Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Η ένωση της Κίνας υπό τον Γινγκ Ζενγκ



Η Κίνα έχει μακραίωνη πολιτική και πολιτισμική ιστορία και γνώρισε εναλλασσόμενες περιόδους σταθερής διακυβέρνησης και ασταθών κυβερνήσεων. 

Ο πρώτος που ενοποίησε τη χώρα ήταν ο αυτοκράτορας Γινγκ Ζενγκ το 221π.Χ. Ο Γινγκ Ζενγκ ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας της δυναστείας των Τσιν. Πριν από αυτόν η Κίνα αποτελούταν από διάφορα κράτη, ανομοιογενή στους τομείς της γλώσσας, του πολιτισμού, αλλά και της εθνικότητας. Την περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου (771-476π.Χ.), όπως την αποκαλούν οι Κινέζοι ιστορικοί, υπήρχε μία σκιώδης εξουσία πάνω σε όλο αυτό το μωσαϊκό των πολιτισμών υπό τον ηγέτη της δυναστεία των Τσου. Στην πραγματικότητα βέβαια 140 περίπου κρατίδια διεκδικούσαν γη και εξουσία μέσω ενός ιδιότυπου φεουδαλικού συστήματος.

Την περίοδο που ακολούθησε, την περίοδο των Εμπόλεμων Κρατών (476-221π.Χ.) η εξουσία συγκεντρώθηκε σε επτά βασίλεια: Τσι, Τσου, Γιαν, Χαν, Ζάο, Γουέι, Τσιν. Στο τελευταίο βασίλειο ανέβηκε το 274 π.Χ. ο Γινγκ Ζενγκ και έμελλε να ήταν αυτός που θα κατακτούσε τα υπόλοιπα βασίλεια και θα τα ένωνε υπό το σκήπτρο της εξουσίας του.  Είχε κληρονομήσει, είναι η αλήθεια, ένα αρκετά δυνατό κράτος με ισχυρό στρατό, ικανούς στρατηγούς και αποτελεσματική γραφειοκρατία, οπότε δεν δυσκολεύτηκε να ενώσει τα επτά βασίλεια. Ονόμασε, κατόπιν, τον εαυτό του αυτοκράτορα (Χουάνγκ-τι) και ήταν ο πρώτος (Σι) από τη δυναστεία των Τσιν. Έτσι προέκυψε και το όνομά του με το οποίο έμεινε στην ιστορία: Τσιν Σι Χουάνγκ-τι.

Ο νέος αυτοκράτορας ήταν δραστήριος και δυναμικός και αποδείχτηκε ρηξικέλευθος σε πολλούς τομείς. Ήταν πολύ εργατικός, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες χρειαζόταν μονάχα μία ώρα ύπνο ημερισίως. Πραγματοποίησε πέντε μεγάλες περιοδείες προκειμένου να επιθεωρήσει την πελώρια αυτοκρατορία του. Ήταν όμως εξίσου καχύποπτος και παρανοϊκός σχετικά με τις απειλές κατά του θρόνου του. Επιβίωσε από μία τουλάχιστον δολοφονική απόπειρα εναντίον του και είχε εμμονή με την αθανασία, αφού αναζητούσε διαρκώς ένα μαγικό ελιξήριο το οποίο θα του επέτρεπε να ζήσει για πάντα.

Για να έρθουμε τώρα σε πιο πρακτικά θέματα, ο Γινγκ Ζενγκ κυβέρνησε με συγκεντρωτικό και απολυταρχικό τρόπο. Η βασιλεία του θεωρήθηκε ότι ξεκίνησε το έτος 1, ενώ στράφηκε με μένος ενάντια στον Κομφουκιανισμό. Διέταξε να καούν ζωντανοί 400 κομφουκιανοί δάσκαλοι και να ριχτούν στην πυρά όλα τα σχετικά με τον Κομφουκιανισμό βιβλία. Από την άλλη, πραγματοποίησε και πολλές μεταρρυθμίσεις στο νομισματικό σύστημα και στην οικονομία. Διαίρεσε τη χώρα σε 36 επαρχίες και επέβαλε ενιαία νομοθεσία.

Η κοινωνική διαστρωμάτωση την εποχή της διακυβέρνησης του Γινγκ Ζενγκ διαμορφώθηκε ως εξής: εισοδηματίες (Σι), χωρικοί (Νογκ), τεχνίτες (Γκονγκ) και έμποροι (Σανγκ), με την τελευταία ομάδα να βρίσκεται στην κατώτερη κοινωνικά θέση, παρά την οικονομική τους δύναμη.

