Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες


  

Στις 22 Φεβρουαρίου 1822 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας διαβαίνει τον ποταμό Προύθο στη σημερινή Ρουμανία με 2.000 περίπου άνδρες και εισέρχεται στην ηγεμονία της Μολδαβίας. Εκεί προτίθετο να αρχίσει την επανάσταση, στοχεύοντας μάλιστα και στη σύμπραξη όλων των Βαλκανικών λαών με τους επαναστατημένους Έλληνες. Κανένα, όμως, άλλο μέλος της Φιλικής Εταιρείας δεν είναι μαζί του και, εν τέλει, η υποστήριξη των ντόπιων ηγεμόνων, των οσποδάρων, καθίσταται αμφίσημη.

Αγνοώντας τους κινδύνους, ο Υψηλάντης κηρύσσει τελικά την επανάσταση στις 24 του Φλεβάρη και εκδίδει 3 προκηρύξεις, τυπωμένες στο τοπικό τυπογραφείο του Μανουήλ Βερνάρδου. Η πρώτη είναι αυτή η οποία ανακοινώνει τον ξεσηκωμό, ο οποίος λαμβάνει χώρα, όπως γράφει, από τη Βουλγαρία μέχρι τον Μοριά και τα νησιά του Αρχιπελάγους. Η δεύτερη έχει τίτλο "Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος" και απευθύνεται στο σύνολο των Ελλήνων, ενώ η τρίτη, "Αδελφοί της Εταιρείας των Φιλικών", απευθύνεται στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας και τα καλεί στον Αγώνα.

Ο τσάρος της Ρωσίας,  Αλέξανδρος Α΄, από τον οποίο οι επαναστάτες περίμεναν υποστήριξη, βρισκόταν στο συνέδριο των κρατών μελών της Ιεράς Συμμαχίας στο Λάιμπαχ, τη σημερινή Λιουμπλάνα της Σλοβενίας. Εκεί βρισκόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας. Αυτός ήταν εκείνος ο οποίος ανέλαβε να συντάξει την καταδίκη της επανάστασης από τον τσάρο. Αυτή διέψευδε τις προσδοκίες των Ελλήνων περί στρατιωτικής υποστήριξης του εγχειρήματός τους από την ομόδοξη χώρα. 

Έτσι στα τέλη του Μάρτη, οι επαναστάτες έλαβαν επιστολή του τσάρου των Ρωσιών, γραμμένη από το χέρι του Κόντε Καποδίστρια, η οποία δήλωνε ότι η Ρωσία, πιστή στο πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας θα παρέμενε ουδέτερη. Ο Καποδίστριας, αναμφίβολα, δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά, γι' αυτό και αργότερα επέλεξε να παραιτηθεί από τη θέση αυτή, η οποία τον ανάγκαζε να τηρεί αρνητική στάση απέναντι στον ξεσηκωμό των ομοεθνών του.

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε,΄ από την άλλη, ήταν πιο αναμενόμενο ότι θα καταδίκαζε την Επανάσταση, είτε επειδή πράγματι συμφωνούσε με αυτό, είτε επειδή εξαναγκάστηκε να το κάνει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Πατριάρχης και ο Σουλτάνος συνεργάζονταν από κοινού, ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση του 1453 για τη διακυβέρνηση των υπόδουλων Ελλήνων και την τήρηση της τάξης στο"μιλέτ" των Ορθοδόξων. Έτσι στα τέλη Μαρτίου, οι επαναστάτες στη Μολδοβλαχία έλαβαν και τον αφορισμό τους από τον Πατριάρχη. Ο Γρηγόριος Ε,΄πάντως, δεν έπεισε τελικά με την όλη στάση του τους Τούρκους για την ευπείθειά του, γι' αυτό και απαγχονίστηκε στις 22 του Απρίλη.

