Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Silvia Moreno-Garcia, Mexican gothic, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.407, μεταφ.Ε. Τσιρώνη


 https://www.klidarithmos.gr/mexican-gothic

Ένα διαφορετικό, ιδιόρρυθμο μυθιστόρημα που ανήκει στο είδος της λογοτεχνίας του τρόμου, μας προσφέρει η Μεξικανή συγγραφέας Silvia Moreno-Garcia.

Στo πόνημά της, το οποίο τιτλοφορείται Mexican gothic, η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Μεξικό της δεκαετίας του 1950. Αυτό το γεγονός από μόνο του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες, αφού τους προσφέρει μια ασυνήθιστη και συναρπαστική υπόθεση η οποία διαδραματίζεται σε ένα μέρος του κόσμου για το οποίο οι Έλληνες δεν γνωρίζουν πολλά.

Η συγγραφέας ακολουθεί πιστά την παράδοση της Μαίρη Σέλεϊ, της Έμιλυ Μπροντέ, της Δάφνης ντε Μοριέ, της Αν Ράντκλιφ αλλά και του Λαβκραφτ και αποδεικνύεται αντάξια συνεχιστής του συγκεκριμένου είδους της λογοτεχνίας.

Σημαντικό ρόλο στο βιβλίο παίζουν ετερόκλητα στοιχεία, όπως οι μύκητες, ο ουροβόρος όφις, αλλά και οι θεωρίες ευγονικής που έλκουν τις ρίζες τους στον κοινωνικό δαρβινισμό του 19ου αιώνα.

Η Νοεμί είναι μία νεαρή Μεξικανή που χαίρεται και ξέρει να απολαμβάνει τη ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Όμορφη, δυναμική, ματαιόδοξη, αλλά συγχρόνως ξεροκέφαλη, ατίθαση και πεισματάρα, είναι μία γυναίκα πανέξυπνη και αποφασιστική σε μία εποχή μεταβατική σχετικά με τον ρόλο του γυναικείου φύλο στην κοινωνία του Μεξικού, το οποίο σχετικά πρόσφατα κέρδισε την ανεξαρτησία του από τους αποικιοκράτες.

Ο πατέρας της θα στείλει το Νοεμί στο παλιό αρχοντικό των Ντόιλ, μιας πανίσχυρης οικογένειας με αγγλικές ρίζες, προκειμένου να βοηθήσει την ξαδέλφη της την Καταλίνα η οποία είναι παντρεμένη με έναν από τους Ντόιλ και φαίνεται να αντιμετωπίζει έναν μυστηριώδη θανάσιμο κίνδυνο.

Η υπόθεση είναι άκρως αινιγματική και, τόσο το παλιό αρχοντικό, όσο και η ίδια η οικογένεια Ντόιλ κρύβουν θανάσιμα και επικίνδυνα μυστικά. Ο Χάουαρντ, ο υπέργηρος πάτερ-φαμίλιας, έχει το κλειδί του μυστηρίου, το οποίο καλείται να λύσει η Νοεμί, μαζί με τον πιο καταδεκτικό και πιο ευαίσθητο γιο της οικογένειας, τον Φράνσις, ξάδελφο του συζύγου της Καταλίνα, Βέρτζιλ.

Ο πραγματικός πρωταγωνιστής, όμως, δεν είναι ούτε η Καταλίνα, ούτε η Νοεμί, αλλά ούτε και κάποιος από την οικογένεια Ντόιλ. Αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής των σελίδων του βιβλίου είναι αντιθέτως, το ίδιο το στοιχειωμένο σπίτι, αλλά και οι παράξενοι οργανισμοί που διαβιούν σε αυτό: όχι οι ανθρώπινες ψυχές του, ούτε καν οι πεθαμένοι του διπλανού νεκροταφείου, αλλά κάποιοι μικροσκοπικοί μύκητες που ευδοκιμούν στην περιοχή.

Η Moreno-Garcia δημιουργεί μια ατμόσφαιρα γκόθικ, αλλά και μαγικού ρεαλισμού, η οποία μας παραπέμπει στις οικογενειακές στιγμές που συναντάμε στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή στο σπίτι των Πνευμάτων της Ιζαμπέλ Αλιέντε.. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξάλλου πως πρόκειται για λατινοαμερικανική λογοτεχνία. 

