Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Paul Strathern, Η ιστορία του κόσμου σε 10 αυτοκρατορίες, εκδ. Διόπτρα, 2020, σελ.295


Μετά από την πληθώρα των βιβλίων που εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια του τύπου Μικρή ιστορία του κόσμου, σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας, Ιστορία του κόσμου σε δέκα κεφάλαια κτλ, ο Βρετανός συγγραφέας και πανεπιστημιακός Paul Strahern έρχεται να μας προτείνει κάτι εξίσου μικρό, ελκυστικό και ευκολοδιάβαστο: μια ιστορία του κόσμου μέσα από τη μελέτη δέκα αυτοκρατοριών.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως οι αυτοκρατορίες του κόσμου ήταν μόνο δέκα. Αντιθέτως πολλές είναι οι ηχηρές απουσίες από το παρόν πόνημα, όπως η αυτοκρατορία των Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Βυζαντινή,η Αγία Ρωμαϊκή, των Αψβούργων κ.α. περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές. 

Σκοπός όμως του συγγραφέα δεν είναι να αφηγηθεί την ιστορία όλων των αυτοκρατοριών που πέρασαν από τον πλανήτη, αλλά να επικεντρωθεί σε αυτές με τη μεγαλύτερη διάρκεια και, καμιά φορά, επίδραση στις μεταγενέστερες εποχές.

Ο συγγραφέας παραδέχεται ευθέως ότι η αυτοκρατορία με τη μεγαλύτερη επίδραση ήταν η Ρωμαϊκή, μέσω της γλώσσας κυρίως, των μνημείων αλλά και των νόμων της. Εξίσου σημαντική αποδείχτηκε και η αυτοκρατορία των Γιουάν στην Κίνα τον 13ο και τον 14ο αιώνα, αφού τότε εφευρέθηκαν πολλές από τις εφευρέσεις που άσκησαν μέγιστη επιρροή στη ζωή μας, όπως η πυρίτιδα, η πυξίδα, η τυπογραφία κ.α.

Στα μάτια των Ελλήνων αναγνωστών αυτοκρατορίες όπως η Ακκαδική, η Μογγολική αλλά και εκείνη των Αζτέκων, παραμένουν, εν πολλοίς, άγνωστες. Είναι, επομένως, ευτύχημα το γεγονός ότι ο P.S. τις συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο του, επιτρέποντάς μας να τις γνωρίσουμε. 

Ακόμη όμως και για αυτοκρατορίες οι οποίες είναι περισσότερο γνωστές, όπως αυτές που άκμασαν στον 20ο αιώνα, δηλαδή η Βρετανική, η Ρωσική και η Αμερικανική, ο συγγραφέας βρίσκει να μας πει κάτι το οποίο, ενδεχομένως, ούτε οι πιο διαβασμένοι από εμάς να έχουν ακούσει. Οι δύο τελευταίες, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στις δέκα, είναι οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες στον κόσμο του ισλάμ: η αυτοκρατορία των Αράβων και των Οθωμανών.

Το βιβλίο περιλαμβάνει, ακόμη, έναν διαφωτιστικό πρόλογο, ο οποίος μας δίνει, μεταξύ άλλων, και τον ορισμό της αυτοκρατορίας και, αντί επιλόγου, τις προοπτικές για το μέλλον σχέση με την ύπαρξη κάποιας αυτοκρατορίας στον πλανήτη. Περιέχει έτσι και μία γεωπολιτική διάσταση.

Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα πόνημα το οποίο μπορεί άνετα να διαβαστεί ακόμη και από μεγάλα παιδιά και νέους, αφού ο συγγραφέας, αν και προβαίνει που και που σε έξοχες κρίσεις των γεγονότων, δεν απομακρύνεται, εντούτοις πολύ από τον γεγονοτολογικό κορμό, με αποτέλεσμα να μην πλατειάζει με τον λόγο του.

Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνική ολοκλήρωση και διχόνοια, Η ελληνική περίπτωση, εκδ. Πατάκη, 2020, σελ.264


 https://www.patakis.gr/product/644025/vivlia-anthropistikes-kai-koinonikes-episthmes-istoria-arxaiologia/Ethnikh-oloklhrosh-kai-dixonoia-H-ellhnikh-periptosh/

Το παρόν πόνημα του έγκριτου ιστορικού Γεωργίου Μαυρογορδάτου με πολυετή εμπειρία διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σε διάφορα ξένα Πανεπιστήμια, αποτελεί τη δική του συμβολή στη φετινή επέτειο για τον εορτασμό των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Σε αντίθεση, όμως, με άλλα βιβλία που γράφτηκαν γι' αυτόν τον σκοπό, το βιβλίο αυτό εστιάζει στη διαδικασία της εθνικής μας ολοκλήρωσης σε σχέση με τις εμφύλιες διαμάχες τις οποίες ζήσαμε ως έθνος. Πρόκειται, σύμφωνα με τον συγγραφέα, για δύο έννοιες οι οποίες συνυπάρχουν αναγκαστικά, αλλά βρίσκονται, συγχρόνως,  τόσο σε αντίφαση, όσο και σε διαλλεκτική σχέση μεταξύ τους.

Ο Γ.Μ. ασχολείται, κατ' αρχάς, με την έννοια "εθνικό κράτος"και τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται συνήθως υπόψη για τη σύστασή του. Κατόπιν, εστιάζει στα παλαιότερα εθνικά κράτη της Ευρώπης , όπως η Πορτογαλία και η Δανία, και εξηγεί με ποιον τρόπο παράγοντες όπως, π.χ. η θρησκεία, έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στη συγκρότηση των εθνικών αυτών κρατών.

Η περιήγηση που ακολουθεί στα εθνικά κράτη της Ευρώπης, προκειμένου να καταδειχθούν ομοιότητες και διαφορές με την ελληνική περίπτωση που ακολουθεί, είναι εξόχως διαφωτιστική και ενδιαφέρουσα. Έτσι, τα πρώτα τέσσερα από τα δεκαπέντε κεφάλαια του βιβλίου αφορούν την Ευρώπη και τη διαδικασία γένεσης των εθνικών κρατών σε αυτήν.

Εν συνεχεία, ερχόμενος στην ελληνική περίπτωση, ο συγγραφέας εξετάζει τη θρησκεία ως ενοποιητικό παράγοντα στη χώρα μας, αλλά και τη γλώσσα ως παράγοντα διχασμού. Ακολούθως, από το 1821 και μετά, ασχολείται με τους παράγοντες διχασμού, οι οποίοι γέννησαν εμφύλιους πολέμους στην ελληνική κοινωνία, μέχρι και τη μακρά διαδικασία της εδαφικής μας ολοκλήρωσης, όχι μόνο ως το 1922, όταν κατέρρευσε επισήμως η Μεγάλη Ιδέα, αλλά ως το 1974, όταν χάθηκε για μας οριστικά η Κύπρος.

Αρχικά, θέμα εμφύλιας διαμάχης στη χώρα μας τέθηκε πριν καν να συσταθεί επισήμως το νεοελληνικό κράτος, κατά τη διάρκεια, δηλαδή, της Ελληνικής Επανάστασης, και αυτό εξαιτίας των σύγκορουσης για την εξουσία των πολιτικών φορέων με τους στρατιωτικούς, αλλά και των κατά τόπους Ελλήνων, δηλαδή των Πελοποννήσιων με τους Στερεοελλαδίτες και τους νησιώτες.

Τη διαμάχη αυτή διαδέχτηκε ο χωρισμός αυτοχθόνων-ετεροχθόνων στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, αλλά και η αντιπαλότητα μεταξύ παραδοσιακών και ευρωπαϊστών πολιτικών αρχηγών, όπως ήταν ο Ι.Κωλέττης για την πρώτη ομάδα και ο Αλ.Μαυροκορδάτος για τη δεύτερη. 

Ο εμφύλιος αυτός χωρισμός κορυφώθηκε την περίοδο του Εθνικού Διχασμού μεταξύ του βασιλέα Κωνσταντίνου και του Πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου. Οι διαιρέσεις, όμως, δεν σταμάτησαν ούτε μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας, αντιθέτως συνεχίστηκαν μέσω της διαμάχης των Παλαιών και των Νέων Χωρών της Ελλάδας καθώς και μεταξύ γηγενών και προσφύγων.