Όπως κι αν είχε, όμως, οι επαναστάτες δεν είχαν πλέον να περιμένουν βοήθεια από πουθενά. Μέχρι τα τέλη του Απρίλη, ο Υψηλάντης είχε συγκεντρώσει γύρω στις 13.000 άνδρες, αλλά με το άκουσμα της είδησης για τον ερχομό του τουρκικού στρατού απόμειναν περίπου οι μισοί. Ο περίφημος Ιερός Λόχος αριθμούσε περί τα 400-500 μέλη. Ακόμα και ο Ρουμάνος επαναστάτης Θεόδωρος Βλαντιμηρέσκου, ο οποίος είχε υποστηρίξει αρχικά την Επανάσταση τις Ηγεμονίες, εγκατέλειψε το εγχείρημα και συντάχθηκε με τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να συλληφθεί από άνδρες του Υψηλάντη και να εκτελεστεί τελικά στα τέλη του Μάη.

Τα υπολείμματα του στρατού του Υψηλάντη συγκρούστηκαν τελικά με τους Τούρκους στο Δραγατσάνι της Βλαχίας στις 7 Ιουνίου, όπου και αποδεκατίστηκαν. Οι εναπομείναντες πολεμιστές διέφυγαν στην Αυστρία μαζί με τον Υψηλάντη. Άλλοι οπλαρχηγοί, όπως ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης διέφυγαν σε ορεινές περιοχές της Μολδαβίας και συνέχισαν τον αγώνα μέχρι τον Σεπτέμβρη. Ο Ολύμπιος ανατινάχθηκε μαζί με τους συντρόφους του στη μονή Σέκκου για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών, ενώ ο Φαρμάκης παραδόθηκε στους Τούρκους και εκτελέστηκε.

Αξίζει, τέλος, να σταθούμε στη σύνθεση του στρατού του Υψηλάντη, σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία μας παραδίδει ο Νικολάι Τοντόρωφ σχετικά με τους 1.002 αγωνιστές οι οποίοι πέρασαν τα σύνορα της Βεσσαραβίας και παραδόθηκαν, μετά το πέρας της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, στις ρωσικές αρχές. Από τους 1.002, λοιπόν, φυγάδες, Ρωμιοί δήλωσαν μόλις οι 503. Οι υπόλοιποι ανήκουν σε όλες τις εθνότητες των Βαλκανίων, κατά κύριο λόγο, δηλαδή 199 Μολδαβοί, 132 Βούλγαροι, 72 Σέρβοι, 15 Ουκρανοί, 14 Ρώσοι, 9 Βλάχοι και7 Αλβανοί, και οι υπόλοιποι σε άλλες εθνοτικές ομάδες: 6 Τσιγγάνοι, 4 Ούγγροι, Πολωνοί και Δαλματοί, 3 Γάλλοι, Λιποβάνοι (Ρώσοι αιρετικοί), Οθωμανοί χριστιανοί, Αρναούτες και Εβραίοι, 2 Μαυροβούνιοι, Ιταλοί, Πρώσοι και Βόσνιοι και 1 Σάξονας, Ναπολιτάνος, Ισπανός και Γερμανός. 6 από αυτούς, τέλος, δεν είχαν σαφή εθνικότητα.

Οι αριθμοί αυτοί, τεκμηριώνουν, αν μη τι άλλο, την απήχηση την οποία είχε το παμβαλκανικό όραμα του Ρήγα Βελενστινλή και καταρρίπτουν τον μύθο της αμιγώς "εθνικής" Ελληνικής Επανάστασης.

Τελικά, τίποτε δεν είχε γίνει εις μάτην. Η Επανάσταση μπορεί να είχε αποτύχει στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, είχε καταφέρει όμως να εδραιωθεί εκεί όπου ξέσπασε ένα μήνα σχεδόν μετά: στην Πελοπόννησο. Εκεί θα έμελε να δημιουργηθεί και ο πυρήνας του πρώτου ελληνικού κράτους το 1830.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-David Brewer, Η φλόγα της ελευθερίας 1821-1833, εκδ. Πατάκη

-Γιώργος Μαργαρίτης, Ενάντια σε φρούρια και τείχη 1821 Μια  μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Διόπτρα

-C.M.Woodhouse, 1821 Ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρητσίας, εκδ. Παπαδόπουλος

-Γιάννης Μηλιός,1821 Ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα

Το θαύμα της ελληνικής γλώσσας


 Εμείς οι Έλληνες ως λαός έχουμε το προνόμιο να ομιλούμε μία από 

τις πιο πλούσιες γλώσσες του κόσμου, καθώς και μία από αυτές που διαθέτουν γραπτή ιστορία 3.500 χρόνων, μαζί με τους Ινδούς, τους Εβραίους και τους Κινέζους.

