Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Τομ Βολφ, Μαρία Κάλλας, Γράμματα και αναμνήσεις, εκδ. Πατάκη, 2020, σελ.491

https://www.patakis.gr/product/644023/diafora/Grammata-kai-anamnhseis/
  

Μία αξιόπιστη βιογραφία της Κάλλας, της μεγαλύτερης, ίσως, Υψιφώνου του 20ου αιώνα, μας προσφέρει ο Τομ Βολφ μέσω της δικής της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Ο Τομ Βολφ δεν είναι, επομένως, ο συγγραφέας του παρόντος έργου, -αντιθέτως συγγραφέας θα πρέπει να θεωρηθεί η ίδια Κάλλας.- 

Ο Τομ Βολφ ήταν όμως αυτός ο οποίος με υπομονή και αγάπη συγκέντρωσε, μετέφρασε, ταξινόμησε και υπομνημάτισε τις επιστολές της Μαρίας. Είναι επίσης ο δημιουργός της γνωστής ταινίας Maria by Callas, καθώς επίσης και μεγάλος θαυμαστής και ακροατής της μουσικής της Κάλλας.

Το παρόν αυτό πόνημα περιλαμβάνει έναν πρόλογο του Τομ Βολφ καθώς και ένα γράμμα γραμμένο από τον ίδιο το οποίο απευθύνεται στην ίδια την Κάλλας στην αρχή του βιβλίου και εξηγεί το πως ο συγγραφέας παρακινήθηκε να μελετήσει τη ζωή της μεγάλης "Ντίβας". Κατόπιν, σειρά έχει η αφήγηση των αναμνήσεων της ζωής της από την ίδια τη μεγάλη καλλιτέχνιδα, την οποία επιχείρησε μία φορά το 1957 και άλλη μία το 1977. Στο ενδιάμεσο μεταξύ των δύο αυτών αφηγήσεων παρεμβάλλονται ιδιόχειρες επιστολές της Κάλλας προς διάφορα πρόσωπα, όπως μουσικούς, συναδέλφους, διάσημους, φίλους, μαέστρους, τον πρώτο της σύζυγο Τζιοβάννι Μπαττίστα Μενεγκίνι, τη¨ν αγαπημένη της δασκάλα στην Αθήνα, την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο και μία μόνο προς τον έτερο αγαπημένο της, τον Αριστοτέλη Ωνάση. Λιγότερες είναι οι επιστολές που απευθύνονται στην ίδια την Κάλλας.

Εξίσου κατατοπιστικοί στην παρακολούθηση της πορείας της ζωής και την καριέρας της μεγάλης σοπράνο είναι οι πίνακες οι οποίοι περιλαμβάνουν τις παραστάσεις και τα ρεσιτάλ της ανά την υφήλιο, καθώς και το φωτογραφικό υλικό που της συνοδεύει.

Από τα παιδικά της χρόνια στη Νέα Υόρκη όπου γεννήθηκε και στα πρώτα της βήματα στο κλασικό τραγούδι, στην Αθήνα της Κατοχής  και στα μαθήματα με τη σπουδαία ντε Ιντάλγκο, ο αναγνώστης θα κατανοήσει ποιες ήταν οι επιρροές που διαμόρφωσαν την μεγάλη "
"Ντίβα". Οπωσδήποτε, θα εκπλαγεί με την μεγάλη εργατικότητα της Κάλλας, η οποία συνόδευε το μεγάλο και πηγαίο ταλέντο της και θα θαυμάσει τη μανία της να μην τραγουδάει στις μεγάλες σκηνές του κόσμου αν δεν αισθανόταν ότι μπορούσε να αποδώσει το 100%(ή έστω το 95%) των φωνητικών δυνατοτήτων της, μια μανία την οποία πλήρωσε ουκ ολίγες φορές με ζωηρές αποδοκιμασίες, όπως στη Ρώμη το 1958. 

Σκάλα του Μιλάνου, Royal Opera House του Λονδίνου, Παρίσι, Βερολίνο, Αθήνα, Βιέννη, ακόμη και Μεξικό και Αργεντινή, η μεγάλη σοπράνο δούλεψε εντατικότατα κατά τη δεκαετία του '50, ερμηνεύοντας μοναδικά πολλούς γνωστούς ρόλους του διεθνούς ρεπερτορίου όπως τη Μήδεια του Κερουμπίνι, τη Τζιοκόντα του Πονκιέλλι, την Τραβιάτα του Βέρντι,  την Τόσκα του Πουτσίνι. Η ίδια ξεχώρισε και ταυτίστηκε περισσότερο από όλες τις ηρωίδες που ερμήνευσε με τη Νόρμα του Μπελίνι, ηρωίδα την οποία υποδύθηκε συνολικά πάνω από ενενήντα φορές σε οκτώ χώρες.

