Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Ian Kershaw, Η ναζιστική δικτατορία, εκδ. Πατάκη, 2021, σελ.383, μετ.Μ. Αστερίου

 

https://www.patakis.gr/product/652488/vivlia-anthropistikes-kai-koinonikes-episthmes-istoria-arxaiologia/H-nazistikh-diktatoria/

 

 Ένα βιβλίο που απευθύνεται, αυτή τη φορά, σε πιο ειδικευμένο ιστορικό κοινό, υπογράφει ο Ian Kershaw, ασχολούμενος με τα ιστοριογραφικά προβλήματα και τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του Τρίτου Ράιχ, ενός θέματος αγαπημένου και πολυσυζητημένου μεταξύ των ιστορικών κύκλων ολόκληρου του κόσμου.

Το βιβλίο τιτλοφορείται "Η ναζιστική δικτατορία, ιστοριογραφικά προβλήματα και ερμηνευτικές προσεγγίσεις" και ασχολείται με τα θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με τη ναζιστική δικτατορία την οποία ίδρυσε ο Χίτλερ και δίχασαν τους ιστορικούς που τη μελέτησαν στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση της.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με το συγγραφέα, είναι το πως θα μπορέσει να εξηγήσει ένα φαινόμενο τόσο στενά συνυφασμένο με τον παραλογισμό, όπως ο ναζισμός. Είναι σωστό τελικά να εξισώνονται ο ναζισμός και ο κομμουνισμός υπό τον όρο "ολοκληρωτισμός"; Είναι οι μαρξιστές ιστορικοί περισσότερο προκατειλημμένοι αρνητικά απέναντι στον Χίτλερ; Μήπως ο ναζισμός πρέπει να μελετάται χωριστά ως εντελώς ξεχωριστό φαινόμενο; Τέτοια είναι τα ερωτήματα που θίγονται στο πρώτο και το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου.

Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την πολιτική και την οικονομία στο ναζιστικό κράτος. Κατά πόσον ήταν αυτές τελικά στενά συνυφασμένες με τον καπιταλισμό και τα μεγάλα συμφέροντα των ιδιωτικών βιομηχανιών; 

Στο τέταρτο κεφάλαιο ο συγγραφέας ανακινεί το ζήτημα του κατά πόσον ήταν τελικά ο Χίτλερ αδύναμος δικτάτορας ή όχι. Προκύπτει φυσικά εν τέλει ότι η αλήθεια, όπως πάντα, βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάποια ζητήματα σαφώς και ήταν ο Χίτλερ πραγματικό αφεντικό, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι δεν άφηνε και κάποια ελευθερία κινήσεων στους άμεσα υφισταμένους του. 

Ποια ήταν η πορεία που ακολούθησε η ιστοριογραφία για το Τρίτο Ράιχ και το Ολοκαύτωμα και πώς αυτή άλλαξε μετά τη δεκαετία του '60 και τη δίκη του Άιχμαν; Τέτοια ερωτήματα απαντά ο συγγραφέας στο πιο ενδιαφέρον, κατ' εμέ, κεφάλαιο του βιβλίου, εκείνο που ασχολείται με το Ολοκαύτωμα και τον πολυσυζητημένο ερώτημα σχετικά με την προσωπική ευθύνη του Χίτλερ ως προς αυτό. Φυσικά ο δικτάτορας δεν απαλλάσσεται των ηθικών ευθυνών του, χωρίς Χίτλερ δεν θα υπήρχε Άουσβιτς,  μας λέει ο συγγραφέας. Κι όμως, το μακάβριο έργο δεν θα μπορούσε να είχε συντελεστεί αν ο Χίτλερ δεν έβρισκε και άλλους πρόθυμους αρωγούς να το υλοποιήσουν, όχι μονάχα μεταξύ των Γερμανών, αλλά και μεταξύ άλλων λαών. Οπωσδήποτε όμως η εξολόθρευση των Εβραίων υπήρξε ένα πεδίο του οποίο ο σχεδιασμός επηρεάστηκε τα μέγιστα από την πορεία του πολέμου.

Ακολούθως, ο Kershaw εξετάζει ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής του Τρίτου Ράιχ και καταλήγει ότι αυτή ήταν ένας τομέας που είχε στενή αλληλεπίδραση με την εσωτερική πολιτική. Εν συνεχεία, θίγεται το ζήτημα του κατά πόσον ο ναζισμός αποτέλεσε κοινωνική επανάσταση ή αποδείχτηκε εκσυγχρονιστικό σε ορισμένους τομείς, αλλά και το θέμα-ταμπού της αντίστασης του γερμανικού λαού, η οποία δεν υπήρξε τόσο "απούσα" όσο θεωρούταν παλιά.

