Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Λάκης Λαζόπουλος, Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου, εκδ. Διόπτρα, 2021, σελ.357

 

To βιβλίο Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου είναι, στην ουσία, το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Πρόκειται για την σπαρακτική διήγηση του Λάκη Λαζόπουλου, μιας διάσημης προσωπικότητας στη χώρα μας, ο οποίος αποφασίζει να μοιραστεί με τους αναγνώστες του, ξεγυμνώνοντας συναισθηματικά την ψυχή του, καρέ καρέ όλο το χρονικό της πάλης της συζύγου του Τασούλας με το "θηρίο" του καρκίνου.

Ο Λάκης Λαζόπουλος αφιερώνει το πόνημά του στη μνήμη της και επιδίδεται σε μία συρραφή αναμνήσεων από τη ζωή του, των οδυνηρών του παρόντος- λόγω της ασθένειας-από τη μια, και του ευτυχισμένου παρελθόντος που αναπολεί από την άλλη, ενός παρελθόντος το οποίο, όμως, έχει χαθεί, δυστυχώς, οριστικά και αμετάκλητα, με τον θάνατο της αγαπημένης γυναίκας του. 

Πρωταγωνιστής, φυσικά, σε όλες αυτές τις αναμνήσεις είναι η γυναίκα του, η Τασούλα. Ξεκινά την εξιστόρηση από τη γνωριμία τους στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κομοτηνής, την αρχή της σχέσης τους, τον γάμο, τη συγκατοίκηση και ορισμένα περιστατικά του κοινού τους βίου, μέχρι και τις δυσάρεστες αναμνήσεις του παρόντος, αυτές στις οποίες πρωτοστατεί η θλίψη, ο πόνος και η απελπισία.

Αναμφισβήτητα η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Λαζόπουλου ενέχει και τον χαρακτήρα της εξιλέωσης. Παρ' όλο που πόνεσε απίστευτα με τον χαμό της και στάθηκε στο πλευρό της σε όλην αυτή την οδυνηρή τριετή πορεία της καθόδου της προς τον Άδη, δεν παύει να αισθάνεται τύψεις για τα καλά χρόνια που έζησαν μαζί, τα χρόνια δηλαδή που ήταν μεν δίπλα της, αλλά όχι μαζί της με τρόπο ουσιαστικό. Αυτό τουλάχιστον αποκάλυψαν τα γράμματά της ίδιας της Τασούλας, μία μόλις μέρα μετά από τον θάνατό της. Αυτά τα γράμματα τα έγραφε για να ξορκίσει τη μοναξιά της και να πει στον Λάκη της όσα αυτός αδυνατούσε να ακούσει.

Ο αναγνώστης, που δεν έχει γνωρίσει την Τασούλα, βγάζει το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για άτομο κλειστό και μοναχικό, με αρκετό συσσωρευμένο θυμό μέσα της, έναν θυμό ο οποίος πιθανότατα ήταν αυτός που προξένησε και τη θανατηφόρα επάρατη νόσο, σύμφωνα τουλάχιστον με τη θεωρία η οποία θέλει τα αίτια του καρκίνου να είναι και ψυχοσωματικά κατά ένα μεγάλο μέρος τους.

Ο Λάκης Λαζόπουλος δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τη θέση του, ούτε και να ξορκίσει τις ευθύνες που του αναλογούν. Περιγράφει τα συναισθήματά του με άκρως λογοτεχνικό και αλληγορικό πολλές φορές τρόπο, καταφέρνοντας να συγκινήσει πολλάκις τον αναγνώστη και να τον κάνει να συμπάσχει με τον πόνο του, τον δικό του και της άτυχης Τασούλας, η οποία υπέμεινε στωικά, σύμφωνα με τον συγγραφέα, όλη την τραγική της μοίρα και την πορεία προς την άβυσσο.