Από τα γνωστότερα επιτεύγματα όμως του μεγάλου αυτοκράτορα αξίζει να αναφερθούν η έναρξη της κατασκευής του περίφημου Σινικού τείχους προκειμένου να αποκρουστούν εχθρικές επιθέσεις από τον Βορρά, η κατασκευή της διώρυγας Λινγκ-κου, στρατιωτικές οδοί και κυρίως το περίτεχνο μαυσωλείο του με τον πήλινο στρατό.

Για την κατασκευή του τάφου του μεγάλου αυτοκράτορα χρειάστηκαν 38 ολόκληρα χρόνια και εργάστηκαν σε αυτόν πάνω από 700.000 εργάτες. Αυτός αποτελούταν από μία γιγάντια πυραμίδα σκεπασμένη με χώμα ύψους 100 μέτρων και πλάτους 500 μέτρων. Γύρω από αυτήν υπήρχαν λάκκοι γεμάτοι με 8.000 περίπου πήλινους πολεμιστές σε φυσικό μέγεθος από τους οποίος κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλον. Υπήρχαν επίσης ακροβάτες, διασκεδαστές, μουσικοί, άρματα και άλογα. Οι εργάτες δολοφονήθηκαν μετά την περάτωση του έργου προκειμένου η τοποθεσία να μείνει μυστική. Πράγματι, ο τύμβος παρέμενε  άγνωστος για 2.000 ολόκληρα χρόνια, αφού ανακαλύφθηκε μόλις το 1974.

Όπως συνέβη όμως και αργότερα στην κινεζική ιστορία, αγροτικές αναταραχές υπονόμευσαν την εξουσία του αυτοκράτορα. Τέσσερα μόλις χρόνια μετά από τον θάνατο του αυτοκράτορα, το 206 π.Χ., μια νέα δυναστεία θα λάβει την εξουσία μετά από πραξικόπημα, η δυναστεία των Χαν. Αυτή θα χαρίσει ευημερία και σταθερότητα στην Κίνα μέχρι και τον 3ο μεταχριστιανικό αιώνα.


-Menzies Gavin, 1421 Η Κίνα ανακαλύπτει τον κόσμο, εκδ. Ψυχογιός, 2004, Αθήνα
-Κιτσίκης Δημήτρης, Συγκριτική ιστορία Ελλάδος-Κίνας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εκδ. Ηρόδοτος, 2007, Αθήνα
-Η ιστορία με απλά λόγια, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, Αθήνα
-Jonathan Holslag, Παγκόσμια πολιτική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, Αθήνα

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου


 

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου αποτελεί την ιδρυτική πράξη του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπογράφτηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 από τις Δυνάμεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ως σύνορά του οριζόταν η γραμμή Σπερχειού-Αχελώου και πρώτος κυβερνήτης του ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος και θα κατάφερνε, δύο χρόνια, μετά να αναθεωρήσει τα σύνορα του νέου κράτους στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και προς Βορράν από το βουνό Οίτη.

Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου πρέσβευε ότι: "Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν Κράτος ανεξάρτητον, και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια, πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, τα προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν". Η Αγγλία ήταν, τελικά, εκείνη η οποία επέμενε στην παραχώρηση ανεξαρτησίας στο νεοσύστατο κράτος, έναντι της αυτονομίας που είχε του παραχωρηθεί αρχικά, κι αυτό διότι πίστευε ότι μόνο με τη δημιουργία ενός εντελώς ανεξάρτητου κράτους υπό τη δικής της κυρίως επιρροή στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να προωθήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντά της στην περιοχή και, κυρίως, να ανασχέσει τον ρωσικό επεκτατισμό. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μόνο με τη δημιουργία ενός εντελώς ανεξάρτητου κράτους, αποδεσμευμένου εξολοκλήρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην οποία είχαν το ελεύθερο να παρεμβαίνουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό όλες οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις.