Η συγγραφέας αναμιγνύει πολύ έξυπνα ετερόκλητα και αντιθετικά μεταξύ τους στοιχεία, όπως το ρεαλιστικό με το υπερρεαλιστικό και το όνειρο με την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα χωρίζει μεταξύ τους μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή: τη μια στιγμή υπερτερεί το μαγικό και το υπερφυσικό στις σελίδες του βιβλίου και στην αμέσως επόμενη παράγραφο παρουσιάζεται η πεζή πραγματικότητα. 

Ο έρωτας μπορεί να λείπει ως πράξη από την υπόθεση, ως έννοια, όμως δεν είναι διόλου απών. Αυτός είναι, εξάλλου, ο οποίος κινεί διακριτικά την υπόθεση και τις πράξεις του Φράνσις και της Νοεμί.

Τελικά θα αποδειχθεί ότι η μοχθηρότητα των ανθρώπων είναι αυτή που κρύβεται πίσω από το στοιχειωμένο σπίτι, όπως και μία αληθοφανής επιστημονική εξήγηση η οποία εξηγεί, μερικώς τουλάχιστον, το υπερφυσικό στοιχείο του βιβλίου.

Αυτό που εντυπωσιάζει στο εν λόγω βιβλίο είναι η ατμόσφαιρα μυστηρίου την οποία αποπνέουν οι σελίδες του, κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό για τα βιβλία τύπου θρίλερ σαν αυτό. Προσωπικά, θεωρώ ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, όταν θα αντικρίζω το εξώφυλλο του συγκεκριμένου βιβλίου θα θυμάμαι πάντα αυτή τη μυστηριακή, υγρή και γεμάτη μούχλα ατμόσφαιρα του τόσο ιδιαίτερου αυτού παλιού αρχοντικού στο Ελ Τριόνφο, το Ψηλό μέρος όπως αποκαλείται στο βιβλίο, με τις βαθιές χαράδρες και την πυκνή ομίχλη μέσα σε στο σκοτεινό δάσος και τις λιγοστές ηλιαχτίδες που αγωνίζονται να τρυπώσουν μέσα σε αυτό.

Οι εραστές της εν λόγω λογοτεχνίας πάντως, θα βιώσουν όλα εκείνα τα συναισθήματα τα οποία προσδοκά να νιώσει ο αναγνώστης με την ανάγνωση της λογοτεχνίας αυτού του είδους: τρόμο, φόβο, ανατριχίλα, ανυπομονησία, ένταση, άγχος και, φυσικά, την αδρεναλίνη του να ανεβαίνει κατακόρυφα όσο θα πλησιάζει προς το τέλος του βιβλίου.

Ben Macintyre, Πράκτορας Σόνυα, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ. 568, μεταφ.Μπαμπασάκης

 

https://www.klidarithmos.gr/praktoras-sonya?search=ben%20macintyre

Τη ζωή μίας άγνωστης στους περισσότερους από εμάς κατασκόπου, εκείνη της Ούρσουλας Κουτσίνσκι, έρχεται να μας αφηγηθεί ο ειδικευμένος στις κατασκοπευτικές ιστορίες συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Μπεν Μακιντάιρ στο Πράκτορας Σόνυα, ένα βιβλίο ιστορικό και βιογραφικό, που προσιδιάζει όμως περισσότερο στο μυθιστόρημα.

Ο Μπεν Μακιντάιρ είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό μέσα από τα βιβλία του Επιχείρηση Κιμάς και Ο κατάσκοπος και ο προδότης. Όσοι τα έχουν διαβάσει γνωρίζουν ότι ο Μακιντάιρ διαθέτει αναμφισβήτητα το χάρισμα του δεινού αφηγητή. Στο τελευταίο του βιβλίο όμως, το Πράκτορας Σόνυα, η ίδια η Ιστορία αποδεικνύεται ακόμα πιο ιακνός αφηγητής από τον ίδιο. Και αυτό διότι η βιογραφία της πράκτορος Ούρσουλα Κουτσίνσκι, της Γερμανοεβραίας που κατασκόπευσε επί είκοσι ολόκληρα χρόνια για λογαριασμό της Σοβιετικής Ένωσης με το ψευδώνυμο Σόνυα, είναι από μόνη της πολύ πιο συναρπαστική και ενδιαφέρουσα από όσο θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ κανείς.

Μπορεί η πράκτορας Σόνυα να μη γνώρισε τη δημοτικότητα της περίφημης Μάτα Χάρι, η ζωή της όμως ήταν εφάμιλλη σε κινδύνους και μυστικοπάθεια, όπως, άλλωστε και εκείνη της διάσημης ομολόγου της.

