Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

Sebastian Faulks, Ο ήχος των πουλιών, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ. 678

 

https://www.klidarithmos.gr/o-hxos-ton-poulion

 

"Αισθάνομαι τύψεις επειδή επιβίωσα. Ο θάνατος δεν έρχεται και αφήνομαι στη μοίρα μου, σε ένα αέναο παρόν.{...}Κανένα παιδί, καμία μελλοντική γενιά δεν θα μάθει ποτέ πώς ήταν εδώ πέρα. Δεν θα καταλάβουν ποτέ".

Αυτές οι σκέψεις για τον Mεγάλο Πόλεμο ενός εκ των πρωταγωνιστών του βιβλίου, του Στίβεν, ενός Άγγλου που πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, απηχούν συγχρόνως και τα συναισθήματα, αλλά και τις προθέσεις του συγγραφέα, του Σεμπάστιαν Φοκς, τα οποία φαίνεται ότι εκείνος είχε κατά νου κατά τη διάρκεια της συγγραφής του επικού πονήματός του Ο ήχος των πουλιών.

Πρόκειται για ένα έργο χωρίς ανάλογο αντίστοιχο στην παγκόσμια λογοτεχνία για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την εξαίρεση του γνωστού, κλασικού πλέον, αριστουργήματος του Ρεμάρκ Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον.

Η αλήθεια είναι ότι τόσο σε κινηματογραφικό, όσο και σε λογοτεχνικό επίπεδο, η παραγωγή έργων που αφορούν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υστερεί δραματικά σε σχέση με εκείνα τα οποία αφορούν τον Δεύτερο. Αυτό συμβαίνει, σε μεγάλο βαθμό, επειδή ο Μεγάλος Πόλεμος, ο οποίος προηγήθηκε χρονικά από τον Δεύτερο, έχασε έδαφος στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων μετά τον περισσότερο πολύνεκρο και μακρύ σε διάρκεια Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κι όμως, υπάρχουν στιγμές φρίκης που αφορούν τον Πρώτο Παγκόσμιο τις οποίες δύσκολα συναντά κανείς στον Δεύτερο. Η φρίκη των χαρακωμάτων, για παράδειγμα, και της διαβίωσης κάτω από τη γη, είναι κάτι το οποίο αφορά μονάχα τον Μεγάλο Πόλεμο.

Αυτή ακριβώς τη φρίκη των  χαρακωμάτων θέλει να υπενθυμίσει στη συλλογική μνήμη ο Σεμπάστιαν Φοκς με το έργο του Ο ήχος των πουλιών, ένα έργο που γράφτηκε το 1993, αλλά εκδόθηκε στην ελληνική γλώσσα μόλις φέτος. Πρόκεται για μία προσπάθεια κατανόησης, αλλά και ανάδειξης της μεγαλύτερης ανθρωποσφαγής την οποία είχε γνωρίσει ως το 1914 η ανθρωπότητα.

Η επιλογή ενός τίτλου από τον συγγραφέα για το παρόν πόνημα, ο οποίος φαινομενικά δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον πόλεμο είναι αξιοπρόσεκτη. Ο τίλος Ο ήχος των πουλιών προτάσσει σε μία ευθεία αντιθετική σχέση όλο το μεγαλείο και την ομορφιά της φύσης με τη φρίκη και την ασχήμια του πολέμου. Ο ήχος των πουλιών που ακούγεται κατά την παύση του πυρός στα χαρακώματα αντιπροσωπεύει την απλότητα και την αρμονία της φύσης απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου. Δείχνει, επίσης, την αδιαφορία του φυσικού κόσμου για τις σφαγές και τις καταστροφές στις οποίες επιδίδονται οι άνθρωποι.

Το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τον Μεγάλο Πόλεμο χρονολογείται από τα μαθητικά του χρόνια. Όταν δε έλαβε την απόφαση να γράψει κάτι για τον Μεγάλο Πόλεμο, ήταν απολύτως αποφασισμένος ότι θα το έκανε χωρίς εξωραϊσμούς και ωραιοποιήσεις, ακολουθώντας τις επιταγές του ωμού ρεαλισμού. Πράγματι, Ο ήχος των πουλιών απεικονίζει τη βία, τη φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου με τέτοιον ρεαλισμό και παραστατικότητα που θα σοκάρει τον αναγνώστη. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί με την προβολή της πολυσυζητημένης ταινίας με τις διαβόητες για τη σκληρότητά τους σκηνές ,Η διάσωση του στρατιώτη Ράϊαν το 1998, η οποία αφορούσε την απόβαση στη Νορμανδία.

