Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

Αlessandro Barbero, Ιεροί πόλεμοι, σταυροφορίες και τζιχάντ, εκδ. Historical Quest, 2020, σελ.200


 https://www.historical-quest.com/katigories/istoria/mesaioniki-istoria/mesaioniki-evropi/1301-ieroi-polemoi.html

Ένα διαφορετικό βιβλίο για  τις σταυροφορίες και την έννοια του "Ιερού πολέμου", ένα θέμα επίκαιρο και πολυσυζητημένο στις μέρες μας, έχει να μας προτείνει ο Ιταλός ιστορικός Αlessandro Barbero.

Πρόκειται για ένα πόνημα το οποίο δεν ακολουθεί μία απλή χρονολογική αφήγηση των γεγονότων, αλλά, αντιθέτως, εστιάζει περισσότερο στην ερμηνεία των γεγονότων μη διστάζοντας να καταρρίψει ακόμα και ευρέως διαδεδομένους μύθους, όπου το κρίνει απαραίτητο ο συγγραφέας του.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μεγάλα κεφάλαια. Το μεγάλο ατού του είναι η πολύ στρωτή γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, γλώσσα που θυμίζει περισσότερο λογοτεχνία, παρά στεγνή Ιστορία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα λεγόμενα του συγγραφέα δεν στηρίζονται σε λεπτομερή έρευνα και στα νεότερα πορίσματα των τελευταίων μελετών επί τους θέματος. 

Δεύτερο πολύ θετικό σημείο για το συγκεκριμένο πόνημα είναι οι, ογδόντα περίπου, έγχρωμες γκραβούρες και μικρογραφίες του Μεσαίωνα σχετικά με τις σταυροφορίες, παρμένες από διάφορα χρονικά της εποχής, οι οποίες προσφέρουν πολλές πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονταν οι μάχες, αν τις παρατηρήσει κανείς με προσοχή. Οι περισσότερες απεικονίζουν μάχες, πολιορκίες, εκτελέσεις αιχμαλώτων ή την πορεία των σταυροφόρων προς τους Αγίους Τόπους. Άλλες περιλαμβάνουν φωτογραφίες περίφημων οχυρών στη Μέση Ανατολή ή σκηνές από το ισλάμ, ακόμα και χάρτες της εποχής ή περίτεχνες σελίδες του Κορανίου. Οι φωτογραφίες αυτές καθιστούν το βιβλίο από μόνο του αντάξιο να καταλάβει μία θέση στη βιβλιοθήκη κάθε λάτρη, αλλά και μελετητή της ιστορίας.

Οι πληροφορίες, όμως,  που μας δίνει ο Barbero σχετικά με το θέμα του Ιερού Πολέμου είναι ευκολοδιάβαστες αλλά και εξόχως διαφωτιστικές για όλους.

Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με τον όρο σταυροφορίες, καθώς και με τα αίτια του φαινομένου. Εύλογα αναρωτιέται αν ήταν τελικά αυτές βίαιη αιματοχυσία ή εποποιία. Καταλήγει, εν τέλει, στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, στον όρο εποποιία, εφόσον την Ιερουσαλήμ και τους Αγίους Τόπους κατείχαν χριστιανοί μέχρι και τον 7ο αιώνα και οι σταυροφορίες δεν ήταν παρά η πρόσκαιρη-όπως αποδείχτηκε- ανακατάληψή τους από τους χριστιανούς. Όσο για τα αίτια, αυτά ήταν ένα μείγμα από ανθρώπινη απληστία, ιδιαίτερα για τους άρχοντες της εποχής και θρησκοληψίας, κυρίως για τους απλούς ανθρώπους που πήγαιναν πράγματι για να σώσουν την ψυχή τους.