Όλο το βιβλίο διατρέχει η άκρως αναπτυγμένη διαίσθηση του Λαζόπουλου για το επικείμενο κακό, διαίσθηση η οποία, δυστυχώς δεν λάθεψε ποτέ κατά τη διάρκεια του βίου του. Με πολλούς διαλόγους, άφθονα παιχνιδίσματα των λέξεων και εσωτερισμό στη γραφή του μας δηλώνει ότι "από παιδί άκουγα τα αισθήματα των ανθρώπων, ποτέ τα λόγια τους" και παραθέτει αναλυτικά πολλές στιχομυθίες με τους γιατρούς στο Υγεία στην Αθήνα, στη Λωζάνη της Ελβετίας ακόμη και στην Αμερική, στα μέρη δηλαδή όπου έτρεξε προκειμένου να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για να σώσει το "κορίτσι του", όπως του άρεσε να την αποκαλεί.

Οι γιατροί και κάποιοι φίλοι παίρνουν τον δευτεραγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο, -για την κόρη του τη Μαριέλη ισχύει το ίδιο- ενώ οι οικογένειες τόσο της Τασούλας, όσο και του Λάκη, δίνουν το παρόν μονάχα μέσα από τις αναμνήσεις του συγγραφέα, οι οποίες έρχονται και παρέρχονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Διότι η αφήγηση του χρονικού της ασθένειας είναι μεν γραμμική, ο διάλογος, όμως, ανάμεσα στις ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος και στις ζοφερές του παρόντος, διαρκής. Ίσως αυτό να γίνεται προκειμένου να μπορέσει να τονίσει ακόμη καλύτερα ο συγγραφέας την αντίθεση μεταξύ των δύο καταστάσεων και να καταδείξει το εφήμερο του ανθρώπου και της ευτυχίας του, η οποία κρέμεται κυριολεκτικά από μία κλωστή.

Όταν συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολα μπορεί να δραπετεύσει η ευτυχία μέσα από τα χέρια μας, οπωσδήποτε θα αναθεωρήσουμε πολλά στη ζωή μας. Φτάνει μόνο να μην είναι αργά...

"Δεν νομίζω ότι στα τρία αυτά χρόνια που κράτησε η πορεία μας προς τη σταύρωση ότι κοιμήθηκα ένα βράδυ ήσυχος ή ότι ξημέρωσε μια μέρα χωρίς ένα μόνιμο βάρος στο στήθος μου.{...}Ένιωθα ότι η ζωή μου είχε δώσει την πιο δύσκολη άσκηση ξέροντας ότι δεν μπορώ να τη λύσω. Το σκοτάδι όλο και πύκνωνε γύρω μου καθώς το φως της λαμπάδας της λιγόστευε.{...}

Οι μέρες περνούσαν και δεν περνούσαν, οι μήνες περνούσαν και δεν περνούσαν, οι νύχτες περνούσαν και δεν περνούσαν. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη με πολύ βαριά διάθεση, σαν χοντρές που κάνανε σκυταλοδρομία. Αγκομαχώντας παρέδιδε η μία στην άλλη."

Όσοι έχουν χάσει κάποιο δικό τους πρόσωπο από την επάρατη νόσο αναντίρρητα θα συγκινηθούν τα μάλα όταν θα διαβάζουν για την τραγική αλλαγή στη ζωή κάποιου από την αποφράδα μέρα που εκείνος μαθαίνει ότι βρίσκεται αντιμέτωπος-είτε αυτός είτε κάποιος δικός του- με το τρομερό αυτό θηρίο του καρκίνου, ένα θηρίο"που δεν μπορείς να του κάνεις τον μάγκα. Μία ελπίδα έχεις μόνο. Να σε λυπηθεί το θηρίο και να σε αφήσει". Στην περίπτωση της Τασούλας όμως,- και σε πόσες άλλες που δεν γνωρίζουμε προσωπικά, αλλά βιώνουν καθημερινά πολλοί συνάνθρωποί μας- το θηρίο δεν έδειξε κανένα έλεος. 

Η Τασούλα και ο Λάκης, και πολλοί γιατροί και φίλοι που τους συμπαραστάθηκαν στη δύσβατη πορεία τους, το πολέμησαν το θηρίο. Μέχρι το τέλος. Ήταν, όμως, μία μάχη που, όπως διαισθανόταν ο συγγραφέας, είχε χαθεί ήδη από την αρχή, από το πολύ επιθετικό και επίμονο είδος του καρκίνου το οποίο επέμενε να επανεμφανίζεται ακόμη κι όταν όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά.