Τέλος, ο Γ.Μ. ασχολείται με τρία μεγάλα εθνικά προβλήματα, τα  οποία προκάλεσαν ενφύλιους διχασμούς στη χώρα μας και άφησαν, κατά κάποιον τρόπο, ημιτελή την εθνική μας ολοκλήρωση. Αυτά ήταν το Μακεδονικό, το Βορειοηπειρωτικό και το Κυπριακό ζήτημα. Στη σύντομα αυτή επισκόπηση των τριών μεγάλων αυτών ζητημάτων, ο συγγραφέας λύνει πολλές απορίες και φωτίζει αρκετές άγνωστες πτυχές των εν λόγω ζητημάτων.

Αναντίρρητα, πρόκειται για μία ξεχωριστή συγγραφική συμβολή για τον φετινό εορτασμό της Παλιγγενεσίας μας, η οποία προσφέρει μία διαφορετική οπτική στην εθνική μας ολοκλήρωση, μία διαδικασία που ξεκίνησε το 1821 και έληξε το 1974.

Άγις Ντούλιας, Ψηφιακό Εγώ, εκδ. 24 γράμματα, 2020, σελ.338


  

https://24grammata.com/product/190/

Ως βιβλίο αφύπνισης μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το νέο πόνημα του πρωτοεμφανιζόμενου στον χώρο της λογοτεχνίας Άγι Ντούλια, με τίτλο "Ψηφιακό Εγώ". Πρόκειται για ένα σύγγραμα το οποίο φιλοδοξεί να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με τους κινδύνους που παραμονεύουν από την κατάχρηση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης. Εντάσσεται στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας ή, όπως αποκαλούνται συνήθως τελευταία αυτού του είδους τα βιβλία, στον χώρο του δυστοπικού μυθιστορήματος.

Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 2046 μ.Χ. Τίποτε, όμως, δεν είναι πολύ διαφορετικό απ' ότι το γνωρίζουμε σήμερα. Δεν υπάρχουν ούτε ρομπότ, ούτε ιπτάμενα αυτοκίνητα, ούτε και κατεστραμμένο φυσικό περιβάλλον. Κι όμως, κάτι, έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με τον τρόπο που ζούμε σήμερα... Κι αυτό δεν είναι παρά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σερφάρουν στο διαδίκτυο αλλά και γνωρίζονται μεταξύ τους.

Οι υπολογιστές και τα κινητά τηλέφωνα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και η πρόσβαση στον ψηφιακό κόσμο γίνεται πλέον με την κατάποση ενός απλού χαπιού. Ο ψηφιακός κόσμος ενεργοποιείται με την απλή σκέψη του χρήστη.

Όλοι έχουν Προφίλ στο Δίκτυο, κάτι αντίστοιχο με το σημερινό Facebook, αλλά πολύ πιο προχωρημένο, και συγχρόνως παρεμβατικό στις ζωές των ανθρώπων. Οι άνθρωποι μαθαίνουν τα πάντα ο ένας για τον άλλο απλά και μόνο κοιτώντας  το Προφίλ του άλλου, πριν ακόμη έρθουν σε επαφή πρόσωπο με πρόσωπο! Στόχος του καθενός είναι να έχει άφθονους "διαδικτυακούς φίλους", να αναρτήσει όσες περισσότερες φωτογραφίες με στιγμιότυπα της ζωής του μπορεί και να αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερα "like". Οι ελάχιστοι που δεν αποτελούν μέρος του Δικτύου, αντιμετωπίζονται μειωτικά και ρατσιστικά από τους υπόλοιπους "προχωρημένους". Οι τελευταίοι δεν θέλουν να έχουν καμιά απολύτως σχέση με αυτούς τους "επικίνδυνους οπισθοδρομικούς".

"Αν κάτι δεν υπάρχει αναρτημένο στο Δίκτυο, τότε δεν υπάρχει καθόλου", "Πρέπει να δείχνουμε χαρούμενοι", "Αν δεν κάνεις αναρτήσεις είσαι μηδενικό, δεν μετράς", "Δημοσιεύω άρα υπάρχω", έτσι μας λένε οι φανατικοί του Δικτύου στο βιβλίο του Α.Ν. 

Τι γίνεται όμως με τους πραγματικούς φίλους, με την πραγματική ζωή; Οι άνθρωποι είναι άραγε ευτυχισμένοι ζώντας απορροφημένοι σχεδόν εξολοκλήρου σε αυτή την πλαστή εικονική πραγματικότητα; Κάποιοι είναι, ή, πιο σωστά, νομίζουν ότι είναι. Πρόκειται για εκείνους που δεν σκέφτονται και πολύ, δεν ανησυχούν για τίποτε και, ταγμένοι στις επίγειες απολαύσεις, κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Αυτοί αρνούνται να βάλουν το μυαλό τους να σκεφτεί, ένα μυαλό το οποίο κάθε μέρα ναρκώνεται όλο και περισσότερο από το Δίκτυο. 

