Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

Ρέθυμνο, σύντομη ιστορία μίας πόλης


 

     Το Ρέθυμνο, για πολλούς η πιο γραφική πόλη της Κρήτης, έχει μακραίωνη ιστορία. Συναντάται στις πηγές της Ιστορίας από την Υστερομινωική εποχή, δηλαδή από τα μέσα της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας(1350-1250π.Χ.), με το προελληνικό όνομα Ρίθυμνα. Ήταν πόλη σημαντική και κατά τους μεταγενέστερους μυκηναϊκούς και αρχαίους χρόνους, με το ιερό της Ροκκαίας Αρτέμιδος να παίζει κομβικό ρόλο στην Ιστορία της Μεγαλονήσου.  Κατά τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους η πόλη δεν είχε τόσο μεγάλη σημασία, αφού μεγαλύτερη σημασία είχε η πόλη της Γόρτυνας στην Κρήτη. Κατελήφθη από τους Σαρακηνούς, Άραβες πειρατές το 843. Οι πειρατές ίδρυσαν εμιράτο στην Κρήτη και την κράτησαν υπό την κυριαρχία τους έως την απελευθέρωσή της από τον στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου Νικηφόρο Φωκά το 969 μ.Χ.

      Η σημασία του Ρεθύμνου αναβαθμίζεται μετά από την κατάκτηση της Κρήτης από τους Βενετούς, στις αρχές δηλαδή του 13ου αιώνα. Μετά από την τέταρτη σταυροφορία, την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και τον διαμελισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας σε πολλά φραγκικά κρατίδια, η Κρήτη περνάει στη δικαιοδοσία του αρχηγού της σταυροφορίας Βονιφάτιου Μομφερατικού, ο οποίος όμως θα πουλήσει την Κήτη στους Βενετούς για μόλις 1.000 αργυρά μάρκα. Οι Βενετοί θα κάνουν κάποια χρόνια για να την κατακτήσουν, αφού, όσο διαρκούσε η αγοραπωλησία, είχαν προλάβει να την αρπάξουν οι Γενουάτες.

      Η βενετική κατοχή της Κρήτης και του Ρεθύμνου ξεκινά επισήμως, λοιπόν, το 1211. Κατά τη διάρκειά της το Ρέθυμνο ήταν δεύτερη σε σπουδαιότητα πόλη στο νησί μετά τον Χάνδακα-δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα Χανιά επανιδρύθηκαν στη θέση των αρχαίων Κυδωνιών το μόλις 1252 από τους Βενετούς-. Σε όλη τη διάρκεια της βενετοκρατίας άκμασε εμπορικά και οικονομικά και ήταν πόλη σημαντική για τους Βενετούς εποίκους που άφησαν πολλά σημαντικά μνημεία, ευδιάκριτα μέχρι σήμερα στην πόλη. Τα πιο σημαντικά ήταν η μονή του Αγίου Φραγκίσκου, το περίφημο βενετσιάνικο ρολόι, τα τείχη της πόλης και η Φορτέτζα. Από όλα αυτά σώζεται σήμερα εν μέρει το πρώτο και η Φορτέτζα, δηλαδή το κάστρο, στο σύνολό της.

      Η Φορτέτζα χτίστηκε στα τέλη του 16ουαιώνα- συγκεκριμένα το 1573,- μετά από αλλεπάλληλες αιτήσεις των Ρεθυμνιωτών προς τη Βενετία για την κατασκευή ενός κάστρου το οποίο θα προστάτευε τον πληθυσμό της πόλης από πειρατικές επιδρομές που αφθονούσαν τότε στο Αιγαίο, όπως αυτή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538, του Ντραγούτ Ρέϊς το 1562 και του Ουλούτζ Αλή το 1571. Το κάστρο όμως έμελε να πέσει στα χέρια των Οθωμανών, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τη βενετική κτήση της Κρήτης, το 1646. Τα Χανιά είχαν πέσει έναν χρόνο πρωτύτερα, το 1645 κατά το έτος όπου ξεκινούσε ο μακροχρόνιος Κρητικός Πόλεμος(1645-1669).

     Όταν έπεσε και ο Χάνδακας στα χέρια των Οθωμανών το 1669, η Κρήτη είχε σχεδόν καταστραφεί από τόσα χρόνια συνεχούς πολέμου, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να εξισλαμιστούν εκούσια προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν. Το φαινόμενο αυτό έλαβε μεγάλη έκταση κυρίως στον Χάνδακα, ο οποίος και είχε καταστραφεί περισσότερο ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια πολιορκίας. Έτσι γεννήθηκαν οι περίφημοι Τουρκοκρητικοί, διαβόητοι για τη σκληρότητα και τον φανατισμό τους.

