Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Γεωργία Συμεωνίδου, Η κόρη της Μαρίας Κάλλας, εκδ. Παραητρητής της Θράκης, 2020, σελ. 254


 https://www.paratiritisbooks.gr/georgia-symeonidou-i-kori-tis-marias-kallas/

 

Ένα πρωτότυπο ανάγνωσμα σχετικό με τη δύναμη που έχουν τα fake news στον κόσμο της ενημέρωσης παγκοσμίως υπογράφει η Σερραία λογοτέχνιδα Γεωργία Συμεωνίδου.

Δύο φίλες από τις Σέρρες, οι οποίες διανύουν την έκτη δεκαετία της ζωής τους, η Πένη, μία κοσμοπολίτισσα τυχοδιώκτρια και η Αθηνά, μια δημοσιογράφος, πρωταγωνιστούν στις σελίδες του βιβλίου της με τίτλο "Η κόρη της Μαρίας Κάλλας".

Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι το ερώτημα το οποίο απορρέει ευθύς εξαρχής από τον τίτλο του βιβλίου: θα μπορούσε, άραγε, η διάσημη ντίβα να έχει μία κόρη, μεγαλωμένη μυστικά στις Σέρρες σε μία ανάδοχη οικογένεια; Γύρω από αυτό το ερώτημα πλέκει τον μύθο η Γ.Σ., η οποία όμως, φιλοδοξεί να δημιουργήσει κάτι πού περισσότερο από ένα απλό μυθιστόρημα σχετικά με το εν λόγω θέμα.

Και αυτό ακριβώς είναι και το αξιοσημείωτο στο παρόν πόνημα: η αφηγηματική τεχνική η οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας, καθώς και οι ψυχολογικές προεκτάσεις που απορρέουν από την ενδελεχή σκιαγράφηση της προσωπικότητας της Πένης.

Η Γ.Σ. πλέκει, λοιπόν, ένα μυστήριο-αίνιγμα γύρω από το κεντρικό ερώτημα, με την Πένη να αναθέτει την έρευνα γύρω από την καταγωγή της στη δημοσιογράφο φίλη της, η οποία ανακαλύπτει σταδιακά ένα ένα τα στοιχεία. Αυτά περιλαμβάνουν ντοκουμέντα με ζωντανές ηχογραφήσεις των γονιών τους από την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής στις Σέρρες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας προσθέτει εντέχνως και τη μικρή ιστορική πινελιά της στο βιβλίο της πλάι στο έξυπνο "παιχνίδι" της σχετικά με την καταγωγή της Πένης. Πρόσωπο- κλειδί στο εν λόγω παιχνίδι θα αποδειχτεί τελικά ο Ιταλός Τζουζέπε, ένα πρόσωπο πολύ αγαπητό στην Πένη.

Εντέλει ποια θα είναι η αλήθεια; Όταν αυτή θα αποκαλυφθεί, οι δημοσιογράφοι θα είναι διατεθειμένοι να την πιστέψουν ή θα προτιμήσουν να παραμείνουν αγκιστρωμένοι στο απείρως πιο δελεαστικό και εμπορικό ψέμα; Διότι στην ηλεκτρονική εποχή μας, όπου η πρόσβαση στην πληροφορία είναι ευκολότερη από ποτέ, η παραπληροφόρηση είναι ευρέως διαδεδομένη και οι άνθρωποι πιο διατεθειμένοι από ποτέ να πιστέψουν ότι τους σερβίρουν. Ενίοτε, οι συμπτώσεις και η Θεά Τύχη μπορεί να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο σε μία υπόθεση απ' ότι η έρευνα και τα "αξιόπιστα και αδιάσειστα" στοιχεία, ποιος, όμως, προτίθεται να πιστέψει στις συμπτώσεις όταν το ψέμα είναι πιο δελεαστικό κι απ' την ίδια την αλήθεια;

Εκτός από την έξοχη και πρωτότυπη αφηγηματική τεχνική, η γραφή της Γ.Σ. είναι άκρως ρεαλιστική, αυθόρμητη και άμεση, με ολοζώντανους και άφθονους διαλόγους. Οι χαρακτήρες της δεν είναι ωραιοποιημένοι, αλλά απλοί, καθημερινοί άνθρωποι βγαλμένοι από την ίδια τη ζωή.

