Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

Κωστής Παπαγιώργης, Κατάλοιπα του'21, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.254

 


Τις απόψεις ενός ιστοριοδίφη λογοτέχνη για την Ελληνική Επανάσταση του 1821φιλοξενεί το παρόν πόνημα. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άλλος από τον σχετικά προσφάτως άνθρωπο των γραμμάτων και εκλιπόντα -το 2014- Κωστή Παπαγιώργη.

Το βιβλίο, με εισαγωγή και επιμέλεια του Δημήτρη Σωτηρόπουλου περιέχει ανολοκλήρωτα κείμενα του Κ.Π. για το 1821, άρθρα, κείμενα και βιβλιοκρισίες του για το ίδιο θέμα, καθώς και δύο συνεντεύξεις του. Εξ ού και ο ταιριαστός τίτλος Κατάλοιπα του '21.

Τι έχει, λοιπόν να μας πει, ένας ιστοριοδίφης για την Ελληνική Επανάσταση; Αυτό μας το εξηγεί εναργώς στην εισαγωγή του βιβλίου ο μελετητής και αναλυτής του έργου του Δημήτρης Σωτηρόπουλος, το γιατί, δηλαδή, αποφάσισε ένας λογοτέχνης να ασχοληθεί με την Ιστορία.

Μας μιλάει για τη διαπίστωση του Κ.Π. ότι η λαϊκή κουλτούρα των Ελλήνων βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τους δυτικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι επιβλήθηκαν στον ελληνικό λαό, κατ' αυτόν, πολύ νωρίς, πριν το έθνος μας ωριμάσει για κάτι τέτοιο. Επίσης μας μιλάει για την απέχθεια του συγγραφέα προς την εθνικιστική εκδοχή της Ιστορίας του ΄21, μία απέχθεια η οποία γίνεται ολοφάνερη κατά την ανάγνωση των άρθρων και των κειμένων για το 1821 του Παπαγιώργη. Όπως και η άποψή του ότι ο εκβιαστικός και πρόωρος εκδυτικισμός του κράτους μας δημιούργησε τα προβλήματα που μας ταλανίζουν ως κοινωνία μέχρι σήμερα.

"Η επανάσταση του 1821 ξεκίνησε από έξω, από τους Έλληνες του εξωτερικού, στις παραδουνάβιες περιοχές, και από έναν αξιωματικό του τσάρου, τον Υψηλάντη. Συνεχίστηκε από τους Έλληνες και τελείωσε από τους ξένους, δηλαδή ήταν μία επανάσταση που κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε (και πού πραγματικά στόχευε)."

Κατ' αρχήν, ο συγγραφέας ασχολείται με το ακανθώδες ζήτημα της Ύδρας, της καταγωγής, δηλαδή, των κατοίκων της, αλλά και με την ιστορία της και τον ρόλο που αυτό το νησί έπαιξε στην Ελληνική Επανάσταση. Εν συνεχεία, εξετάζει το γλωσσικό ζήτημα των ηρώων του 1821 και μας επισημαίνει την αντίθεση της γλώσσας την οποία μιλούσαν σε σχέση με τους "χαρτογιακάδες", τους μορφωμένους δηλαδή λογίους που διοικούσαν την Επανάσταση. Τα ονόματα του Μπάυρον και του Μαυροκορδάτου εμφανίζονται σε κάποια άρθρα, όπως και τα ζητήματα της στάσης που τήρησε η Εκκλησία στην Ελληνική Επανάσταση, αλλά και ο περίφημος μύθος του Κρυφού Σχολειού.

Ο Κ.Π. δεν χάνει ευκαιρία να αποκαθηλώσει το ωραιοποιημένο εθνικό μας αφήγημα, παραθέτοντας αποδεικτικά στοιχεία και να τονίσει πως πέρα από την ιστορική μας συνέχεια ως έθνος, υπήρξαν και στιγμές που συνέβησαν πολλές ρήξεις στην Ιστορία μας.

Άλλα ζητήματα με τα οποία ασχολείται ο συγγραφέας είναι εκείνο του Νικόλαου Γαλάτη, του "αιρετικού" εκείνου μέλους της Φιλικής Εταιρείας, η ίδρυση της πρώτης τράπεζας στη χώρα μας από τον Εϋνάρδο και τον Καποδίστρια, το ζήτημα των στρατευμάτων μας, αλλά και η σύναψη του πρώτου αγγλικού δανείου το 1824-25.