Η πιο παλιά γραπτή μορφή της γλώσσας μας είναι εκείνη των πινακίδων της μυκηναϊκής εποχής, γύρω στο 1400π.Χ., πινακίδες οι οποίες είναι γραμμένες σε συλλαβική γραφή Γραμμικής Β. Αυτές τις αποκρυπτογράφησαν οι επιστήμονες Βέντρις και Τσάντγουικ το 1952. Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν οι λίγο πρωιμότερες πινακίδες της μινωικής Κρήτης σε ιερογλυφική και Γραμμική Α γραφή περιέχουν κάποια άλλη μορφή της ελληνικής γραφής, καθότι αυτές δεν έχουν ακόμη διαβαστεί. 

Η πολιτισμική και εμπορική επέκταση των Μυκηναίων ήταν εκείνη που εξασφάλισε την ποικιλία αλλά και την υπεροχή της ελληνικής γλώσσας στην αρχαιότητα. Τα ομηρικά έπη, τα παλαιότερα κείμενα της ελληνικής γλώσσας με λογοτεχνικό περιεχόμενο-οι πινακίδες Γραμμικής Β αφορούν μόνο εμπορικά και οικονομικοτεχνικά θέματα- υπήρχαν προφορικά τουλάχιστον από τον 8ο αιώνα π.Χ. προτού καταγραφούν τον 6ο αιώνα π.Χ.

Το αλφάβητο, το οποίο εφηύραν οι Φοίνικες γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ. και το οποίο εμπλούτισαν οι Έλληνες με τη γραφή των φωνηέντων έγινε το όχημα, αφενός για να γραφτούν τα ομηρικά έπη και, αφετέρου, για να διαδοθεί η σπουδαία αυτή εφεύρεση σε όλη τη Δύση με τη μορφή της λατινικής εκδοχής του. Αυτή τη διέδωσαν οι Έλληνες άποικοι της Κάτω Ιταλίας στους Ετρούσκους και συγκεκριμένα, την εκδοχή του αλφαβήτου των αποίκων από την Εύβοια.

Εκτός από το λατινικό αλφάβητο, το οποίο στηρίζεται στο ελληνικό, αξίζει να σημειωθεί ότι και το σλαβικό και το κοπτικό της Αιγύπτου, καθώς και τα αλφάβητα της Γεωργίας και της Αρμενίας στηρίζονται στο ελληνικό. Ακόμη και το αλφάβητο της γερμανικής γλώσσας συνδέεται με το ελληνικό μέσω του Ουλφίλα, έναν Γερμανό επίσκοπο του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα ο οποίος και μετέφρασε τη Βίβλο στα γοτθικά, επινοώντας ένα αλφάβητο που συνδύαζε ελληνικά, λατινικά και ρουνικά στοιχεία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την αρχαιότητα η ορθογραφία των Ελληνικών, η οποία τόσο πολύ μας δυσκολεύει σήμερα, ήταν πολύ εύκολη, αφού η προφορά των ομόηχων φωνηέντων η, ι, υ, οι, ει, υι ήταν διαφορετική, με άλλα από αυτά να προφέρονται μακρά και άλλα βραχέως. Το δε οι προφερόταν σαν βαρύ ι, μεταξύ ο και ι. Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να μπερδέψει κάποιος την ορθογραφία λέξεων που ακούγονται το ίδιο, αλλά έχουν διαφορετική σημασία, όπως π.χ. "οι άλλοι" και "η άλλη". 