Υπάρχουν όμως-ευτυχώς- και αυτοί οι λίγοι που σκέπτονται περισσότερο, αυτοί που ανησυχούν και είναι πιο πρόθυμοι να αλλάξουν στάση ζωής. Υπάρχουν ακόμη και οι γενναίες ψυχές, οι αρνητές του Δικτύου, οι οποίοι αρνούνται να απαρνηθούν την πραγματική ζωή χάριν της ψηφιακής. 

Άνθρωποι με καλλιτεχνικές ανησυχίες λοιπόν, άνθρωποι σκληροί, άνθρωποι λάγνοι, άνθρωποι που νοιάζονται για τους φίλους τους, άνθρωποι εγωιστές και άνθρωποι που έχουν κάτι να κρύψουν... Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες συναντώνται στο "Ψηφιακό Εγώ". 

Πρωταγωνιστές είναι τέσσερις φίλοι που γνωρίζονται από παιδιά. Ο Α. Ν. σκιαγραφώντας τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους θα μας διηγηθεί την ιστορία του μέσα από την επισκόπηση των ζωών τους. Ο πραγματικός χαρακτήρας, όμως, του κάθενός, θα φανεί στο τέλος, όταν θα πέσουν οι μάσκες.

Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να μας μεταφέρει στο κλίμα της οθόνης, και πιο συγκεκριμένα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, με τους τίτλους τον κεφαλαίων του, με τις αναρτήσεις των "Προφίλ" που χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει τους ήρωές του, αλλά και με το λιτό συγγραφικό του ύφος, ένα ύφος το οποίο, όμως, δεν αγνοεί τα συναισθήματα των ηρώων του. Απεναντίας, αυτά ακριβώς είναι που θέλει να αναδείξει ο συγγραφέας, ο οποίος προσπαθεί να μας κάνει να νιώσουμε την ανασφάλεια και τη  μοναξιά των ηρώων του σε αυτή την απεχθή ψηφιακή εποχή. 

"Θέλω να με ξέρουν όσοι θέλω εγώ να με ξέρουν", "Όσοι άνθρωποι και να σε περιβάλλουν, στο τέλος τέλος ο καθένας είναι μόνος του", τέτοιες είναι οι απεγνωσμένες εκκλήσεις των ηρώων του βιβλίου, αλλά και του ίδιου του συγγραφέα.

Διότι, πίσω από τη φωνή της κεντρικής ηρωίδας που αρνείται να ενταχθεί στο Δίκτυο, εντοπίζουμε τον ίδιο τον συγγραφέα και τις ανησυχίες του. Αυτός/αυτή- η ηρωίδα-φαίνεται να διαφέρει από τους υπόλοιπους  φανατικούς της κοινωνικής δικτύωσης και αισθάνεται σαν ψάρι έξω από το νερό σε τέτοιες παρέες. Ο συγγραφέας ως δάσκαλος στο επάγγελμα, είναι επίσης αυτός που κρύβεται πίσω από τη δασκάλα ηρωίδα του, η οποία αγαπά τη δουλειά της και μοιράζεται τη σκέψη της γι' αυτή με τους αναγνώστες.

Ο Α. Ν. επέλεξε τη συγγραφή ως μέσο έκφρασης για να μας κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου παρουσιάζοντάς μας τον απεχθή κόσμο προς τον οποίο βαδίζουμε ολοταχώς. Θέλει να μας υπενθυμίσει το γεγονός ότι έχουμε χάσει πια την επαφή μας με τη φύση, με τα βιβλία, με τους συνανθρώπους μας, εν ολίγοις με την ίδια την πραγματική ζωή. Μας παροτρύνει να σκεφτόμαστε όσα μας σερβίρουν και να μην τα δεχόμαστε όλα αδιακρίτως ως τετελεσμένα.