     Η Κρήτη όμως γνώρισε πάμπολλες επαναστάσεις οι οποίες στρέφονταν κατά των κατακτητών, τόσο κατά των Βενετών, όσο και κατά των Οθωμανών. Ενάντια στους Βενετούς πιο γνωστή ήταν στο Ρέθυμνο η συνωμοσία του Σήφη Βλαστού το 1454 και των Ψαρομηλίγκων το 1347. Η πιο γνωστή επανάσταση κατά των Βενετών, η οποία αφορούσε όμως όλη την Κρήτη και όχι μόνο το Ρέθυμνο, ήταν η επανάσταση του Αγίου Τίτου το 1363. Όλες αυτά τα κινήματα καταπνίγηκαν από τους Βενετούς, όπως και αυτά που έγιναν αργότερα κατά την τουρκοκρατία.

     Η Κρήτη ξεσηκώνεται και αυτή το 1821 στη διάρκεια της Παλιγγενεσίας, χωρίς όμως να καταφέρει να συμπεριληφθεί στο πρώτο ελληνικό κράτος. Έκτοτε, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι επαναστάσεις πυκνώνουν σε ολόκληρο το νησί, αφού η Κρήτη αποζητά απεγνωσμένα την ένωση με την Ελλάδα. Η επανάσταση στη Μονή του Αρκαδίου και το ολοκαύτωμά της το 1866 ήταν από τους σημαντικότερους ξεσηκωμούς και συγκίνησε ολόκληρη την Ευρώπη, όπως και οι βιαιοπραγίες των Τούρκων.

      Τελικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις, αποφάσισαν να επέμβουν και χάρισαν την αυτονομία στην Κρήτη το 1897 μετά από μία ακόμη μεγάλη επανάσταση. Τότε ιδρύθηκε η Κρητική Πολιτεία και η Κρήτη χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής με τους Ιταλούς να παίρνουν τα Χανιά, τους Άγγλους τον Χάνδακα και τους Γάλλους το Λασίθι. Το Ρέθυμνο δόθηκε στους Ρώσους και οι νέοι κατακτητές αναχώρησαν το 1907. Αξίζει να σημειωθεί ότι το καμπαναριό της Μητρόπολης του Ρεθύμνου χτίστηκε κατά την περίοδο της ρωσικής κατοχής. Εκείνη την περίοδο αναφύεται, επίσης, και η χαρισματική προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου που δεσπόζει σε ολόκληρη την Κρήτη και η οποία θα καταφέρει να επιτύχει τελικά την ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα το 1913, μετά το αίσιο τέλος για τη χώρα του δεύτερου βαλκανικού πολέμου.

      Έκτοτε, η ιστορία της Κρήτης ταυτίζεται με εκείνη του ελληνικού κράτους. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θα συνεισφέρει και το Ρέθυμνο στην πολύνεκρη Μάχη της Κρήτης τον Μάϊο του 1941 και κατόπιν θα γνωρίσει τη σκληρή γερμανική κατοχή, καθώς και την απελευθέρωση του 1945. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε (1945-49) δεν έλαβε ευτυχώς μεγάλες διαστάσεις ούτε κόστισε πολλούς νεκρούς στο Ρέθυμνο και την Κρήτη γενικά. Σήμερα πλέον το Ρέθυμνο με τη Φορτέτζα του και τα μνημεία που άφησαν οι Οθωμανοί, κυρίως τζαμιά, αποτελεί ένα ελκυστικό τουριστικό προορισμό και αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής επικράτειας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Θεοχάρη Δετοράκη, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο, 1990

-Κρητικές επαναστάσεις, περιοδικό σειρά παγκόσμια ιστορία, εκδ. Περισκόπιο

-Χρηστάκης Γιάννης, Πατεράκης Γεώργιος, Η Κρήτη και η ιστορία της, εκδ. Καλέντης, 1995

-Γάννης Γρυντάκης,  Η κατάκτηση της δυτικής Κρήτης από τους Τούρκους, Ρέθυμνο, 1998

-Σαραντινού Λεύκη, Λέων και Ημισέληνος, εκδ. Historical Quest, 2015

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Ο Άγιος Βαλεντίνος, η Ιστορία και οι θρύλοι του