Πάνω απ' όλα, όμως,  ο Κ.Π. θέτει με το βιβλίο αυτό το θεμελιώδες ερώτημα: ποιοι είμαστε τελικά; Τι είναι η Ελλάδα;

"Είναι χώρα της Ανατολής; Χαμένο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας; Βαλκανικό κρατίδιο με όλα τα συμπαρομαρτούντα; Κληρονόμος του μεγαλύτερου πολιτισμού; Ιστορικό λάθος;"

Ή μήπως, εν τέλει, όλα αυτά μαζί; Ένα ιδιαίτερο βιβλίο για το 1821 το οποίο ξεφεύγει από τις πεπατημένες ατραπούς και δίνει άφθονη τροφή για σκέψη στον αναγνώστη.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Ισμήνη Ζαγοραίου, Μισοτιμής, διηγήματα, εκδ. Βακχικόν, 2021, σελ.90

 

https://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-peza/misotimhs/

 

 Δεκαπέντε διηγήματα βασισμένα σε μία πρωτότυπη ιδέα περιέχει το νέο βιβλίο της Ισμήνης Ζαγοραίου με τον τίτλο Μισοτιμής. Η λέξη αυτή περιέχεται εντέχνως μέσα σε κάθε διήγημα του βιβλίου, με το τελευταίο από αυτά μάλιστα να τιτλοφορείται επίσης με τη συγκεκριμένη λέξη.

Παλαιά αντικείμενα τα οποία πωλούνται μισοτιμής, άνθρωποι και συναισθήματα που πωλούνται και αγοράζονται επίσης μισοτιμής. Ακόμη και τα χρέη μπορούν να εξοφληθούν μισοτιμής. Το αντίτιμο της εμπορικής αξίας, η ηθική και τα αισθήματα, όλα αυτά ζυγίζονται στα παλαιοπωλεία των διηγημάτων της Ζαγοραίου με την κυριολεκτική, αλλά και την αλληγορική σημασία.

Στα διηγήματα της συλλογής Μισοτιμής το βάρος δεν πέφτει στην αφήγηση μίας συγκλονιστικής υπόθεσης, αλλά στην εναργή αποτύπωση των εντυπώσεων, των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων. Ο χρόνος και ο τόπος είναι συνήθως απόντες, ενώ συχνά μαζί με τους ανθρώπους πρωταγωνιστούν και τα παλιά αντικείμενα. Τα θέματα είναι διάφορα και ποικίλα. Σε ορισμένα περιγράφεται διεξοδικά η ζωή μιας γυναίκας, γύρω από τη ζωή της  οποίας στρέφονται τα γεγονότα του διηγήματος. Τέτοια είναι Το ποδόμακτρο, Η κουρέλα και Το κυπαρισσί μαντό της κυρίας Πομπαντούρ. Τα ρούχα της παράξενης κυρίας Πομπαντούρ ήταν κι αυτά αγορασμένα μισοτιμής. Η ίδια, όμως, ήταν θεότρελη:

"Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ για την ηλικία, το επάγγελμα, την  οικογενειακή της κατάσταση. Ήταν τόσο μουρλή, που με συνοπτικές διαδικασίες και τυπική ευγένεια ανεχόμασταν τις ατέλειωτες πρόβες στα ρούχα και τις σχεδόν εβδομαδιαίες επισκέψεις στο μαγαζί, που κάποιες φορές γίνονταν απλά για να βρει ώτα ευήκοα".

Άλλα διηγήματα δομούνται καθαρά πάνω στη θεματική των αναμνήσεων, των παιδικών χρόνων και της νοσταλγίας, όπως Η φοντανιέρα, Το βινύλιο και Το μπαούλο:

"Είχα μια όμορφη μαμά, ξανθιά, όπως  και γω. Τον πατέρα μου δεν μπορώ να τον περιγράψω, γιατί δεν τολμούσα να τον κοιτώ στο πρόσωπο. Θυμάμαι μόνο ότι ήταν ένας δυνατός άντρας, με βροντερή φωνή και χέρια γεμάτα φλέβες".