Η Ούρσουλα ανδρώθηκε στο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και γνώρισε από νωρίς τη φτώχεια και την αδικία που ήταν βαθιά ριζωμένες στη Γερμανία μετά την ήττα της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό αρκούσε για να την κάνει ευπειθή κομμουνίστρια. Ακολουθώντας τον αρχιτέκτονα σύζυγό της στη Σανγκάη το 1930, η Ούρσουλα θα μυηθεί στην κατασκοπία από τη στενή της φίλη και συγγραφέα, την Άγκνες Σμέντλεϊ. Έκτοτε θα παραμείνει επί είκοσι συναπτά έτη πιστή οπαδός του κομμουνισμού και θα ανταμειφθεί με τον βαθμό του συνταγματάρχη για τις κατασκοπευτικές της υπηρεσίες στην ΕΣΣΔ.

Το αξιοθαύμαστο στην ιστορία της Ούρσουλας- Σόνυας είναι ότι κατάφερε να συνδυάσει αριστοτεχνικά την κατασκοπευτική δράση με τη μητρότητα, αφού ήταν συγχρόνως, εκτός και από πράκτορας της ΕΣΣΔ, και μητέρα τριών παιδιών. Το πρώτο της παιδί, ο Μίχαελ, ήταν του πρώτου στη σειρά συζύγου της, του Ρούντολφ Χάμπουργκερ και τα άλλα δύο καρποί των σχέσεών της με έτερους κατασκόπους της Σοβιετικής Ένωσης.

H Oύρσουλα-Σόνυα εκπαιδεύτηκε στη Μόσχα, μαθαίνοντας να κατασκευάζει πομπούς. Έτσι μετέδιδε, από τις χώρες στις οποίες διαβιούσε, ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες για το σταλινικό καθεστώς της Ρωσίας. Τα παιδιά της και η "ταμπέλα" της "νοικοκυράς", ήταν, αναντίρρητα η καλύτερη κάλυψη που θα μπορούσε να έχει μία κατάσκοπος, αφού της επέτρεπαν να διασκεδάζει τις όποιες υποψίες των γύρω της με πειστικό τρόπο. Η ζωή της Ούρσουλας, όμως, κάθε άλλα παρά εύκολη ήταν. Τα πρωί ήταν μια φυσιολογική, κατ' όλους, μητέρα και νοικοκυρά και τα βράδια λειτουργούσε τον παράνομο πομπό της θέτοντας την ίδια και τα παιδιά της σε κίνδυνο.

Κομβικό σημείο της δράσης της θεωρείται η γνωριμία της με τον Κλάους Φουξ, τον κατάσκοπο και φυσικό επιστήμονα που εργαζόταν στο Πρόγραμμα Μανχάταν για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας και κατάφερε να κλέψει τα σχέδια για την κατασκευή της και να τα παραδώσει στους Σοβιετικούς. Η πράκτορας ήταν ο σύνδεσμός του και ο διαβιβαστής στο Κέντρο των απόρρητων αυτών πληροφοριών. Έτσι, ο Στάλιν γνώριζε τα πάντα για την ατομική βόμβα, ενώ οι Σύμμαχοι δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι ο Σοβιετικός δικτάτορας ήξερε τα πάντα για το υποτιθέμενο "απόρρητο" σχέδιό τους.

Η Ούρσουλα επέζησε της Μεγάλης Εκκαθάρισης που εξαπέλυσαν τα λαγωνικά του Στάλιν το 1937 και δεν συνελήφθη ποτέ από την αστυνομία των χωρών στις οποίες έζησε. Υπήρξε τυχερή, όσο και ικανή, μια γυναίκα προικισμένη με σπάνιες φυσικές και ψυχολογικές αντοχές. Προς το τέλος της ζωής της παραιτήθηκε οικειοθελώς από την κατασκοπία και υπήρξε και πάλι εξαιρετικά τυχερή που το σύστημα την άφησε έτσι απλά να φύγει, χωρίς κυρώσεις.  Έκτοτε έγινε συγγραφέας, με το προσωνύμιο Ρουθ Βέρνερ, συγγράφοντας κυρίως βιβλία για νέους και παιδιά, αλλά και την αυτοβιογραφία της. Χάρη στο ημερολόγιο και τις σημειώσεις που τόσο σχολαστικά κρατούσε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με τόσες λεπτομέρειες την προσωπική της ζωή. Μια ζωή απίθανη, σαν παραμύθι, την οποία αφηγείται στο παρόν πόνημα με εξίσου μεγάλη γλαφυρότητα ο Μπεν Μάκινταιρ.