Εγκιβωτισμένες στην κανονική ροή της αφήγησης, παρατίθενται οι αναμνήσεις της Πένης από την παιδική της ηλικία. και φωτίζουν, συγχρόνως τον ταραγμένο ψυχισμό της. Η Πένη είναι ένα πρόσωπο το οποίο θα συγκινήσει ιδιαιτέρως, όλους όσους κατοικούν, είτε από επιλογή, είτε από ανάγκη, σε πόλη διαφορετική από εκείνη στην οποία μεγάλωσαν και γεννήθηκαν. Επιστρέφει στη γενέτειρά της μετά από χρόνια απουσίας και διαπιστώνει, με πικρία, ότι τίποτε δεν είναι όπως το άφησε.

"Ήθελε να γυρίσει πίσω, να πιάσει το νήμα από εκεί  που το είχε αφήσει, να ζήσει τώρα τη ζωή που είχε τότε απορρίψει. Όμως δεν είχε μείνει κάτι ίδιο, για να μπορέσει να το συνεχίσει. Όλα ήταν διαφορετικά και ακόμη πιο διαφορετική η ίδια, που κουβαλούσε μέσα της την εμπειρία αυτών των χρόνων και πάνω της είχε τα σημάδια τους."

Έτσι νιώθει η Πένη μετά από την επιστροφή της και φτάνει στη φρικτή διαπίστωση για τους δικούς της, μια διαπίστωση που όλοι όσοι έχουμε επιλέξει να κατοικήσουμε μακριά από τους δικούς μας, κατανοούμε απολύτως όσο κι αν μας θλίβει:

"Δεν ήταν πια κομμάτι της καθημερινότητάς τους, ήταν μια επισκέπτρια, ευπρόσδεκτη όταν ερχόταν, που όμως δεν τους έλειπε όταν ήταν μακριά τους.... Έκλειναν την ψυχή τους λίγο λίγο, ώσπου κάποια στιγμή τους έγινε συνήθεια να μην την έχουν δίπλα τους..."

Μέσα από το παιχνίδι που η ίδια η Πένη θα στήσει σχετικά με την καταγωγή της, θα ανακαλύψει εκ νέου τον ίδιο της τον εαυτό και θα καταλήξει σε κάποια δυσάρεστα συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο της ζωής της.

Κοντά στα ζητήματα, όμως, της εσωτερικής μετανάστευσης και της δύναμης που έχουν τα fake news, η συγγραφέας θίγει και ένα σωρό άλλα ζητήματα όπως τις δυσκολίες που προκύπτουν για τα παιδιά από την άνοια των ηλικιωμένων, το πως μπορεί να μας αλλάξει τη ζωή ένα κατοικίδιο, τη μοναξιά που μας τυλίγει όλο και περισσότερο καθώς μεγαλώνουμε, οι σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια μας, την αληθινή φιλία και τοις επικίνδυνες σκέψεις που γεννά η αργία και η απραξία.

Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα ευκολοδιάβαστο πόνημα με ρέουσα γραφή και υπόθεση που κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία, το οποίο συγκινεί με τις εύστοχες παρατηρήσεις του για τον ψυχικό κόσμο των πρωταγωνιστών και μας προκαλεί να θαυμάσουμε την αριστοτεχνική δομή και σύλληψή του.

Fredrik Backman, Κάθε πρωί ο δρόμος για το σπίτι γίνεται όλο και πιο μακρύς, εκδ. Κέδρος, 2020, σελ.110


 https://www.kedros.gr/product/9027/kathe-prwi-dromos-spiti-ginetai.html

Δύσκολα θα βρει κανείς πιο συγκινητική νουβέλα στη διεθνή βιβλιογραφία που να καταπιάνεται με το ευαίσθητο θέμα της τρίτης ηλικίας και της άνοιας, απ' ότι το "Κάθε πρωί ο δρόμος για το σπίτι γίνεται όλο και πιο μακρύς" του Fredrik Backman, του συγγραφέας της μεγάλης επιτυχίας, του βιβλίου "Η γιαγιά μου σας χαιρετά και σας ζητάει συγγνώμη", ένα ακόμα βιβλίο το οποίο ασχολούταν με την τρίτη ηλικία.