"Η φοντανιέρα ήταν κρύσταλλο λευκό, στρογγυλή και πολύ όμορφη, με μπαλαρίνες ζωγραφισμένες στο χέρι γύρω γύρω. Αρκετά βαθιά, την είχαμε μόνο για ειδικές περιστάσεις και μόνο για κέρασμα ή για αγιασμό, όταν ερχόταν ο παπάς. Είχε χεράκια περίτεχνα και στον πάτο είχε πάλι μια μπαλαρίνα στις μύτες των ποδιών, με τα χέρια όρθια και το κεφάλι ψηλά. Κόκκινα και πράσινα και μπλε τα σοκολατάκια, πολυτελείας. Πάντα έμεναν τα μπλε, γιατί ήταν πικρά".

Αυτή η νοσταλγία για κάθε τι παλιό και ο πόνος που δημιουργούν, πολλές φορές, οι παιδικές αναμνήσεις, είναι διάχυτα σε κάποια από τα κείμενα. Το ρολόι που άνοιγε πόρτες μας αφηγείται την ιστορία του κυρίου Αποστόλη, ενώ οι ναζί και οι Εβραίοι δίνουν το παρόν στο διήγημα  TO CAMEO αφήνονταν μία μικρή επίγευση του Ολοκαυτώματος στο βιβλίο:

"Η Ραχήλ ερχόταν στα όνειρά μου. Δεν πέρασε ποτέ μπροστά απ' τα  αντικείμενα που έρχονταν στα χέρια μου, σε κείνα που πουλούσα χωρίς να ξέρω από πού ξεκίνησαν και πού θα καταλήξουν. Δεν πέρασε ποτέ απ' τις συναγωγές, όπου προσευχόμουν, πιστεύοντας ότι η αμαρτία μου ήταν πως κι εγώ ίσως εμπορευόμουν άθελά μου τον πόνο. Μα όχι, είμαι πολύ γέρος πια και λέω ανοησίες".

Το διήγημα HO HO HO ξεχωρίζει αφού τοποθετείται στην περίοδο των Χριστουγέννων και αντικείμενό του δεν είναι άλλο από έναν Άη Βασίλη που γελάει με το χαρακτηριστικό γέλιο που όλοι μας έχουμε ακούσει:

"Τράβηξα την κίτρινη κατσαρή κορδέλα και το χαρτί άνοιξε σχεδόν μόνο του για να αποκαλύψει ένα κουτί, όπου μέσα του ήταν ένας Άγιος Βασίλης. Άκαμπτος, κοκάλινος κι ακίνητος με το ένα χέρι να κρατάει ένα μεγάλο σακί με κουτιά, τάχα δώρα και το άλλο μια κουδούνα. Τα μάγουλά του ήταν κατακόκκινα και τα χείλη του γελαστά, το ίδιο και τα μάτια του. Στη βάση του είχε καλώδιο για να το βάζεις στην πρίζα".

Στο τελευταίο διήγημα Μισοτιμής, που είναι αφιερωμένο στους ανθρώπους των φαναριών με μία μόνο φράση  η Ισμήνη Ζαγοραίου μας βάζει στο νόημα και την ουσία ολόκληρου του βιβλίου:

"Πουλήθηκα μισοτιμής για το αύριο, το σφραγισμένο με συρματόπλεγμα".

Λήθη και αναμνήσεις, λοιπόν, θάνατος και ζωή, παιδικά χρόνια και ενηλικίωση, όλα αυτά τα αντιθετικά ζεύγη έχουν τη θέση της στο Μισοτιμής της Ισμήνης Ζαγοραίου.

Πέλα Σουλτάτου, Η θάλασσα δεν είναι μπλε, εκδ. Καστανιώτη, 2021

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6871-0


Τριάντα δύο διηγήματα με άρωμα καλοκαιριού και κρητικής υπαίθρου περιέχει το νέο βιβλίο της Πέλας Σουλτάτου Η θάλασσα δεν είναι μπλε. Άλλα μικρότερα κι άλλα μεγαλύτερα, μα όλα ολόδροσα, με προσεγμένο λόγο και αφηγηματική και θεματική ποικιλία, συντελούν "μία φαντασμαγορία μύθων, τεράτων και αποκαλύψεων", όπως περιγράφεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Κάποια από αυτά είναι αινιγματικά και αμφίσημα, άλλα πιο συγκεκριμένα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρελθόν και άλλα στο παρόν. Το βάρος πάντως, δίνεται εμφανώς στα διηγήματα τα οποία αφορούν τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και τη ζωή της κρητικής υπαίθρου, όπως στην Ονειροδίνη. Εδώ η αθάνατη ελληνική πραγματικότητα και οι Ελληνάρες παρουσιάζονται σε όλο τους το μεγαλείο. Η πατριαρχία, η καταπίεση των γυναικών, ο μικροαστισμός της επαρχίας και η αμφισβήτηση της πίστης στον Θεό φαίνεται ότι είναι θέματα που απασχολούν τη συγγραφέα:

"...η επαφή μου με τα χωριά της ορεινής Κρήτης μού προκάλεσε αποστροφή προς τη μητρότητα. Κι αυτό γιατί έβλεπα νέες γυναίκες, ακόμα και ανήλικες, δεκαέξι, δεκαεπτά χρονών, να έχουν αποκτήσει παιδιά, να έχουν εγκλωβιστεί πρώιμα σε έναν ρόλο ο οποίος θα τις απέκοπτε από οποιαδήποτε άλλη προοπτική, όπως σπουδές, ταξίδια, εμπειρίες, έρωτες, τρέλες, ανεμελιά κ.α. Κι η Εκκλησία βάζει το χεράκι της στην καταπίεση της γυναίκας..."

Οι περιγραφές είναι ιδιαίτερα καλοδουλεμένες και γενικότερα ο λόγος της συγγραφέως έχει αναπτυγμένη περιγραφική και αναλυτική διάθεση. Συχνά υποδηλώνονται παραδοξότητες μέσα από τις περιγραφές, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:

"Στη διαδρομή ανάμεσα στα δέντρα, ο ήλιος έλαμπε αλλιώς πέφτοντας στα πυκνά μαύρα μαλλιά του, στις βλεφαρίδες των αδιανόητα όμορφων ματιών του. Η φύση ευώδιαζε με όλη της τη δύναμη, ώστε ακόμα και τα σκυλοκούραδα ανέδιδαν κάποια παραδείσια μυρωδιά".

Έπειτα, ο υπερρεαλισμός και το υπερφυσικό είναι ένα στοιχείο το οποίο συναντάται σε πολλά από τα διηγήματα:

"Το τρελό από ίμερο ζευγάρι πήδηξε μέχρι το ταβάνι από τη χαρά του. Έπειτα προσπάθησαν να προσγειωθούν στην τραπεζαρία αλλά ήταν πια αδύνατο. Όπως δύο ιπτάμενες φιγούρες του Σαγκάλ, γλίστρησαν έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, πέταξαν ίσαμε μια εκκλησία, παντρεύτηκαν χορεύοντας τον Ησαΐα γύρω από τον πολυέλαιο του ναού κι έπειτα, με τα στέφανα πάνω στο κεφάλι, κατευθύνθηκαν προς το σπιτικό τους".

Η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός δεν λείπουν επίσης από το σκηνικό κάποιων διηγημάτων:

"Θαρρώ χαίρεσαι όταν με αποκαλούν "συγγραφέα". Αλλά δεν είμαι. Πολύ περισσότερο δε νιώθω λογοτέχνιδα. Είναι βαρύγδουποι τίτλοι, ειδικά για ανθρώπους ταπεινής καταγωγής όπως εγώ. Εξάλλου, δε γνωρίζω αν έχω κλίση στο γράψιμο. Μα είχα κλίση. Αυτό το ξέρω".

Τα "τέρατα" συνυπάρχουν, ακόμα, αρμονικά με τους ανθρώπους:

"Η Φωτιά θέλησε να τον ακολουθήσει. Πυρκαγιά, το σπίτι τους στάχτη. Αυτή δεν υπάρχει πια, αλλά αυτός ακόμα τρέχει να γλιτώσει".

Αναμνήσεις, είτε αυτοβιογραφικές της συγγραφέως, είτε αυτοδημιούργητες των ηρώων δίνουν τον πιο ανθρώπινο τόνο στα διηγήματα και τονίζουν το ρεαλιστικό στοιχείο, το  οποίο συνυπάρχει με το υπερρεαλιστικό.

"Έτσι έχανα το ένα μετά το άλλο τα επεισόδια της αμερικανικής σειράς, αλλά μάθαινα να φτιάχνω χειροτεχνίες, να τραγουδώ πιο σωστά, δηλαδή από το στομάχι και όχι από το λαρύγγι, και στράφηκα από την ποπ στιχουργία σε ποιήματα χωρίς ομοιοκαταληξία και χωρίς κανένα νόημα".