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύονται μερικά κύρια γεγονότα των Σταυροφοριών. Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, συγχρόνως, την έλλειψη πηγών για την πρώτη σταυροφορία και εξηγεί για ποιον λόγο οι μεγάλοι βασιλιάδες έλαβαν μέρος όχι στην πρώτη, αλλά την τρίτη σταυροφορία.

Στο τρίτο κεφάλαιο, ο A.B. εξηγεί πως προέκυψε στη Δύση και στο ισλάμ η έννοια του Ιερού Πολέμου και πως φτάσαμε στο να αποδεχτούμε το γεγονός ότι ήταν φυσικό για τους μοναχούς να φέρουν όπλα και να σκοτώνουν αλλόθρησκους.

Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας μας κάνει κοινωνούς στην οπτική που είχαν για τους σταυροφόρους οι Βυζαντινοί και οι μουσουλμάνοι. Ήταν ευρέως παραδεκτό από αυτούς ότι τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι έβλεπαν τους Δυτικοευρωπαίους σαν μία αδαή στρατιά αιμοδιψών και απολίτιστων βαρβάρων και δεν είχαν, εν μέρει, άδικο. Τότε ακριβώς, τον 11ο αιώνα, με τις Σταυροφορίες, ήταν που ξεκίνησε δειλά δειλά η αφύπνιση της Δύσης, μία διαδικασία η οποία μια κρατούσε πολλούς αιώνες και θα συνοδευόταν, όμως, και από μια αντίστοιχη αργή παρακμή του βυζαντινού και του ισλαμικού κόσμου.

Αναντίρρητα, πρόκειται για ένα ξεχωριστό βιβλίο, μικρό και ευκολοδιάβαστο, που αναλύει διεξοδικά το φαινόμενο του Ιερού Πολέμου και θα αφήσει ικανοποιημένους όλους τους αναγνώστες.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ΠΡΟΣΟΧΗ: εποχιακή διέλευση βατράχων, εκδ. Πατάκη, 2021, σελ.226

 

https://www.patakis.gr/product/647051/vivlia-logotexnia-ellhnikh-logotexnia/PROSOXH-epoxiakh-dieleush-vatraxon/

 

Σαν βάτραχοι που κινούνται στους δρόμους μεταξύ φαντασίας και μύθου είναι οι φράσεις από τα είκοσι πέντε διηγήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, και μικροί γυρίνοι είναι οι λέξεις τους, στη νέα συλλογή που τιτλοφορείται με τον ασυνήθιστο τίτλο ΠΡΟΣΟΧΗ: εποχιακή διέλευση βατράχων.

Το τι θα γίνει ο καθένας από αυτούς τους μικρούς γυρίνους μεγαλώνοντας το καθορίζει ο συγγραφέας, επιφυλάσσοντας, όμως, διαφορετική μοίρα για τον καθένα από αυτούς.

Η λυρική, πλούσια γλώσσα του Γ.Σ. δεν χρειάζεται συστάσεις, αφού πάντοτε ο συγκεκριμένος συγγραφέας φροντίζει τα μέγιστα για την ωραιότητα και τη ροή του λόγου του. Αυτό το οποίο κάνει, όμως εντύπωση στη συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αναγνωστικά η υπόθεσή τους. Δεν είναι τόσο συνηθισμένο να ανυπομονεί ο αναγνώστης να δει τι θα γίνει παρακάτω όταν διαβάζει διηγήματα-αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει κυρίως τα μυθιστορήματα. Κι όμως, διαβάζοντας πολλά από τα συγκεκριμένα διηγήματα, εγώ προσωπικά ένιωσα σαν να διάβαζα ένα πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο μυθιστόρημα.