Είναι κοινώς παραδεκτό ότι, εμπορικά τουλάχιστον, η γιορτή των ερωτευμένων τοποθετείται στις 14 του Φλεβάρη, στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου.Αυτή η ημερομηνία παραμένει μέχρι σήμερα ως η πιο δημοφιλής ημέρα εορτασμού για τους ερωτευμένους, παρά την προσπάθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την εύρεση κάποιας άλλης ημερομηνίας, η οποία να συμπίπτει με την επέτειο μνήμης κάποιου ορθόδοξου Αγίου. Όλο το θέμα όμως της εορτής, των Αγίων και των λόγων για τους οποίους καθιερώθηκε έχει δεχτεί κατά καιρούς πολλές ερμηνείες.

Το μόνο σημείο σχετικά με τον εορτασμό της ημέρας των ερωτευμένων, το οποίο αποδέχονται όλοι ανεπιφύλακτα, είναι ότι η εορτή καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1970 με πρωτοβουλία των ανθοπωλών, χωρίς όμως να καθιερωθεί και ως μέρα αργίας. Αυτό σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη εποχή. Ήταν, όμως, η ιδέα του εορτασμού μίας μέρας για τους ερωτευμένους σύγχρονη επινόηση;

Σύμφωνα με κάποιους μελετητές, οι απαρχές της  εν λόγω εορτής ανάγονται στην ρωμαϊκή αρχαιότητα και στα λεγόμενα Λουπερκάλια, μία παγανιστική εορτή  για τη γονιμότητα, η οποία πήρε το όνομά της από τον Λουπέρκους, τον θεό προστάτη των κοπαδιών. Αυτός στην ελληνική μυθολογία ταυτιζόταν με τον θεό Φαύνο και αργότερα με τον θεό Πάνα. Αυτή η εορτή, η οποία εορταζόταν στις 15 Φεβρουαρίου, απαγορεύτηκε το 494 μ.Χ. από την Εκκλησία ως παγανιστική.

Ο ίδιος ο Άγιος Βαλεντίνος  παραμένει αινιγματικό πρόσωπο και δεν τον δέχονται όλοι και ως Άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, οι περισσότεροι τον ταυτίζουν με τον Ουαλεντίνο τον Ιερομάρτυρα, ο οποίος θανατώθηκε από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα μ.Χ και συγκεκριμένα το 270 μ.Χ.-κατ' άλλους το 273- από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο τον Γοτθικό (214-270μ.Χ.) επειδή τελούσε γάμους ανάμεσα σε χριστιανούς, θεμελιώνοντας έτσι την χριστιανική πίστη. Κάποιοι, για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, πιστεύουν ότι πάντρευε στρατιώτες οι οποίοι απαγορεύονταν να παντρευτούν χριστιανές. Άλλες πηγές παραδίδουν ως ημερομηνία θανάτου του το169 μ.Χ.ή το 269 μ.Χ. και ότι η μνήμη του ξεκίνησε να εορτάζεται  από το 496 μ.Χ.

Πολλοί θρύλοι είναι συνυφασμένοι με τη ζωή και τη δράση του Αγίου. Ένας θρύλος, για παράδειγμα, μας παραδίδει ότι, όσο ο Βαλεντίνος κρατούταν στη φυλακή, ερωτεύτηκε την τυφλή κόρη του δεσμοφύλακά του και της έστειλε ένα ερωτικό γράμμα με την υπογραφή: Με αγάπη από τον Βαλεντίνο σου. 

Ένας ακόμη θρύλος μας λέει ότι μία μέρα που ο Άγιος καλλιεργούσε τριαντάφυλλα στον κήπο του άκουσε ένα ζευγάρι να μαλώνει. Τότε τους προσέφερε το τριαντάφυλλο και τους ευλόγησε για να συμφιλιωθούν, πράγμα που έγινε, αφού λίγο αργότερα πάντρεψε το ζευγάρι.

 Τέλος, ένας άλλος θρύλος μας παραδίδει ότι ο Βαλεντίνος ήταν επίσκοπος ο οποίος ήρθε σε αντιπαράθεση με έναν δικαστή, τον Αστέριο, ο οποίος του έθεσε ως δοκιμασία να αποκαταστήσει την όραση της τυφλής του κόρης, κάτι το οποίο και έκανε. Τότε ο δικαστής του ζήτησε τι θα ήθελε σαν αντάλλαγμα και ο Βαλεντίνος του ζήτησε να σπάσει όλα τα αγάλματα των θεών των ειδωλολατρών και κατόπιν να βαφτιστεί, όπως και έγινε. Η μεταστροφή αυτή όμως δεν άρεσε στον αυτοκράτορα Κλαύδιο (10π.Χ.-54μ.Χ.), οπότε και έδωσε εντολή να θανατωθεί ο επίσκοπος με λιθοβολισμό.

