Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

Raynor Winn, Το μονοπάτι του αλατιού, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, μετ. Γ. Αρβανίτη, σελ. 406

 

https://www.klidarithmos.gr/to-monopati-tou-alatiou

 "Λέγεται ότι το Μονοπάτι της Νοτιοδυτικής Ακτής χαράχτηκε από τους άντρες της ακτοφυλακής για να ελέγχουν τις αμέτρητες σπηλιές και τους όρμους στις περιπολίες τους για λαθρεμπόρους. Αλλά οι πολλές αρχαίες ιστορικές τοποθεσίες που αναφέρονται σε κάθε τουριστικό οδηγό ή τουριστικό φυλλάδιο υποδηλώνουν ότι τμήματά του χρησιμοποιούνταν ήδη από τον άνθρωπο από αρχαιοτάτων χρόνων".

Οι περισσότεροι από τους Έλληνες αναγνώστες δεν θα έχουν ακουστά την ύπαρξη αυτού του μονοπατιού στην Κορνουάλη της Μεγάλης Βρετανίας. Το Μονοπάτι της Νοτιοδυτικής Ακτής δεν είναι άλλοι από το Το Μονοπάτι του Αλατιού, όπως είναι και οι τίτλος του βιβλίου της Raynor Winn. 

Αυτό το θαλασσοδαρμένο και απόκρημνο μονοπάτι θα διασχίσει πεζή με κόπο το αγαπημένο μεσήλικο ζευγάρι που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο, ο Μοθ και η αφηγήτρια Ρέινορ, με σκοπό να βρουν τον προορισμό τους στη ζωή. Τελικά το ταξίδι τους θα εξελιχθεί σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

Ο  Μοθ και η Ρέινορ είναι ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι. Ζει σε ένα αγρόκτημα, νοικιάζοντας ενίοτε τη γη του για οικογενειακές διακοπές. Έζησε εκεί σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Εκεί μεγάλωσε τα παιδιά του, εκεί είχε τα ζώα του και αυτή τη γη θεωρούσε πατρίδα του, ζυμωμένη με τις αναμνήσεις και τα προσωπικά του βιώματα. Όλα όμως στη ζωή φαίνεται πως έχουν ένα τέλος. Το ζευγάρι θα βρεθεί άστεγο εξαιτίας ενός τραγικού λάθους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μοθ μαθαίνει ότι πάσχει από μία ανίατη εκφυλιστική ασθένεια και οι γιατροί δεν του δίνουν μεγάλο προσδόκιμο ζωής.

Ποιες είναι οι επιλογές για τους δύο μεσήλικες; Πώς θα καταφέρει να ζήσει το ζευγάρι αφού δεν χάνει μονάχα το σπίτι του αλλά και τη δουλειά του; Πώς θα αντιμετωπίσει η Ρέινορ αυτό που φοβάται περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, την επικείμενη, δηλαδή, απώλεια του αγαπημένου συζύγου της; 

Η λύση θα αποδειχτεί η ίδια η φύση, η οποία έχει την απίστευτη ικανότητα να επουλώνει όλες τις πληγές. Το ζευγάρι, αντί να καταφύγει στη στέγη της Κοινωνικής Πρόνοιας ή να φορτωθεί σε φίλους, επιλέγει τον δύσκολο, μα και θεραπευτικό συνάμα δρόμο της οδοιπορίας στη φύση. Και τελικά, η υπομονή και η επιμονή του να μην καταθέσει τα όπλα με την πρώτη δυσκολία θα τους ανταμείψει.

Οι δυσκολίες, φυσικά, δεν θα είναι λίγες."Είχαμε πέσει από τον σύγχρονο πολιτισμό σε μια κατάσταση απλής ύπαρξης, επιβίωσης", αυτό ομολογεί η Ρέινορ, όταν συνειδητοποιεί ότι έχει χάσει πλέον όλα όσα θεωρούσε μέχρι πρότινος δεδομένα: το άφθονο φαγητό, τη ζέστη, το ζεστό μπάνιο και την κανονική τουαλέτα με καζανάκι.

Το χειρότερο απ' όλα όμως είναι η απέχθεια που τρέφει ο περισσότερος κόσμος για τους πρόσφυγες. "Αλήτισσα, άστεγη αλήτισσα", θα την αποκαλέσει κάποιος περαστικός χωρίς δισταγμό. Η προκατάληψη που τρέφουν οι περισσότεροι για τους άστεγους φαίνεται ολοκάθαρα στο παρακάτω απόσπασμα:

"Ο λόγος που οι άνθρωποι φοβούνται τους άστεγους είναι και σήμερα αυτός που ήταν ανέκαθεν: η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι ένας άστεγος πρέπει οπωσδήποτε να είναι ή αλκοολικός ή ναρκομανής ή διανοητικά διαταραγμένος. Παρότι αυτά τα προβλήματα αφθονούν στην κοινότητα των αστέγων, είναι εξίσου πιθανό να προκύπτουν από την έλλειψη στέγης όσο και το να αποτελούν την αιτία της".