Δύσκολα, επίσης, θα βρει ο αναγνώστης νουβέλα με γραφή τόσο ευαίσθητα και τρυφερή, που να συνάδει απόλυτα με το θέμα της. Ο F.B. απ' ότι φαίνεται είναι αρκετά ευαισθητοποιημένος ο ίδιος στο θέμα της άνοιας της τρίτης ηλικίας και αυτό είναι κάτι το οποίο καταφέρνει να περάσει και στους αναγνώστες του.

Ένα μικρό αγόρι ο Νούα- αν και στον παππού του αρέσει τόσο πολύ το όνομά του, που θέλει να το λέει δύο φορές όταν τον φωνάζει, οπότε τον αποκαλεί Νουανούα!-, κάθεται μαζί με τον παππού του σε ένα παγκάκι στη μέση μιας πλατείας και συζητά για τα μαθηματικά-την αγάπη και των δύο-, τη ζωή και την οικογένεια. Η μνήμη του παππού, όμως, δεν είναι όπως ήταν, αλλά φθίνει σιγά σιγά, με αποτέλεσμα "κάθε πρωί ο δρόμος για την πλατεία να γίνεται όλο και πιο μακρύς".

Αλήθεια, τι μπορεί να κάνει ο παππούς και ο Νούα; Τι μπορούν να κάνουν όλοι οι ηλικιωμένοι και οι οικογένειές τους μπροστά σε αυτή την επώδυνη κατάσταση, όταν το μυαλό αποφασίζει να "φύγει" πριν από το σώμα;

"Δεν θυμάμαι...", "Μου το 'χεις ξαναπεί...", "Με ξαναρώτησες...","Έτσι νομίζω...", "Οι σκέψεις σου είναι κάπως μπερδεμένες..." Τέτοιες φράσεις, τις οποίες συναντά κανείς στη νουβέλα του F.B.  είναι οικείες σε όλους όσους έχουν πείρα με ηλικιωμένους που πάσχουν από άνοια ή αλτσχάιμερ.

Κοντά στον παππού και τον εγγονό, υπάρχει και η ανάμνησης της γιαγιάς, της αγαπημένης γυναίκας του παππού, η οποία επιλέγει να κάνει το πέρασμά της όταν εκείνη επιθυμεί από το μυαλό του παππού. Υπάρχουν, επίσης, και οι αναμνήσεις από το παρελθόν, πάντοτε παρούσες, πότε ξεκάθαρες και πότε πιο μπερδεμένες και συγκεχυμένες με το παρόν.

Τελικά, μέσα από την αφήγηση του Backman, συμπονούμε τόσο τον παππού, όσο και τον εγγονό. Διότι, η άνοια είναι μία κατάσταση δυσάρεστη τόσο για εκείνον που το βιώνει, όσο και για τους γύρω τους. Ο ηλικιωμένος νιώθει ότι δεν είναι αυτός ο οποίος ήταν πάντοτε και προσπαθεί να συνηθίσει τον νέο "ξεχασιάρη" του εαυτό, αλλά και οι γύρω του νιώθουν ότι έχουν απέναντί τους κάποιον άλλο. Και αυτό είναι το χειρότερο στην άνοια. Ο ίδιος ο συγγραφέας καταφέρνει να περιγράψει γλαφυρότατα όλα τα στάδια της ασθένειας, αλλά και το πως ακριβώς νιώθει ο ηλικιωμένος που πάσχει από αυτήν, με την κατάλυση του χωροχρόνου.