Και δεν είναι ψέμα ότι σπανίως στη Λογοτεχνία οι περιγραφές του συγγραφέα προκαλούν τέτοιο ψυχολογικό αντίκτυπο, αποστροφή, έως και αηδία πολλές φορές στον αναγνώστη. Ο Σ.Φ. επικεντρώνεται τόσο στην περιγραφή των απάνθρωπων συνθηκών των χαρακωμάτων και των νοσοκομείων, όσο και στον παραλογισμό του όλου εγχειρήματος του τόσο παρατεταμένου και αναποτελεσματικού πολέμου, αλλά και του μετατραυματικού στρες και του τεράστιου ψυχολογικού φόρτου που επωμίστηκαν όσοι πολέμησαν στα χαρακώματα και είχαν την "τύχη" -ή την ατυχία- να επιζήσουν.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία χρονολογικά επίπεδα: ένα προπολεμικό, ένα πολεμικό και ένα μεταπολεμικό. Στο πρώτο, εν έτει 1910 ο Άγγλος πρωταγωνιστής Στίβεν επισκέπτεται ένα εργοστάσιο υφασμάτων στη Γαλλία με σκοπό να συλλέξει γνώσεις για τον τομέα του. Ο παράφορος, όμως, έρωτας που θα νιώσει για την Ιζαμπέλ, τη γυναίκα του εργοστασιάρχη, θα ανατρέψει τα σχέδιά του.

Στο δεύτερο χρονολογικό επίπεδο που περιλαμβάνει τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου από το 1916 ως το 1918, ο συγγραφέας επιδίδεται σε περιγραφές πολεμικές, όσο και ψυχολογικές με πρωταγωνιστές τον Στίβεν και άλλους Άγγλους που πολεμούν στα χαρακώματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι με μία μικρή εξαίρεση στο τέλος του βιβλίου, όλες οι περιγραφές αφορούν τη σκοπιά των Άγγλων στον πόλεμο και σε πολύ μικρότερο βαθμό εκείνη των Γάλλων ή των αντιπάλων τους Γερμανών.

Το τρίτο χρονολογικό επίπεδο, εν έτει 1978, το οποίο ο συγγραφέας εναλλάσσει με το δεύτερο, περιλαμβάνει τις προσπάθειες της Ελίζαμπεθ Μπένσον, εγγονής του Στίβεν, να ανακαλύψει τις ρίζες της και να βρει τον δρόμο της στη ζωή, μέσα από τις ημερολογιακές αφηγήσεις του παππού της για τον Μεγάλο Πόλεμο.

Παρά τις φρικιαστικές και γλαφυρώς ρεαλιστικές περιγραφές του πολέμου, το βιβλίο τελειώνει αισιόδοξα στέλνοντας ένα ισχυρό αντιπολεμικό μήνυμα. Η απόγνωση που νιώθουν συχνά οι κεντρικοί χαρακτήρες για μία σύγκρουση που δεν τελειώνει έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη θέλησή τους για ζωή. Το ίδιο συμβαίνει με το δράμα των απλών οπλιτών για τις συνθήκες διαβίωσης στα χαρακώματα και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν καθημερινά με την αίσθηση ευθύνης που βαρύνει τους ώμους των αξιωματικών για τους άντρες τους.

Ο Σ.Φ. θέλει να προβάλει, πάνω απ' όλα, μία παραμελημένη πτυχή του πολέμου, εκείνη του φάσματος της τρέλας, της επώδυνης και επίμονης μνήμης, αλλά και των τεράστιων ψυχολογικών προβλημάτων με τα οποία ήρθαν αντιμέτωποι οι επιζώντες των χαρακωμάτων. Αυτό αναδεικνύεται περαιτέρω με την αντίθεση μεταξύ της "φυσιολογικής" ζωής πριν και μετά από τον πόλεμο, με όλη την "ανωμαλία" που περιλάμβανε η ζωή κάτω από τη γη, στα χαρακώματα, σαν τους αρουραίους. 