"Η Ούρσουλα Κουτσίνσκι έζησε πολύ, όπως είχε προβλέψει ο γηραιός τεχνίτης πορσελάνης. Ήταν δέκα χρονών όταν ξέσπασε η επανάσταση των μπολσεβίκων, και ογδόντα δύο όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου.{...}Πέρασε όλη την ενήλικη ζωή της αγωνιζόμενη για κάτι που πίστευε ότι ήταν σωστό και πέθανε γνωρίζοντας ότι μεγάλο μέρος του ήταν λάθος. Μολοντούτο, κοίταζε στο παρελθόν με ικανοποίηση: Είχε παλέψει ενάντια στον ναζισμό, είχε αγαπήσει πολύ, είχε μεγαλώσει παιδιά, είχε γράψει μια μικρή βιβλιοθήκη από καλά βιβλία και είχε βοηθήσει τη Σοβιετική Ένωση να συμβαδίσει με τη Δύση στον πυρηνικό εξοπλισμό, διασφαλίζοντας μιαν εύθραυστη ειρήνη".

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Χ.Α. Χωμενίδης, Ο Τζίμης στην Κυψέλη, εκδ. Πατάκη, 2021, σελ.365

 

https://www.patakis.gr/product/651496/vivlia-logotexnia-ellhnikh-logotexnia/O-Tzimhs-sthn-Kupselh/

 Στον κόσμο του θεάτρου, της σύγχρονης Αθήνας των τελών του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα - και, πιο συγκεκριμένα, της Κυψέλης-, αλλά και στον ψυχισμό του κεντρικού ήρωά του, του Τζίμη Παπιδάκη διεισδύει διεξοδικά ο μεγάλος δεξιοτέχνης του λόγου Χ.Α. Χωμενίδης με το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο τιτλοφορείται "Ο Τζίμης στην Κυψέλη".

Αν σκεφτούμε την ηλικία του συγγραφέα - 55 ετών σήμερα- και το γεγονός ότι και ο ίδιος είναι "παιδί "της Κυψέλης, μπαίνουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι ένα μικρό μέρος του βιβλίου θα είναι σε κάποιον βαθμό αυτοβιογραφικό και ίσως, πράγματι να ισχύει κάτι τέτοιο.

Η Κυψέλη των δεκαετιών του '60 και του ΄70 ήταν όντως χώρος συγκέντρωσης καλλιτεχνών, λογοτεχνών, ηθοποιών και κάθε λογής διανοουμένων, το ιδανικό, δηλαδή, σκηνικό για να γαλουχήσει τόσο έναν ανερχόμενο συγγραφέα, όπως ο Χωμενίδης, όσο και έναν καλλιτεχνικό διευθυντή και ιδιοκτήτη θεατρικής σκηνής, όπως ο Τζίμης του βιβλίου του.

Ο Τζίμης είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας, ο οποίος θα μείνει,αναμφίβολα, χαραγμένος στη μνήμη των αναγνωστών που θα διαβάσουν το βιβλίο. Είναι ένας τύπος γεμάτος αντιφάσεις: λαϊκός, αλλά συγχρόνως και μορφωμένος, εξωστρεφής και κοινωνικός, αλλά κάπου κάπου και μελαγχολικός, λάτρης του φουστανιού, του ποδόγυρου και του ξενυχτιού μεν, αλλά συγχρόνως και βαθιά συναισθηματικός τύπος. Ένας αναλογικός άνθρωπος σε ένα ψηφιακό σύμπαν, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να "φτάσει" την εποχή του. Εν ολίγοις, δηλαδή, πρόκειται για τον συνηθισμένο τύπο ανθρώπου, αλλά, παραδόξως, και τον πιο ασυνήθιστο μαζί. Αναντίρρητα, ένας από τους ανθρώπινους χαρακτήρες που μόνο ο Χωμενίδης ξέρει να διαπλάθει με τόση επιδεξιότητα.

Ο ίδιος μας λέει για την "τέχνη" του:

"Ένα άλλο που χρωστάω στον Πέτρο Γρύλο είναι ότι δεν επεθύμησα ποτέ να γίνω ηθοποιός, μουσικός, συγγραφέας, οτιδήποτε παρόμοιο. "Η τέχνη σε διαλέγει, δεν τη διαλέγεις!Άμα σε προσπεράσει δίχως να σε αρπάξει από τα μαλλιά, μην κάνεις τη βλακεία να την κυνηγήσεις. Να θεωρείς ίσα ίσα τον εαυτό σου τυχερό..." Τυχερός αισθάνομαι έτσι κι αλλιώς. Τυχερός εκ γενετής".