Με το άρθρο 3 προβλεπόταν ότι το πολίτευμα του νέου κράτους θα ήταν η κληρονομική βασιλεία:"Η ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι δυνατόν μοναρχική και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Θέλει εμπιστευθή εις ένα ηγεμόνα, όστις δεν θέλει είναι δυνατόν να εκλεχθή μεταξύ των οικογενειών των βασιλευουσών εις τας Επικρατείας, τας υπογραψάσας την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827, και θέλει φέρει τον τίτλον Ηγελών Κυριάρχης Ελλάδος {...}". Έτσι λοιπόν, ως πρώτος βασιλιάς οριζόταν ο πρίγκιπας Λεοπόλδος του Σαξ Κοβούργου, ο οποίος όμως τελικά δεν δέχτηκε τον θρόνο.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι με το συγκεκριμένο Πρωτόκολλο το ελληνικό κράτος αναλάμβανε την πρώτη του δέσμευση έναντι σε μειονότητα, απέναντι δηλαδή στους Καθολικούς κατοίκους του, ιδίως των νησιών του Αιγαίου. Συγκεκριμένα, υποχρεωνόταν να εξασφαλίσει την ελεύθερη άσκηση της λατρείας της Καθολικής θρησκείας στα ελληνικά εδάφη του, καθώς και τη νομική εξασφάλιση της Αρχιερατικής εξουσίας των Καθολικών Ιερέων στις εκάστοτε Επισκοπές τους.

Το Πρωτόκολλο αυτό ήταν αποτέλεσμα αφενός της δύναμης των ελληνικών όπλων και για την ακρίβεια μέχρι το 1824, οπότε και άρχισαν οι εμφύλιοι πόλεμοι των Ελλήνων, και αφετέρου της μεταστροφής της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και κατ' επέκταση και των υπολοίπων Μεγάλων Δυνάμεων, εξαιτίας του Γεωργίου Κάνινγκ, αρχικά Υπουργού Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας από το 1822 και Πρωθυπουργού για κάποιους μήνες το 1827.

Είχε προηγηθεί η υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου στις 6 Ιουλίου του 1827 από αντιπροσώπους των Τριών Μεγάλων Δυνάμεων, η οποία παραχωρούσε αυτονομία στο ελληνικό κράτος. Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, μεταξύ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων και του οθωμανικού στόλου, οπότε και ηττήθηκαν οι Οθωμανοί, ήταν αποτέλεσμα της άρνησης του σουλτάνου Μαχμούτ Β'  να συμμορφωθεί με τους όρους της Συνθήκης.

ΠΗΓΕΣ

Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της ελληνικής επανάστασης, εκδ.Λιβάνη

Βασίλης Κρεμμύδας, Η ελληνική επανάσταση του 1821, εκδ. Gutenberg

Rodrick Beaton, Ελλάδα, η βιογραφία ενός σύγχρονου έθνους, εκδ. Πατάκη


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Πασχάλης Ρετζέπης, Το βιολί της Σαμπίν, εκδ. Πηγή, 2020, σελ.138

 

https://www.pigi.gr/product/neaniko-to-violi-tis-sabin/

Ένα πρωτότυπο νεανικό μυθιστόρημα, το οποίο επικεντρώνεται στο προσφυγικό και το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού, αποτελεί την πρώτη, όχι συγγραφική, αλλά εκδοτική απόπειρα του πρωτοεμφανιζόμενου στον λογοτεχνικό χώρο δικηγόρου Πασχάλη Ρετζέπη. 

Το βιβλίο έχει κερδίσει Εύφημο Μνεία από το Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και όταν τα διαβάσουμε θα καταλάβουμε αμέσως γιατί. Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα σε μεγάλα παιδιά και νέους, αλλά και σε ενήλικες οι οποίοι διαβάζουν εφηβική λογοτεχνία.

Πρώτ' απ' όλα, το βιβλίο τηρεί απαρεγκλίτως τον πιο βασικό κανόνα της Λογοτεχνίας, ιδιαίτερα για το απαιτητικό κοινό το οποίοι, αναντίρρητα, αποτελούν οι νέοι στην εποχή μας: "κρατάει" τον αναγνώστη με μία ενδιαφέρουσα υπόθεση και είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο.

Πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι δύο νέοι από δύο διαφορετικές χώρες εν έτει 2013: η δεκαπεντάχρονη Σαμπίν από τη Συρία και ο έφηβος Μανώλης από το Ρέθυμνο, δύο νέοι γεμάτοι όνειρα και προσδοκίες για το μέλλον. Τις φιλοδοξίες της πρώτης θα ψαλιδίσει ο εμφύλιος πόλεμος και του δεύτερου οι "νταήδες" συμμαθητές του οι οποίοι εχθρεύονται τη διαφορετικότητα των άλλων. Έχουμε, επομένως, δύο διαφορετικές ιστορίες οι οποίες εξελίσσονται παράλληλα.