Τα δύο τελευταία κεφάλαια ασχολούνται με ζητήματα πιο γενικά και καθαρά ιστοριογραφικά. Εδώ ο συγγραφέας προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με τις ιστοριογραφικές τάσεις όπως αυτές θα διαμορφωθούν στον μέλλον για το Τρίτο Ράιχ.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα καθαρά επιστημονικό πόνημα που απευθύνεται σε ειδικούς, γραμμένο από έναν ιστορικό παγκοσμίου εμβέλειας και ειδήμονα στο θέμα του, το οποίο αξίζει να κοσμεί τις βιβλιοθήκες των ιστορικών και των ιστοριοδιφών.

Στέφανος Δάνδολος, Η δίκη που άλλαξε τον κόσμο, εκδ. Ψυχογιός, 2021, σελ.430

 

https://www.psichogios.gr/el/h-dikh-poy-allakse-ton-kosmo.html

Τι σκεφτόταν άραγε, ο Πόντιος Πιλάτος, τη στιγμή που έβγαζε την καταδικαστική απόφαση για τον Χριστό; Τι απέγινε μετά από την περίφημη αυτή δίκη, η οποία σημάδεψε ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή του; Ήταν στ' αλήθεια η γυναίκα του, η Κλαυδία Πρόκλα χριστιανή; Κι αν ναι, θα μπορούσε να είχε πράγματι προσπαθήσει να σώσει τον Χριστό την ύστατη ώρα, τότε  που οι εχθροί του απαιτούσαν από τον Πιλάτο τον χαμό του;

Με αφορμή ένα καταγεγραμμένο γεγονός των θρησκευτικών κειμένων, το οποίο όμως παραμένει εν πολλοίς άγνωστο και αναφέρεται στις τελευταίες ώρες ζωής του Ιησού, ο Δάνδολος μας αφηγείται, εστιάζοντας στο ψυχολογικό υπόβαθρο των πρωταγωνιστών της δίκης, τα στιγμιότυπα της μεγαλύτερης δίκης στην Ιστορία, τοποθετημένα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής: της δίκης ενός αθώου, του Θεανθρώπου, από έναν άνθρωπο τυραννισμένο, θύμα των περιστάσεων, τον Πόντιο Πιλάτο.

Αλήθεια, πόσοι από εμάς γνώριζαν ότι η σύζυγος του Πιλάτου ήταν χριστιανή και ότι το ζευγάρι γνώρισε την υπέρτατη ατυχία που μπορεί να έχει ένας γονιός, να θάψει, δηλαδή, όχι ένα, μα τρία μικρά παιδιά;

Οπωσδήποτε τα γεγονότα της εποχής τα οποία αφορούν τον βίο του Χριστού καλύπτονται μερικώς από έναν πέπλο μυστηρίου. Τα Ευαγγέλια, χωρίς να αποτελούν Ιστορία, αναπαριστούν, το κάτα δύναμιν, όσο πληρέστερα μπορούν τα σημαντικότερα γεγονότα που συνδέονται με τον βίο του Θεανθρώπου. Ο Δάνδολος παίρνει την πιο γνωστή και αγαπητή για τους χριστιανούς όλου του κόσμου ιστορία και προχωράει ένα βήμα παραπέρα: εκτός από τα θρησκευτικά γεγονότα, καθορίζει με ακρίβεια το ιστορικό πλαίσιο της εποχής στο βιβλίο του, με κάθε σεβασμό στην Ιστορία και εστιάζει σε όσα τα Ευαγγέλια δεν αναδεικνύουν: τα αισθήματα των ανθρώπων της εποχής για τον Ιησού και τη νέα θρησκεία, η οποία βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα και, ενίοτε, αντιμετωπιζόταν  με φθόνο από τους κραταιούς και πολεμοχαρείς Ρωμαίους.

Η απεικόνιση τόσο των ερήμων της Ιουδαίας, όσο και του διεφθαρμένου περιβάλλοντος της ρωμαϊκής διοίκησης και των πόλεων της Ρώμης, της Καισάρειας και του λιμανιού της Όστιας είναι πραγματικά εξαιρετική και με κάθε σεβασμό στη μούσα Κλειώ.