Η προφορά, καθώς φαίνεται, της ελληνικής γλώσσας κατά την αρχαιότητα ήταν πολύ μουσική και στηριζόταν στη διάρκεια των φωνηέντων αλλά και στην ένταση της εκπνοής σε διάφορα σημεία του λόγου. Όσο για τα πνεύματα και τους τόνους, αυτά είναι κατάλοιπο όχι της κλασικής, αλλά της ελληνιστικής εποχής, όταν δηλαδή χάθηκε η μουσικότητα της προφοράς και προκειμένου να βρεθεί λύση για αυτό υιοθετήθηκε ο τονισμός, ο οποίος και καταργήθηκε σχετικά πρόσφατα, πριν από σαράντα μόλις περίπου χρόνια. Σήμερα έχουμε κρατήσει για τόνο μόνο την οξεία.

Μπορούμε, επομένως, με βάση τα παραπάνω, να διακρίνουμε τις εξής φάσεις στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας:

1)1400-600π.Χ.: η πρωιμότερη γραπτή μορφή της γλώσσας μας στις πινακίδες Γραμμικής Β και η ομηρική εκδοχή της

2)600-300π.Χ.: κλασική περίοδος, η πιο λόγια χρήση της γλώσσας και η πρωτότυπη λογοτεχνική παραγωγή σε θέατρο, επιστήμη, φιλοσοφία, ποίηση κτλ.

3)300π.Χ.-6ο αιώνα μ.Χ.: η αποκαλούμενη και αλεξανδρινή κοινή, μία πιο απλοποιημένη εκδοχή της ελληνικής γλώσσας, αποτέλεσμα της ευρείας διάδοσής της μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

4)6ος-18ος αιώνας: η μεσαιωνική ελληνική που περιλαμβάνει τη γλώσσα του Βυζαντίου και της περιόδου της Τουρκοκρατίας, μία ακόμη πιο απλοποιημένη εκδοχή της.

5)19ος αιώνας-πρώτο μισό 20ου: η πιο λόγια μορφή της εξελιγμένης και, απλοποιημένης πια βέβαια, ελληνικής γλώσσας, η καθαρεύουσα.

6)β μισό 20ου αιώνα: μετά από σφοδρή διαμάχη μεταξύ καθαρευσουσιάνων και δημοτικιστών καθιερώνεται τελικά επισήμως η δημοτική το 1974. Η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου είχε προσπαθήσει να καθιερώσει τη δημοτική με το αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου "Τα ψηλά βουνά" την περίοδο 1917-20, προσπάθεια η οποία όμως τερματίστηκε μετά από την επικράτηση των φιλοβασιλικών το 1920.

Ως ζωντανός οργανισμός, φυσικά, η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί τη φυσική πορεία της, δηλαδή να εξελίσσεται και να εμπλουτίζεται διαρκώς με ξένες λέξεις, απλοποιήσεις, συντμήσεις κτλ. Όσο εμείς που τη μιλάμε, μαθαίνουμε να τη χρησιμοποιούμε σωστά, οπωσδήποτε αυτή δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να χαθεί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Ευθυμίου Μαρία, Ρίζες και θεμέλια, εκδ. Πατάκη,

-Γιώργος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας  Ελληνικής γλώσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας

 

Σταύρος Χριστοδούλου, Τρεις σκάλες ιστορία, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ.379


https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6815-4

Τρεις σκάλες γη στην πολύπαθη Λάπηθο της Κύπρου στα κατεχόμενα... Τρεις σκάλες αναμνήσεις, "Τρεις σκάλες ιστορία"είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος του Κύπριου συγγραφέα Σταύρου Χριστοδούλου για το Κυπριακό Ζήτημα. Όλο το νόημα του πονήματός του μπορεί να εντοπιστεί σε μία μόνο φράση: Η μνήμη μας είναι η φυλακή μας.

Πρόκειται, επομένως, για ένα μυθιστόρημα μνήμης για τα τραγικά γεγονότα του '74 στην Κύπρο και για το πως αυτά σημάδεψαν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους που τα έζησαν, αφήνοντάς τους χαίνουσες πληγές για όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου τους...