Όπως και να' χει, αν ισχύει, πάντως, κάτι από τα παραπάνω, τότε ο Βαλεντίνος είναι και Ορθόδοξος Άγιος, αφού κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες η Καθολική και η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είχαν χωριστεί ακόμη. Πράγματι, στα αρχαία μαρτυρολόγια της Εκκλησίας της Ρώμης, η 14η Φεβρουαρίου αναφέρεται ως ημέρα μνήμης του Μάρτυρα, χωρίς όμως να υπάρχουν λεπτομέρειες για τον βίο του.

Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι η εορτή ξεκίνησε τον Μεσαίωνα, ως εορτασμός ενός ή περισσότερων χριστιανών μαρτύρων οι οποίοι ονομάζονταν Βαλεντίνοι και μαρτύρησαν στις 14 του Φλεβάρη. Σύμφωνα με κάποιους, η πρώτη γραπτή αναφορά στην εορτή έγινε το 1382 στο ποίημα Το Κοινοβούλιο των Πτηνών (Parlement of Foules) του Άγγλου Λογοτέχνη Τζέφρι Τσόσερ.

Σύμφωνα με μία άλλη παράδοση, η εορτή καθιερώθηκε το έτος 1400 όταν μία ομάδα αριστοκρατών με αντιλήψεις γύρω από την ισότητα των φύλων, δημιούργησε μία οργάνωση προς τιμήν των γυναικών και του έρωτα, με την ονομασία "Ερωτική Αυλή". Επειδή η ημερομηνία ίδρυσης της οργάνωσης ήταν η 14η Φεβρουαρίου, η ημέρα που εορταζόταν η μνήμη του μάρτυρα Βαλεντίνου, καθιερώθηκε από τότε ως ημέρα γιορτής των ερωτευμένων.

Στο Άμλετ του Σαίξπηρ, πάντως υπάρχει αναφορά σχετικά με την εορτή, πράγμα το οποίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, κατά τους νεώτερους ιστορικούς χρόνους η εορτή αυτή είχε πράγματι καθιερωθεί ήδη. Τον 19ο αιώνα πια η εορτή είχε διαδοθεί σε ολόκληρο τον αγγλοσαξονικό κόσμο και την Αμερική.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Βαλεντίνου του Πρεσβύτερου στις 6 Ιουλίου, ενώ του Ιερομάρτυρα Αγίου Βαλεντίνου στις 30 του ίδιου μήνα.

Για την εν λόγω εορτή, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρότεινε να εορτάζεται ως μέρα των ερωτευμένων η 3η του Ιούλη, στη γιορτή του Αγίου Υακίνθου, χωρίς, πάντως, ο βίος του συγκεκριμένου Αγίου να είχε οποιαδήποτε σχέση με τον έρωτα. Ο Υάκινθος, ο οποίος καταγόταν από την Καισάρεια της Καπαδοκίας, έγινε χριστιανός και τιμωρήθηκε γι' αυτό από τον αυτοκράτορα Τραϊανό με φυλάκιση, χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό. Πέθανε μετά από 40 μέρες.

Το 2000 όμως ο επίσκοπος Χριστόδουλος πρότεινε να καθιερωθεί ως ορθόδοξη εορτή για τους ερωτευμένους η 13η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Ακύλα και Πρίσκιλλα. Αυτό ήταν ένα ευσεβές ζευγάρι το οποίο ζούσε στην Κόρινθο και ακολούθησε τον Απόστολο Παύλο στις περιοδείες του. Σύμφωνα με ορισμένους αποκεφαλίστηκαν ως μάρτυρες, το τέλους τους όμως δεν επιβεβαιώνεται από τις πηγές.