Το "Ψηφιακό Εγώ" γεννά ερωτήματα σχετικά με τη φιλία, με τις ανθρώπινες σχέσεις και την ανθρώπινη φύση. Πόσο "εξαρτημένοι" είμαστε τελικά από τις αναρτήσεις μας στο Διαδίκτυο; Ζούμε άραγε πραγματικά; Ποιοι είναι οι πραγματικοί μας φίλοι και τι ακριβώς προσδιορίζει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον φίλο και τον γνωστό; Μπορούμε να αλλάξουμε τη ζωή μας αν το αποφασίσουμε; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα επιχειρεί να δώσει απαντήσεις το βιβλίο του Α. Ν., με σκοπό όχι μόνο να μας ψυχαγωγήσει αλλά, κυρίως, να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με τα μελλούμενα.

 

William H. Mc Neill, Βενετία, γέφυρα Δύσης και Ανατολής, 1081-1797, εκδ. Παπαδόπουλος, 2020, σελ. 480

 

https://www.epbooks.gr/shop/biblia-gia-enilikes/istoria-martyries/istoria/venetia/

Τη Βενετία, την άλλοτε ισχυρή θαλασσοκράτειρα, την έχουν πολλοί Έλληνες στενά συνυφασμένη στη μνήμη τους με τη φρικτή λεηλασία κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Η αλήθεια είναι, όμως, πως η Βενετία υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, όχι μόνο για τον Ελληνισμό, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο, ακόμα και τη Ρωσία. Και αυτό ακριβώς είναι που εξετάζει η παρούσα μελέτη του ιστορικού William H. Mc Neill "Bενετία, γέφυρα Δύσης και Ανατολής 1081-1797".

Η ιστορία της μεγάλης θαλασσοκράτειρας δίνεται σε γραμμική μορφή, παρακολουθώντας την άνοδο, την ακμή και τελικά την πτώση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αδρία. Όλα αυτά μέσα από την ψύχραιμη ματιά του Καναδοαμερικανού ιστορικού με το στεγνό επαγγελματικό ύφος, από το οποίο απουσιάζουν οι όποιες συναισθηματικές εξάρσεις και η παρατεταμένη επιμονή σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Το αποτέλεσμα είναι μία πολύ καλή πρόταση για όποιον ενδιαφέρεται να μελετήσει όχι μόνο την ιστορία της Βενετίας ως μεγάλης οικονομικής αυτοκρατορίας, αλλά και τις πολιτισμικές επιδράσεις της σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. 

Εν ολίγοις, δηλαδή, το αντικείμενο της μελέτης του παρόντος πονήματος είναι η διάδραση μεταξύ Ανατολής και Δύσης μέσω της Βενετίας, η οποία υπήρξε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της λατινικής, της ελληνικής, της οθωμανικής και της σλαβικής κοινότητας.

Ο W.N. ξεκινά απαριθμώντας τους λόγους της ανόδου των ιταλικών δημοκρατιών στον Ύστερο Μεσαίωνα. Συνδέει τη φραγκική διείσδυση στο Λεβάντε μετά το 1050 με την άνοδο της ισχύς των περίφημων σιδερόφρακτων ιπποτών του Μεσαίωνα. Αφού αναλύει, επομένως, το "ιταλικό θαύμα" επικεντρώνεται στην εξέταση της πελώριας οικονομικής αυτοκρατορίας της Βενετίας την περίοδο της μεγάλης ακμής της, δηλαδή από το 1282-1481, τότε που πολλές παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους βρίσκονταν στην κατοχή της.

Η άνοδος της ισχύς των Οθωμανών ακριβώς στα τέλη του Μεσαίωνα, κατά τον 15ο αιώνα, συμπίπτει με την σταδιακή αποδυνάμωση της εμπορικής ισχύος της Βενετικής Δημοκρατίας. Οι Οθωμανοί θα καταφέρουν, σταδιακά, μέσα από εφτά βενετοτουρκικούς πολέμους, οι οποίοι θα κρατήσουν από τον 15ο μέχρι και τον 18ο αιώνα, να διώξουν τους Βενετούς από όλες σχεδόν τις κτήσεις τους στο Λεβάντε, πλην των νησιών του Ιονίου. 