Παρ' όλη τη δυσκολία που έχει ο Τζίμης να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή, δεν πέφτει στην παγίδα της ακατάσχετης λατρείας των περασμένων και των παλαιών εποχών:

 "Αντιπαθώ τον εξωραϊσμό του παρελθόντος. Λυπάμαι τους ανθρώπους που μηρυκάζουν τα νιάτα τους και θρηνούν χαμένες δήθεν ευκαιρίες".

Παιδί υιοθετημένο, θα ανδρωθεί στην Κυψέλη του '60 και του '70 και θα κληρονομήσει τη θεατρική σκηνή "Πέτρος Γρύλος", την  οποία θα αναγκαστεί να διευθύνει και στην ταραγμένη εποχή της πανδημίας. Σε αυτό το σημείο ο συγγραφέας εντάσσει στο βιβλίο του τους σύγχρονους προβληματισμούς και την αναστάτωση που επέφερε η πανδημία στον χώρο του θεάτρου και της τέχνης γενικότερα. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει, βέβαια, ότι θαυμάζει τους ηθοποιούς, αφού μεταμορφώνονται σε διαφορετικούς ήρωες διαρκώς, όπως ακριβώς, δηλαδή, κάνει και εκείνος ως συγγραφέας- λιγότερο συχνά όμως.

Η αφήγηση στο βιβλίο βρίθει κι αυτή από εγγενείς αντιφάσεις, αφού ο συγγραφέας επιλέγει εντέχνως την εναλλαγή της τριτοπρόσωπης αφήγησης του παντεπόπτη και παντογνώστη αφηγητή, με την πρωτοπρόσωπη και, αναπόφευκτα, πιο προσωπική θεώρηση του ίδιου του Τζίμη. Η γλώσσα, αντιθέτως, είναι πιο ομοιόμορφη και κατάλληλα προσαρμοσμένη στο σύνηθες γλωσσικό ιδίωμα της εποχής.

Να ποιος είναι, λοιπόν, τελικά ο Τζίμης της Κυψέλης:


«Εσύ, Τζίμη, το διαβάζω στα μάτια σου, δεν είσαι ούτε θύτης ούτε θύμα. Δεν έβλαψες ποτέ συνειδητά κανέναν. Και όσους σε έβλαψαν δεν καταδέχτηκες να τους μισήσεις. Στέκεις υπεράνω. Αποτελείς χτυπητή παραφωνία. Ασυγχώρητη.»

Ο Χωμενίδης με τον Τζίμη στην Κυψέλη, προσφέρει μία έξοχη τοιχογραφία της παλιάς Κυψέλης, της σύγχρονης Αθήνας μέσα από ένα ελαφρύ και ευκολοδιάβαστο πόνημα και θίγει, συγχρόνως, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της εποχής μας: θα καταφέρουν οι "παλιοί" άνθρωποι να προσαρμοστούν στις νέες επιταγές της καλπάζουσας ψηφιακής εποχής μας; Ή θα πέσουν μαχόμενοι σαν αλλοτινοί, ρομαντικοί Δον Κιχώτες;

Ιωάννης Ψάρρας, Το βλέμμα, Διηγήματα, εκδ. Σύνθεσις, 2021, σελ.127

 

"Ο βολβός, ο οφθαλμός, αυτή η μικρογραφία του Σύμπαντος. Το μόνο όργανο του σώματος που είναι ίδιο από τη γέννησή μας. Δεν αλλάζει. Όλα τ' άλλα μεγαλώνουνε. Αυτό εκεί, το ίδιο πάντα, όπως όταν πρωτάνοιξε και είδε τον κόσμο. Όπως τον είδε. Εδώ κατοικεί ο Θεός".

Είκοσι διηγήματα με κοινό θέμα το ανθρώπινο βλέμμα αποτελούν τη συλλογή διηγημάτων του ποιητή, εκδότη κι συγγραφέα Ιωάννη Ψάρρα. Πρόκειται για διηγήματα τα οποία άπτονται πολλών διαφορετικών αφηγηματικών τεχνικών και παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία, έχουν όμως ένα κοινό: την αναφορά την οποία θα κάνει οπωσδήποτε ο συγγραφέας μέσα σε κάθε διήγημά του σε ένα βλέμμα ή κάτι που σχετίζεται με αυτό.