Το βιβλίο συνοδεύεται από πολλές έγχρωμες φωτογραφίες του Λάκη και της Τασούλας, τόσο πρόσφατες, όσο και από τα νεανικά τους χρόνια, αλλά και από πολύχρωμους πίνακες που φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Λαζόπουλος, αποκαλύπτοντάς μας, έτσι, μία ακόμη κρυμμένη πτυχή της προσωπικότητάς του. Αυτοί οι πίνακες κυμαίνονται ανάμεσα σε ένα στυλ το οποίο θυμίζει ιμπρεσιονισμό και κυβισμό του Πικάσο και αφορά ως επί τω πλείστον προσωπογραφίες. Τα περισσότερα από αυτά, όμως, δεν είναι ευχάριστο να τα βλέπεις. Κι όχι από άποψη αισθητικής, αλλά από άποψη έκφρασης του προσώπου που απεικονίζουν. Είναι, σχεδόν όλα, θυμωμένα, ταραγμένα, τρομαγμένα ή σε κατάσταση σύγχυσης, αποτυπώνοντας έτσι τα αισθήματα του Λάκη και της Τασούλας κατά τη διάρκεια του Γολγοθά τους. Θα μπορούσαν να είναι οι ίδιοι αυτοί, ο συγγραφές και η γυναίκα του, που καρφώνουν με ένα βλέμμα απελπισίας και απόγνωσης τον αναγνώστη, παρακαλώντας μάταια για ανακούφιση από τα δεινά που βιώνουν.

Μένει μόνο να αναρωτηθούμε για ποιον, άραγε, λόγο επέλεξε ο Λάκης να βγάλει στα φώτα της δημοσιότητας τόσο προσωπικές του οικογενειακές στιγμές. Για να ξορκίσει άραγε τις δικές του τύψεις και τα δικά του φαντάσματα; Για να αποτίσει φόρο τιμής στην αγαπημένη του, ή για να δώσει κουράγιο σε όλους όσους έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με το "θηρίο" και χάνουν τους τη ζωή και τους αγαπημένους τους;

Τώρα άλλες γυναίκες θα φοράνε τα φουστάνια της Τασούλας, αυτά  τα οποία ο Λαζόπουλος επέλεξε να δωρίσει στις γυναικείες φυλακές και ο ίδιος θα μείνει παρέα μονάχα με τις αναμνήσεις και τα γράμματα της αγαπημένης του. Ας βγάζουμε, λοιπόν, τον θυμό μας κι ας μοιραζόμαστε τις σκέψεις και τα θέλω μας με τους αγαπημένους μας πριν να είναι αργά. Η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, ούτε και οι αναμνήσεις μας. Επειδή όμως κανείς μας δεν γνωρίζει πόσος χρόνος μας απομένει ακόμα, ας στολιστούμε με το πιο όμορφό μας χαμόγελο κι ας απολαύσουμε το δώρο της ζωής και της υγείας. Μπορεί, εν τέλει, αυτό να ήθελε να μας πει ο Λάκης Λαζόπουλος μέσα από το συγκινητικό του πόνημα.

 

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

Joseph Roth, Ο σταθμάρχης Φαλλμεράϋερ, εκδ. Άγρα, μεταφρ. Μ. Αγγελίδου, 2021, σελ. 67


Ο Γιόζεφ Ροτ είναι από τους σημαντικότερους συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Γνωστός κυρίως για το μεγαλύτερο έργο του το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, έχει συγγράψει επίσης πολυάριθμα έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες.
Ο Σταθμάρχης Φαλλμεράϋερ είναι, σύμφωνα με τη γνώμη της κορυφαίας Νοτιοαφρικανής συγγραφέως Ναντίν Γκόρντιμερ ένα από τα ωραιότερα διηγήματα που γράφτηκε ποτέ, εφάμιλλο εκείνων του Τσέχοφ.