Ο Τομ Βολφ μας επιτρέπει να δούμε για πρώτη φορά όχι τη Μαρία πίσω από την Κάλλας, αλλά τόσο τη Μαρία όσο και την Κάλλας να συνυπάρχουν ταυτόχρονα στους ρόλους που ερμήνευσε, τις φιλίες της, τις συνεργασίες της, αλλά και την ερωτική της ζωή.

Το βιβλίο αυτό εκπληρώνει, θα λέγαμε, επομένως, την επιθυμία της ίδιας της Κάλλας για να γράψει μία αυτοβιογραφία της, απαλλαγμένη από όλα εκείνα τα ψεύδη τα οποία κατά καιρούς έλεγαν γι' αυτήν οι "κακές γλώσσες". Την επιθυμία της αυτή δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει, αφού πέθανε ξαφνικά στο διαμέρισμά της στο Παρίσι το 1977 σε ηλικία 53 ετών. 

Ένα βιβλίο το οποίο  αποτελεί φόρο τιμής στην μεγάλη καλλιτέχνιδα το οποίο θα διαβαστεί άνετα και με μεγάλο ενδιαφέρον από μουσικούς και μη. Τολμώ να πω και εγώ όμως, πως, ως δασκάλα φωνητικής, μουσικός, σοπράνο και φανατική ακροάτρια της υπέροχης αυτής τέχνης που λέγεται όπερα, το βιβλίο αυτό θα συγκινήσει ιδιαίτερα όσους σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την θεϊκή αυτή τέχνη. Επιπλέον, θα τους διαφωτίσει, αφού η μεγάλη Ελληνίδα σοπράνο αποκαλύπτει στις αναμνήσεις της κάποια βασικά σημεία της φτασμένης τεχνικής της στο τραγούδι, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο οδηγό για τους νέους σπουδαστές του κλασικού τραγουδιού.

Δημήτρης Οικονόμου, Ο τελευταίος φύλακας, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ.498


  https://ikarosbooks.gr/901-o-teleytaios-fylakas.html

Πολεμικό και κοινωνικό ιστορικό μυθιστόρημα μπορεί να χαρακτηριστεί το νέο βιβλίο του Δημήτρη Οικονόμου "Ο τελευταίος φύλακας". Είναι ένα βιβλίο για τους απελευθερωτικούς αγώνες στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο, για το έπος του '40 και τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο στα βουνά της Πίνδου, καθώς και για τον αδελφοκτόνο σπαραγμό του Ελληνικού Εμφυλίου.

Το πόνημα του Δ.Ο. διατρέχει όλη την ιστορία της Ηπείρου στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και βασίζεται σε αληθινές μαρτυρίες τις οποίες ο συγγραφέας συνέρραψε μυθιστορηματικά σε ένα ενιαίο λογοτεχνικό πόνημα.

Στο επίκεντρο της δράσης βρίσκονται τα Γιάννενα και τα γύρω χωριά της Πίνδου και οι γενναίοι φύλακες των εδαφών της, οι εκπρόσωποι της οικογένειας Μπάκα, ο Γιώργης, ο γιος του ο Ανδρέας και ο εγγονός του Γιώργος.

Η αφήγηση εναλλάσσεται σε τέσσερις άξονες, οι οποίοι στο τέλος συγκλίνουν και συναντιούνται. Στον πρώτο ο αγράμματος χωρικός Γιώργης, κάτοικος στο Νησί της λίμνης στα Γιάννενα, μα πρώτος στο τουφέκι και άριστος κωπηλάτης, μυείται στην Ηπειρωτική Εταιρεία, μία μυστική οργάνωση η οποία συστήθηκε το 1906 με σκοπό την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό και απαιτεί τυφλή υπακοή από τα μέλη της. Η εμπλοκή του στους κόλπους της θα αλλάξει τελικά ολόκληρη τη ζωή του...

Στον δεύτερο άξονα παρακολουθούμε τον γιο του Γιώργη, τον Ανδρέα, γύρω στα 1920, φιλομαθή νέο μα και άριστο σκοπευτή, να σπουδάζει στο Διδασκαλείο στα Γιάννενα. Τελικά γίνεται δάσκαλος-πρότυπο για την εποχή του, μα τα όνειρά του για μία επιτυχημένη διδασκαλική σταδιοδρομία θα συντριβούν κάτω από τον οδοστρωτήρα του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μετά του εμφυλίου...

