Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

Μάξιμ Μπίλλερ, Έξι βαλίτσες, εκδ. Πατάκη, μετ., Π.Τσινάρη, 2021, σελ.216

 


https://www.patakis.gr/product/648578/vivlia-logotexnia-pagkosmia-logotexnia/Eksi-valitses/

Πλην του Φραντς Κάφκα, ελάχιστοι αναγνώστες έχουν υπόψη τους άλλον Τσέχο συγγραφέα. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και ο Μάξιμ Μπίλλερ που γεννήθηκε το 1960 στην Πράγα.

Το βιβλίο του οι Έξι βαλίτσες εμπίπτει στην κατηγορία του κοινωνικού μυθιστορήματος με αστυνομικά και ιστορικά στοιχεία. Ουσιαστικά πρόκειται για την ιστορία μίας οικογένειας η οποία κουβαλά ένα βαθιά κρυμμένο μυστικό. Οικογενειακό χρονικό, επομένως, αλλά και ψυχολογικό δράμα συγχρόνως, το βιβλίο του Μάξιμ Μπίλλερ, αφηγείται από έξι διαφορετικές οπτικές γωνίες την ιστορία μιας οικογένειας Εβραίων από τη Ρωσία, οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τον ρωσικό ολοκληρωτισμό και να διαφύγουν στην ελεύθερη Δύση.

Η υπόθεση κινείται ανάμεσα στη Μόσχα, την Πράγα, το Αμβούργο και τη Ζυρίχη και περιλαμβάνει, συνάμα, την ιστορία μιας μεγάλης προδοσίας, η οποία στοίχισε τη ζωή στον παππού του αφηγητή. Η μυστηριώδης αυτή υπόθεση θα γίνει τελικά, βιβλίο, από την αδελφή του αφηγητή, η λύση του μυστηρίου, όμως, θα μείνει κεκτημένο της οικογένειας. Όταν η συγγραφέας θα ερωτηθεί εν τέλει από τα ΜΜΕ σχετικά με το ποιος φέρει την πραγματική ευθύνη για τον θάνατο του παππούς της, η απάντηση η οποία θα λάβει θα είναι η εξής: "Αυτό δεν αφορά κανέναν. Το καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, ή μήπως όχι;"

Υπόθεση, λοιπόν, αυστηρά προσωπική και οικογενειακή η σύλληψη και η εκτέλεση του παππού του αφηγητή το 1960. Ποιος είναι, τελικά, το πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση και τι ρόλο έπαιξε σε όλο αυτό ο αδελφός του θύματος;

Πέρα, όμως, από την αστυνομική διάσταση του μυθιστορήματος, οι έξι αφηγήσεις που περιλαμβάνει το μυθιστόρημα εμπεριέχουν πολλές άλλες διαστάσεις. Την ιστορική, εκείνη που περιλαμβάνει δηλαδή την έξοχη απεικόνιση της σοβιετικής καταπίεσης και τον πόθο των απλών ανθρώπων για φυγή. Εκείνη της μνήμης, την οποία διατηρούν οι Ρωσοεβραίοι πρωταγωνιστές από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός συνεχίζεται μέσω της σοβιετικής καταπίεσης. Εκείνη της ψυχολογίας, όπου τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα και οι ερωτικές ανησυχίες των πρωταγωνιστών παίρνουν τον πρώτο λόγο. Εκείνη της οικογένειας, όπου αναδεικνύονται οι σχέσεις μεταξύ των μελών της, Και, φυσικά, εκείνη της λογοτεχνίας, η οποία αναδεικνύεται από την ιδιαίτερη και πρωτότυπη προσέγγιση του Μ. Μ. στο θέμα του, μέσω ενός γλωσσικού πλούτου, ο οποίος είναι εμφανής και στην έξοχη μετάφραση της Τσινάρη που διατηρεί τον ρυθμό και την ομορφιά της πρωτότυπης γλώσσας.