Πράγματι, όποιος διαβάσει το παρόν σύντομο διήγημα του Ροτ, δεν θα έχει παρά να συμφωνήσει. Πρόκειται για την ιστορία του Αυστριακού σταθμάρχη Φαλλμεράϋερ, ενός άντρα που ως τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η ζωή του έμοιαζε με μία ήρεμη λίμνη. Οικογενειάρχης, με δίδυμες κόρες, υπεύθυνος στη δουλειά του και ήρεμος άνθρωπος, η ζωή του θα αλλάξει ριζικά όταν, εξαιτίας ενός σιδηροδρομικού ατυχήματος στη γραμμή Βιέννης-Τεργέστης στην οποία υπηρετεί, θα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του, μία Ρωσίδα κόμισσα από την περιοχή του Κιέβου.

Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα τον φέρει πολέμιο στο ανατολικό μέτωπο με την πατρίδα της αγαπημένης του. Αυτός ο πόλεμος θα γίνει η αφορμή για να ξαναβρεθούν και να ζήσουν έναν δυνατό έρωτα.

Ίσως το θέμα ακούγεται τετριμμένο. Και μπορεί πράγματι να είναι. Το μαγευτικό όμως στο διήγημα αυτό, δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία της υπόθεσης, αλλά η γλώσσα του Ροτ και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται και παρουσιάζει στον αναγνώστη του την εξέλιξη της υπόθεσης και τα συναισθήματα των ηρώων του. Οι περιγραφές του διατηρούν όλη τους τη ζωντάνια και τον ρυθμό της γλώσσας, ακόμη και μέσα από την εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου:

"Ο τηλέγραφος κροτάλιζε αδιάκοπα. Και έξω έβρεχε. Είχαν πιάσει νωρίς οι βροχές. Πριν από μία βδομάδα μόλις, φτυάριζαν ακόμα το χιόνι από τις ράγες και τα τραίνα έρχονταν κι έφευγαν με τρομερές καθυστερήσεις. Και ξαφνικά μία νύχτα άρχισε να βρέχει. Το χιόνι χάθηκε. Κι απέναντι απ' τον μικρό σταθμό, εκεί όπου η απρόσιτη εκτυφλωτική ομορφιά του αλπικού χιονιού υποσχόταν αιώνια κυριαρχία του χειμώνα, απλωνόταν εδώ και λίγες μέρες μια απερίγραπτη γκριζογάλανη θολούρα, που δεν είχε καν όνομα: σύννεφα, ουρανός, βροχή, βουνά, όλα ένα.

Έβρεχε και ο άερας ήταν χλιαρός. Η άνοιξη είχε έρθει βιαστική πριν από την ώρα της- τέτοια βιαστική άνοιξη δεν είχε ξαναδεί ο σταθμάρχης Φαλλμεράϋερ. Οι υπερταχείες, που πήγαιναν στον Νότο, στο Μεράν, στην Τεργέστη, στην Ιταλία, δεν σταματούσαν ποτέ στον μικρό σταθμό του. Δύο φορές την ημέρα προσπερνούσαν αλύπητα τον Φαλλμεράϋερ, που στεκόταν στην αποβάθρα ανεμίζοντας το κόκκινο πηλήκιό του".

Πώς αλλάζει, λοιπόν, μία αναπάντεχη συνάντηση και ένας μεγάλο έρωτας μία ήρεμη οικογενειακή ζωή; Και πού θα καταλήξει; Για άλλη μία φορά η αναζήτηση του άλλου μας μισού, του απόλυτου έρωτα και της ευτυχίας, θα καθορίσει τις ζωές των ηρώων του διηγήματος και ιδίως εκείνη του σταθμάρχη.

Η αφήγηση γίνεται καθαρά από τη δική του σκοπιά. Τα συναισθήματα της κόμισσας αναλύονται μονάχα μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων του ίδιου του σταθμάρχη. Είναι, φυσικά, αμοιβαία, τουλάχιστον ως ένα σημείο. Και εκεί που νομίζουμε ότι βρήκαμε τελικά την ευτυχία, και πάλι κάτι απρόσμενο έρχεται αν τα αλλάξει όλα. Μοίρα; Απλά Τύχη; Ή κάτι άλλο; Τι είναι τελικά αυτό που μας παίρνει κάθε φορά την ευτυχία μέσα από τα ίδια μας τα χέρια την τελευταία στιγμή;

Ο Ροτ δεν δραματοποιεί καταστάσεις στην αφήγησή του. Αντιθέτως, τις διηγείται με μία απλότητα και μία ψυχραιμία που σοκάρει. Ο  σταθμάρχης ελάχιστα ταλαντεύεται τελικά, ανάμεσα στο οικογενειακό καθήκον και στο κάλεσμα του μικρού φτερωτού θεού. Θα μελετήσει μέχρι και ρωσικά προκειμένου να μπορέσει να συνεννοηθεί με την αγαπημένη του. 