Τέτοια είναι και η περίπτωση της δεκαοκτάχρονης, το 1974 Χλόης, μίας νεαρής από την πανέμορφη Λάπηθο της Κύπρου, η οποία θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής τον τραγικό Ιούλη του 1974 και θα βιαστεί, τόσο στο σώμα, όσο και στην ψυχή κατ' εξακολούθηση από έναν νεαρό Τούρκο. Οι πληγές στο σώμα της θα επουλωθούν, σε αντίθεση με εκείνες της ψυχής, τις οποίες πρόκειται να κουβαλάει για μια ζωή, αρνούμενη να ενηλικιωθεί, να συνάψει κάποια ερωτική σχέση και να ζήσει, κατ' επέκταση, μία φυσιολογική ζωή.

Η άβουλη και αδιάφορη μητέρα της, που εθελοτυφλεί στο κακό με τη στάση της θα βαθύνει τις πληγές της νεαρής κοπέλας, το ίδιο και ο αρραβωνιαστικός, ο οποίος θα αρνηθεί να συνεχίσει να έχει ερωτική σχέση μαζί της μετά από τον "μαγάρισμά" της από τον Τούρκο.

Τα πράγματα θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της Χλόης από τον αλλοεθνή βιαστή της και η απόφασή της να κρατήσει το παιδί, σε αντίθεση με ό,τι έπραξαν άλλες κοπέλες που έπαθαν τα ίδια. Δεν θα το κρατήσει όμως, αλλά θα το δώσει για υιοθεσία σε μία Αγγλίδα φίλη της και θα το ξαναδεί όταν θα είναι πια μεγάλη γυναίκα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τη δική της ψυχολογία.

Το βιβλίο αφηγείται τα γεγονότα του Ιουλίου του 1974 και, ακολούθως, παρακολουθεί την ατυχή ενηλικίωση της Χλόης και τις μετέπειτα-αποτυχημένες κατά κανόνα- προσπάθειες να ζήσει μία φυσιολογική ζωή. Παρ' όλο που περιέχει πολλές αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες για το Κυπριακό ζήτημα - τα αίτιά του, τον Εμφύλιο μεταξύ των Κυπρίων, τα λάθη του Μακάριου, την ανάμειξη της Ελλάδας, την εμπλοκή των Άγγλων, τις κατοπινές θλιβερές επετείους των τραγικών γεγονότων, τις επισκέψεις των προσφύγων πίσω από την Πράσινη γραμμή και τις  προσπάθειες επίλυσής του,- επικεντρώνεται κυρίως στις ψυχολογικές επιπτώσεις, στα συναισθήματα και στην καθημερινότητα των θυμάτων, και ιδίως των γυναικών που βρέθηκαν στη δίνη των γεγονότων.

Η αφήγηση είναι σε τρίτο ενικό πρόσωπο με τον αφηγητή να καθίσταται αυτόπτης μάρτυρας όλων των συναισθημάτων και των ψυχολογικών μεταπτώσεων τις οποίες βιώνει η Χλόη, αλλά και τα γύρω της πρόσωπα.

Γνήσια κατάθεση ψυχής αποτελούν οι επιστολές της Κέιτ προς την Χλόη και της Χλόης προς την Αγγλίδα φίλη της στη μέση περίπου του βιβλίου, οι οποίες, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, αποτελούν το απαύγασμα της συγγραφικής δεινότητας του Σ.Χ. 

Η κορύφωση της υπόθεσης, όμως, τοποθετείται αργότερα, όταν η Χλόη, σαράντα τρία χρόνια μετά, αμφιταλαντεύεται, βρισκόμενη στο αεροδρόμιο της Αθήνας, σχετικά με το εάν θα επιβιβαστεί στο αεροπλάνο προς την Κωνσταντινούπολη, το οποίο θα τη φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον βιαστή της.