Η Σαμπίν κατοικεί, μέχρι το ξέσπασμα του Εμφυλίου στην περιοχή Αλ Χαμιντιέ της Συρίας, όπου μουσουλμάνοι Κρήτες αποίκισαν στα τέλη του 19ου αιώνα μετά από εντολή του Σουλτάνου της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις ταραχές στην Κρήτη για το αίτημα της ένωσής της με την Ελλάδα. Έχει, επομένως, απώτερη κρητική καταγωγή. Θα προσπαθήσει να φτάσει στην Ελλάδα ως πρόσφυγας όταν η ζωή της ίδιας και της οικογένειάς της θα απειληθεί στην πατρίδα της.

Ο Μανώλης, από την άλλη, μένει στο Ρέθυμνο, αλλά θα αναγκαστεί να μετοικήσει στη Θεσσαλονίκη μετά από την εκδήλωση τραμπουκισμού ενάντια στο άτομό του στο σχολείο του και όχι μόνο. Είναι, άραγε, πιο ανεκτική η κοινωνία εκεί απέναντι στη διαφορετικότητα του Μανώλη ή μήπως όχι;

Οι δύο νέοι συνδέονται στο facebook και μεταξύ τους αναπτύσσεται μία δυνατή φιλία. Θα καταφέρουν να συναντηθούν ποτέ από κοντά, κόντρα στις δύσκολες συγκυρίες;

Το βιβλίο θίγει μία σειρά από ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, όπως το προσφυγικό, την ανοχή απέναντι στο διαφορετικό, την ομοφυλοφιλία, τη σύγκρουση των θρησκειών, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, τη δυστυχία που επιφέρει ο πόλεμος, τη θέση της γυναίκας στο ισλάμ, τον σχολικό εκφοβισμό και τις προκαταλήψεις. Θέτει, επίσης, τη Δύση προ των ευθυνών της: εφόσον οι περισσότεροι εμφύλιοι στα αραβικά κράτη είναι αποτέλεσμα της αποικιοκρατίας, δεν έχει, επομένως, τώρα η Δύση την υποχρέωση να θερίσει τις θύελλες που η ίδια έσπειρε αντί να κωφεύει αδιάφορη στις εκκλήσεις των δυστυχισμένων απλών ανθρώπων; Οπωσδήποτε το βιβλίο θα μας κάνει να στοχαστούμε πάνω σε αυτό.

Ο συγγραφέας κάποιες στιγμές φλερτάρει και με το Υπερφυσικό, όταν εμφανίζει τη νεκρή μητέρα της Σαμπίν να τη συμβουλεύει και να την προστατεύει σε δύσκολες για εκείνην στιγμές ως φύλακας-άγγελος. Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα ρεαλιστικό πόνημα το οποίο περνά, εν τέλει, ορισμένα αισιόδοξα μηνύματα: ποτέ δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα στη ζωή, πρέπει να συμβιβαστούμε ότι κάτι θα αφήσουμε πίσω μας. Πάντα κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε. Και, κυρίως, τελικά, κάποια όνειρά μας δεν είναι απίθανο να πραγματοποιηθούν, αρκεί να μπορούμε να επιμένουμε και να περιμένουμε...

 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Ο εορτασμός της πρώτης εκατονταετηρίδας του 1821


  

Τώρα που το 2021 είναι προ των πυλών και αναρωτιόμαστε όλοι πως θα γιορτάσουμε τα διακόσια χρόνια που συμπληρώνονται φέτος από την Ελληνική Επανάσταση- ή πως θα μας αφήσει ο Covid-19 να τα γιορτάσουμε- είναι η κατάλληλη χρονική συγκυρία να δούμε πως γιόρτασαν οι προηγούμενες γενιές το πρώτο ιωβηλαίο για την Ελληνική Επανάσταση το 1921. Κι αν θυμώνουμε που ίσως τώρα μας το χαλάει ο Covid, ας σκεφτούμε πως και τότε, το 1921 η μικρασιατική εκστρατεία και η ατυχής, τελικά, κατάληξή της, χάλασαν τα σχέδια του ελληνικού κράτους για τον εορτασμό της πρώτης εκατονταετηρίδας.