Η φύση της Ρωσίας, την οποία θα γνωρίσει από πρώτο χέρι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο μέτωπο, θα του θυμίσει τα παιδικά του χρόνια. Έτσι υπογραμμίζεται το πανανθρώπινο στοιχείο, αφού ο σταθμάρχης και η Ρωσίδα θεά του δεν διαφέρουν κατά βάση ως προς τα συναισθήματα και τις επιλογές τους. Κι όμως, ως το τέλος, κάτι απροσδιόριστο θα είναι αυτό το οποίο θα τους διαφοροποιήσει αναγκαστικά.

Ο Γιόζεφ Ροτ "καταφέρνει να μεταφέρει ό,τι είναι πραγματικά ανθρώπινο μέσα μας, πραγματικά γελοίο και συνάμα τραγικό. Γιατί αυτό είδε". Έτσι μας λέει η Ναντίν Γκόρντιμερ και έχει απόλυτο δίκιο για τον μεγάλο αυτόν συγγραφέα. Ο σταθμάρχης Φαλλεμράϋερ είναι ένα βιβλίο- ύμνος στον έρωτα, όπως τον βιώνει ένας ερωτευμένος άνδρας.

"Αγαπούσε αυτός την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Την είχε συνέχεια δίπλα του, όπως χρόνια ολόκληρα πριν την είχε μέσα του. Τώρα ζούσε ο ίδιος μέσα σ' εκείνη. Στα μάτια της έβλεπε κάθε ώρα και στιγμή τον εαυτό του, όποτε ήταν κοντά της -και δεν υπήρχε ώρα της ημέρας που να μην είναι κοντά οι δυο τους".

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

Αστερόπη Λαζαρίδου, Μην πατάς ξυπόλητη, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.312

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6872-7

"Γιατί γράφεις για σένα;"

"Γιατί τόσο καλά δεν ξέρω κανέναν άλλο".   


"Η ζωή μου είναι αστεία και γλυκόπικρη. Σαν γαλλική ταινία με ρουμάνικους υπότιτλους. Και αποκτά νόημα, μόνο όταν την αφηγούμαι σε όσους έχουν όρεξη να ακούσουν. Αυτές ήταν οι ιστορίες μου. Οι ιστορίες της Αστερόπης, που είναι αληθινή, με σάρκα και οστά".

Έτσι μας επεξηγεί η συγγραφέας και αυτοβιογράφος Αστερόπη Λαζαρίδου στο τέλος του βιβλίου της τους λόγους για τους οποίους ωθήθηκε στη συγγραφή της πανέμορφης επιλεκτικής αυτοβιογραφίας της με τίτλο Μην πατάς ξυπόλητη.

Είναι, αναμφίβολα, μία ιδιαίτερη αυτοβιογραφία, γραμμένη από έναν, ως φαίνεται, ιδιαίτερο και ξεχωριστό άνθρωπο. Η Αστερόπη Λαζαρίδου δηλώνει επαγγελματίας δημοσιογράφος, απασχολούμενη επί χρόνια στο Βήμα και τα περιοδικά του. Δηλώνει εξαιρετικά έμπειρη στη σύνταξη κάθε λογής δημοσιογραφικών κειμένων και μεταφέρει την εμπειρία της αυτή στη Λογοτεχνία με, ομολογουμένως, πολύ καλά αποτελέσματα.