Πιο βαθιά ανθρώπινη από ποτέ και με μια αλήθεια που σοκάρει, συγκλονίζει τον αναγνώστη η έκκληση στον Θεό που ο συγγραφέας βάζει στον στόμα των ηρώων του και η οποία απηχεί τις πραγματικές σκέψεις ενός άντρα που πολεμάει μέρα και νύχτα και θέλει πάση θυσία να επιστρέψει στο σπίτι του ζωντανός:

"Ας πεθάνουν εκείνοι, προσευχήθηκε, με κάποια ντροπή. Ας πεθάνουν εκείνοι, αλλά σε παρακαλώ, Θεέ μου, ας ζήσω εγώ".

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Σύντομη ιστορία ενός κράτους με ισχυρή εθνική συνοχή: Ινδονησία


  

Πώς γίνεται, άραγε, η πιο γεωγραφικά κατακερματισμένη χώρα στον κόσμο, η Ινδονησία, να έχει αποτελέσει σήμερα παράδειγμα προς μίμηση σε ότι αφορά την εθνική συνείδηση των κατοίκων της; Μάλιστα, τα εύσημα που ανήκουν στη χώρα, δικαιολογούνται ακόμη περισσότερο αν σκεφτούμε ότι η χώρα διαθέτει περισσότερα από 18.000 νησιά, έναν πληθυσμό 265 εκατομμυρίων κατοίκων ο οποίος διαιρείται σε 300 φυλές και ομιλεί πάνω από 700 διαφορετικές γλώσσες! Μόνο στην Παπούα-Νέα Γουινέα ομιλούνται περισσότερες! 

Η θρησκεία δεν αποτελεί μεγάλο διχαστικό παράγοντα, αφού το 85% περίπου των κατοίκων να είναι μουσουλμάνοι, με τους υπόλοιπους να είναι κυρίως χριστιανοί και ελάχιστοι βουδιστές και ινδουιστές.

Κι όμως. Η χώρα αυτή έχει οικοδομήσει σήμερα μία σαφή εθνική ταυτότητα και οι κάτοικοί της δεν χρειάζονται κανένα "ωραιοποιημένο εθνικιστικό αφήγημα" προκειμένου να νιώσουν ασφαλείς και ενωμένοι. Ας δούμε όμως, εν τάχει, ορισμένους σημαντικούς σταθμούς στην αξιοπρόσεκτη αυτή χώρα.

Τα νησιά της Ινδονησίας αποικίστηκαν τον 16ο αιώνα αρχικά από Πορτογάλους, γρήγορα όμως πέρασαν στα χέρια των πιο δραστήριων και πανούργων Ολλανδών. Η αποικία έγινε γρήγορα γνωστή ως Ολλανδικές Αντίλλες, ή Ολλανδικές Δυτικές Ινδίες και ήταν κυρίως σταθμοί προμήθειας μπαχαρικών για τους Ευρωπαίους, με την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών να κάνει χρυσές δουλειές. 

Όμως, παρά τα σχολεία, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα συστήματα άρδευσης που ίδρυσαν οι Ολλανδοί στην Ινδονησία, η ολλανδική κατοχή αποτιμάται ως ιδιαίτερα σκληρή, αφού ο πληθυσμός της αποικίας υπερέβαινε κατά πολύ εκείνον της μικρής ολλανδικής μητρόπολης και, κατά συνέπεια, το ίδιο και οι δυνατότητες ελέγχου και αξιοποίησης μιας τόσο μεγάλης χώρας.

Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η χώρα πέρασε στην κατοχή των Ιαπώνων, οι οποίοι επεκτείνονταν ραγδαία στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η Ινδονησία, ενώ δεν δεν έλαβε χώρα εκεί καμία μεγάλη μάχη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε, εντούτοις, εκατομμύρια νεκρούς κατά τη διάρκειά του, και αυτούς κυρίως από λιμό. Τρία περίπου εκατομμύρια αφέθηκαν να λιμοκτονήσουν από τους Ιάπωνες, εκτός από τη σεξουαλική βία που υπέστησαν στα χέρια των κατακτητών δεκάδες χιλιάδες γυναίκες. Επιπροσθέτως, χιλιάδες άνδρες στρατολογήθηκαν από τους Ιάπωνες σε καταναγκαστική εργασία.

