοελληνική γραμματεία μονάχα ότι δεν αντέφασκε στον χριστιανικό πολιτισμό της εποχής.

Τέλος, ο συγγραφέας προβαίνει σε μία αναλυτική εξήγηση του «εβραϊκού θαύματος», μας εξηγεί δηλαδή για ποιον λόγο οι Εβραίοι είχαν πάντοτε και εξακολουθούν να έχουν δεσπόζουσα θέση στις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα γράμματα και γιατί εμείς οι Έλληνες χάσαμε τη δική μας. Παραθέτει επίσης και τα ονόματα Ελληνων και Εβραίων μεσαιωνικών, αλλά και σύγχρονων φιλοσόφων.

Ένα εξαίρετο βιβλίο, γραμμένο με κάθε σεβασμό απέναντι στην ιστορική αλήθεια και τις πηγές της που προτίθεται να διαφωτίσει και την «άλλη» πλευρά, εκείνη των χαμένων της Ιστορίας…

Ruta Sepetys-Steve Sheinkin, Κώδικας Μπλέτσλεϊ, εκδ. Διόπτρα

  Η άγνωστη ιστορία του κέντρου αποκωδικοποίησης της Βρετανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο               Σίγουρα αυτοί που έχουν ακο...