 Πράγματι, πέρα από την πλατεία στην οποία διαδραματίζεται η νουβέλα, δεν υπάρχει καμία άλλη αναφορά σε χώρο και χρόνο στο έργο. Ο χρόνος είναι επιδεικτικά απών, ο αναγνώστης, όμως, καταλαβαίνει ότι προχωράει από την ηλικία του αγοριού που μεγαλώνει και από την ασθένεια του παππού που μεγεθύνεται όσο περνά ο καιρός.

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε, επομένως, την άνοια, μία ακόμα μάστιγα της σημερινή εποχής; Ο συγγραφέας μας συμβουλεύει να περνάμε χρόνο μαζί με τους αγαπημένους μας και να αρπάζουμε από τα μαλλιά τις καλές στιγμές, να γελάμε και να αγκαλιαζόμαστε, αφού, μόνο η ζωή και η ανιδιοτελής αγάπη είναι το αντίδοτο σε όλη αυτή την αρνητική κατάσταση. Παράλληλα, θίγονται και άλλα θέματα τα οποία αφορούν την τρίτη ηλικία, όπως η απώλεια αγαπημένων προσώπων και η χαρά των παππούδων με τα εγγόνια τους, τα οποία τα χαίρονται συνήθως ως συνταξιούχοι πολύ περισσότερο απ' ότι τα δικά τους παιδιά. 

Όμορφες ρήσεις όπως "Το νόημα της ζωής είναι να έχεις συντροφιά" και "η μόνη φορά που αποτυχαίνει κάποιος είναι όταν δεν προσπαθεί ξανά", είναι αυτό που θα μας μείνει τελικά από την ανάγνωση του εν λόγω πονήματος, μαζί με μία απαλή, βελούδινη αίσθηση τρυφερότητας από τις σελίδες του.

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Εσωτερικές διενέξεις στα χρόνια του Αγώνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ.149


 https://www.metaixmio.gr/el/products/%CE%B5%CF%83%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B1

Με ένα βιβλίο το οποίο αναφέρεται στις εσωτερικές έριδες και διενέξεις κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, συνεχίζουν το εκδοτικό επετειακό αφιέρωμά του για τα χρόνια της Παλιγγενεσίας οι εκδόσεις Μεταίχμιο και ο καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας Ιάκωβος Μιχαηλίδης.

Διότι όσο κι αν δεν μας αρέσει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι οι διχογνωμίες και οι διχασμοί αποτελούσαν καθημερινή σχεδόν παράμετρο στα χρόνια του Αγώνα και αυτό καθιστά τις διενέξεις αναπόσπαστο τμήμα της Επανάστασης και σημαντική παράμετρο για τη μελέτη της.

Ο Ι.Μ. αποφαίνεται βέβαια ότι, δυστυχώς, οι συγκρούσεις αυτές, ακόμα κι αν δεν είχαν συμβεί με τον τρόπο και την έκταση που τελικά συνέβησαν, αναπόφευκτα θα είχαν λάβει και πάλι χώρα, αφού αυτές δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του παραδοσιακού κατεστημένου με τις νέες αναδυόμενες δυνάμεις που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια του Αγώνα.

Η ελληνική κοινωνία κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν δηλαδή η Δύση ζούσε τη μετάβαση από τη μεσαιωνική στη σύγχρονη εποχή, υπαγόταν σε τοπικούς και θρησκευτικούς διαχωρισμούς, παράλληλα με την επικράτηση των πελατειακών σχέσεων. 

Ήταν επόμενο, λοιπόν, με την έναρξη του Αγώνα να δημιουργηθούν νέοι πόλοι εξουσίας, όπως, για παράδειγμα, οι οπλαρχηγοί και οι Φιλικοί, οι οποίοι αναπόφευκτα θα έρχονταν σε σύγκρουση με τους παλιούς, δηλαδή τους κοτζαμπάσηδες, τους εκκλησιαστικούς άρχοντες και τους Φαναριώτες. Και, όπως ήταν φυσικό, καθιερωμένες συνήθειες αιώνων δεν μπορούσαν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη, πόσο μάλλον όταν όλοι διεκδικούν πάντοτε μερίδιο στην εξουσία.