Θα προβεί η Χλόη στο απονενοημένο αυτό διάβημα προκειμένου να γιατρέψει τις πληγές που έμειναν αγιάτρευτες από τον χρόνο και να ενηλικιωθεί επιτέλους; Μπορεί τελικά κάποιος να οδηγηθεί στην πολυπόθητη λήθη;

Εν κατακλείδι, το "Τρεις σκάλες ιστορία" συνιστά μία άρτια ξεχωριστή πρόταση, τόσο από πλευρά Λογοτεχνίας όσο και από πλευρά Ιστορίας, για ένα ζήτημα, το Κυπριακό, για το οποίο έχουν χυθεί αναμφισβήτητα, πολλοί τόνοι μελάνης. Η προσέγγιση όμως, την οποία επιχειρεί ο συγγραφέας στο παρόν πόνημα και ο τρόπος με τον οποίο δομεί τα γεγονότα είναι πραγματικά αξιπρόσεκτος και αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί.



Κομοτηνή, σύντομη ιστορία μίας πόλης

 


      Σχετικά με την προέλευση του ονόματος της Κομοτηνής υπάρχουν τέσσερις εκδοχές. Πρώτον ότι αυτή οφείλεται στην δήθεν εγκατάσταση Εβραίου με το όνομα Κουμλού-τσιν στην περιοχή. Η δεύτερη εκδοχή είναι μυθολογικής υφής, ότι δηλαδή η Κομοτηνή ήταν η κόρη του Θρακιώτη ζωγράφου Παράσσιου που εποίκισε την περιοχή από τη Μαρώνεια και η Τρίτη και πιο έγκυρη έγκυρη εκδοχή είναι αυτή που προτείνει ο Στίλπωνας Κυριακίδης: ότι το όνομα Κομοτηνή προέρχεται  από το βυζαντινό επίθετο Κουμούτζης που με παραφθορά κατέληξε Κουμουτζηνά και ακολούθως στο τουρκικό Γκιουμουλτζίνα.

     Όσον αφορά τώρα την προέλευση του ονόματος Ροδόπη προτείνονται επίσης άλλες τρεις εκδοχές: η πρώτη, καθαρά γλωσσικής προελεύσεως, ότι αυτό προέρχεται από το ρόδινο χρώμα της ανατολής πάνω στην οροσειρά, η δεύτερη με ρίζες βυζαντινές, ότι δηλαδή τον 6ο π.Χ. αιώνα η Ροδόπη, μια όμορφη κόρη από τη Θράκη, πουλιέται σκλάβα στην Αίγυπτο και τρίτον μία μυθολογική εκδοχή, ότι η Ροδόπη ήταν η τρίτη κόρη του Στρυμόνα που παντρεύτηκε τον Αίμο και έκανε τον Έβρο.

      Οι αρχαίες πόλεις της περιοχής, πριν χτιστεί η Κομοτηνή ήταν ο  Ίσμαρος, η Μαρώνεια, η οποία πήρε το όνομά της από τον Μάρωνα και χτίστηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα από Χίους αποίκους και η Παισούλα -μετέπειτα Μαξιμιανούπολη. Στην Παραδημή, ωστόσο, έχει βρεθεί οικισμός από την νεολιθική εποχή.

     Η Κομοτηνή ξεκίνησε τον βίο της ως φρούριο- σταθμός κατά μήκος της Εγνατίας οδού με 500 περίπου στρατιώτες. Τότε χτίστηκε το βυζαντινό τείχος που περιέβαλε τον πρώτο πυρήνα της, στα τέλη δηλαδή του 4ου μ.Χ. αιώνα από τον Θεοδόσιο Α΄ τον Μέγα (379-395). Είναι φτιαγμένο από πέτρα και κεραμοκονία, έχει ύψος 9.60 μέτρα και διαθέτει 16 πύργους, οι 12 από αυτούς ορθογώνιοι και οι 4 κυκλικοί στις γωνίες του. Καταστράφηκε αρχικά εν μέρει από τους Τούρκους το 1363 και κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τους Βουλγάρους το 1910. Σήμερα, όμως, βρίσκεται σε φάση αναστήλωσης.