Ας τα πάρουμε όλως από την αρχή. Κατ' αρχάς, στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μόδα τα Ιωβηλαία και ο εορτασμός τους σε όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα, το ζήτημα του εορτασμού για το 1921 τέθηκε επί τάπητος ήδη από το 1899  μετά από πρόταση του καθηγητή του πανεπιστημίου και ιστορικού Σπυρίδωνα Λάμπρου. Η ιδέα έτυχε αμέσως θερμής υποδοχής, έπεσε όμως θύμα των διχονοιών τους οποίους δημιούργησε ο Εθνικός Διχασμός.

Πάντως τον Απρίλη του 1918 ψηφίστηκε στη Βουλή νόμος για τη σύσταση επιτροπής που θα διοργάνωνε τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας το 1921. Η Κεντρική Επιτροπή Εκατονταεηρίδος (ΚΕΕ) η οποία δημιουργήθηκε θα ανέθετε σε ξεχωριστές επιτροπές ανά πόλη τη διοργάνωση των κατά τόπους εορτών. Γενικός Γραμματέας της τοποθετήθηκε ο δημοσιογράφος Ιωάννης Δαμβέργης, φίλος του Βενιζέλου.

Τελικά, όμως, οι εξελίξεις στο μικρασιατικό μέτωπο δεν επέτρεψαν τον μεγαλόπρεπο εορτασμό που είχε καθοριστεί αρχικά. 'Εγιναν μόνο κατά τόπους εκδηλώσεις, όπως επιμνημόσυνες δεήσεις στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, δέηση στη λάρνακα του Γρηγορίου του Ε΄, μία γιορτή στο Δημοτικό Θέατρο, στέψη των μνημείων του Μιαούλη και του Καραϊσκάκη στον Πειραιά κ.α. Δεν διοργανώθηκαν όμως επίσημες παρελάσεις. Εν συνεχεία, οι καταιγιστικές εξελίξεις στο μικρασιατικό μέτωπο ματαίωσαν περαιτέρω σχεδιασμούς, η Επιτροπή,όμως, συνέχισε τη λειτουργία της. Κατά τόπους εορτασμοί το μοιραίο έτος 1922 έλαβαν χώρα στη Χίο και τα Ψαρά.

Τελικά, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η ΚΕΕ θα διαλυθεί και, έκτοτε ως το 1930 θα λαμβάνουν χώρα μικρές εκατονταετηρίδες οι οποίες θα τιμούν επιμέρους και κατά τόπους γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης. Κάποιες πόλεις και περιοχές της Ελλάδας γιόρταζαν ήδη από τις αρχές του αιώνα τα κατά τόπους γεγονότα, χωρίς όμως αυτό να είναι αποτέλεσμα ή πρόταση κεντρικού σχεδιασμού. Από το 1909 εκδίδεται εγκύκλιος περί της διδασκαλίας στο σχολείο σημαντικών ιστορικών γεγονότων, τόσο εθνικών όσο και τοπικών και το 1907 ορίστηκε ως μέρα εορτής η Κυριακή των Βαΐων στο Μεσολόγγι. Το 1910, επίσης, ορίστηκε να εορτάζεται στην Τρίπολη η άλωση της Τριπολιτσάς.

Η πρώτη επίσημη εκατονταεηρίδα, πάντως, ήταν εκείνη που γιορτάστηκε στο Μεσολόγγι το 1924 για την επέτειο του θανάτου του λόρδου Βύρωνα. Το 1926 εορτάστηκε, επίσης, με κάθε λαμπρότητα η επέτειος από την ηρωϊκή Έξοδο του Μεσολογγίου. Το 1927 ακολούθησαν τα ιωβηλαία για τον θάνατο του Καραϊσκάκη κατά την  πολιορκία της Ακρόπολης και για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Τέλος, το 1928 εορτάστηκε στο Μεσολόγγι, το Πόρο και την Αθήνα, η επέτειος των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Άγγλου φιλέλληνα Άστιγγα.