Το γεγονός αυτό, βέβαια, απέβη επιζήμιο για τον Αγώνα, αφού μείωσε την εικόνα των Ελλήνων στο εξωτερικό και στους Φιλέλληνες και επέτρεψε στους Τούρκους να εξαλείψουν κατά τα έτη 1824-25, κάθε νίκη χτισμένη με αίμα που είχαν κερδίσει προηγουμένως οι Έλληνες, εκτός από την κατασπατάληση των χρημάτων του πρώτου αγγλικού δανείου.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι εμφύλιες διαμάχες είχαν αρχίσει ήδη από τον Ιούνιο του  1821, τότε που ο Δημήτριος Υψηλάντης. αδελφός του Αλέξανδρου, πατούσε το πόδι του στην επαναστατημένη Πελοπόννησο. Η κάθοδό του υπήρξε η αρχή της λυκοφιλίας του με τους Μοραΐτες προεστούς. Εν συνεχεία, σε αυτή την διαμάχη θα προστεθούν προσωπικά μίση και αντιπάθειες καθώς και τοπικισμοί. 

Έτσι, η μετέπειτα σύγκρουση, η οποία θα καταλήξει στην τόσο επονείδιστη για το ελληνικό έθνος φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, θα εξελιχθεί σε διαμάχη Μοραΐτών-Ρουμελιωτών και θα καταλήξει στην επαίσχυντη εισβολή των Στερεοελλαδιτών στην Πελοπόννησο και την πανηγυρική νίκη των πρώτων. Βέβαια τελικά, σε έναν εμφύλιο, δεν υπάρχουν νικητές, αλλά όλοι βγαίνουν εν τέλει ζημιωμένοι...

Ο Ι.Μ. αφού προβαίνει σε μία σύντομη επισκόπηση των πιο βασικών γεγονότων του Αγώνα, ασχολείται διεξοδικά με τις εμφύλιες διενέξεις, τα αίτια, τους πρωταγωνιστές τους, τα γεγονότα, την κατάληξη και τα αποτελέσματά τους σε ένα μικρό, καλογραμμένο και ευκολοδιάβαστο βιβλίο, το οποίο διαβάζεται κυριολεκτικά εν μία νυκτί.

Ο συγγραφέας δεν διστάζει να ασχοληθεί, επίσης, και με αρκετά σκοτεινά σημεία της επανάστασης, όπως τις ακριβείς προθέσεις του Υψηλάντη σχετικά με την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, τη στάση του Καποδίστρια για την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, μία στάση η οποία έχει δεχτεί πολλές επικρίσεις, τη δράση του Κολοκοτρώνη κατά τους εμφυλίους πολέμους και το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί τόσο σε αυτόν, όσο και στους Κυβερνητικούς.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η πιο μελανή στιγμή κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, δηλαδή η εμφύλια διένεξη, δύσκολα θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Μένει, επομένως, να αναρωτηθούμε, όπως μας λέει ο συγγραφέας, αν υπάρχει και σήμερα ένα τέτοιο άλλοθι ικανό να ερμηνεύσει τις σύγχρονες παθογένειες στη χώρα μας.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Κωνσταντία Κοζανίτου, Μια ανάσα η ζωή, εκδ. Κέδρος, 2020, σελ.221

 

https://www.kedros.gr/product/9026/anasa-thessaloniki-mikrasia-ierosolyma.html

Ένα μακρινό ταξίδι από τους Τοξότες της Ξάνθης, στην Καβάλα, στη Σμύρνη, στην Κιλικία της Τουρκίας και από εκεί στη Χάιφα και τα Ιεροσόλυμα στη Μέση Ανατολή. Ακολούθως πάλι πίσω στη Θράκη και στη Θεσσαλονίκη, στα πάτρια εδάφη.

Το βιβλίο αυτό είναι περισσότερο ταξιδιωτικό παρά ιστορικό μυθιστόρημα, αν και, αναπόφευκτα εμπεριέχει και ιστορικές πληροφορίες. Πρόκειται για ένα γοητευτικό οδοιπορικό σε μία δύσκολη εποχή, στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου.