 Επιπροσθέτως, η Ρέινορ έχει να διαχειριστεί και την επικείμενη προσωπική της απώλεια:

"Πότε αποδέχεσαι ότι ένας άνθρωπος που αγαπάς είναι άρρωστος; Όταν σου το πει ο γιατρός ή όταν το δεις με τα ίδια σου τα μάτια; Και όταν εντέλει το αποδεχτείς, τότε τι κάνεις; Οι περισσότεροι λογικοί άνθρωποι θα περιποιούνταν από ένστικτο τον άνθρωπό τους, θα ανακούφιζαν τον πόνο του, θα φρόντιζαν να μην ταλαιπωρείται. Εγώ  δεν έκανα τίποτε απ' όλα αυτά. Εγώ δεν μπορούσα να το αποδεχτώ, οπότε έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν ήταν αλήθεια".

Ένα βιβλίο-ύμνος για τη φύση που θεραπεύει τις πληγωμένες ψυχές και τον ίδιο τον άνθρωπο, ένα βιβλίο για την απώλεια, αλλά και για το πρόβλημα των αστέγων στη σύγχρονη Ευρώπη και συγχρόνως ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Όλα αυτά μπορεί να διατείνεται ότι είναι Το Μονοπάτι του Αλατιού, ένα πρωτότυπο ανάγνωσμα το οποίο βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία που βίωσε η συγγραφέας και αξίζει να διαβαστεί προκειμένου να μας ταξιδέψει στα μελαγχολικά φθινοπωρινά και θαλασσοδερμένα τοπία της Κορνουάλης.


Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Σωτήρης Δημητρίου, Ουρανός απ' άλλους τόπους, εκδ. Πατάκη, 2021, σελ.577

 

https://www.patakis.gr/product/648336/vivlia-logotexnia-ellhnikh-logotexnia/Ouranos-ap-allous-topous/

Στα χνάρια τις προφορικής καταγραφής κινείται το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου με τίτλο Ουρανός απ' άλλους τόπους, το οποίο μπορεί να αποδειχτεί παράδεισος για τους λαογράφους και τους ερευνητές της ντοπιολαλιάς της ορεινής Ηπείρου. Κι αυτό διότι είναι όλο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο στο συγκεκριμένο ιδίωμα, κάνοντας έτσι ακόμη πιο παραστατική την αφήγηση της Αλέξως, της σχεδόν αιωνόβιας αφηγήτριας από τη Βόρεια Ήπειρο, η οποία όμως βρίσκεται τώρα στην Ηγουμενίτσα.

Δεν πρόκειται όμως για μία αφήγηση, αλλά για εκατό περίπου μικρότερες, γραμμένες όλες σε ένα στυλ που θα μας θυμίσει Παπαδιαμάντη. 'Ετερες αφηγήσεις από τη ζωή της Αλέξως έχουμε συναντήσει σε κάποια διηγήματα του Δημητρίου.

Οι  μικρές αυτές αφηγήσεις, που αποτελούν ουσιαστικά τη βιογραφία της Αλέξως, έχουν-πλην της λογοτεχνικής- μεγάλη συναισθηματική, ιστορική, αλλά κυρίως λαογραφική σημασία. Εδώ περιγράφεται ανάγλυφα η ζωή ενός ορεινού χωριού της Ηπείρου στον 20ο αιώνα, η φτώχεια, τα παραιπόμενα του Εμφυλίου, της Κατοχής, η σκληρή αγροτική ζωή, ο κίνδυνος των ασθενειών, η ξενιτειά, ο ανταγωνισμός, αλλά και οι μικρότητες που κυριαρχούν στην καθημερινότητα ενός κατοίκου σε ένα τέτοιο μέρος.