     Το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της περιοχής ως τον 13ο αιώνα δεν ήταν το μικρό φρούριο της Κομοτηνής, αλλά η Μαξιμιανούπολη,  που αργότερα ονομάστηκε Μοσυνούπολη, ονομασία που διατηρείται ως σήμερα. Ιδρύθηκε τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια στη θέση της αρχαίας Παισούλας και πήρε το όνομα του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (250-310). Η θέση της ήταν αξιόλογη, αφού ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος εκστράτευσε από αυτό το μέρος και το πλήθος της πρώτης σταυροφορίας το 1096 πέρασε επίσης από εδώ. Οι Νορμανδοί την κατέλαβαν το 1185 και ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουΐνος το 1204 για να ξαναγυρίσει στους Βυζαντινούς το 1225.

     Στις αρχές του 13ου αιώνα, όμως, γνωρίζει την καταστροφή από την επιδρομή του Βούλγαρου τσάρου Καλογιάννη- τον οποίο οι Έλληνες, για ευνόητους λόγους, ονόμασαν Σκυλογιάννη. Τότε όλος σχεδόν ο πληθυσμός της κατεστραμμένης, πια, πόλης, συρρέει στην Κομοτηνή, η οποία θα συνεχίσει να επεκτείνεται, ώσπου να λάβει τελικά τη θέση της Μαξιμιανούπολης ως μεγάλο αστικό κέντρο της περιοχής.

       Το 1343 όταν ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός στρατοπεδεύει στη Μαξιμιανούπολη, τη βρίσκει ερειπωμένη σχεδόν, αφού οι κάτοικοι έχουν μετακομίσει πλέον στην Κομοτηνή. Στη θέση της Μαξιμιανούπολης σώζεται βυζαντινός ναός του 11ου-13ου αιώνα, τα θεμέλια του οποίου έχουν σήμερα αποκαλυφθεί.

     Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε και την ύπαρξη της Αναστασιούπολης ή αλλιώς Περιθεώριον, την πόλη που ίδρυσε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αναστάσιος ο Πρώτος (491-518) κοντά στο σημερινό χωριό Αμαξάδες και την επέκτεινε ο Ιουστινιανός. Η πόλη αυτή ήταν σπουδαίος εμπορικός κόμβος. Αξίζει να σημειωθεί ακόμη ότι με την τοποθεσία αυτή ταυτίζεται συνήθως η ομηρική θέση των στάβλων του Διομήδη. Από τον 9ο αιώνα επικρατεί η ονομασία Περιθεώριον, ενώ και η πόλη αυτή καταστρέφεται από τις δυνάμεις του Καλογιάννη, αφήνοντας έκτοτε στην πόλη της Κομοτηνής την πρωτοκαθεδρία.

           Το 1363 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν την πόλη και ο Γαζή Εβρενός Μπέης ο κατακτητής χτίζει το Ιμαρέτ, που είναι μαγειρείο και πτωχοκομείο. Είναι το πρώτο μουσουλμανικό κτίριο στη Θράκη και στην Ευρώπη, με τρεις χώρους, χτισμένο σε σχήμα Τ και καθαρά βυζαντινή τεχνοτροπία, δηλαδή  πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία η οποία συνηθίζεται στα πρώιμα οθωμανικά κτίσματα. Κατά τη βουλγαρική κατοχή στον 20ο αιώνα, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία, εξ’ ού και η κυριλλική επιγραφή στο εσωτερικό του. Σήμερα είναι εκκλησιαστικό μουσείο.

       Η Κομοτηνή θα απελευθερωθεί από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια του δεύτερου βαλκανικού πολέμου το 1913, αλλά θα παραχωρηθεί στους Βουλγάρους ως τις 14 Μαΐου του 1920, τότε που μαζί με την Αλεξανδρούπολη θα την ανακαταλάβει ο στρατηγός Π. Ζυμβρακάκης. Ήδη βέβαια από το προηγούμενο έτος με τη συνθήκη του Νεϊγύ ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Ελλάδα είχε δημιουργηθεί στην περιοχή ένα ιδιότυπο αυτόνομο κρατίδιο με επικεφαλής τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ. Μετά από την ένωση με την Ελλάδα, οι Βούλγαροι ήρθαν ξανά στην περιοχή ως σύμμαχοι των Γερμανών την περίοδο 1941-1944.