Πέρα από τα παραπάνω, στο βιβλίο αναδεικνύεται και ο πολιτισμός των μέσων του 20ου αιώνα, ο κόσμος του κινηματογράφου, των διανοούμενων και των πολιτικών προσφύγων. Όλα μέσω από την οπτική του εγγονού του Σμιλ Γκρογκόρεβιτς και ενός Τσέχου συγγραφέα που έζησε από πρώτο χέρι την παρακμή και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Λογοτεχνία και Ιστορία, ψυχολογία και μυστήριο, όλα σε αγαστή ισορροπία. Εν ολίγοις πρόκειται για μία εναλλακτική αναγνωστική επιλογή, η οποία απεικονίζει ολοκάθαρα το όνειρο της φυγής στη Δύση το οποίο ενστερνίζονταν εκατοντάδες σοβιετικοί άνθρωποι τη δεκαετία του '60 και τις περίπλοκες σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, τις οποίες όμως, πάνω απ' όλα, διέπει η αγάπη:

""Η μητέρα μου κοίταξε πάλι τον πατέρα μου μ' εκείνο το χαρούμενο-θλιμμένο ύφος που μόνο αυτή κατάφερνε να πάρει και του είπε: "Μ' αγαπάς;". Κι ο πατέρας μου απάντησε: "Πιο πολύ απ' ό,τι εσύ εμένα, αλλά αυτό δεν θα το καταλάβεις ποτέ, αγάπη μου."".

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Στέφανος Κωνσταντινίδης, Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου, στο υφαντό του '21, εκδ. Βακχικόν, σελ.241

 

https://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-peza/gramma-ston-antoni-oikonomou-sto-yfanto-tou-21/

 

 Το Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου του Κύπριου συγγραφέα Στέφανου Κωνσταντινίδη, καταξιωμένου λογοτέχνη αλλά και ιστορικού, χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα στο εξώφυλλό του. Παρά το γεγονός αυτό, ο αναγνώστης εύκολα θα διαπιστώσει πως πρόκειται πως πρόκειται περισσότερο για απάνθισμα ιστορικών δοκιμίων σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση του '21 τα οποία θίγουν διάφορα θέματα, γύρω από τον βασικό ιστορικό, μυθιστορηματικό και διηγηματικό άξονα του βίου του αγωνιστή Αντώνη Οικονόμου.

Ο Αντώνης Οικονόμου είναι μία από τις πιο παραμελημένες και αδικημένες μορφές του '21.  Ήταν Υδραίος πλοίαρχος που πρωτοστάτησε στον Αγώνα παραμερίζοντας τους πανίσχυρους προκρίτους του νησιού, εμφορούμενος, εκτός από το εθνικό, και με ένα κοινωνικό όραμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Φυσικά αυτό οι πρόκριτοι δεν του το συγχώρησαν αυτό και έβαλαν να τον δολοφονήσουν πριν τελειώσει το πρώτο έτος της Επανάστασης.

Εξαιτίας της μικρής χρονικά δράσης του, της αντίθεσής του ενάντια στους ισχυρούς του Αγώνα και του επαναστατικού ριζοσπαστισμού του, ο αγωνιστής Αντώνης Οικονόμου τείνει να αγνοείται από το μεγαλύτερο μέρος της επίσημης ιστοριογραφίας του '21. Ο ζωγράφος και ποιητής όμως, Νίκος Εγγονόπουλος αναγνώρισε την προσφορά του, αποτυπώνοντας τη μορφή του στους πίνακές του και εξισώνοντάς τον στα ποιήματά του με τον Μπολίβαρ, τον Απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής.

Πάνω σε όλα τα παραπάνω έρχεται ο Σ.Κ., φιλοδοξώντας να γράψει το δικό του μυθιστόρημα για το '21, ένα μυθιστόρημα που θα επικεντρώνεται στη ζωή και τον θάνατο του αγωνιστή Οικονόμου και θα αγνοεί, ως έναν βαθμό, την επίσημη ιστοριογραφία, φωτίζοντας τις πιο λησμονημένες πτυχές της Ιστορίας.