Πρωταγωνίστρια είναι η Αθανασία Παπαδοπούλου, μία νεαρή κοπέλα, η οποία θα άρει τον δρόμο της προσφυγιάς μαζί με την οικογένειά της το 1941. Το μακρύ και δύσκολο ταξίδι της προς τα Ιεροσόλυμα στα χρόνια του πολέμου, ένα μέρος όπου θα μείνει για πάνω από δύο χρόνια τελικά ως πρόσφυγας, περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια από τη συγγραφέα Κωνσταντία Κοζανίτου σε αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα.

Η οικογένεια θα γυρίσει πίσω στην πατρίδα όταν τελειώσει ο πόλεμος γεμάτη προσδοκίες για μια νέα και καλύτερη ζωή, αλλά τα όνειρά της θα τα κομματιάσει ο Εμφύλιος, τόσο στο πολιτικό πεδίο όσο και στο οικογενειακό.

Τότε η Αθανασία και οι δικοί της θα βρεθούν για άλλη μία φορά πρόσφυγες στην πληγωμένη από τις συμφορές του πολέμου και του Εμφυλίου Θεσσαλονίκη, όπου θα προσπαθήσουν να αρχίσουν μία νέα ζωή.

Ουσιαστικά η Κ.Κ. μας αφηγείται τη βιογραφία της Αθανασίας, μιας κοπέλας δυνατής και δεμένης με την οικογένειά της, η οποία θα αργήσει να πάρει από τη ζωή αυτό που της αξίζει.

Οι φωτογραφίες στο εξώφυλλο του βιβλίου, οι οποίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της συγγραφέως, μας κάνουν να υποθέσουμε ότι η ιστορία της Αθανασίας περιέχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού ίσως πρόκειται για κάποια πρόγονό της. Σε κάθε περίπτωση είναι γεγονός πως η προσφυγιά και οι μετακινήσεις πληθυσμών στα δύσκολα χρόνια του πολέμου ήταν για πολλούς στην ημερήσια διάταξη.

Η συγγραφέας δεν επιμένει ιδιαίτερα σε περιγραφές συναισθημάτων και προσώπων. Αντιθέτως, η αφήγησή της εμπεριέχει μία αφοπλιστική απλότητα και μία φυσικότητα, αρετές οι οποίες καθιστούν το πόνημα εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο και κινηματογραφικό. Η αναφορά της δε στα Ιεροσόλυμα, έναν τόπο ο οποίος σημάδεψε και την ίδια την ηρωίδα της, προσδίδει και κάποια πρωτοτυπία στο πόνημα.

Η συνεχής εναλλαγή των τόπων διαμονής, την οποία βιώνει η Αθανασία, προσφέρουν ποικιλία και πλουραλισμό σε ό,τι αφορά τις συνήθειες, τα τοπία αλλά και τους ανθρώπους.

 Στους προπολεμικούς Τοξότες κυριαρχούσε η ευημερία και οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί. Στη Μικρά Ασία, όταν το μακρύ ταξίδι είχε αρχίσει, η αβεβαιότητα για το αύριο. Στα άγια Ιεροσόλυμα το θρησκευτικό συναίσθημα και οι όμορφες αναμνήσεις. Στη μεταπολεμική Θράκη η φτώχεια, ο πόνος και ο εμφύλιος σπαραγμός. Και, τέλος, στη Θεσσαλονίκη η μιζέρια και η αποξένωση της αστικής ζωής.

Η σοφή γιαγιά, η δυνατή μητέρα, ο αδελφός και η αδελφή, ο καλό πατέρας, οι θείοι, όλοι αυτοί πλαισιώνουν την Αθανασία με τους αντιθετικούς χαρακτήρες και τα πάθη τους. Η ίδια η Αθανασία αγωνίζεται, κόντρα στις δυσμενείς συνθήκες, να λάβει και αυτή μία θέση στον ήλιο. Και η συγγραφέας αναδεικνύει αυτή της την προσπάθεια.