Πρόκειται για διηγήματα με συγκεκριμένο θέμα, που κάνουν τον αναγνώστη να δημιουργεί κινηματογραφικές εικόνες καθώς τα διαβάζει. Δεν είναι σκέτες περιγραφές χωρίς σκοπό, γραμμένες μονάχα για την ομορφιά της γλώσσας. Αντίθετα, όλα τα διηγήματα έχουν κάτι να μας πουν και διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη τόσο από την ενδιαφέρουσα πλοκή, όσο και από την ομορφιά της γλώσσας. Ο Γ.Σ.γνωρίζει πολύ καλά τον σκοπό για τον οποίο γράφει και τι ακριβώς θέλει να περάσει στον αναγνώστη. Και το πετυχαίνει απόλυτα.

Τα διηγήματα διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Άλλα πιο μικρά, άλλα πιο εκτεταμένα, άλλα δίνουν έμφαση στην περιγραφή, άλλα στη διήγηση. Το τέλος είναι διαφορετικής υφής στο καθένα από αυτά. Άλλα αφήνουν ένα ερωτηματικό να πλανάται στη ατμόσφαιρα μετά το πέρας της ανάγνωσής τους και άλλα έχουν το τέλος τους ως αφετηρία αναζήτησης και προβληματισμού. Άλλα είναι καμωμένα με χιούμορ, άλλα αποτίουν ένα καλά συγκαλυμμένο φόρο τιμής στη Μητέρα Φύση, άλλα υμνούν αντικείμενα από τα παλιά και άλλα ξεψαχνίζουν τις πιο μύχιες σκέψεις και επιθυμίες των πρωταγωνιστών. Τα σκήπτρα κρατούν οι αναμνήσεις των ηλικιωμένων, αναμνήσεις που στοιχειώνουν και δημιουργούν έντονο αίσθημα νοσταλγίας. Υπό αυτό το πρίσμα και πάλι ο Γ.Σ. δεν αφήνει εντελώς απέξω από τις σελίδες του βιβλίου του την Ιστορία. Απεναντίας, αυτή είναι διαρκώς παρούσα μέσα μέσα από τις διηγήσεις των ηλικιωμένων, οι οποίες αφορούν τα παιδικά τους χρόνια. Έτσι μνήμες μεταπολεμικές, μνήμες του Εμφυλίου, μνήμες από το χωριό και την πόλη, όλες έχουν τη θέση τους εδώ, κάνοντας την Ιστορία του 20ου αιώνα-την καθημερινή και κοινωνική Ιστορία, την Ιστορία της μάζας και του όχλου και όχι την πολιτική-, να είναι πιο παρούσα από ποτέ.

Πολλά από τα διηγήματα μοιάζουν εμπνευσμένα από τυχόν προσωπικά βιώματα και εμπειρίες του συγγραφέα. Εύλογα αναρωτιέται λοιπόν κανείς σε ποιον βαθμό είναι αυτοβιογραφικό το βιβλίο, ιδίως αφού πολλά διηγήματα διαδραματίζονται σε περιοχές της Βορείου Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη, από όπου κατάγεται ο συγγραφέας, αλλά και στον Άγιον Όρος, την Κοζάνη, τη Νάουσα, τις Σέρρες. 

Επομένως, το βιβλίο ανθολογεί μικρές, καθημερινές εμπειρίες που όλοι μας θα μπορούσαμε να είχαμε ζήσει, δοσμένες με φυσικό τρόπο και μία ρέουσα γλώσσα, η οποία μαγεύει με τη σαφήνεια και την απλότητά της. Ενίοτε παίρνουν τη θέση τους στο κείμενο λέξεις κάπως πιο ασυνήθιστες και εξεζητημένες, χωρίς όμως να θυσιάζεται ποτέ η ομορφιά της απλότητας. Αυτό είναι το κοινό στοιχείο ανάμεσα στα διηγήματα και τα κάνει, παρά τις διαφορές τους , να σχετίζονται στενά μεταξύ τους.