Για να επιτύχει τα παραπάνω, ο Σ.Κ. συνδυάζει διάφορες αφηγηματικές τεχνικές: παραθέτει ποιήματα, δημοτικά τραγούδια, αλλά και κομμάτια αφηγήσεων σχετικών με τη θεματολογία του, άλλων συγγραφέων. Επίσης παραθέτει σε δεύτερο ενικό πρόσωπο τις επιστολές στον Αντώνη Οικονόμου- εξού και το όνομα του μυθιστορήματος- κάποιας Μαρίας Κουντουριώτη, η οποία λέει τα πράγματα με το αληθινό τους όνομα, χωρίς να κρύβεται πίσω από φύλλα συκής. Και ο ίδιος ο συγγραφέας, όμως, απευθύνεται συχνά ο ίδιος στον Αντώνη Οικονόμου στο δεύτερο ενικό πρόσωπο, δημιουργώντας έτσι ένα επιλεκτικό επιστολικό μυθιστόρημα που δημιουργεί έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση της αμεσότητας.

 Η αφήγηση εναλλάσσει ακόμη και το πρώτο και το τρίτο ενικό πρόσωπο, προσφέροντας μεγάλη αφηγηματική ποικιλία. Συχνά δε, καταφεύγει και σε εκτενή διαλογική συζήτηση με ειδικούς μελετητές για το '21, προκειμένου να περάσει με άμεσο τρόπο πληροφορίες στον αναγνώστη.

Ο Σ.Κ. προσδιορίζει τον εαυτό του ως αιρετικό μυθιστοριογράφο, τόσο για τις μεθόδους αφήγησης  που ακολουθεί, όσο και γι' αυτά τα οποία επιλέγει να μας εξιστορήσει, θέματα που αποτελούν για πολλούς μέχρι σήμερα ταμπού και γρίφους για την  Ελληνική Επανάσταση, αλλά και για την πρώτη περίοδο ζωής του ελληνικού κράτους μετά από αυτήν.

Τέτοια θέματα είναι ο μυστηριώδης θάνατος του Καραϊσκάκη, η δίκη του Κολοκοτρώνη, η διακυβέρνηση του Καποδίστρια, η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, η σχέση της Μαυρογένους με τον Υψηλάντη, η στάση της Εκκλησίας και των ισχυρών για την Επανάσταση και το ερώτημα αν η Επανάσταση είχε στόχο τη δημιουργία ενός εθνικού κράτους ή μίας πολυεθνικής αυτοκρατορίας.

Ο συγγραφέας θέτει επίσης ερωτήματα καίριας σημασίας, όπως το αν η καθαρά εθνική αυτή Επανάσταση είχε και μία κοινωνική χροιά. Η απάντηση είναι ότι κάθε Επανάσταση διαθέτει και μία τέτοια όψη και εδώ ακριβώς είναι που έρχεται να ταιριάξει απόλυτα η δράση του Αντώνη Οικονόμου.

Ο Σ.Κ. εξηγεί πολλές φορές και την προέλευση της μυθολογίας για το '21 και αναδεικνύει επίσης στο βιβλίο του τις γυναίκες της Επανάστασης και το δράμα των προσφύγων, τον φιλελληνισμό, τα γεγονότα γύρω από το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, τις εμφύλιες διενέξεις μεταξύ της άρχουσας τάξης  των "φραγκοφορεμένων" πολιτικών και των οπλαρχηγών, τον Ελληνικό Διαφωτισμό και τη στάση του Κοραή, τα δάνεια του Αγώνα, αλλά και την αρχή του, από την κήρυξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ένα πολυδιάστατο, πολυποίκιλο και πολύχρωμο ψηφιδωτό που θα περάσει πολλές πληροφορίες για το '21 ως σύνολο στον αναγνώστη με εύληπτο και ευχάριστο τρόπο και όχι μονάχα για τη ζωή και τον άδικο θάνατο του αγωνιστή Αντώνη Οικονόμο, όπως υποδηλώνεται από τον τίτλο του βιβλίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το παρόν πόνημα μπορεί άνετα να διαβαστεί και από εφήβους και να χρησιμοποιηθεί και ως συμπληρωματικό εγχειρίδιο διδασκαλίας για την Επανάσταση του '21 στα σχολεία, στο πλαίσιο του μαθήματος της φιλαναγνωσίας. Πρόκειται, επομένως, για ένα λιθαράκι ακόμη στη λογοτεχνική παραγωγή για το '21 με πολλές, όμως ιστορικές πληροφορίες, γραμμένο από έναν συγγραφέα, ο οποίος τρέφει κάθε σεβασμό για την Ιστορία. Όπως μας λέει, λοιπόν, ο ίδιος:

"Γιατί το '21 μας ακολουθεί, και δεν θα πρέπει να το αφήσουμε στα χέρια αυτών που το χρωματίζουν πασχαλιάτικα, και που ηθικολογικά καταλήγουν: η Ελλάδα τα κατάφερε. Η ιστορία του '21 είναι πολυδιάστατη, όπως πολυδιάστατη είναι και η προβολή που κάνουμε σε αυτό του εαυτού μας. Και δεν είναι προπάντων η ιστορία της εξουσίας".

Τίτσα Πιπίνου, Το σπίτι με τις φοινικιές, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.514

 

https://www.klidarithmos.gr/to-spiti-me-tis-foinikies

 

Το σπίτι με τις φοινικιές στη Ρόδο των μέσων του 20ου αιώνα καθίσταται μάρτυρας της ιστορίας  τριών οικογενειών, αλλά και της ίδιας της Ιστορίας.

Το σπίτι με τις φοινικιές είναι ένα μυθιστόρημα εποχής, αλλά περισσότερο ένα οικογενειακό χρονικό. Η πολυγραφότατη Τίτσα Πιπίνου από τη Ρόδο ασχολείται συχνά στα βιβλία της με τη γενέτειρά της κυρίως την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα, όπως γίνεται και στο παρόν πόνημα.

Σαν θηλυκός Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, η Τίτσα Πιπίνου δημιουργεί μία πλήρη τοιχογραφία των μελών τριών οικογενειών, μέλη μίας ευρύτερης οικογένειας, και πλάθει με μεγάλη μαεστρία το προφίλ των ηρώων της. Η πρόθεσή της να απεικονίσει τους ήρωες του βιβλίου της με τη μέγιστη δυνατή πληρότητα, υπερβαίνει την ιστορική διάσταση του βιβλίου. Αυτή είναι παρούσα κυρίως μόνο όταν επηρεάζει με κάποιον τρόπο τις ζωές των πρωταγωνιστών. Αυτοί είναι η Μαρίνα Σαλίβερου, ο Ανδρέας Λίντον και ο Κίμων Αδάμος. Το παράφορο πάθος της Μαρίνας και του Ανδρέα κινεί τα νήματα της αφήγησης.

Η Μαρίνα κατάγεται από ένα μικρό νησί κοντά στη Ρόδο, αλλά μεγαλώνει τελικά στην ίδια τη Ρόδο, νησί το οποίο προσφέρει μεγαλύτερες εκπαιδευτικές δυνατότητες στη Μαρίνα και τα δύο αδέλφια της, τη Βγενιώ και τον πρωτότοκο Αλέκο. Η Μαρίνα θα μεταναστεύσει, εν τέλει, στο Κάιρο για να ζήσει κοντά στους άτεκνους θείους της. Εκεί θα γνωρίσει τον Ανδρέα Λίντον, Ροδίτη με Άγγλο πατέρα, οι γονείς του οποίου έχουν το σπίτι με τις φοινικιές στη Ρόδο, και θα τον ερωτευτεί σφόδρα. Ο επικείμενος πόλεμος, όμως, θα ανατρέψει αιφνίδια αυτή την ανεπίσημη σχέση. 

Ο Ανδρέας θα υπηρετήσει ως κατάσκοπος των Άγγλων και κομάντο στη Ρόδο κατά τη διάρκεια του πολέμου, προσφέροντας έτσι την ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει από κοντά πως ακριβώς έζησαν οι Δωδεκανήσιοι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα θέμα που έχει την τάση να απουσιάζει επιδεικτικά από τα ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί για τον δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο, αυτό το κομβικής σημασίας γεγονός της Ιστορίας, το οποίο θα γυρίσει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, όλο τον κόσμο ανάποδα.