Το 1929, εν όψει της κορύφωσης των εορτασμών για τα εκατό χρόνια από την Παλιγγενεσία και τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, αποφασίστηκε η ανέγερση ενός πανελλήνιου ηρώου, μίας κατασκευής από κυβόλιθους, στην οποία κάθε δήμος ή κοινότητα θα έστελνε και από έναν. Η θεμελίωσή του έγινε στις 30 Απριλίου του 1930 επί προέδρου της Δημοκρατίας Αλέξανδρου Ζαΐμη.

Το 1930 σχεδόν όλοι οι πολιτιστικοί φορείς της χώρας, όπως Θέατρα, Μουσεία, γλύπτες, ιστορικοί, ζωγράφοι κτλ, είχαν πλέον δραστηριοποιηθεί, ο καθένας στον τομέα του, προκειμένου να συμμετάσχουν στον εορτασμό. Πολλά μέρη συνδύασαν τις κατά τόπους επετείους με την εθνική εορτή. Επίσης, τότε σημειώθηκε σε όλη τη χώρα κύμα ανέγερσης μνημείων και ανδριάντων, οι οποίοι δεν είχαν πάντοτε άμεση σχέση με την Ελληνική Επανάσταση, αν και ο μεγαλύτερος αριθμός των μνημείων που κατασκευάστηκε οπωσδήποτε αναφερόταν στο 1821.

Στους εορτασμούς μπορεί τελικά να μην εκδηλώθηκαν αντιτουρκικά αισθήματα, όμως αλυτρωτικά αιτήματα για τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο δεν έλειπαν. Από τους λαμπρότερους περιφερειακούς εορτασμούς που έλαβαν χώρα το 1930 ήταν ο εορτασμός για το Ολοκαύτωμα της Μονής του Αρκαδίου στο Ρέθυμνο στις 8 Νοεμβρίου του 1930 και στη Θεσσαλονίκη στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Στο Παναθηναϊκό στάδιο στις 25 Μαρτίου του 1930 κορυφώθηκαν οι εορτασμοί, όταν άνδρες έφιπποι, οι οποίοι αναπαριστούσαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Ιερό Λόχο εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο. Ακολούθησαν πομπές, παρελάσεις και κάθε λογής δρώμενα στο κατάμεστο από κόσμο στάδιο στους οποίους συμμετείχε πλήθος κόσμου, καθώς και το Λύκειο των Ελληνίδων με διάφορους παραδοσιακούς χορούς. Όλοι οι συμμετέχοντες φορούσαν προσεγμένες φορεσιές από όλες τις ιστορικές περιόδους καθώς έγιναν επίσης αναπαραστάσεις ιστορικών γεγονότων.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι εκδόθηκε και επετειακή σειρά γραμματοσήμων για το ιωβηλαίο η οποία περιλάμβανε τους Φεραίο, Γρηγόριο Ε΄, Αλ. Υψηλάντη, Μπουμπουλίνα, Διάκο, Κανάρη, Κολοκοτρώνη, Μπότσαρη, Καραϊσκάκη, Μιαούλη, Κουντουριώτη, Καποδίστρια, Μαυρομιχάλη, Σολωμό, Κοραή. Συμπεριλαμβάνονταν επίσης γραμματόσημο το οποίο είχε σε χάρτη το αρχικό ελληνικό κράτος, την Έξοδο του Μεσολογγίου και τον μύθο με την ευλογία των Αγωνιστών στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Μένει, επομένως, να δούμε τι έχει αλλάξει από τότε, εκατό χρόνια μετά, στον τρόπο με τον οποίο εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, θα γιορτάσουμε τα διακόσια χρόνια της Παλιγγενεσίας μας, πως βλέπουμε εμείς οι ίδιοι το παρελθόν μας, πως ανατροφοδοτούμε τους μύθους του και πως το μετασχηματίζουμε και το αφομοιώνουμε εκ νέου ως αναπόσπαστο και περίοπτο τμήμα της Ιστορίας μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Χριστίνα Κουλούρη, Φουστανέλες και χλαμύδες, Ιστορική μνήμη και εθνική ταυτότητα 1821-1930, εκδ. Αλεξάνδρεια

-Χρήστος Τριανταφύλλου, Βενιζελισμός και εθνικό παρελθόν: Το έργο της κεντρικής επιτροπής εκατονταετηρίδος (1928-1933), άρθρο

-Γ. Χαριτάκης, Η εκατονταετηρίδα της Επαναστάσεως

-Έλλη Σκοπετέα, Το πρότυπο βασίλειο και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα, Αθήνα 1988