Όταν η χώρα, μετά από την ήττα της Ιαπωνίας στον πόλεμο, ξαναπέρασε στην  ολλανδική κατοχή, τα εθνικιστικά κινήματα αυτονομίας των Ινδονήσιων είχαν γίνει πολύ ισχυρά, όπως άλλωστε και παντού στον υπόλοιπο κόσμο όπου η αποικιοκρατία κατέρρεε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ομολογουμένως, η ολλανδική κυβέρνηση δεν χειρίστηκε καθόλου καλά το θέμα: έως ότου η χώρα να αποκτήσει τελικά επισήμως την ανεξαρτησία της -το 1949 και μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια, δηλαδή το 1945, που είχε αποκτήσει τον πρώτο της πρόεδρο, τον Σουκάρνο- δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους, ενώ εκατομμύρια είχαν εκτοπιστεί. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι η Ολλανδία διατήρησε τον έλεγχο των φυσικών πόρων της Ινδονησίας μέσω της εταιρείας Shell Oil για αρκετά χρόνια μετά το 1949 και ότι οι Ολλανδοί δεν παρέδωσαν στην ινδονησιακή κυριαρχία το δυτικό μισό του νησιού της Νέας Γουινέας. 

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να επικρατήσει χάος στη χώρα μεταπολεμικά με την Ινδονησία να διαιρείται και πάλι το 1965 κατά τη διάρκεια της Κομμουνιστικής Εξέγερσης. Μετά τα αιματηρά επεισόδια μεταξύ της Κυβέρνησης και των Κομμουνιστών- τα οποία στοίχισαν τουλάχιστον μισό εκατομμύριο νεκρούς- αναδείχθηκε Πρόεδρος το 1968 ο Σουχάρτο, ο οποίος κράτησε την εξουσία ως το 1998. Παρά την εκτεταμένη διαφθορά που επικράτησε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του και την τριακονταετία της στυγνής στρατιωτικής δικτατορίας που επιβλήθηκε στους κατοίκους, η Ινδονησία κατάφερε να πραγματοποιήσει τις πρώτες ελεύθερες εκλογές της μόλις το 1999. Από τότε, όμως, οι Ινδονήσιοι έχουν κάνει τεράστια βήματα στη δημιουργία ενός ισχυρού αισθήματος εθνικής ταυτότητας. Και αυτό οφείλεται στην περηφάνια που νιώθουν οι Ινδονήσιοι για την αποτίναξη του ολλανδικού ζυγού κατά τη διάρκεια του Αγώνα ανεξαρτησίας τους, αλλά και στην εκδοχή της μαλαϊκής γλώσσας-η οποία ανήκει στην αυστρονησιακή οικογένεια- η οποία λειτουργεί επίσης συγκολλητικά.

Έτσι, λοιπόν, μετά την, ομολογουμένως, εξαιρετικά ταραχώδη ιστορία τους, οι Ινδονήσιοι έχουν κάθε δικαίωμα να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον της χώρας τους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Gaston Dorren, Βαβέλ, Ο γύρος του κόσμου σε 20 γλώσσες, εκδ. Μεταίχμιο, 2021

-Jaret Diamond, Έθνη σε αναταραχή, εκδ. Διόπτρα, 2021

-Keith Lowe, Ο φόβος και η ελευθερία, εκδ. ψυχογιός, 2018

Η υποχώρηση της πανώλης τον 19ο αιώνα


 

Η πανώλη ή ο Μαύρος Θάνατος όπως είναι ευρέως γνωστή η φοβερή αυτή ασθένεια εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ιστορία το 541 μ.Χ. στο Πηλούσιο του Δέλτα του Νείλου στην Αίγυπτο. Κατόπιν πέρασε στην Ασία, στο Βυζάντιο και την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου έμεινε γνωστή ως η "πανώλη του Ιουστινιανού", πριν εξαφανιστεί τελικώς  το 755 αφήνοντας πίσω της γύρω στα 20-50 εκατομμύρια θύματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχαιότητα η ύπαρξη της συγκεκριμένης ασθένειας δεν επιβεβαιώνεται, καθώς σύμφωνα με νεότερες έρευνες ο λοιμός του Περικλή στην Αθήνα του 429 π.Χ. δεν ήταν εν τέλει πανώλη, όπως υπέθεταν άλλοτε οι ερευνητές, αλλά τυφοειδής πυρετός.