Συνολικά, υπάρχουν πολλά επαναλαμβανόμενα μοτίβα και αυτά είναι κυρίως οι εικόνες της φύσης, οι καλόγεροι, οι ηλικιωμένοι που θυμούνται και αφηγούνται, η μουσική και οι μουσικοί και οι γιορτές, ιδίως τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά. Πρόκειται άραγε για καθαρή σύμπτωση ή συγγραφική εμμονή; Ή μήπως ο συγγραφέας επιλέγει να εκφραστεί περισσότερο διά του στόματος των ηλικιωμένων, επειδή αυτοί έχουν ζήσει περισσότερο και καταλαβαίνουν και αντιλαμβάνονται αλλιώς τη Ζωή;

Οι γυναίκες, από την άλλη, σπάνια πρωταγωνιστούν. Πρόκειται για έναν καθαρά ανδρικό διηγηματικό κόσμο. Διαμέσου όμως της αντρικής ματιάς δηλώνουν την παρουσία τους και οι γυναίκες και, αν και απουσιάζουν από πρωταγωνίστριες, εντούτοις δεν απουσιάζουν από τις σελίδες του βιβλίου.

Ο χρόνος που φεύγει και χάνεται μαζί με τη ζωή, οι αναμνήσεις που πάντοτε μας πολιορκούν, ο πόνος της απώλειας, ο κόσμος του μοναχισμού, η αγάπη προς τη φύση και τα ζώα, όλα δηλώνουν το παρόν στις σελίδες του βιβλίου. Ο αναγνώστης όμως, μπορεί να αφουγκράζεται μεν καθαρά αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας, διατηρεί όμως την ελευθερία να δώσει και τη δική του ερμηνεία σε αυτό που διάβασε, να επιλέξει, δηλαδή, με ποιον ακριβώς τρόπο θέλει να τον αγγίξει το κάθε ένα από τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη και τι να εισπράξει από αυτά. Με ποιο να ταυτιστεί. Με ποιο να συγκινηθεί. Με ποιο να γελάσει. Με ποιο να θαυμάσει την ομορφιά της γλώσσας. Και τελικά ποιο από όλα να ξαναδιαβάσει προκειμένου να ξαναζήσει τη μαγεία της ανάγνωσης στον παραμυθένιο κόσμο των λέξεων.

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Δοκιμασία, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.198

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6761-4


Δοκιμασία για τον γερμανικό λαό μπορεί να θεωρηθεί ολόκληρη η Ιστορία της χώρας τους στον 20ου αιώνα, κάτι που διατρέχει το ομότιτλο βιβλίο της Γερμανίδας συγγραφέως Τζέννυ Έρπενμπεκ.

Δοκιμασία ψυχική, σωματική καθώς και δοκιμασία συνειδήσεως ήταν για τους Γερμανούς ολόκληρη η ταραγμένη Ιστορία τους από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την ευάλωτη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την άνοδο του Τρίτου Ράιχ και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι τα μεταπολεμικά δεινά του τέλους του, της διαίρεσης της χώρας και, τελικά, την Επανένωση μόλις στα τέλη του αιώνα. Ειδικότερα, θέματα όπως οι διώξεις των Εβραίων και η εισβολή των Ρώσων στρατιωτών στα γερμανικά εδάφη θίγονται ακροθιγώς.

Όλες αυτές οι αναμνήσεις, ιδίως εκείνες από το Τρίτο Ράιχ, τον Πόλεμο και τη μεταπολεμική διαίρεση περιγράφονται από τη συγγραφέα από την πρωτότυπη οπτική ενός σπιτιού, νοτιοανατολικά του Βερολίνου, κοντά σε μία λίμνη του Βρανδεμβούργου.

"Ακόμα και σήμερα, όταν κάποιος μιλάει για τον πόλεμο, αυτή σκέφτεται πρώτα τον πόλεμο που άρχισε να κηρύττει εναντίον της το ίδιο της το κορμί ακριβώς τότε που έπεφταν οι πρώτες βόμβες στη Γερμανία. Παρά τα όλο και πιο λιγοστά τρόφιμα άρχισε τον καιρό εκείνο το κορμί της ενάντια σε κάθε λογική ξαφνικά να παχαίνει, ενώ άλλα, που πρωτύτερα είχανε παχύνει, οι αδελφές της για παράδειγμα, από τις αναστατώσεις κι αργότερα την πείνα πρώτα αδυνατίσανε, ύστερα γίνανε λεπτά, και τελικά ισχνά".