Στον τρίτο άξονα παρακολουθούμε όλη την πορεία του Ελληνοϊταλικού πολέμου το 1949-40, με λεπτομέρειες "ημερολογιακές" και περιγραφές σκηνών του πολέμου τόσο φρικιαστικές σε ορισμένα σημεία που θα μας θυμίσουν το κινηματογραφικό έργο "Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν".

Στον τέταρτο άξονα προβάλλεται σε όλη του την έκταση το δράμα του Ελληνικού Εμφυλίου το 1947-48 και το πως αυτό επηρέασε καθοριστικά τη ζωή αθώων και άκακων ανθρώπων, οι οποίοι, άθελά τους, μπλέχτηκαν στη δίνη του. Όταν η συμφορά του Εμφυλίου τυλίξει στα δίχτυα της και την οικογένεια Μπάκα, ποιος από τα μέλη της θα μείνει τελευταίος φύλακας των μηνμάτων και της γης των προγόνων;

Σε όλη την αφήγηση τον ρυθμό δίνουν από τη μία η φύση, τα άγρια δάση και τα βουνά που είναι στενά συνυφασμένα με τη ζωή των ανθρώπων της Ηπείρου, και από την άλλη ο πόλεμος, τον οποίο, δυστυχώς, γνώρισαν όλες οι γενιές των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα που έζησαν εκεί. Το βιβλίο αφήνει στον αναγνώστη αυτήν ακριβώς την αίσθηση, του διαρκούς πολέμου και των κακουχιών που αυτός επιφέρει, καθώς και του τσουχτερού κρύου και της δύσκολης, φτωχικής ζωής στα άγρια βουνά της Πίνδου.

Αυτό όμως που δεσπόζει σε όλο το βιβλίο και του προσδίδει μία κινηματογραφική διάσταση είναι η πολύ επιτυχημένη γλώσσα που χειρίζεται ο συγγραφέας για τους χαρακτήρες του που ομιλούν την ηπειρωτική βλάχικη διάλεκτο. Η διάλεκτος χρησιμοποιείται από τους χωρικούς και όχι από τους μορφωμένους χαρακτήρες του βιβλίου, οι οποίοι ομιλούν τα "επίσημα" ελληνικά. Και, όπως πρέπει πάντα να γίνεται, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί άλλη γλώσσα εκτός των διαλόγων, στην τριτοπρόσωπη ροή της αφήγησης.

Πολύ ενδιαφέρουσες είναι οι πληροφορίες που συγκεντρώνει ο συγγραφέας για τις μεθόδους διδασκαλίας και τα μαθητικά εγχειρίδια στις αρχές του αιώνα. Οι πρωτοποριακές και πρωτότυπες μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο Ανδρέας στο βιβλίο θα έπρεπε να αποτελέσουν πρότυπο και για τους σημερινούς δασκάλους. Το βέβαιο είναι ότι τα κομμάτια αυτά του βιβλίου που σχετίζονται με την εκπαίδευση θα τα βρουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα οι εκπαιδευτικοί που θέλουν να βελτιώνουν διαρκώς τις μεθόδους διδασκαλίας τους. Εγώ πάντως από πλευράς μου ως εκπαιδευτικός, οφείλω να πω ότι συγκινήθηκα από τον ζήλο, την αφοσίωση και την αφιλοκέρδεια του νεαρού δασκάλου.

Επιπροσθέτως, εξαιρετικά πρωτότυπες είναι οι πληροφορίες για τη δράση της άγνωστης σχετικά Ηπειρωτικής Εταιρείας για τους ιστορικούς και για τους ιστοριοδίφες, καθώς επίσης και οι πολλές λεπτομέρειες που αφορούν την διεξαγωγή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πόνημα του οποίου ο συγγραφέας αξίζει τα εύσημα τόσο για την έρευνα που διεξήγε, όσο και για τη μυθιστορηματική τεχνική και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Κοινώς, είναι ένα βιβλίο το οποίο αξίζει να διακριθεί μέσα στην πληθώρα των πονημάτων που εκδίδονται σήμερα.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Καζούο Ισιγκούρο, Τα απομεινάρια μιας μέρας, 2017, εκδ. Ψυχογιός, σελ.315

 


     

 Τυπική αγγλική εξοχή, τυπικοί Άγγλοι αριστοκράτες, τυπικοί Εγγλέζοι μπάτλερ με τέτοιο επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια που δεν συναντά κανείς σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης. Άνθρωποι οι οποίοι βάζουν την επαγγελματική τους ιδιότητα υπεράνω της προσωπικής τους υπόστασης.