Το πρώτο της, λοιπόν, αυτό βιβλίο, είναι πολλά πράγματα. Πρώτ' απ' όλα μια επιλεκτική αυτοβιογραφία, όπως είπαμε. Έπειτα μία αναδρομή στα τελευταία χρόνια  του 20ου αιώνα και στα πρώτα του 21ου που θα λατρέψουν οι σημερινοί αναγνώστες οι οποίοι διανύουν τα σαράντα-πάνω κάτω- έτη ζωής. Επιπλέον, είναι μια βαθιά κατάθεση ψυχής και παράθεση πολλών αληθειών χωρίς παρωπίδες και εξωραϊσμούς. Και, τέλος, είναι μία αμφισβήτηση των καθιερωμένων "πρέπει" της κοινωνίας, "πρέπει" τα οποία τόσο ανελέητα μας κυνηγούν καμιά φορά και κλέβουν την ευτυχία μας. Πώς ορίζεται όμως η ευτυχία; Σύμφωνα με την Αστερόπη αυτή δεν είναι παρά:

 "Ευτυχία είναι δύο μπάλες παγωτό μέσα στον χειμώνα, μια βόλτα στον ήλιο, ένα χάδι μέσα σε έναν κόσμο που σπρώχνεται και στριμώχνεται στα βαγόνια του μετρό..."

Τόσο απλά.  Όπως έτσι, απλά και λιτά, μα πάντα προσεγμένα, επιλέγει να γράφει η Α.Λ. Μας παραδίδει την προσωπική της εξομολόγηση γραμμένη με πολύ χιούμορ, δηκτική, αλλά και φιλοσοφική και αποφθεγματική διάθεση.

Στο βιβλίο της μας μιλάει για όλα όσα απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο κι ιδίως τη γυναίκα. Για την ψυχοθεραπεία που είναι, τελευταία, της μόδας και για το κατά πόσον αυτή μας είναι τελικά απαραίτητη. Για την περίπλοκη σχέση με το άλλο φύλο, το σεξ, την εγκυμοσύνη, τη μοναξιά, αλλά και την αντισυμβατική επιλογή της μη μητρότητας. Πόσες γυναίκες γύρω μας άραγε δεν έχουν βιώσει "ρατσιστική" αντιμετώπιση από τους γύρω τους, μόνο και μόνο επειδή έχουν επιλέξει να απαρνηθούν τη μητρότητα; Πόσες γυναίκες που έχουν μείνει με ένα παιδί από επιλογή τους δεν έχουν, άραγε, πληγωθεί, ακούγοντας συχνά από τα απερίσκεπτα χείλη μερικών άλλων το περίφημο Ένα ίσον κανένα", φέρνοντάς τις στη θέση να απολογηθούν για την επιλογή τους; Σε αυτούς που τόσο εύκολα ποδοπατούν τα αισθήματα των άλλων, η συγγραφέας έχει την καλύτερη απάντηση:

""Ένα ίσον κανένα", άκουσα πρόσφατα σε μία συζήτηση και, ως μοναχοπαίδι, ομολογώ ότι ανατρίχιασα. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ως κανένας. Και γιατί ακριβώς πρέπει τα παιδιά να γίνουν σετ; Η περίφημη δυαδικότητα σε όλα, κατάρα μιας κοινωνίας η οποία δεν αντέχει τις μονάδες, που οποιονδήποτε μόνο τον θεωρεί παράταιρο, σαν κάλτσα που έχασε για πάντα την αδελφή ψυχή της στο πρόγραμμα για τα βαμβακερά και ευαίσθητα".

Ύστερα είναι η απώλεια των γονέων και η δύσκολη διαχείρισή της. Όταν χάνουμε τους γονείς μας περνάμε μία δεύτερη ενηλικίωση; Ίσως... Το μόνο σίγουρο είναι ότι χάνουμε έτσι τον κυριότερο δεσμό μας με τα παιδικά μας χρόνια. Γι' αυτό και το πατρικό μας σπίτι θα έχει πάντοτε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μας.

Πέρα από τα διαχρονικά αυτά, όμως, ζητήματα, και καθαρά σύγχρονοι προβληματισμοί απασχολούν τη συγγραφέα, όπως η μόδα των social media, των διαρκών αναρτήσεων, των like και η απόδραση σε αυτόν τον ψεύτικο, εικονικό κόσμο που κρύβει επιμελώς την αλήθεια. Ύστερα είναι οι άστεγοι, ένα πρόβλημα που διογκώθηκε κατά πολύ τα τελευταία χρόνια με την οικονομική κρίση. H ανεργία. Η μοναξιά της σύγχρονης εποχής. Η ενδοοικογενειακή βία. Και φυσικά το lockdown και τα επακόλουθα του κορονοιού που μας άλλαξαν αναπόφευκτα όλους.