Ο Αλέκος Σαλίβερος, ο αδελφός της Μαρίνας, θα σπουδάσει γιατρός και θα δημιουργήσει τη δική του οικογένεια στη Ρόδο. Ο επίσης γιατρός Κίμων Αδάμος θα εισχωρήσει στην ευρύτερη οικογένεια των Σαλίβερων. Έτερα σημαντικά οικογενειακά πρόσωπα είναι η Μιράντα και ο πατέρας της, ο γιατρός Αγαπητίδης, αλλά και η Βγενιώ, η παραμελημένη μικρή αδελφή της Μαρίνας.

Σπουδαίο ρόλο στην υπόθεση παίζουν, όμως, και κάποια πρόσωπα εκτός της ευρύτερης οικογένειας, όπως η Αντωνία, η ορφανή κόρη, η οποία θα υιοθετηθεί άτυπα από τους γονείς του Ανδρέα και ο Γερμανός υπολοχαγός Γιόζεφ Κίρεφ που θα μείνει, όταν φύγουν οι Ιταλοί, κι αυτός για λίγο καιρό στο σπίτι με τις φοινικιές προς το τέλος του πολέμου.

Η γραφή της Πιπίνου ξεχωρίζει για την περιγραφικότητά της και την απουσία διαλόγων. Ρέει όμως μαγευτικά όπως συμβαίνει με τους παλιούς καλούς κλασικούς συγγραφείς. Χωρίς τη μαεστρία που επιδεικνύει η Τίτσα Πιπίνου στην αφήγηση, ένα βιβλίο με τόσο λίγους διαλόγους θα ήταν, ίσως, λιγάκι βαρετό. Κι όμως, στο συγκεκριμένο πόνημα αυτό δεν έχει καμία σημασία. Η δράση παραμένει ενεργή και κινηματογραφική μέσα από τη διήγηση της Πιπίνου, αφού οι περιγραφές της είναι τόσο γλαφυρές που ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να φαντάζεται ολοζώντανες μπροστά του τις εικόνες που δημιουργεί με τη φαντασία του. Μ δυο λόγια, αρκετές λεπτομέρειες, πολλά επίθετα και ο παντογνώστης αφηγητής πάντα παρών. 

Η αφήγηση εκτυλίσσεται στο τρίτο ενικό πρόσωπο, υπάρχουν όμως μερικές πρωτοπρόσωπες παρενθέσεις στις οποίες ο Ανδρέας Λίντον μιλάει ο ίδιος για κάποια σημαντικά γεγονότα της ζωής του με εξομολογητική διάθεση.

Τα θέματα που θίγει στο βιβλίο της η συγγραφέας, πέρα από τα καθαρά ιστορικά, δηλαδή τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Ιταλοκρατία στο νησί πριν από αυτόν και την ένωση των νησιών με την Ελλάδα μεταπολεμικά, είναι ο σφοδρός έρωτας που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του, σε αντιδιαστολή με την ήρεμη συζυγική αγάπη, η οικογένεια και η διαχείριση του πένθους και της απώλειας.

Όσο για ηθικά διδάγματα, αυτά δε απουσιάζουν. Το πιο σημαντικό είναι αυτό το οποίο σχετίζεται με τον ρόλο των επιλογών στη ζωή μας. Διότι η ζωή δεν είναι τελικά παρά μία σειρά από συμπτώσεις και-ορθές ή λανθασμένες- επιλογές ή αποφάσεις, οι οποίες αποβαίνουν μοιραίες για το μέλλον μας. "Η ζωή μας είναι η εκδοχή που επιλέξαμε να ζήσουμε", έτσι μας λέει η συγγραφέας. Μερικές φορές είναι καλύτερα να σιωπούμε και να μην φανερώνουμε την αλήθεια. Αυτό που θα μας μείνει τελικά στη ζωή θα είναι η αγάπη και μόνον αυτή. Αυτά είναι τα συμπεράσματα και η φιλοσοφία ζωής των πρωταγωνιστών, αλλά και της συγγραφέως.