Πρωταγωνιστεί το βλέμμα της μάνας. Όμως, ο Ιωάννης Ψάρρας αποτυπώνει με τις λέξεις την αίσθηση το βλέμματος και της ερωμένης, των φίλων, του βλέμματος που ρίχνουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, και του βλέμματος της ψυχής, ακόμη και του βλέμματος των τυφλών, το οποίο βλέπει τελικά πολύ περισσότερα απ' όσα νομίζουμε.

"Από την παραμονή στη Γη έμαθα ότι το πρώτο βλέμμα, της μάνας, ή είναι εχθρικό ή σε καλοδέχεται.

Σε μένα δεν υπήρχε τίποτα από τα δύο.

Μια απουσία.

Δεν θα ξανάρθω".

Πρωτότυπο θέμα, αναμφίβολα, όπως και πρωτότυπη αποδεικνύεται και η ιδιάζουσα γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, μία μείξη, δηλαδή, λαϊκού ιδιώματος και πολλών αρχαίων τύπων της ελληνικής γλώσσας. Η γλώσσα αποπνέει μία εσωτερικότητα και μία σπάνια αισθαντικότητα και ζεστασιά, με πάμπολλες όμορφες φράσεις και ρήσεις τις οποίες θα σημειώσει οπωσδήποτε με το μολύβι του ο αναγνώστης ο οποίος συνηθίζει να υπογραμμίζει και να γράφει τα βιβλία του. Ο λόγος είναι μακροπερίοδος στα μακροσκελή διηγήματα ή ποιητικός στα διηγήματα της μικρής φόρμας και σε εκείνα που έχουν ποιητική μορφή. Χρησιμοποιείται εξίσου το πρώτο και το τρίτο ενικό πρόσωπο. Το μέγεθος των διηγημάτων είναι κατά κανόνα μικρής ή πολύ μικρής ποιητικής φόρμας.

Οι αφηγηματικές τεχνικές του είναι εξίσου ποικιλόμορφες και κυμαίνονται από διηγήματα τα οποία αφηγούνται μία συγκεκριμένη ιστορία και διηγήματα σκέψεων, μέχρι διήγημα χωρίς σημεία στίξεως, ελεύθερα ποιήματα, χαϊκού, αλλά και διάφορα εφευρήματα και γλωσσικά παιχνίδια. Ο αφηγηματικός αυτός πλουραλισμός αυτός πραγματικά εντυπωσιάζει και είναι, μαζί με την πηγαία έκφραση των συναισθημάτων του συγγραφέα, το δυνατότερο σημείο του βιβλίου του. Είναι ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας ικανοποίησε και με το παραπάνω την εκφραστική του δεινότητα με το παρόν πόνημα, αλλά και έδωσε, συγχρόνως, τροφή για σκέψη στους απαιτητικούς αναγνώστες.

Ενίοτε  κυριαρχεί ένας μελαγχολικός και απαισιόδοξος τόνος, καθώς και η αίσθηση της απώλειας και της αναζήτησης, ιδίως στα σύντομα διηγήματα τα οποία εμπνέονται από την Ιστορία, τα διηγήματα, δηλαδή, που γράφτηκαν με αφορμή τον Εμφύλιο και τη  Μικρασιατική Καταστροφή.

Πέρα από τα δύο παραπάνω, οι θεματικές ποικίλουν-πάντοτε βέβαια με κοινή συνιστώσα το βλέμμα και την κρυμμένη δύναμή του-. Μία γέννα στην Κατοχή, οι μελαγχολικές σκέψεις ενός άντρα στη Βόρειο Ελλάδα, μία ποδοσφαιρική ιστορία, η συγγραφική απόπειρα του Μπόρχες Οιδίπους Όμηρος, οι ανησυχίες ενός συγγραφέα, μία ερωτική παρένθεση, σκέψεις ασυνάρτητες, σκέψεις για ξεριζωμούς και εγκατάλειψη, αλλά και σκέψεις για την ίδια την όραση αποτελούν ορισμένα μόνο από τα θέματα των ιδιαίτερων διηγημάτων του Ψάρρα.

"Φεύγει.

Μόνον εγώ κοιτώ.

Το βλέμμα μου διαπερνά το σώμα, το κορμί της, διαπερνά τον Χρόνο, φτάνει εκεί όπου θα υπάρχει.

Θα ζει δίχως εμένα. 

Εξαφανίζεται".