Εν τέλει, πρόκειται για ένα "αιρετικό" βιβλίο που αντιβαίνει τον κοινώς αποδεκτό και "ορθόδοξο" τρόπο σκέψης. Αυτή είναι, όμως, η Αστερόπη, η οποία σκιαγραφεί εδώ το ιδιαίτερο προφίλ της και μας δίνει συμβουλές και μαθήματα ζωής, δοσμένα με τον δικό της ανάλαφρο τρόπο. Και ξέρετε κάτι; Σε κανένα από όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει δεν μου έχει γεννηθεί τόσο έντονα η επιθυμία να γνωρίσω από κοντά έναν συγγραφέα, όσο αυτήν. Την Αστερόπη Λαζαρίδου.



 

Αλκυόνη Παπαδάκη, Τα όμορφα τοπία της κόλασης, εκδ. Διότπρα, 2021, σελ. 234


 https://www.dioptra.gr/vivlio/elliniki-logotexnia/ta-omorfa-topia-tis-kolasis/

Αντίδοτο αισιοδοξίας και πάθος για ζωή στους ζοφερούς καιρούς μας... Όμορφα τοπία καταμεσής στην κόλαση βρίσκονται παντού γύρω μας. Απλά εμείς δεν έχουμε πάντα ανοιχτά τα μάτια μας για να τα δούμε...

Αυτό είναι, με δυο λόγια, το απόσταγμα και το ηθικό δίδαγμα από το νέο βιβλίο της Μεγάλης Κυρίας της Λογοτεχνίας, η οποία είναι συγχρόνως και διδασκάλισσα της ζωής με τα πολλά αποφθέγματα των έργων της, της Αλκυόνης Παπαδάκη.

Ο άνθρωπος έχει την τάση να βλέπει μόνο το κακό, να μεμψιμοιρεί και να γκρινιάζει. Κι όμως υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι οι οποίοι δεν λύγισαν με τις πρώτες δυσκολίες που η ζωή έφερε στον δρόμο τους. Αντίθετα συνέχισαν να είναι αισιόδοξοι, να μοιράζουν γύρω τους ανοιχτόκαρδα την αγάπη, να δείχνουν καλοσύνη, να αγωνίζονται, να αντιμετωπίζουν στωικά τον θάνατο και να μην χάνουν την πίστη τους στον Θεό και στα καλά που αυτός θα φέρει στον δρόμο μας. Τέτοιοι άνθρωποι, σαν μαγιάτικα λουλούδια με το χαμόγελο μονίμως χαραγμένο στα χείλη τους, πρωταγωνιστούν στο βιβλίο της Παπαδάκη Τα όμορφα τοπία της κόλασης.

Το βιβλίο αποτελεί ένα απάνθισμα πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους ιστοριών βγαλμένων μέσα από την ίδια τη ζωή. Πρόκειται για απλές καθημερινές συναντήσεις με την ατυχία που συμβαίνουν είτε εξαιτίας των λανθασμένων επιλογών των πρωταγωνιστών, είτε εξαιτίας της Μοίρας, η οποία αποδεικνύεται άδικη για ορισμένους συνανθρώπους μας. Η ηλικιωμένη Μερόπη, το πρώην πλουσιοκόριτσο Αριάδνη, η όμορφη Μυρτώ, η Δώρα και ο Αντρέας στην Άρτα, η αγωνίστρια γιαγιά Ανδρομάχη στην Κρήτη, η αδικημένη από τη φύση Βίκυ, ο νεαρός επαναστάτης και πρώην ναρκομανής Σίμος και οι τυφλοί Στέφη και Νάσος, όλοι αυτοί είναι άνθρωποι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, έχουν όμως κάτι κοινό: τα μεγάλα αποθέματα αγάπης που διαθέτουν, τη θετική αντιμετώπιση της ζωής και τη διάθεσή τους να αγωνιστούν όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Διότι "πάντα κάτι καλό θα γίνεται όταν ξέρεις να το περιμένεις", "Και στη χειρότερη κόλαση υπάρχει πάντα μια γωνίτσα, ένα κρυφό τοπαλάκι, όπου σε περιμένει ο φύλακας αγγελός σου..." και "Όπου κι αν βρεθεί ο άνθρωπος μπορεί να φτιάξει μια ομορφιά!". Πάντα υπάρχει κάπου κάποιος που περνάει τα ίδια ή ακόμη χειρότερα από εσένα. Όλα τα παραπάνω είναι τα "μότο"των ηρώων της Παπαδάκη και με αυτά πορεύονται στη ζωή τους.