Λογοτεχνία υψηλών προσδοκιών, επομένως, σε συνδυασμό με μια συναρπαστική υπόθεση μας προφέρει η Τίτσα Πιπίνου στο Σπίτι με τις φοινικιές.

Ελένη Πριοβόλου, Μια στιγμή μέσα στον χρόνο, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.434

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6870-3

 

Μια στιγμή μέσα στον χρόνο κρατάει μια εκ βαθέων εξομολόγηση...

Μια στιγμή μέσα στον χρόνο αρκεί για να αλλάξει  όλη τη ζωή μας...

Μια στιγμή μέσα στον χρόνο μπορεί να μας σημαδέψει...

Μία μυθιστορηματική εξομολόγηση με φιλοσοφικές και ιστορικές πινελιές αποτελεί το κύριο θέμα του νέου βιβλίου της Ελένης Πριοβόλου Μια στιγμή μέσα στον χρόνο. Πρόκειται για ένα βιβλίο πολυδιάστατο, περίπλοκο στη σύλληψή του, μα, πάνω απ' όλα, απολαυστικό στην ανάγνωση.

Την Ελένη Πριοβόλου και την υπέροχη, λυρική γραφή της τη γνωρίζουμε όλοι από παλιά. Όπως και την λεπτή ιστορική χροιά που έχει επιλέξει να δώσει στα περισσότερα από τα πονήματά της, με ιδιαίτερη αδυναμία στην Ιστορία του 20ου αιώνα, πάντοτε όμως συνδυασμένη με μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πλοκή και με μία γλώσσα άκρως δουλεμένη από λογοτεχνικής πλευράς.

Αυτή τη φορά, επιχειρεί, εκτός από τα παραπάνω, και μία βουτιά κατευθείαν μέσα στα άδυτα της ψυχής ενός ηλικιωμένου διανοούμενου, ενός ανθρώπου που κουβαλάει ανομολόγητα μυστικά. Παράλληλα με αυτό, το όλο σκηνικό πλαισιώνεται από συζητήσεις σχετικά με τη χρήση και τη χρησιμότητα της φιλοσοφίας, αλλά και με μία πορεία αυτογνωσίας, τόσο για τον εξομολόγο, όσο και για τον εξομολογητή.

"Ο καθηγητής με τον τρόπο που μιλούσε ήταν σαν να υποσκάπτει όλα όσα είχε επιτύχει. Σαν να ανατίναζε τον βιωμένο του χρόνο στον αέρα".

Η υπόθεση κινείται ανάμεσα στο παρόν στο εξοχικό της Αίγινας και στον παρελθόν του διανοούμενου Φωκά, το οποίο ανατρέχει την Ιστορία του 20ου αιώνα, από τον Μεσοπόλεμο, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο μέχρι και τη Χούντα και τον Μάη του '68 στο Παρίσι. Αυτό το διαρκές πισωγύρισμα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν είναι αυτό που απογειώνει κυριολεκτικά το βιβλίο, διότι επιτρέπει στο αναγνώστη να τα δει τα γεγονότα του ιστορικού παρελθόντος μέσα από το πρίσμα της σημερινής εποχής και να τα κρίνει με βάση τη δική του ματιά, αλλά και εκείνη του ηλικιωμένου καθηγητή.

Ο διανοητής και φιλόσοφος Φωκάς Κορέσιος είναι μία μείζονα μορφή των ελληνικών γραμμάτων στην Ελλάδα της αυγής του 21ου αιώνα. Έχει αρνηθεί επανειλημμένα να μαρτυρήσει τα "της ζωής και του έργου του", ώσπου αποφασίζει τελικά να χρήσει ως εξομολόγο του τη σκηνοθέτρια Άσπα Παμπλέκη, με σκοπό να γυρίσει αυτή ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Αυτό είναι κάτι το οποίο η κυρία Παμπλέκη το έχει κάνει πάμπολλες φορές στο παρελθόν. 