Η συγγραφέας εκτός από ιστορικά στοιχεία, ενσωματώνει στη διήγησή της και πολλά λαογραφικά στοιχεία για παλιά έθιμα της κοινωνικής ζωής στην ύπαιθρο της Γερμανίας, για τον γάμο, την ταφή κ.α.

"Άμα μία κόρη θέλει να μάθει αν θα παντρευτεί σύντομα, πρέπει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τη νύχτα να χτυπήσει, τακ-τακ στο κοτέτσι. Άμα ακουστεί πρώτα κότα, δεν θα γίνει τίποτα, άμα απαντήσει κόκορας, η επιθυμία της θα εκπληρωθεί. Τον μέλλοντα γαμπρό μπορεί να τον αναγκάσει να εμφανιστεί την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τη νύχτα".

Πρωταγωνιστές, εκτός από το σπίτι, το οποίο μένει να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στη χώρα, μοναδικό αναλλοίωτο στοιχείο με το πέρασμα των χρόνων, είναι ένας γαιοκτήμονας με τις τέσσερις κόρες του, ένας υφαντουργός, ένας κηπουρός και ένας αρχιτέκτονας. Υπάρχει και ο στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού, καθώς και η γυναίκα του αρχιτέκτονα και η ίδια η συγγραφέας. Οι πιο βασικοί είναι, όμως, ο κηπουρός και ο αρχιτέκτονας.

Η γραφή της Τ.Ε. είναι αλληγορική. Συχνά φράσεις σε κάποια κεφάλαια επαναλαμβάνονται, όταν η συγγραφέας θέλει να επιμείνει σε κάτι, σαν μουσικό μπάσο κοντίνουο. Χρησιμοποιεί τον αφηγηματικό ενεστώτα, κάτι που δημιουργεί μια αίσθηση κίνησης μέσα σε αυτό το σιωπηλό και ήρεμο περιβάλλον του εξοχικού σπιτιού πλάι στη λίμνη. Γενικά, τόσο η γραφή, όσο η γλώσσα, η δομή της αφήγησης και η υπόθεση, είναι όλα αρκετά πρωτότυπα και ασυνήθιστα.

Αυτό που θα μείνει, πάνω απ' όλα στον νου του αναγνώστη είναι οι υπέροχες εικόνες και οι περιγραφές της φύσης του σπιτιού δίπλα στη λίμνη. Ο άνεμος που περνά μέσα από τα φύλλα του ευκαλύπτου σφυρίζοντας και λικνίζοντάς τα απαλά, τα πολύχρωμα παρτέρια με τα λουλούδια, τα αμπέλια με τα κληματόφυλλα, το ακίνητο νερό της λίμνης και τα πρασινοκίτρινα λιβάδια του θέρους. Τελικά πρωταγωνιστές εδώ δεν είναι οι άνθρωποι, αλλά η λίμνη, το σπίτι, το φυσικό τοπίο και οι αναμνήσεις. 

Ένα ιδιόρρυθμο, εσωστρεφές και ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό ανάγνωσμα έξω από τα συνηθισμένα για την Ιστορία της Γερμανίας του 20ου αιώνα με κεντρικό πρωταγωνιστή ένα εξοχικό σπίτι.

Γιώτα Γουβέλη, Φιορ ντ' Αμόρε, εκδ. Διόπτρα, 2021, σελ.541

 

https://www.dioptra.gr/vivlio/elliniki-logotexnia/fior-nt-amore/

 

 Γυναίκες θύματα της πατριαρχίας και των κοινωνικών διακρίσεων...