Πολλές είναι οι διαφορετικές απόψεις για τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, επομένως, και πολλές οι ημερομηνίες που προτείνονται. Το μόνο σίγουρο είναι, πάντως, ότι πρόκειται για εορτή με μακραίωνη ιστορία.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Σαν σήμερα για τη γιορτή των ερωτευμένων στο διαδίκτυο

-Συλλογικό, Όσα δεν γνωρίζατε για τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα, 500-1500, εκδ. Μεταίχμιο, 2020

-Καρζής Θεόδωρος, Η γυναίκα στον Μεσαίωνα: Χριστιανισμός-Δυτική Ευρώπη-Βυζάντιο-Ισλαμισμός, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 1997

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Νάγια Δαλακούρα, Θράσσα, Η μάγισσα της Θράκης, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.397

 

http://www.klidarithmos.gr/thrassa

 
Κάτι από παραμύθι έχει η "Θράσσα", το νέο βιβλίο της Νάγιας Δαλακούρα, σαν όνειρο πασπαλισμένο με νεραϊδόσκονη, το οποίο βλέπει κανείς μία νύχτα με πανσέληνο στους πρόποδες του Σάος στη Σαμοθράκη...

Και πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού η "Θράσσα" περικλείει στις σελίδες της μάγισσες, οιωνοσκόπους και αινιγματικές φιγούρες, την απελευθέρωση μιας πανέμορφης αρχοντοπούλας από έναν γενναίο πολεμιστή, σκοτεινά δάση, πολέμους, μαγγανείες, σταυροφόρους και έναν δυνατό έρωτα, όλα τοποθετημένα σε μία μακρινή μεσαιωνική εποχή, όπως αυτή στην οποία εκτυλίσσονται συνήθως τα παραμύθια...

Μετά από "Το λιμάνι των χαμένων γυναικών" η Ν.Δ. επιστρέφει με τη "Θράσσα", προτιμώντας και πάλι να δώσει τον ρόλο του πρωταγωνιστή, όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, σε γυναίκες. Γυναίκες ξεχωριστές, αιθέριες σαν νεράιδες, δυνατές και μυστηριώδεις, με θέληση αδάμαστη, που γητεύουν όλα τα αρσενικά τα οποία θα τύχει να βρεθούν στον δρόμο τους και αναζητούν επίμονα την ταυτότητά τους, αλλά και τη θέση τους στον κύκλο της ζωής.

Πρωταγωνίστρια και εδώ, λοιπόν, είναι η μάγισσα της Θράκης, η Ζωή, μία αρχοντοπούλα, γέννημα θρέμμα της Μοσυνούπολης της Θράκης, η οποία κουβαλά ένα αινιγματικό παρελθόν.

Βρισκόμαστε στα 1206, σε καιρούς ιδιαίτερα ταραγμένους και σκοτεινούς, τότε που η Θράκη φιλοξενούσε μία πληθώρα από πολλές διαφορετικές εθνικότητες στα εδάφη της. Ρωμιοί, Βούλγαροι, Εβραίοι, Φράγκοι, Νορμανδοί, ακόμη και Ιωαννίτες ιππότες, αλλά και Ιταλοί έμποροι πέρασαν περιστασιακά από τη γη του Βάκχου.

Είναι η εποχή λίγο μετά από την Τέταρτη σταυροφορία και την Άλωση του 1204 της Κωνσταντινούπολης, τότε δηλαδή που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλύεται για πρώτη φορά στη μακραίωνη ιστορία της από τους Φράγκους κατακτητές. Τότε ιδρύεται η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και ο ελληνισμός γνωρίζει για πρώτη φορά τον κατακερματισμό μέσα από τα διάδοχα βυζαντινά κρατίδια αλλά και τα πάμπολλα βενετικά και φραγκικά κρατικά μορφώματα που δημιουργούνται στη Μικρά Ασία, τα νησιά του Αιγαίου και την ευρωπαϊκή χερσόνησο της Ελλάδας, τη Ρωμανία, όπως την ονόμαζαν οι Φράγκοι εκείνον τον καιρό.

Μέσα σε αυτούς τους ταραγμένους χρόνους, τους γεμάτους πολέμους και συγκρούσεις, στους οποίους ο ελληνισμός θα δημιουργήσει τη νέα του ταυτότητα, η πολυπολιτισμική περιοχή της Θράκης θα γίνει το μήλον της έριδος ανάμεσα σε Ρωμιούς, Βούλγαρους και Φράγκους.

Η αρχοντοπούλα Ζωή θα καταφέρει να επιβιώσει από τη λεηλασία της Μοσυνούπολης το 1206 από τους Βουλγάρους και θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο του Βούλγαρου Πέταρ, του σωτήρα της. Κανείς από τους δυο τους, όμως, δεν είναι αυτός που φαίνεται. Η περιήγησή τους στις γωνιές της Θράκης, από το αρχαίο λιμάνι της Μαρώνειας και το τετράγωνο φρούριο στα Κουμουτζηνά, μέχρι τη μυστικιστική Σαμοθράκη των Μεγάλων Θεών και την πολυεθνική Φιλιππούπολη, θα τους επιτρέψει να ανακαλύψουν άγνωστες πτυχές της ταυτότητάς τους.