Ετούτη το φορά, όμως, θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα μεγάλο δίλημμα: η χαώδης και αινιγματική προσωπικότητα του Φωκά θα αρνηθεί να της παρουσιάσει την εξωραϊσμένη εικόνα την οποία αυτή έχει συνηθίσει ως τώρα να αποσπά από τους κάθε λογής διανοούμενος που έχει κατά καιρούς κινηματογραφήσει. Ο διανοητής, αντιθέτως, παρουσιάζεται αποφασισμένος να βγάλει όλα τα "άπλυτά" του στη φόρα χωρίς ντροπές και υπεκφυγές, προσπαθώντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, να ξορκίσει ορισμένα επίμονα φαντάσματα του παρελθόντος. Έτσι η κυρία Παμπλέκη θα κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στο να καταθέσει την αδιάψευστη ιστορική αλήθεια που κουβαλά η συγκεκριμένη προσωπικότητα ή στο να εξωραΐσει το κακέκτυπο αυτής της αλήθειας.

Η εξομολόγηση λαμβάνει χώρα σε ένα υπέροχο εξοχικό στην Αίγινα, εκεί όπου διαμένει ο καθηγητής και τον επισκέπτεται η σκηνοθέτιδα. Η συγγραφέας, όμως, δεν πέφτει στην εύκολη παγίδα να αναπαραστήσει απλά το "δίπολο" αφηγητή και ακροατή. Δεν βάζει, δηλαδή, να είναι παρόντες σε όλες τις σκηνές του βιβλίου μονάχα ο Φωκάς και η Άσπα, ούτε να μονοπωλούν αυτοί όλη την πλοκή του μυθιστορήματος στον παροντικό χρόνο. Απεναντίας, τους πλαισιώνουν κι άλλα πρόσωπα με επικουρικό μεν, αλλά σημαντικό ρόλο στο ξεδίπλωμα της υπόθεσης: η νεαρά φιλόσοφος και σύντροφος του καθηγητή Άντρη, η οικονόμος και υπηρέτρια Μαλαματένια, ο κηπουρός Ισμαήλ, ο φίλος Σώτος, ο γηραιός Ρένος Πανταζής και άλλοι.

Ασυνήθιστα ονόματα, ασυνήθιστοι άνθρωποι, ασυνήθιστες συνθήκες και, εν τέλει, μία ασυνήθιστη και ιδιότυπη εξομολόγηση που περιδιαβαίνει συγχρόνως τις ατραπούς της Ιστορίας, αλλά και της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Φωκάς Κορέσιος αρχίζει την αφήγησή του από τα παιδικά του χρόνια στη δεκαετία του '30, τότε που ο στρατιωτικός πατέρας του τον γαλουχούσε με τα φασιστικά ιδεώδη, ιδεώδη στα οποία αντιστέκονταν αυτός μανιωδώς για να φτάσει στην Κατοχή να γίνει μέλος του ΕΑΜ. Τελικά, όμως, παρέμενε ως το τέλος της ζωής του ένας ανένταχτος, ένας "κατά συνθήκη" κομμουνιστής. 

Από την καλή κοινωνία της προπολεμικής Αθήνας, ο Φωκάς θα μεταπηδήσει μεταπολεμικά στους λογοτεχνικούς και φιλοσοφικούς κύκλους του Παρισιού, εκείνους του Ζαν Πωλ Σαρτρ, της Σιμόν ντε Μποβουάρ και του Αντρέ Καμύ, χάρη στη γνωριμία του με την επίσης διανοούμενη γυναίκα της ζωής του,  τη Σοφία, αλλά και χάρη σε ένα καλά κρυμμένο μυστικό, το οποίο θα τον κάνει να κερδίσει την αποδοχή από τους έτερους διανοούμενους.