Σαν έτερος Διονύσης Ρώμας στο Ρεμπελιό των ποπολάρων, η Γιώτα Γουβέλη στο νέο της βιβλίο Φιορ ντ' Αμόρε ασχολείται με την αριστοκρατία, τους ποπολάρους και τους ταξικούς διαχωρισμούς της κοινωνίας της Ζακύνθου, αυτή τη φορά όμως στα τέλη του 19ου αιώνα.

Αφορμή γι' αυτό της δίνει η άγνωστη ιστορία της αδελφής του βασιλέα Γεωργίου Α΄της Ελλάδας, της πριγκίπισσας Τάρα. Η δεκαεπτάχρονη πριγκίπισσα υποκύπτει εν έτει 1871, λησμονώντας την τόσο σημαντική κοινωνική της θέση που δεν της επιτρέπει να κινείται ερωτικά κατά όπως επιθυμεί, στα βέλη του μικρού φτερωτού θεού και στη γοητεία ενός σημαντικού αξιωματούχου, αλλά μη γαλαζοαίματου μέλους της Δανικής Αυλής, ονόματι Βίλχελμ Μάρσερ. 

Αποτέλεσμα είναι μια απρόβλεπτη εγκυμοσύνη και ένας ανεπιθύμητος καρπός, ο οποίος θέτει σε κίνδυνο το όνομα της βασιλικής δυναστείας. Πρέπει, λοιπόν, να "εξαφανιστεί" από τα πόδια της βασιλικής οικογένειας πάση θυσία και να δοθεί για υιοθεσία, παρά τις διαμαρτυρίες της πριγκίπισσας. Αυτό θα γίνει στην Κέρκυρα, ένα νησί το οποίο, όπως και όλα τα Επτάνησα, μόλις το 1864 είχε αποδοθεί στην Ελλάδα.

Από κει κι έπειτα, η Γιώτα Γουβέλη θα πλέξει με μαεστρία την τύχη της μικρής πριγκίπισσας, κόρης της Τάρα, και θα μας αφηγηθεί τη ζωή της, επιφυλάσσοντας όμως και πολλές εκπλήξεις στον αναγνώστη σχετικά με αυτήν. Οι καλύτερες αποκαλύψεις φυλάσσονται για το τέλος, όταν η κρυμμένη αλήθεια βγαίνει τελικά στο φως και γεννάται, τόσο στους πρωταγωνιστές του βιβλίου, όσο και στους αναγνώστες το εξής ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι έζησες το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου βασιζόμενος σε ένα ψέμα;

Πολλά για την υπόθεση και τους χαρακτήρες της δεν μπορούν να ειπωθούν εδώ, προκειμένου να μην καταστραφεί η μαγεία και της ανάγνωσης και η αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης. Δύναται, όμως, να αναφερθούν ονομαστικά ορισμένοι χαρακτήρες και ο κόσμος τον οποίο αντιπροσωπεύουν. Διότι, πάνω απ' όλα, η Γιώτα Γουβέλη με το παρόν πόνημα προβαίνει σε έναν ιδιότυπο συγκερασμό πολλών διαφορετικών κόσμων, τους οποίους περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο της.

Ένας από αυτούς είναι ο κόσμος των γαλαζοαίματων, των πριγκίπων και της βασιλικής οικογένειας. Τα μέλη τους ζουν αναμφισβήτητα ζωή χαρισάμενη, αλλά, συγχρόνως, και μία ζωή γεμάτη ευθύνες και περιορισμούς, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της καρδιάς.