Τότε ακριβώς είναι, όμως, που οι πολιτισμικές επιδράσεις της Βενετίας θα αρχίσουν να μεγεθύνονται. Η επιρροή της υπήρξε ιδιαίτερα έντονη, τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όσο ιδίως σε ορισμένες κτήσεις της στο Αιγαίο, με πιο τρανό παράδειγμα την Κρήτη, όπου άνθισε ο αποκαλούμενος κρητοβενετικός πολιτισμός ως το 1669, τότε που αυτή έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

Ο κρητοβενετικός πολιτισμός, όμως, φτάνει στη μέγιστη ακμή του, ακριβώς τότε που η Βενετική Αυτοκρατορία τίθεται στο περιθώριο, δηλαδή από το 1481-1669. Μετά το τέλος του Κρητικού Πολέμου το 1669 και ως την επίσημη κατάλυση της αυτοκρατορίας της από τον Μέγα Ναπολέοντα το 1797, η Βενετία θα απολέσει εντελώς την επιρροή της. 

Ακόμη και τότε, όμως, στην αυγή των νεώτερων χρόνων, δεν θα πάψει να θεωρείται μία πολιτισμική μητρόπολη χωρίς μεγάλη εμπορική, μεν, δύναμη, αλλά με μεγάλα ονόματα στον χώρο του πολιτισμού, ιδίως στο θέατρο, τη μουσική και τη ζωγραφική.

Η ανάπτυξη της θεατρικής τέχνης συνδέεται με το καρναβάλι και την commedia dell' arte, αν και το μόνο αρκετά γνωστό όνομα εδώ, κοντά σε πολλά μικρότερης εμβέλειας, είναι αυτό του Κάρολο Γκολντόνι. Στη μουσική υπήρχε μία πιο διαρκής και έντονη παρουσία τους στην πόλη, με προσωπικότητες όπως τον Αντριάν Βίλλαρτ, τους αδελφούς Γκαμπριέλι και, αργότερα, τον πασίγνωστο Αντόνιο Βιβάλντι. Τέλος, σε ό,τι αφορά τη ζωγραφική, η Ύστερη Αναγέννηση συνέδεσε τη Βενετία με ονόματα τρανών ζωγράφων, όπως του Τιτσιάνο, του Τιντορέτο, του Βερονέζε, αλλά και του Καναλέτο αργότερα. Είτε Βενετοί στην καταγωγή, επομένως, είτε βενετοτραφείς, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες επέλεξαν τη βενετική μητρόπολη για να σταδιοδρομήσουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Ακόμη, λοιπόν και όταν η θέση της Βενετίας υποβιβάστηκε προς όφελος άλλων αυτοκρατοριών της Βόρειας Ευρώπης, όπως της Ολλανδικής και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η πολιτισμική επιρροή της δεν αποδυναμώθηκε ποτέ εντελώς. Το ίδιο συνέβη ακόμη και κατά τον 18ο αιώνα, όταν η γαλλική πολιτισμική επιρροή φτάνει στο απόγειό της.

Παράλληλα με τις πολιτισμικές εκφάνσεις, εξετάζονται όψεις του εμπορίου και της οικονομίας σε ολόκληρη τη Μεσόγειο του τέλους του Μεσαίωνα και των πρώιμων Νεότερων Χρόνων, αλλά και πλευρές της οθωμανικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας οι οποίες σχετίστηκαν με τη Θαλασσοκράτειρα κατά κάποιον τρόπο, αλλά και πλευρές της ζωής των Ευρωπαίων. Επίσης, οι μελέτες και οι απόψεις για διάφορους σημαντικούς σταθμούς της λατινική, της βυζαντινής- ελληνικής, ακόμα και της ρωσικής γραμματείας, δεν απουσιάζουν από το βιβλίο.

Αν κάτι μας τραβάει, πάντως, στο εν λόγω πόνημα, είναι ακριβώς αυτή η ποικιλία και ο πλουραλισμός των θεμάτων που το διατρέχει. Ο συγγραφέας ποτέ δεν εμμένει πολύ σε ένα θέμα, έτσι ώστε να αναλωθεί σε υπερβολικές λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να είναι, ενδεχομένως, κουραστικές για τον αναγνώστη. 

Αντιθέτως, προβαίνει σε μία απολαυστική επισκόπηση πολλών αιώνων ιστορίας, μέσα από τα "μάτια" της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αδρία, μίας μεγάλης αυτοκρατορίας, η οποία άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της μέχρι και σήμερα, άλλοτε πιο φανερά, με τα περίφημα βενετικά κάστρα σε πολλά μέρη της Ανατολικής Μεσογείου και άλλοτε λιγότερο φανερά, με πολλές υποδόριες πολιτισμικές επιδράσεις στην αλλόδοξη Οθωμανική Αυτοκρατορία ή την παγωμένη Ρωσία του Βορρά.