Η σχέση μεταξύ του Φωκά και της Άσπας είναι ιδιότυπη. Δεν μπορεί παρά να αναρωτηθούμε για ποιους λόγους η συγγραφέας επιλέγει να καταστήσει ως εξομολόγο του ηλικιωμένου μία νεαρή γυναίκα. Μήπως για να υπάρχει ένας λανθάνων ερωτισμός στη σχέση τους; Μήπως επειδή μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου ο ανταγωνισμός είναι εντονότερος; Ή μήπως επειδή μονάχα αυτή η μεγάλη διαφορά της ηλικίας και του φύλου επιτρέπει μία εντελώς διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων από τον καθένα από αυτούς;

Ο Κορέσιος τα λέει όλα μεν στην Άσπα, δεν της λύνει, όμως, όλες τις απορίες. Αντιθέτως, την αφήνει συχνά μετέωρη, διακόπτοντας ξαφνικά την αφήγησή του, έτσι ώστε αυτή να βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Στο τέλος, όπως της λέει κατάμουτρα, δεν θα βγάλει κανένα συμπέρασμα από τη όλη ιστορία, ή μάλλον αυτός δεν θα την αφήσει να βγάλει. Ο καθηγητής φαίνεται να της απευθύνεται με μια κάποια οικειότητα, αλλά εκείνη δεν νιώθει το ίδιο για κάποιον μυστήριο λόγο, παρά τις βαθιές αλήθειες που της εξομολογείται.

Ο Φωκάς είναι, πραγματικά, μία ιδιότυπη και αξιοπρόσεκτη μορφή. Ιδιόρρυθμος, υπερφίαλος, γυναικάς, αυτάρεσκος και μοναχικός, υπήρξε Μεφιστοφελής και αριβίστας στα νιάτα του, σπούδασε φιλόλογος και έγινε κατάσκοπος του ΕΑΜ και πιλότος ανεμοπλάνου στην ΕΟΝ προπολεμικά. Έζησε μια ζωή μέσα στα γράμματα και τα βιβλία, προκειμένου να καταλήξει στη δύση του βίου του να έχει σιχαθεί την πολυπλοκότητα της φιλοσοφίας και να επιζητά την απλότητα και την ηρεμία της φύσης.

Ο διανοούμενος Φωκάς, μετά από όλη τη μακρά πορεία του, θα καταλήξει ότι η ουσία της ζωής δεν βρίσκεται στη φιλοσοφία, αλλά στο να έχουμε κοντά μας τους ανθρώπους που αγαπάμε. Ο πρωταγωνιστής δεν θα διστάσει, εν τέλει, να ομολογήσει:

"...Δεν πίστευα σε καμιά στροφή του ανθρώπου προς τον ανθρωπισμό {τον οποίο πρέσβευαν οι υπαρξιστές}. Το μόνο ίσως ρητό που με εξέφραζε ήταν το "Homo homini lupus est"".

Από πού πηγάζει άραγε μία τέτοια απογοητευτική θεώρηση της ζωής; Μήπως από τη θέση "Η τέχνη είναι μάταιη και δεν αξίζει να θυσιάζεις την απόλαυση της ζωής για χάρη της"; Ο Φωκάς θα διαπιστώσει εν τέλει ότι η φιλοσοφία είναι η ζωή. Η αυτογνωσία και η ευτυχία όμως δεν βρίσκονται στη φιλοσοφία.

 Οι διανοούμενοι στο μεταπολεμικό Παρίσι, υπαρξιστές και μη φιλοδοξούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Όταν τελικά είδαν ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, και ότι δεν μπορούσαν να νικήσουν τη θνητότητα με τα γραπτά τους, αυτό που τους έμεινε ήταν η ματαίωση και η απογοήτευση. Η πολυπόθητη ευτυχία δεν βρισκόταν τελικά στο Παρίσι για τον Φωκά. Ακόμη και η Άσπα δεν θα αργήσει να ενστερνιστεί τη θέση του Φωκά: "Είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε τους ρόλους μας. Αυτή είναι η ευχή και η κατάρα μας ως είδος..."

Το φινάλε θα είναι απρόσμενο, αλλά και λυτρωτικό για τους ήρωες της Ε. Π. που ποθούν την αυτογνωσία. Και για τον αναγνώστη και εραστή της Λογοτεχνίας, κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό φιλοσοφικό ταξίδι αυτογνωσίας.