Αποκαλύψεις, διαπιστώσεις και εκ βαθέων εξομολογήσεις που ξαφνιάζουν δεν αποφεύγονται επίσης:

"Έριξα μια δαγκωνιά στην τροφαντή γάμπα του μωρού. Κάποιος έπρεπε να την πληρώσει. Παιδί ήμουν, δεν ήμουν κι ο Χριστός, όλους να τους συγχωράω".

Τέλος, ο έρωτας, ο οποίος σπάνια λείπει από οποιοδήποτε ανθρώπινο συγγραφικό πόνημα και κινεί μονίμως τα νήματα:

"Ο έρωτας είχε πια φανερωθεί στο χάραμα της μέρας. Η Κωστούλα τον είχε επίσης ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή, όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους καθώς εκείνη κουτσοκόρφιζε στο διπλανό αμπέλι κι εκείνος παρίστανε τον επιστάτη. Και τον ερωτεύτηκε όχι γιατί ήταν το αφεντικό, μα γιατί έτσι απλά ταίριαζαν, όπως φάνηκε στα εβδομήντα δύο χρόνια που έζησαν ως ζευγάρι".

Το Η θάλασσα δεν είναι μπλε λοιπόν, με το καλοκαιρινό εξώφυλλο και τον φαινομενικά παράδοξο τίτλο που φανερώνει μια κρυμμένη αλήθεια- ότι η θάλασσα πράγματι δεν είναι μπλε, αλλά διάφανη-δεν είναι παρά μία ανάλαφρη και ευκολοδιάβαστη μεν, αλλά συνάμα και προσεγμένη αναγνωστική πρόταση εν όψει του θέρους που καραδοκεί.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

Νίκος Κατσαλίδας,Το ξύπνημα των κοιμώμενων οφθαλμών, εκδ. Νίκας, 2021, σελ.125


  

Στίχους λεπτοδουλεμένους με τα υλικά της πλούσιας ελληνικής γλώσσας, αλλά και της ίδιας της Μητέρας Φύσης  περιέχει Το ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών, η νέα ποιητική συλλογή του καταξιωμένου ποιητή, αλλά και δοκιμιογράφου, μεταφραστή και πεζογράφου, Νίκου Κατσαλίδα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη και οι κύριες θεματικές που ταλανίζουν τον νου και την πένα του ποιητή είναι η Φύση, η Πατρίδα και η αίσθηση του νόστου και της απώλειας.

Η φύση της Βορείου Ηπείρου, της ιδιαίτερης πατρίδας του ποιητή,  και ιδίως η μαγεία που αυτή προξενεί σε όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις- αφή, ακοή, όραση, όσφρηση, αλλά και γεύση, αποτυπώνεται στη συντριπτική, σχεδόν, πλειοψηφία των ποιημάτων. Το ομότιτλο με τον τίτλο της συλλογής ποίημα, αναφέρεται στο ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών στα κλαδιά των δέντρων στα πρώτα ανοιξιάτικα σκιρτήματα και, κατά αλληγορική επέκταση, και στην αφύπνιση των δικών μας οφθαλμών μετά από μία παρατεταμένη βαρυχειμωνιά.

Τα αειθαλή καραδοκούν,

τα φυλλοβόλα αγρυπνούν.

 

Τσιμπολογούνε το χιονιά, 

βγάζουν τη βαρυχειμωνιά.

 

Οι φουσκωμένες την αυγή,

οι ρώγες, γαλουχούν τη γη.

Οι στίχοι του εραστή της φύσης Νίκου Κατσαλίδα, καθώς και οι κάπως πιο λόγιες λέξεις της ελληνικής γλώσσας τις οποίες συχνά επιλέγει, δύσκολα δεν θα μας φέρουν στον νου τους στίχους του έτερου μεγάλου φυσιολάτρη ποιητή, του Διονύσιου Σολωμού και, πιο συγκεκριμένα, το σχεδίασμα Β από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Παρομοίως, λοιπόν, κυλά και το Σχεδίασμα της Νύχτας του Κατσαλίδα:

Και όλα μου τα δώρισες δίχως καθυστερήσεις.

Η χλοϊσμένη λαγκαδιά ξεχείλισμα της βρύσης.


Κελάρυζε η γλώσσα σου στα δροσισμένα χείλη.

Την αγουρίδα ρώγα σου την μέστωσα σταφύλι.