Σε αναλογία με τη σύγχρονη εποχή, η οποία δεν απουσιάζει από το βιβλίο, εν έτει 2008, η ηλικιωμένη Λένη αναζητά κι αυτή στη σημερινή πόλη της Κομοτηνής την ταυτότητά της μέσα από τις ιστορίες των προγόνων της και τα κατάλοιπα του παρελθόντος που έφτασαν στην κατοχή της.

Από ιστορικής πλευράς πάντως, ο αναγνώστης θα συναντήσει στις σελίδες του βιβλίου πολλές σπουδαίες προσωπικότητες που σημάδεψαν με τη δράση τους τον 13ο αιώνα, όπως τον ιππότη Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο και τον Βούλγαρο τσάρο Ιωάννη Καλογιάννη. Αυτή τη φορά όμως η Ιστορία δεν συνδυάζεται μόνο με τη Λογοτεχνία, αλλά και με τη Μαγεία, η οποία προσδίδει στην Ιστορία μία αποκρυφιστική διάσταση, καθώς και μία αύρα μυστηρίου.

 Η Ιστορία, δηλαδή, δεν επικεντρώνεται στα πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα, αλλά, κυρίως στην κοινωνία και την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων. Αναπόσπαστο κομμάτι της αποτελεί η Μαγεία, αναπόσπαστα συνδεδεμένη εκείνη την εποχή με τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων. Αρκτολατρεία, δενδρολατρεία, ανιμισμός, μαγγανεία, χειρομαντεία, λιθολατρεία και θεραπευτική βοτάνων, όλες οι μορφές δηλαδή της λαϊκής σοφίας, κατάλοιπα του παγανισμού που επιβίωσαν στη σκληροπυρηνική χριστιανική αυτή εποχή, συνδυάζονται αρμονικά με την πίστη στα Ιερά Λείψανα, τις Εικόνες και τους Αγίους. Το ατμοσφαιρικό παζλ της Μαγείας συμπληρώνεται από έννοιες και εικόνες στενά συνδεδεμένες στη λαϊκή μνήμη με τη μαγεία, όπως γάτες, καθρέφτες, φυλαχτά και ζώδια.

Το βιβλίο βρίθει από αντιθέσεις. Ακροβατεί ανάμεσα στην παγανιστική Αρχαιότητα και τον χριστιανικό Μεσαίωνα, ανάμεσα στη μαγεία και τη λογική, στη μοναξιά της φύσης και στην πολυκοσμία της πόλης, στο αρσενικό και το θηλυκό, στο παραμύθι και την ιστορία, στο πραγματικό και το υπερβατικό.

Ο λόγος της Ν.Δ. είναι μικροπερίοδος και ξεχειλίζει από συναίσθημα. Συνάμα, είναι ρεαλιστικός, μα και ατμοσφαιρικός και δίνει βαρύτητα στις περιγραφές, οι οποίες αποδεικνύονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαιτέρως κινηματογραφικές, χαρίζοντας ζωντάνια και αμεσότητα στην αφήγηση.

Η δημιουργός, όμως, καταφέρνει να αποκρυσταλλώσει το δικό της ιδιότυπο και ξεχωριστό συγγραφικό ύφος. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, λόγω του ιστορικού του θέματος, η γραφή μοιάζει να περικλείει αλλά και να αποτυπώνει στο χαρτί, όλη την αγάπη και τον σεβασμό που τρέφει η συγγραφέας για την Ιστορία και την Αρχαιολογία, την επιστήμη της. Αυτό γίνεται ολοφάνερο στις γεμάτες πάθος περιγραφές της για κάθε τι παλιό που εμφανίζεται στις σελίδες της "Θράσσας", από παλιές εκκλησίες, φθαρμένες εικόνες και αραχνιασμένες καστροπολιτείες μέχρι αρχαία Ιερά και μισοερειπωμένα χάνια.

Πάντα δε στα βιβλία της Ν.Δ. ο έρωτας είναι σφοδρός, πιο δυνατός από κάθε λογική και φραγμό και είναι αυτός ο οποίος κινεί τα νήματα της γραφής και της υπόθεσης. Η συγγραφέας τον κρατάει σκόπιμα πλατωνικό και ανολοκλήρωτο για μεγάλο μέρος του βιβλίου, κορυφώνοντας έτσι την αδημονία του αναγνώστη μαζί με εκείνη των πρωταγωνιστών του.