Η μορφή της μητέρας της Αλέξως κατέχει κομβικό ρόλο στο βιβλίο: ο άδικος φόνος της θα στοιχειώνει ανεπανόρθωτα τη γυναίκα αυτή για όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Σαν θραύσμα μνήμης από άλλη εποχή, ο Δημητρίου συνθέτει μία ολοκληρωμένη τοιχογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ηπείρου, καταγράφοντας στις σελίδες του βιβλίου του και δημοτικά τραγούδια, καθώς και ποιήματα της περιοχής. Η αγάπη του συγγραφέα για τον τόπο του μπορεί να αντανακλάται στα λόγια της Αλέξως, ο ίδιος όμως ο συγγραφέα παραμένει αθέατος στη σκιά της ηλικιωμένης γυναίκας: σε κανένα σημείο του μονολόγου της ο αναγνώστης δεν αφήνεται να υποθέσει ότι δεν είναι η Αλέξω αυτή που μιλάει. Αυτό ακριβώς είναι το αριστοτεχνικό στο βιβλίο του Δημητρίου: φέρνει στους αναγνώστες του Ουρανούς από άλλους τόπους, καταφέρνοντας να εκμηδενίσει τον δικό του ρόλο στις σελίδες του. Για τόσο αυθόρμητη καταγραφή της ζωής της πρόκειται!

Πάνω απ 'όλα όμως, πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο διατηρεί αναλλοίωτη όλη την αρχέγονη ομορφιά του γλωσσικού ηπειρώτικου ιδιώματος, τόσο καλά δουλεμένου λογοτεχνικά από τον συγγραφέα. Είναι, οπωσδήποτε, κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό μυθιστόρημα που τον πρώτο λόγο στις σελίδες του έχει τόσο η Αλέξω, η γυναίκα της Ηπείρου και ο άνθρωπος, όσο και η πολύπαθη γη της Ηπείρου.

Χαβιέρ Μαρίας, Έτσι αρχίζει το κακό, εκδ. Πατάκη, 2021, σελ. 620


 https://www.patakis.gr/product/648169/vivlia-logotexnia-pagkosmia-logotexnia/Etsi-arxizei-to-kako/

 

Ως ψυχογράφημα που παίζει με τις ενοχές και τις μνήμες των ανθρώπων μπορεί να χαρακτηριστεί το Έτσι αρχίζει το κακό του γνωστού και βραβευμένου συγγραφέα από τη Μαδρίτη, Χαβιέρ Μαρίας.

"Έτσι αρχίζει το κακό και το χειρότερο μένει πίσω", μας παραδίδει ο στίχος του Σαίξπηρ στον Άμλετ και έτσι μας λέει και ο Χαβιέρ στο βιβλίο του. Πρόκειται για μία ρήση η οποία επιβεβαιώνεται αν σκεφτούμε τη φρανκική δικτατορία στην Ισπανία, της οποίας το χειρότερο μέρος έμεινε, ίσως, πίσω, αλλά οι συνέπειές του δεν έχουν πάψει ακόμη να επηρεάζουν τη σύγχρονη Ισπανία.

Ο Χαβιέρ Μαρίας ανάγει ένα προσωπικό οικογενειακό δράμα στο δράμα που έζησε ένα ολόκληρο έθνος με τη δικτατορία. Πρόκειται για ατιμώρητα εγκλήματα, προδοσίες, ενοχές και παρατυπίες που καλύφθηκαν και περιμένουν ακόμα την κατάλληλη στιγμή για να δουν τα φώτα της δημοσιότητας. Τι σχέση έχουν, όμως, όλα αυτά με την υπόθεση του βιβλίου και πώς μπορεί όμως να επηρεάσει μία εθνική τραγωδία τη ζωή μιας οικογένειας;

Όλα ξεκινούν όταν ο  Χουάν ντε Βέρε προσλαμβάνεται από έναν ελάσσονα σκηνοθέτη, τον Εντουάρντο Μουριέλ, στο σπίτι του για εκπαίδευση τη δεκαετία του 1980. Επειδή όμως μένει στο σπίτι του, η δημιουργία δεσμών με τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου του σκηνοθέτη καθίσταται αναπόφευκτη. Και πρώτα πρώτα τη γυναίκα του Μπεατρίθ, μια φινετσάτη καλλονή με αυτοκτονικές και καταθλιπτικές τάσεις, η οποία δεν τιμάει το στεφάνι της τόσο όσο είναι απαραίτητο. Αυτή θα αποδειχτεί, εν τέλει, το κομβικό πρόσωπο του μυθιστορήματος. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το παράξενο αυτό ζευγάρι θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του Χουάν, ο οποίος θα παίξει τον ρόλο του ερευνητή της σχέσης τους, αλλά και του ψυχολόγου ενίοτε.