Ο ερωτισμός φυσικά είναι διάχυτος σε πολλά από τα ποιήματα που σχετίζονται με τη φύση. Όσον αφορά τις εικόνες από αυτήν, πρωταρχική θέση έχουν εδώ τα λαγκάδια, τα όρη, τα ρυάκια και τα πουλιά, όλα ευρισκόμενα σε αφθονία στη Βόρεια Ήπειρο. Το φεγγάρι και ο άνεμος παίζουν, επίσης, τον δικό τους ρόλο αφύπνισης στο ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών.

Η θάλασσα, όπως είναι λογικό, απουσιάζει, όχι όμως και τα ποτάμια και τα κάθε λογής ρυάκια που κυλούν αενάως, φέρνοντας στο μυαλό μας τη ρήση του Ηράκλειτου "Τα πάντα ρει". Όπως κυλάει και κάνει κύκλους το νερό των ποταμών, έτσι και τα πάντα στη ζωή ανακυκλώνονται σε κυκλική τροχιά:

Κύκλοι ομόγλωσσοι των βορεινών υδάτων. 

Κύκλοι ομότροποι προφητικών αοιδών μας.

Ομόαιμοι κύκλοι μετεμψυχωμένων δέντρων.

Κύκλοι ιερών ναών, εσπερινών και όρθρων.

Οι παρηχήσεις είναι ένα φαινόμενο στο οποίο καταφεύγει συχνά ο Κατσαλίδας, όπως και οι επαναλήψεις και η ομοιοκαταληξία. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου ονομάζεται "Σερτός", δηλαδή πηγάδι και περιλαμβάνει ουσιαστικά ένα μεγάλο πεζόμορφο ποίημα χωρισμένο σε δεκατέσσερις υποενότητες  με πλεχτή ομοιοκαταληξία και ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Εδώ η λαϊκή παράδοση έχει την τιμητική της και η γλώσσα μεταλλάσσεται σε πιο παραδοσιακή με περισσότερες δημώδεις παρά λόγιες λέξεις. Η αίσθηση της απώλειας και της έλλειψης υπό μορφή απουσίας, δίνει εδώ, σιγά σιγά, τη θέση της στο μοτίβο του θανάτου με τον οποίο κλείνει, εν τέλει, το βιβλίο:

Πέφτει αντάρα στα βουνά και σέρνεται νεφέλη.

Και ο σερτός μελάνιασε, κοκάλιασε η κοιλάδα.

Κι ούτε μελίσσι για νερό κι ούτε ανθός για μέλι.

Μαύρο μνημούρι ανοιχτό και αμυδρή λαμπάδα.

Από τις εικόνες της Ιστορίας, υπερτερούν εκείνες της κλασικής αρχαιότητας, πάντα σε σύζευξη με την φύση και, ιδίως, οι θεοί που σχετίζονται με την ύπαιθρο, το φως και τη φύση, δηλαδή ο Βάκχος, ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας. Η Ορθοδοξία ως θεματική είναι λιγότερο παρούσα, ενώ η ρομαντικού τύπου εξιδανίκευση της πατρίδας περισσότερο. Το ίδιο και η άφθονη λυρική διάθεση και ο εσωτερισμός.

Οι Άγιοι Σαράντα δίνουν το παρόν, ίσως όχι τυχαία, στο ποίημα Πεντάγραμμο με την καλυμμένη αναφορά στον αριθμό σαράντα "Ο ποταμός πεντάγραμμο με τις σαράντα νότες..." και στο ποίημα Με κατανόηση, πατρίδα, στο οποίο ο ποιητής απερίφραστα δηλώνει πως διαθέτει, πλέον, δύο πατρίδες:

Ελλάδα, άγιος ουρανός κι ομηρική πατρίδα,

αλλού υιοθετήθηκα και στα σαράντα σ' είδα.


Άσε πια τις πασίγνωστες, είπε τις καταλήξεις.

Είδα, πατρίδα και λοιπά, εκεί θα καταλήξεις;


Πλάι σου πέντε βήματα, αλλού υιοθετημένος.

Σε δυο ληξιαρχεία πια, είμαι εγγεγραμμένος.

Χάρη στον μουσικό ρυθμό που διατηρεί η γλώσσα του Κατσαλίδα και στην προσεκτική επιλογή των λέξεων, το πόνημά του Το ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών είναι, πάνω απ' όλα μία ποιητική συλλογή της οποίας την ανάγνωση απολαμβάνει τα μάλα ο αναγνώστης. Και αυτό είναι, τελικά, το πιο σπουδαίο πράγμα απ' όλα.