Η δεύτερη επανεμφάνιση της πανώλης χρονολογείται στην Κεντρική Ασία το 1330 και φθάνει στην Ευρώπη το 1347 πρώτα στη Γένουα-από καράβι που ήλθε από τη γενουατική αποικία του Καφφά στη Μαύρη Θάλασσα, μία πόλη την οποία πολιορκούσαν οι Μογγόλοι- και την ιταλική χερσόνησο και κατόπιν σταδιακά σε όλον τον κόσμο. 

Αυτό το πρώτο κύμα υπήρξε σφοδρότατο ως το 1353, οπότε και εκτιμάται ότι σκότωσε περίπου τον μισό ή το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της Ευρώπης. Κατόπιν οι επανεμφανίσεις της ασθένειας υπήρξαν τοπικές και περιοδικές, πολλές φορές όμως ήταν εξίσου σφοδρές με την πρώτη, πριν αυτή εξαφανιστεί εντελώς από τον δυτικό κόσμο το 1743. 

Τα κυριότερα ξεσπάσματά της μετά από το πρώτο κύμα, ήταν στη Νάπολη το 1656, στο Λονδίνο το 1665-66, στη Βενετία το 1578 και μετά πάλι το 1629-30, στη Μασσαλία το 1720 και, τέλος, στη Σικελία το 1743.

Η τρίτη πανδημία ή η σύγχρονη πανώλη, όπως αποκαλείται, ξεκίνησε και πάλι από την Κεντρική Ασία το 1855 και υποχώρησε ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά έπληξε μονάχα τον Τρίτο Κόσμο και ιδίως την Κίνα και την Ινδία. Στην Αμερική θεωρείται ακόμη και σήμερα ενδημική, ενώ η επανεμφάνισή της στη σύγχρονη εποχή δεν έχει εξαλειφθεί, αφού ακόμη και στον 21ο αιώνα σημειώνονται θάνατοι στα αναπτυσσόμενα μέρη του κόσμου εξαιτίας της.

Η δεύτερη εμφάνιση της πανώλης ήταν η πιο φοβερή από τις τρεις και ήταν αυτή που μας κληροδότησε την ονομασία με την οποία η ασθένεια καθιερώθηκε τον 18ο αιώνα, ως "Μαύρος Θάνατος",δηλαδή, από τα μαύρα σημάδια που αφήνει στο δέρμα των πασχόντων. Πώς όμως υποχώρησε τελικά η πανώλη μετά από τέσσερις ολόκληρους αιώνες; Τρεις λόγοι φαίνεται πως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε αυτό.

Όπως είναι γνωστό, ο βάκιλος της πανώλης ευδοκιμεί στους ψύλλους των αρουραίων με το τσίμπημα των οποίων μεταδίδεται στον άνθρωπο. Συγκεκριμένα ο ψύλλος Ξενόψυλλα του Χέοπος είναι υπεύθυνος για τη μετάδοσή του από τα ποντίκια στους ανθρώπους, ενώ μέσω του κοινού ψύλλου των ανθρώπων μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ως τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη υπήρχε ο γηγενής μαύρος αρουραίος ο οποίος συμβίωνε συχνά μαζί με τους ανθρώπους, εξαιτίας του φιλικού χαρακτήρα του, αλλά και εξαιτίας, όπως εξυπακούεται, των συνθηκών υγιεινής στην Ευρώπη του Μεσαίωνα.

 Στις αρχές, όμως του 18ου αιώνα, έφτασε στην Ευρώπη ο καφέ νορβηγικός αρουραίος (Rattus Norvegicus) από την Ανατολή, ο οποίος εκτόπισε τον μαύρο (Rattus rattus). Αυτός ο αρουραίος είναι πιο άγριος από τον μαύρο και έχει την τάση να κρύβεται και να απομονώνεται από τους ανθρώπους. Έτσι λοιπόν, αφού ο καφέ αρουραίος έμενε μακριά από τους ανθρώπους, μειώθηκε συνακόλουθα και ο κίνδυνος μετάδοσης της νόσου από τους ψύλλους που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο πρώτος παράγοντας που οδήγησε στην εξάλειψη του δεύτερου κύματος της πανώλης.