Αποτέλεσμα όλου αυτού του αποστάγματος από την παραπάνω φιλοσοφία ζωής είναι ένα βιβλίο πολυποίκιλο, πολύχρωμο, ένα βιβλίο το οποίο περικλείει όλα τα πάθη, αλλά και τις χαρές των ανθρώπων, που δεν είναι άλλες, πολλές φορές, από τα μικρά και απλά καθημερινά πράγματα. 

Οκτώ ιστορίες, άλλες μικρότερες και άλλες μεγαλύτερες, ιστορίες έρωτα, φονικών, οικογενειακές, ιστορικές για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο που μας περιμένουν σε ένα πόνημα το οποίο ξεχειλίζει από λυρισμό. Η Παπαδάκη εξάλλου φημίζεται για τη ρυθμική, μελωδική της γλώσσα, η οποία περικλείει μέσα της κάτι από τον Παράδεισο. Το ιδιότυπο και εντελώς ξεχωριστό ύφος της έχει το πλεονέκτημα ότι είναι ευκολοδιάβαστο, μα συνάμα τόσο πλούσιο σε διδάγματα για τη Ζωή και λογοτεχνικό πλούτο. Οι διάλογοι είναι, όπως πάντα στα βιβλία της, άφθονοι, αυθόρμητοι και ολοζώντανοι, με αποτέλεσμα να νιώθει ο αναγνώστης ότι οι ομιλητές απευθύνονται στον ίδιο προσωπικά και όχι στον ήρωα συνομιλητή τους στο βιβλίο.

Η βασική ιδέα του βιβλίου κινείται αφηγηματικά γύρω από ένα πρόσωπο, μάλλον γυναίκα, με ταυτότητα η οποία όμως παραμένει αδιευκρίνιστη στον αναγνώστη, το οποίο ακούει τις ιστορίες των πρωταγωνιστών, ανθρώπων που έζησαν όλοι τους ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, αλλά δεν λύγισαν στις δυσκολίες. Έτσι, το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου καταλήγει στο απόσταγμα της ζωής:

"Έμαθα πως όταν σε χτυπούν τα άγρια κύματα, στα βαθιά της θάλασσας, και γύρω σου είναι τα σκυλόψαρα έτοιμα να σε καταπιούν, πάντα υπάρχει δίπλα σου ένα κοχύλι που μέσα του κρύβεται ο Θεός. Σφίξε το στη χούφτα σου και θα σε οδηγήσει στην ακτή που ονειρεύτηκες.

Ακόμα κι όταν το δέντρο της ζωής σου το έχει ρημάξει ο βοριάς, κοίτα γύρω σου τα πουλιά που τραγουδούν πάνω στα ξεγυμνωμένα δέντρα. Είναι η ζωή που προσπαθεί να σε μαγέψει με το τραγούδι της. Μη στρέψεις αλλού το πρόσωπό σου. Σ' εσένα είναι αφιερωμένο το τραγούδι της. Άκουσέ το!"

Η Παπαδάκη, επομένως, μας προσφέρει μία νότα αισιοδοξίας με το βιβλίο της, μία αχτίδα ελπίδας στους τόσο δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Όταν το διαβάσουμε θα το απολαύσουμε και θα νιώσουμε καλύτερα διότι, ως γνωστόν, η πένα της Αλκυόνης μιλάει κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη. Δεν θα μας πάρει πολύ χρόνο και το ταξίδι θα μας συνεπάρει. Και αυτοί οι λόγοι είναι υπεραρκετοί για να το διαβάσουμε.