Αναμφίβολα, ένα από τα λίγα βιβλία που αφορούν την Ιστορία της μεσαιωνικής Θράκης και τη Μαγεία του λαού της εποχής, αριστοτεχνικά δεμένο με το νήμα της καλής γραφής. Ένα γοητευτικό οδοιπορικό στη Θράκη του 13ου αιώνα που θα το θυμόμαστε με αγάπη.


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

Φαίδων Κυριακού, Η γκιλοτίνα του Ναυπλίου, εκδ. Κέδρος, 2020, σελ.474

 

https://www.kedros.gr/product/9019/gkilotina-nayplioy.html 

Είναι σπάνιο φαινόμενο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να προσφέρει στο αναγνωστικό του κοινό μία τόσο δυνατή αναγνωστική εμπειρία που να περιλαμβάνει μία τόσο έξυπνα στημένη πλοκή, πλούτο συναισθημάτων και γεγονότων, αλλά και συγκινητικό τέλος, από το πρώτο του κιόλας βιβλίο. Κι όμως, ο Φαίδων Κυριακού με το βιβλίο του "Η γκιλοτίνα του Ναυπλίου" αποτελεί μία τέτοια ακριβώς περίπτωση, η οποία υπόσχεται, αν μη τι άλλο, ένα λαμπρό συγγραφικό μέλλον για τον δημιουργό της.

Ο Φ.Κ. παραμονεύει στα σκοτεινά, σαν ιαγουάρος, προκειμένου να αφουγκραστεί τις πιο μύχιες σκέψεις και την ψυχολογία δύο ανθρώπων στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής τους: εκείνη πριν την εκτέλεση της καταδίκης του σε θάνατο στην γκιλοτίνα του Ναυπλίου εν έτει 1872. 

Θεωρητικά, όλη η υπόθεση εξελίσσεται στη διάρκεια των πέντε τελευταίων ημερών της ζωής των δύο θανατοποινιτών μέσα στο χειρότερο δεσμωτήριο της χώρας, εκείνο του φρουρίου στο Παλαμήδι. Πρακτικά, όμως, αυτή μεταφέρεται σε όλα τα μέρη όπου έζησαν οι δύο θανατοποινίτες, ο Πάρις και ο Λιανός, μέσα από την αφήγηση των ζωών τους, στην οποία προβαίνει ο ένας στον άλλο στην προσπάθειά τους να διασκεδάσουν τον λιγοστό χρόνο που τους απομένει σε αυτόν τον κόσμο. 

Πρόκειται για εκ βαθέων εξομολογήσεις, οι οποίες θυμίζουν το De Profoundis του Όσκαρ Ουάιλντ, αλλά συνδυασμένες με δράση καταιγιστική. Οι ζωές των δύο ανδρών διασταυρώθηκαν πολλάκις με τη Ιστορία η οποία όρισε τις ζωές τους χωρίς να τους ρωτήσει. Μέσα από αυτές σχηματίζεται το ψηφιδωτό των ιστορικών γεγονότων ολόκληρου του 19ου αιώνα σε Ελλάδα και Γαλλία.

Ο μεν Πάρις, Ελληνογάλλος που μεγάλωσε στη Μήλο, μετά τον θάνατο των γονιών του, αποφασίζει να ταξιδέψει στη γενέτειρα του πατέρα του, το Παρίσι. Εκεί θα δουλέψει στο Μουσείο του Λούβρου, θα αναμειχθεί στο Φιλελληνικό Κίνημα και η ζωή του θα αλλάξει ριζικά, με αποτέλεσμα να μην ξαναγυρίσει στην Ελλάδα, παρά μόνο στο τέλος της ζωής του.

Ο δε Ανέστης Ρίζος, με το παρατσούκλι Λιανός, με καταγωγή από τη Χίο, θα ζήσει μία δύσκολη ζωή εξαιτίας της ατυχίας του να είναι παρών στην περίφημη Σφαγή το 1822, η οποία θα σημαδέψει ανεξίτηλα την μετέπειτα πορεία του. Θυμωμένος με τη ζωή που του αρνήθηκε την ευτυχία, θα μπλεχτεί στα γρανάζια της Ελληνικής Επανάστασης, όντας παιδάκι ακόμη και θα αναπτύξει μία ανταγωνιστική σχέση με το ελληνικό κράτος κατά τη δύσκολη ενηλικίωσή του.