Δεύτερον, το κλίμα έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο σε αυτό, αφού τον 18ο αιώνα κορυφώθηκε η Μικρή Εποχή των Παγετώνων με μία έξαρση χαμηλών θερμοκρασιών, η οποία μοιραία οδήγησε στην αδράνεια του βάκιλου της πανώλης, αφού αυτός ευδοκιμεί καλύτερα στα θερμότερα κλίματα.

Τέλος, στην εξαφάνιση της πανδημίας ρόλο έπαιξαν και οι εμφανείς βελτιώσεις στον τομέα της υγιεινής, βελτιώσεις που απομόνωσαν περαιτέρω τους ανθρώπους από τα τρωκτικά. Αυτές αφορούσαν χωριστούς τόπους αποθήκευσης των δημητριακών από τις ανθρώπινες κατοικίες και την αντικατάσταση της αχυρένιας σκεπής από κεραμιδένια, με την τελευταία να είναι λιγότερο φιλόξενη για τις φωλιές των ποντικιών. Επίσης η αντικατάσταση στο υλικό των δαπέδων των κατοικιών από λάσπη σε τσιμέντο, έπαιξε κι αυτή τον ρόλο της, μαζί με τη μείωση του όγκου των ακαθαρσιών στον δρόμο από τη βυρσοδεψία και τα ανθρώπινα ούρα και περιττώματα.

Βέβαια, εκτός από τους παραπάνω λόγους, ίσως και άλλοι παράγοντες να διαδραμάτισαν μικρό ρόλο στην εξάλειψη της πανώλης τον 18ο αιώνα, όπως η βελτίωση της διατροφής των Ευρωπαίων και τυχόν μεταλλάξεις του βάκιλου. Έκτοτε,  η πανώλη αποτελούσε απειλή κυρίως του Τρίτου Κόσμου, χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί σήμερα η επανεμφάνισή της και στον Δυτικό αναπτυγμένο Κόσμο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Frank M. Snowden, Επιδημίες και Κοινωνία, Από τον Μαύρο Θάνατο μέχρι σήμερα, εκδ. Πατάκη, 2021

-Κώστας Κωστής, Στον καιρό της πανώλης, εκδ. ΠΕΚ, 2013

-Τοmas Krause, Το ταξίδι των γονιδίων μας, εκδ. Διόπτρα, 2021


ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ, 14ος - 19ος ΑΙΩΝΑΣ

Χριστόφορος Σεμέργελης, Μία θάλασσα, δύο πατρίδες, εκδ. Κέδρος, 2021, σελ.375

 


Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας και βραβευμένος διηγηματογράφος Χριστόφορος Σεμέργελης από  τον Βόλο καταθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα το οποίο ασχολείται με μία σχετικά άγνωστη, για το ευρύ κοινό, πτυχή της τοπικής ιστορίας της Θεσσαλίας.

Το Μία θάλασσα, δύο πατρίδες αναφέρεται στον ξεσηκωμό των κατοίκων του Πηλίου το 1878 και στην τελική απόκτηση της ελευθερίας της περιοχής μετά από το συνέδριο του Βερολίνου και την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας στο νεοελληνικό κράτος το 1881.

Τέτοιου είδους γεγονότα που άπτονται του τομέα της τοπικής ιστορίας, ιδίως όσα αφορούν επαναστάσεις κατά των Οθωμανών, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους στις αλύτρωτες ακόμη περιοχές, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές, αν εξαιρέσουμε τον Μακεδονικό Αγώνα και κάποιες κρητικές επαναστάσεις.