     Από τα υπόλοιπα μνημεία της πόλης ξεχωρίζει  Ναός Κοιμήσεως της Παναγίας-η σημερινή Μητρόπολη- που χρονολογείται από το 1800 και είναι χτισμένη πάνω σε ερείπια βυζαντινού ναού του 1548. Η εικόνα της Παρθένου στο εσωτερικό της χρονολογείται από τον 15ο-16ο αιώνα και το Εικονοστάσι και ο άμβωνας από το 1800.

      Δύο από τα τζαμιά της ξεχωρίζουν, το Εσκί τζαμί, το οποίο χρονολογείται από το 1608-9 ή 1677-8 και το όνομά του σημαίνει Παλαιό Τζαμί, αλλά στην πραγματικότητα είναι νεώτερο από το Γενί (νέο)τζαμί που είναι χτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό και χρονολογείται από το 1585-1600.

      Όσον αφορά τον Πύργο του ρολογιού, αυτός χτίστηκε το 1884 επί σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και το 1950 πήρε τη σημερινή οριστική του μορφή. Το Παλιό ηρώο στην περιφέρεια χρονολογείται από το  1930 και είναι αφιερωμένο στους 63 νεκρούς Κομοτηναίους του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Το νέο ηρώο, σήμα πλέον κατατεθέν της πόλης,  χτίστηκε επί χούντας και έχει ύψος 14 μέτρων. Επί χούντας έγινε και η εκτροπή έξω από την πόλη του ποταμού Μπουκλουτζά, μια απόφαση βέβαια η οποία βελτίωσε μεν τις συνθήκες υγιεινής της πόλης, αφού ο ποταμός ήταν εστία μολύνσεων, κόστισε όμως στην εικόνα γραφικότητας της πόλης, αφού ως τότε υπήρχαν σκεπαστές γέφυρες πάνω από τον ποταμό.

      Η Τσανάκλειος Σχολή αρρένων ιδρύθηκε το 1908 με χρήματα του Κομοτηναίου Νέστορα Τσανακλή. Από το 1922 ως το 1954 στέγαζε τη γενική διοίκηση Θράκης και από 1954 ως το 1972 τη Νομαρχία. Κατόπιν, στέγασε την πρυτανεία του Δημοκριτείου πανεπιστημίου Θράκης ως το 2000. Γύρω της διατηρούνται και άλλα νεοκλασικά κτίρια, κυρίως επί της οδού Τσανακλή και της Βενιζέλου.

     Ο μικρός Ναός της Αγίας Παρασκευής στο πάρκο είναι χτισμένος πάνω στη θέση ναού της Αφροδίτης κατά την αρχαιότητα. Στη θέση εκείνη κατόπιν ιδρύθηκε βυζαντινός ναός τον κατέστρεψαν οι Τούρκοι για να κάνουν τα νεκροταφεία τους, πριν χτιστεί ο σημερινός.

     Τελειώνοντας, δεν μπορούμε να παραλείψουμε την αναφορά στις μειονότητες της πόλης, δηλαδή στους πολυάριθμους Εβραίους της πόλης, οι οποίοι είχαν μάλιστα και συναγωγή εδώ από τον 18ο αιώνα που κατεδαφίστηκε το 1994. Η εβραϊκή συνοικία βρισκόταν ακριβώς έξω από τα βυζαντινά τείχη. Το 1900 υπήρχαν 1200 Εβραίοι. Το 1943 οι 819 που είχαν απομείνει στάλθηκαν στο Άουσβιτς και από αυτούς επέζησαν μόλις 28. Η πόλη διαθέτει επίσης και αρμένικη κοινότητα και ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γρηγόριο τον φωτιστή χτισμένο το 1834. Οι μουσουλμάνοι έμειναν στην πόλη μετά την εξαίρεσή τους από την Ανταλλαγή με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 και εξακολουθούν να υπάρχουν ως σήμερα σε μία από τις πιο πολυπολιτισμικές πόλεις της Ελλάδας.