Έτερο πρόσωπο κλειδί για την ιστορία αποτελεί ο φαινομενικά καλοκάγαθος παιδίατρος ο Χόρχε βαν Βέκτεν, ένας από τους εραστές της Μπεατρίθ. Ο Χόρχε κρύβει περισσότερα απ' όσα φαίνεται με την πρώτη ματιά με αμφισβητούμενη δράση κατά τα χρόνια του ισπανικού εμφυλίου. "Ξέρω καλά τι έκανες στον εμφύλιο..."Αυτό βάζει ο συγγραφέας τους πρωταγωνιστές του να απευθύνουν ο ένας στον άλλο και μας βάζει σε σκέψεις σχετικά με την απόκρυψη κάποιων εγκλημάτων κατά τη φρανκική περίοδο.

Ο μαθητευόμενος Χουάν θα κληθεί να εξιχνιάσει την ακριβή φύση της σχέσης- και των ανομολόγητων μυστικών που ενδεχομένως αυτή κρύβει- του παιδιάτρου με τη γυναίκα του εργοδότη του.

Δεν πρόκειται, πάντως, για την απλή αφήγηση της ιστορίας ενός ακόμη ερωτικού τριγώνου. Απεναντίας, τον Μαρίας τον απασχολούν πράγματα πολύ περισσότερο σημαντικά από την φαινομενικά απλή ιστορία ενός ταραγμένου γάμου. Ο Μαρίας επιχειρεί ένα σχόλιο στην ανθρώπινη φύση, ερευνώντας και αναλύοντας θέματα όπως το μεγάλωμα των παιδιών, την ψυχολογία των συζύγων και των αυτόχειρων, τις σχέσεις των δύο φύλων και την οπτική που έχουν το ένα για το άλλο.

Πέρα από την καθαρά ψυχολογική και ψυχογραφική διάσταση του μυθιστορήματος, η οποία είναι σημαντικότερη από τη μυθιστορηματική, το βιβλίο αποτελεί ένα καλά συγκαλυμμένο πολιτικό σχόλιο για τα παραιπόμενα της φρανκικής δικτατορίας, ένα κομβικό φαινόμενο στην ισπανική ιστορία, του οποίου οι συνέπειες δεν έχουν εξαλειφθεί μέχρι σήμερα.

Δεν πρόκειται, φυσικά, για ένα βιβλίο δράσης. Τα θετικά σημεία του βιβλίου δεν είναι οπωσδήποτε η γρήγορη πλοκή και η ευκολία της ανάγνωσης. Εξάλλου είναι κοινώς παραδεκτό ότι σε κάποια σημεία ο Μαρίας πλατειάζει και, ίσως για κάποιους, φλυαρεί. Όποιος αναγνώστης όμως έχει την υπομονή να ασχοληθεί με το εν λόγω βιβλίο θα αποζημιωθεί από τα υπέροχα σχόλια του συγγραφέα σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τον αριστοτεχνικό χειρισμό της πένας του. Και αυτά ακριβώς είναι που αξίζουν στο εν λόγω βιβλίο.

"Ο χρόνος των αυτοχείρων πρέπει να είναι παράξενος γιατί είναι αποκλειστικά στο χέρι τους να τον τερματίσουν, και είναι αυτοί που αποφασίζουν το πότε, δηλαδή τη στιγμή, που μπορεί να είναι λίγο πριν ή λίγο πιο αργά και δεν πρέπει να την καθορίσουν, ούτε να ξέρουν γιατί τώρα κι όχι πριν από κάποια δευτερόλεπτα ή μετά από λίγα παραπάνω...{...}"

 

 

Sofia Lundberg, Το κόκκινο καρνέ, εκδ. Διόπτρα, 2019, σελ.398

 

https://www.dioptra.gr/vivlio/xeni-logotexnia/to-kokkino-karne1697/

 

Το κόκκινο καρνέ της Sofia Lundberg κινείται στο στυλ των βιβλίων το Μικρό Παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο και Ο Εκατοντάχρονος που Πήδηξε από το Παράθυρο σε ό,τι αφορά τη γραφή, αλλά και τον ανάλαφρο και αισιόδοξο τόνο του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι και τα τρία προαναφερθέντα βιβλία είναι, πραγματικά, η προσωποποίηση της χαράς!

Οι πρωταγωνίστριες στο Κόκκινο καρνέ έχουν κάτι από τη γαλλική φινέτσα, παρόλο που η υπόθεση του μυθιστορήματος δεν διαδραματίζεται μονάχα στο Παρίσι και η πρωταγωνίστρια η Ντόρις κατάγεται από τη Σουηδία.