Ο άγνωστος αγώνας των Πηλιοριετών, η καταστροφή της Μονής της Αγίας Τριάδας στη Σουρβιά στο βόρειο Πήλιο και η μάχη στη Μακρινίτσα αποτελούν τέτοια άγνωστα σχετικά, μα τραγικά και ηρωικά κομμάτια της ελληνικής ιστορίας της Θεσσαλίας. Αυτά ακριβώς, μεταξύ άλλων, περιγράφει ο Χριστόφορος Σεμέργελης στο βιβλίο του το οποίο δικαίως χαρακτηρίζει ως ιστορικό μυθιστόρημα, αφού η έρευνα που διεξήγαγε για τη συγγραφή του, είναι ολοφάνερη από την πρώτη κιόλας σελίδα. Ακολουθεί δε τον βασικό κανόνα του ιστορικού μυθιστορήματος που θέλει τους περισσότερους από τους  βασικούς πρωταγωνιστές να μην είναι αληθινά ιστορικά πρόσωπα,  αλλά να πλαισιώνονται από πραγματικά που άλλαξαν πολλές φορές τον ρου της Ιστορίας.

Έτσι λοιπόν και στο Μία θάλασσα, δυο πατρίδες ο κεντρικός φανταστικός ήρωας, ο Γουίλιαμ, ένας Φραγκολεβαντίνος εκ Σμύρνης που επιδίδεται σε παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων με τις αγγλικές αρχές της Σμύρνης, πλαισιώνεται από σπουδαίες αληθινές προσωπικότητες όπως είναι ο φιλέλληνας και δημοσιογράφος Κάρολος Ογλ και ο πρόξενος του Βόλου Μπόρελ.

Ο Γουίλιαμ θα βρεθεί εν έτει 1878 για δουλειά στη γενέτειρα του πατέρα του, το Πήλιο, όμως η απροσδόκητη κήρυξη της επανάστασης των Πηλιοριετών κατά της οθωμανικής κυριαρχίας στο πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου θα θέσει σε κίνδυνο τις επιδιώξεις του και θα αλλάξει όλα του τα σχέδια. Θα αναγκαστεί να πολεμήσει, αλλά θα γνωρίσει και τον έρωτα στο πρόσωπο μιας όμορφης Θεσσαλής, της Δήμητρας. Θα καταφέρει, εν τέλει, να φέρει σε πέρας τη ριψοκίνδυνη αποστολή του;

Ο Χριστόφορος Σεμέργελης προσφέρει στον αναγνώστη μία πλήρη τοιχογραφία της Σμύρνης των τελών του 19ου αιώνα, πριν από την Καταστροφή, αλλά μας συστήνει παράλληλα και ένα σημαίνον, αλλά παραμελημένο, γεγονός της ελληνικής ιστορίας: την επανάσταση και τον αγώνα που διεξήγαν οι Θεσσαλοί προτού αποφασιστεί η ένωση της περιοχής με το ελληνικό κράτος το 1881.

 Αναμφίβολα πρόκειται για μία προσάρτηση για την οποία νομίζουν, πολλοί από εμάς, ότι συνέβη αναίμακτα, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Επιπλέον, οι περισσότεροι αναγνώστες δεν θα έχουν ακούσει ποτέ στη ζωή τους τον περίφημο φιλέλληνα Άγγλο Κάρολο Ογλ, ο οποίος έδωσε τη ζωή του στο βωμό της δικής μας ελευθερίας. Την εποχή που διεξαγόταν ο Μακεδονικός Αγώνας, επομένως, κι άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως η Θεσσαλία, βάφονταν με αίμα, προκειμένου να καταφέρουν να ενωθούν κι αυτές με το νεοϊδυθέν ελληνικό κράτος.

Η γραφή του Σεμέργελη ρέει αρμονικά, χωρίς μακροσκελείς περιγραφές και περιττούς εξωραϊσμούς και η υπόθεση με τις ανατροπές της καθηλώνει τον αναγνώστη.

Το Μία θάλασσα, δύο πατρίδες εκπληρώνει στο ακέραιο τους δύο σκοπούς που θέτει το ιστορικό μυθιστόρημα: συνδυάζει την αναγνωστική απόλαυση και μία συναρπαστική υπόθεση με την ιστορική γνώση, μία γνώση που προσφέρεται απλόχερα αλλά και με τρόπο ανάλαφρο στον αναγνώστη. Γι' αυτούς τους λόγους, επομένως, το βιβλίο του Χριστόφορου Σεμέργερλη αξίζει να διαβαστεί.