Οι δύο άντρες διαφέρουν εκ διαμέτρου μεταξύ τους. Ο Πάρις είναι εσωστρεφής, ευαίσθητος και δείχνει να τρέμει και να αδυνατεί να συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο τέλος του. Ο Λιανός, από την άλλη, φαίνεται να έχει αποδεχτεί την αποτρόπαια μοίρα του, συχνά όμως δείχνει εκνευριστικά φλεγματικός, αναίσθητος και μυστηριώδης. Ο Πάρις είναι ένας καλλιεργημένος κοσμοπολίτης, ενώ ο Λιανός μοιάζει με αγροίκο χωριάτη. Κι όμως, και οι δυο άντρες κρύβουν περισσότερα απ' ότι φαίνεται εξαρχής και είναι αρκετά ρεαλιστές και γενναίοι ώστε να αναγνωρίζουν τα λάθη και τις ευθύνες τους...

Το φινάλε είναι απροσδόκητο και προσφέρει τιμωρία και κάθαρση μαζί. Ο συγγραφέας σκοπίμως φροντίζει να μην αποκαλύψει από την αρχή του βιβλίου τον λόγο για τον οποίο οι δύο άντρες έχουν καταδικαστεί με την εσχάτη των ποινών. Αυτό αποτελεί μία έξοχη μυθιστορηματική τεχνική, η οποία κρατάει τον αναγνώστη σε αγωνία και εξάπτει την περιέργειά του. Αποτελεί δε, τον πρώτο από τους τρεις πολύ καλούς λόγους που μπορεί να βρει κανείς για να διαβάσει το εν λόγω πόνημα.

Ο δεύτερος είναι η ίδια η Ιστορία. Ο αναγνώστης, περιδιαβαίνοντας τις σελίδες του βιβλίου θα γνωρίσει μεγάλες προσωπικότητες της Ιστορίας, όπως ο Ευγένιος Ντελακρουά και ο Λουί Μπράιγ και θα γίνει μάρτυρας κορυφαίων στιγμών στην Ευρωπαϊκή και την Ελληνική Ιστορία του 19ου αιώνα: την ανασκαφή του αγάλματος της Αφροδίτης στη Μήλο, τη Σφαγή στη Χίο, τη ζωή στα βουνά με τους ξεσηκωμένους Έλληνες στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, το Φιλελληνικό Κίνημα στο Παρίσι, την επανάσταση του 1848 στη γαλλική πρωτεύουσα και τη Σφαγή στο Δήλεσι το 1870. Όλα αυτά είναι γεγονότα τα οποία ενσωματώνονται αρμονικά στον κορμό της αφήγησης και περιγράφονται εναργώς.

Ο τρίτος είναι η λογοτεχνία και το ψυχογράφημα το οποίο επιχειρεί ο δημιουργός για τους πρωταγωνιστές του. Ο λόγος του Φ.Κ., ο οποίος εναλλάσσει την πρωτοπρόσωπη με την τριτοπρόσωπη αφήγηση, μιλάει απευθείας στην καρδιά του αναγνώστη, είναι κινηματογραφικός και περιγραφικός, μα, πάνω απ' όλα, γεννά όλων των ειδών τα συναισθήματα για τις ζωές και τη δύστηνη μοίρα των δύο αντρών. Ο αναγνώστης καταλήγει να συμπαθεί τους δυο καταδικασμένους και να θλίβεται με το αναπότρεπτο τέλος τους. Μέχρι την τελευταία στιγμή, εύχεται να αλλάξει κάτι και να ακυρωθεί η εκτέλεσή τους, την οποία κι αυτός μοιάζει να τρέμει όσο και οι ίδιοι. Σπανίως ένα βιβλίο θα μας κάνει να σκεφτούμε τόσο πολύ τη ζωή και τον θάνατο, τον δικό τους, αλλά και τον δικό μας, ως ζεύγη από τη μία αντιθετικά, μα από την άλλη, παραδόξως, και συμπληρωματικά. 

Εν κατακλείδι, όλα όσα θέλει να μας πει ο συγγραφέας μέσα από τις τραγικές ιστορίες των δύο ηρώων του, συνοψίζεται στη φράση: Το τίμημα της ζωής είναι ο θάνατος. Όχι ο δικός μας θάνατος, παρά ο θάνατος των ανθρώπων που αγαπάμε.