 Ο άλλος κόσμος από αυτούς που εκπροσωπούνται στο βιβλίο, είναι ο κόσμος της αριστοκρατίας της Ζακύνθου-εκεί όπου εκτυλίσσεται, τελικά, το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης του βιβλίου, και αυτός των ανερχόμενων, ως οικονομικών παραγόντων, εμπόρων στα νησιά, οι οποίοι, όμως, δεν διαθέτουν, ατυχώς γι' αυτούς, τα αποκαλούμενα τίτολα, τους τίτλους δηλαδή ευγενείας, προκειμένου να γίνουν ανεπιφύλακτα δεκτοί στον κόσμο της αριστοκρατίας.

Ένας τρίτος κόσμος είναι αυτός των ποπολάρων, των εργατών, δηλαδή, που ζουν δίπλα στους ευγενείς δουλεύοντας. Πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να ανεχτούν κάθε λογής κοινωνικές διακρίσεις σε έναν κόσμο που αλλάζει μεν σιγα σιγά προς την κατεύθυνση της εξάλειψης αυτών των διαφορών, ο οποίος όμως θα χρειαστεί, ακόμη πολύ καιρό για την ολοκλήρωση αυτής της αλλαγής. Άνθρωποι που αγωνίζονται για το μεροκάματο θα γίνουν, συχνά, παιχνιδάκι στα χέρια φιλόδοξων αριστοκρατών, οι οποίοι θεωρούν ότι μπορεί να ρυθμίζουν όπως αυτοί νομίζουν και σύμφωνα με τη δική τους βούληση τη ζωή των υποτακτικών τους.

Ένας κόσμος ο οποίος συνυπάρχει, τέλος, μαζί με τους υπόλοιπους είναι εκείνος των γυναικών, ένας κόσμος που διαβιεί υπό την καταπίεση των ανδρών. Οι γυναίκες δεν είναι αυτόνομες, ούτε ανεξάρτητες. Αντίθετα, οι κόρες υπόκεινται στη βούληση των πατεράδων τους και  οι σύζυγοι στη βούληση των συζύγων τους.  Σε αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο των γυναικών, οι οποίες υφίστανται ακόμη και σήμερα διακρίσεις λόγω του φύλου τους, επιλέγει να αφιερώσει το βιβλίο της η συγγραφέας.

Έτσι λοιπόν στις σελίδες του βιβλίου θα μας κρατήσουν συντροφιά χαρακτήρες όπως η παρακάτω: η θλιμμένη και άβουλη πριγκίπισσα Τάρα, η πιο δυναμική συνοδός της η κοκκινομάλλα Κριστίνα, η φτωχή κεντήστρα και δουλεύτρα Κέβη, η οποία θα έχει, παρ' όλη τη χαμηλή κοινωνική της τάξη, καίριο ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης του βιβλίου, η κόρη της η Γκοβάννα, η Μαρία, η υποτιθέμενη νόθα πριγκίπισσα, ο Ζακυνθινός έμπορος Παυλάκης, ο κόντε Ριχάρδος και άλλοι πολλοί.

Το βιβλίο μας ταξιδεύει από τα σαλόνια των παλατιών της μακρινής Δανίας στα ζεστά πλουσιόσπιτα της Ζακύνθου. Παράλληλα γίνεται αναφορά και σε σημαίνοντα γεγονότα της εποχής, όπως ο σεισμός της Ζακύνθου το 1893 και η δολοφονία του Γεωργίου Α΄. Παρ' όλα αυτά όμως, η συγγραφέας, σε γενικές γραμμές, αγνοεί τις χρονολογίες και τα γεγονότα της πολιτικής ιστορίας, μένοντας αντίθετα επικεντρωμένη στην κοινωνική ιστορία και την εναργή απεικόνιση της ζακυνθινής κοινωνίας της εποχής, αλλά και την ατμόσφαιρα των βασιλικών παλατιών. Τα Φιορ ντ' Αμόρε, τα μωβ ανθάκια του έρωτα που ευδοκιμούν στη Ζάκυνθο, είναι αυτά τα οποία θα συντροφέψουν τις γυναίκες και τους άντρες του μυθιστορήματος στις ερωτικές αναζητήσεις τους.