     Αυτή είναι, λοιπόν, η προσωπική εξομολόγηση ενός ευσυνείδητου μπάτλερ, του Στίβενς, ο οποίος μας αφηγείται όχι μόνο τα «απομεινάρια μιας ημέρας», αλλά μιας ολόκληρης ζωής- στην υπηρεσία του λόρδου Ντάρλινγκτον- συγκεκριμένα επί τριάντα πέντε συναπτά έτη-. Η εξομολόγηση αυτή λαμβάνει χώρα  κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού έξι ημερών, όταν ο Στίβενς βρίσκεται σε άδεια, παραχωρημένη από τον νέο του κύριου και νυν ιδιοκτήτη της οικίας Ντάρλινγκτον, τον Αμερικανό Φαραντέϊ.

     Το βιβλίο περιέχει πολλές διαστάσεις: την πολιτικοϊστορική, την κοινωνική, την ηθογραφική και ψυχογραφική. Πολιτικοϊστορική αφού το πόνημα, μέσα από τα λεγόμενα του μπάτλερ, μας εξιστορεί όσα σχετίζονται με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο,  τον ανερχόμενο αντισημιτισμό και αντιμπολσεβικισμό του Μεσοπολέμου και την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία. Κοινωνική διότι απεικονίζει θαυμάσια την αγγλική κοινωνία του πριν και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που η κραταιά αυτοκρατορία της Αγγλίας άρχιζε σιγά σιγά να πνέει τα λοίσθια. Πρόκειται για έναν κόσμο που ανατέλλει και για έναν που πεθαίνει. Ο κόσμος των πιστών μπάτλερ, των λόρδων και των αριστοκρατών αναμφισβήτητα είναι αυτός που σταδιακά αλέθεται στη μυλόπετρα της Ιστορίας μαζί με την αποικιοκρατία. Ο Στίβενς το γνωρίζει αυτό και αυτό μας φέρνει στην τρίτη διάσταση του βιβλίου, την ηθογραφική και ψυχογραφική.

      Ο Ισιγκούρο ενδύεται αριστοτεχνικά τον ρόλο του πιστού υπηρέτη της αγγλικής αριστοκρατίας και περιγράφει με τρόπο γοητευτικό έναν άνθρωπο κλειστού, ευγενικού και διακριτικού, προικισμένου με το τυπικό φλέγμα που διαθέτουν οι Άγγλοι. Η παρακμή του Στίβενς ως ανθρώπου ο οποίος δεν βρίσκεται πια στην ακμή της νιότης του βρίσκεται σε ευθεία αναλογία με το πεπερασμένο της αγγλικής παντοδυναμίας. Εκτός , όμως, από την ψυχανάλυση του ίδιου του Στίβενς ζωγραφίζεται και εκείνη του λόρδου Ντάρλινγκτον, καθώς και η σχέση που είχε με τον έμπιστο μπάτλερ του.

     Ο Στίβενς υπήρξε παιδί ενός εξίσου ευσυνείδητου μπάτλερ, του πατέρα του, από τον οποίο κληρονόμησε τη  θέση του. Μπορεί όλος ο κόσμος γύρω του να γκρεμίζεται, αυτός όμως θα παραμείνει αφοσιωμένος στο καθήκον και στις επιθυμίες του κυρίου του, πριν καν προλάβει ο τελευταίος να τις εκφράσει. Η λανθάνουσα ερωτική σχέση του με την κυρία Κέντον διαδραματίζει επίσης έναν υποδόριο και διακριτικό, μα και διαρκώς παρόντα ρόλο στο βιβλίο.

      Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του συγγραφέα είναι αισθαντική και εντελώς προσωπική, μα, κυρίως, τόσο ατμοσφαιρική που σου αφήνει την αίσθηση, καθώς γυρνάς τις σελίδες του βιβλίου, ότι περιδιαβαίνεις ταυτόχρονα κι εσύ ο ίδιος μία φθινοπωρινή, συννεφιασμένη μέρα στην καταπράσινη αγγλική εξοχή. Αναμφίβολα ένα βιβλίο ιδιαίτερο, το οποίο μεταφέρθηκε μάλιστα επιτυχημένα και στον κινηματογράφο, από την πένα ενός αριστοτέχνη συγγραφέα, το οποίο έχει να μας πει κάτι διαφορετικό, τόσο με την υπόθεση όσο και με τη γραφή του.