Ουσιαστικά το βιβλίο αποτελεί την αφήγηση της ζωής της Ντόρις με αφετηρία το έτος 1928, όταν αυτή ήταν δέκα ετών και ξεκίνησε τις καταγραφές της στο περίφημο κόκκινο καρνέ της. Η Ντόρις επιχειρεί μία αναδρομή στο παρελθόν της, μέσω αυτού του καρνέ. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όμως, του παρελθόντος εναλλάσσεται με το παρόν. Εδώ η Ντόρις είναι πλέον ηλικιωμένη και τη σκυτάλη στην αφήγηση παίρνει η ίδια η συγγραφέας.

Από τις καλλιτεχνικές γειτονιές της Μονμάρτης στο Παρίσι, ως την κοσμοπολίτικη Αμερική των μέσων του 20ου αιώνα, από τον Μεσοπόλεμο στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, από τις βρώμικες κουζίνες των πλοίων ως τις φανταχτερές πασαρέλες των νεόπλουτων, το Κόκκινο Καρνέ είναι ένα βιβλίο που δεν αφήνει απέξω καμία πτυχή της ανθρώπινης ζωής. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το  πως αφηγείται η ίδια η Ντόρις τη ζωή της στο Κόκκινο Καρνέ:

"...καθόμαστε παρέα, κάθε βράδυ, κουλουριασμένες στο γαλλικό μπαλκονάκι. Μιλούσαμε για βιβλία και καπνίζαμε. Τουλάχιστον δέκα τσιγάρα κάθε βράδυ, ήταν κι αυτό μέρος της δίαιτας που έπρεπε να κάνουμε. Τα χοντρά κορίτσια δεν έπαιρναν δουλειές και τα τσιγάρα- ή διαιτητικά τσιγάρα, όπως ήταν γνωστά τότε- ήταν το θαυματουργό φάρμακο της εποχής. Η νικοτίνη μας έκανε χαζοχαρούμενες, μας έκανε να χαχανίζουμε με πράγματα που δεν ήταν καν αστεία. Και μόλις έπαψαν να μας πιάνουν τα τσιγάρα, αρχίσαμε το κρασί. Το κρύβαμε σε μεγάλα φλιτζάνια τσαγιού για να μη μας πάρει χαμπάρι η κυρία που μας επέβλεπε".

Η Ντόρις, η οποία αποδεικνύεται εν τέλει μία εν δυνάμει συγγραφέας, είναι μία κοπέλα που δεν φοβάται να ζήσει τη ζωή της. Δεν λυγίζει στις αναποδιές και διαθέτει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα. Αναμφίβολα, τα πρόσωπα που την πλαισιώνουν στο βιβλίο, δεν αποδεικνύονται τόσο δυνατοί χαρακτήρες όσο η ίδια.

Κεντρικό σημείο στη ζωή της Ντόρις, αλλά και στο βιβλίο, αποτελεί ο έρωτας, και μάλιστα ο κεραυνοβόλος, ο καταδικασμένος, ο ανεκπλήρωτος, αλλά και αυτός που κρατάει ως τον θάνατο. Ο έρωτας θα αποτελέσει  το κίνητρο έτσι ώστε να κινηθεί η υπόθεση του βιβλίου, αλλά θα είναι και αυτός που θα συντροφεύει την Ντόρις ως το τέλος της πολυτάραχης ζωής της.

Το φινάλε του βιβλίου είναι απρόσμενο και εξαιρετικά συγκινητικό, στέλνοντας το παθιασμένο μήνυμα ότι η αγάπη είναι το μοναδικό πράγμα που μετράει σε αυτή τη ζωή και θα πάρουμε μαζί μας στην επόμενη. Ερωτική, φιλική, συναδελφική, γονεϊκή, ή αδελφική, η αγάπη είναι αυτή που παίζει τον σημαντικότερο ρόλο στη ζωή μας. Γι' αυτό και το βιβλίο τελειώνει βάζοντάς μας να αναρωτηθούμε αν δώσαμε αρκετή αγάπη σε αυτή τη ζωή:

"Κάτω από κάθε ταφόπλακα αναπαύεται η αγάπη. Πάρα πολλή αγάπη. Ματιές που βγάζουν εκτός ισορροπίας μια ολόκληρη ζωή. Χέρια πλεγμένα στο παγκάκι ενός πάρκου. Το βλέμμα ενός γονιού στο νεογέννητο παιδί του. Μια φιλία τόσο δυνατή ώστε να μην έχει ανάγκη το ερωτικό πάθος. Δύο κορμιά που γίνονται ένα, ξανά και ξανά. Αγάπη. Είναι μια λέξη μονάχα, μα κρύβει μέσα της τόσο πολλά. Στο τέλος, το μόνο που μετρά είναι η αγάπη. Εσύ αγάπησες αρκετά;"