 

Έρμαν Έσσε, Ο λύκος της στέπας, εκδ. Μίνωας, 2014, σελ.301


 

Ένας ήρωας ο οποίος λατρεύει τα βιβλία και την κλασική μουσική και ιδιαίτερα τον Μότσαρτ... Όσο κι αν προσπάθησα μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μην ταυτιστώ μαζί του και να κρατηθώ για να μην το αναφέρω εδώ.

Ο "λύκος της στέπας" δεν είναι άλλος από τον Χάρρυ Χάλλερ, ένας άνθρωπος κουλτουριάρης, μοναχικός, μελαγχολικός, αντικοινωνικός, αντισυμβατικός και αλλόκοτος. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος αρνείται να ενσωματωθεί στον ανερχόμενο αστισμό του καιρού του και να πείσει τους γύρω του ότι κι αυτός ενστερνίζεται τις σύγχρονες δυτικές αστικές αξίες. Είναι ένας άνθρωπος που τον χαρακτηρίζει η διπολικότητα, ένας άνθρωπος ο οποίος κρύβει βαθιά μέσα του έναν άγριο λύκο. Περιφρονώντας τους πάντες και τα πάντα, είναι ευτυχισμένος έτσι όπως είναι κλεισμένος στο καβούκι του. Τουλάχιστον έτσι νομίζει... Είναι όμως στ' αλήθεια τόσο ευτυχισμένος και πλήρης όσο πιστεύει, όντας κλεισμένος στον αυστηρά περιχαρακωμένο κόσμο του, στα βιβλία του και την μουσική του;

Η γνωριμία του με την Ερμίνε θα αποδειχτεί ο καταλύτης ο οποίος μέσα από μία μακριά και επώδυνη διαδικασία κοινωνικοποίησης, αποδοχής της συμβατικότητας και αυτοαξιολόγησης θα τον οδηγήσει τελικά στην αυτογνωσία.

Υπόθεση φαινομενικά απλή, η οποία αναπτύσσεται όμως με αριστοτεχνική δεξιότητα και κρύβει περίτεχνους συμβολισμούς και ενδελεχή ψυχανάλυση. Ο Έσσε δεν γράφει, αλλά είναι σαν να κεντάει προσεκτικά τις λέξεις μία μία στο χαρτί. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά αντάξιο ενός συγγραφέα τιμημένου με νόμπελ λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που θα κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί, να αξιολογήσει και να ψυχαναλύσει ο ίδιος τον εαυτό του, μα, πάνω απ' όλα, να απολαύσει και να ρουφήξει κάθε σελίδα, αφημένος στην απύθμενη ομορφιά του λόγου του Έσσε.

Δεν ξέρω αν ο λόγος για τον οποίο το συγκεκριμένο βιβλίο μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση ήταν οι μουσικές του αναφορές οι οποίες άπτονται της ειδικότητάς μου, ξέρω πάντως ότι για λίγα βιβλία στη ζωή μου έχω πει ότι θα τα διαβάσω και δεύτερη φορά.

Τα αφηγηματικά εφευρήματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι αντάξια του λόγου του. Στην αρχή χρησιμοποιεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση, εν συνεχεία παραθέτει την Πραγματεία για τον Λύκο της Στέπας και καταλήγει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η φαντασία του συγγραφέα σε ό,τι αφορά τους συμβολισμούς και τις αφηγηματικές τεχνικές φτάνει μέχρι και στο να ζωντανέψει τον Μότσαρτ και τον Γκαίτε, μεταμφιέζοντάς τους επιδέξια έτσι ώστε να είναι εκείνοι, και ειδικά ο πρώτος, που θα οδηγήσουν στην αυτογνωσία τον Λύκο της Στέπας.

Το ωραίο είναι ότι το προσωνύμιο Λύκος της Στέπας δεν είναι  κάτι το οποίο αρνείται ο Χάρρυ. Αντιθέτως, γνωρίζει πολύ καλά ότι κρύβει έναν λύκο μέσα του και πολλές φορές αποκαλεί και ο ίδιος τον εαυτό του έτσι.

Το βιβλίο περιέχει ποικίλες συζητήσεις και κρίσεις για την ίδια τη ζωή, τον θάνατο, την τέχνη, τη μουσική, τον έρωτα, τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους. Ανάγνωσμα δυνατό και διαχρονικό, αναμφίβολα αξίζει μία περίοπτη θέση μεταξύ των βιβλίων που έχω διαβάσει, όχι μόνο εγώ, αλλά, όπως πιστεύω, και ο κάθε αναγνώστης ο οποίος θέλει αυτό το οποίο διαβάζει να αφήσει το ίχνος του ανεξίτηλα χαραγμένο στην ψυχή του και όχι μόνο στο μυαλό του...