Η αληθινή έκπληξη, όμως, για τον αναγνώστη θα είναι η αποκάλυψη του ψυχικού κόσμου του Πόντιου Πιλάτου σχετικά με το πως είδε ο ίδιος τον Ιησού, αλλά και οι σκέψεις και τα συναισθήματα της γυναίκας του Κλαυδίας Ποντίας, της πιστής της υπηρέτριας, της Εβραίας Ραχήλ και του στρατηγού Μάξιμου Πετρώνιου. Ο Δάνδολος διεισδύει με τόση μαεστρία στον ψυχισμό των ηρώων του που ακόμη και ένας όχι και τόσο πιστός θιασωτής του χριστιανικού αφηγήματος  δεν θα μπορέσει παρά να συγκινηθεί.

Αφηγηματικά, το μυθιστόρημα κινείται σε τρεις χρονικούς άξονες: τη στιγμή της δίκης και της σταύρωσης, στα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά και το 71 μ.Χ. Αυτοί οι τρεις αφηγηματικοί άξονες εναλλάσσονται μεταξύ τους στο βιβλίο.

Το βιβλίο ξεκινά με το γεγονός της σταύρωσης και ο Δάνδολος περιγράφει εξαιρετικά το απόκοσμο σκοτάδι που έπεσε τότε στον κόσμο και το πως το είδαν οι άνθρωποι της εποχής, δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα και κερδίζοντας αμέσως τον αναγνώστη. Εν συνεχεία πηγαίνει χρονικά προς τα πίσω, φτάνοντας στα γεγονότα της δίκης του Χριστού, από τον Πόντιο Πιλάτο, τον Άννα και τον Καϊάφα, των Εβραίων, δηλαδή , αρχιερέων που δίκασαν και κατηγόρησαν τον Χριστό, αλλά και του βασιλέα Ηρώδη, ενώπιον του οποίου ενώπιον οδηγήθηκε ο Χριστός. Ο συγγραφέας μαθαίνει από την αρχή για ένα μυστηριώδες μήνυμα το οποίο η Πρόκλα απηύθυνε στον σύζυγός της προκειμένου να σώσει τον Χριστό, χωρίς, όμως, τελικά να τα καταφέρει. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν της δίκη ήταν καθοριστικά για τη μοίρα του Πιλάτου. Ο κραταιός άνδρας έχασε την εύνοια της Ρώμης και στοιχειώθηκε για πάντα από την απόφασή του να καταδικάσει τον Θεάνθρωπο-κάποιοι μάλιστα είπαν ότι έχασε τα λογικά του.

Και φτάνουμε στο έτος 71μ.Χ. όταν η Ρώμη πλήττεται από σφοδρό λοιμό. Εκεί, ο παλαίμαχος στρατηγός Μάξιμος Πετρώνιο, ο οποίος έχει μεταστραφεί κρυφά στον χριστιανισμό, θα συναντήσει ένα κομβικό πρόσωπο από το παρελθόν που θα τον φέρει σε άμεση επαφή με τα γεγονότα της δίκης του Χριστού. Αυτός θα βρεθεί στη δυσχερή θέση να προσπαθήσει να διασώσει κάποια ιερά έγγραφα από την εποχή της δίκης.

Το θέμα του βιβλίου είναι πραγματικά άψογο για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της Λογοτεχνίας και θα ήταν πραγματικά οξύμωρο αν λέγαμε ότι η ωραιότερη ιστορία του κόσμου, η οποία ενέπνευσε πλήθος βιβλίων, ταινιών και ντοκιμαντέρ σε όλες τις εποχές, δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως πρώτη ύλη για τη δημιουργία ενός πολύ επιτυχημένου θρησκευτικο-ιστορικού μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας χειρίζεται με μεγάλη αφηγηματική μαεστρία του θέμα του κορυφώνοντας την αγωνία του αναγνώστη μέχρι και τις τελευταίες σελίδες, όπου και προσφέρει λύσεις για όλα τα αναπάντητα ερωτήματα.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

3 γενοκτονίες στην Αφρική: Ναμίμπια, Κονγκό και Ρουάντα


 

Η πολύπαθη ήπειρος της Αφρικής είναι η πρώτη ήπειρος που γνώρισε από πρώτο χέρι το φρικιαστικό περιεχόμενο του όρου "γενοκτονία" κι ας παραμένουν αυτές σήμερα ξεχασμένες σε σχέση με το Ολοκαύτωμα ή τη γενοκτονία των Ποντίων και των Αρμενίων.

Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα έλαβε  χώρα κατά την εποχή κατά την οποία η αποικιοκρατία βρισκόταν στο απόγειό της, δηλαδή στις αρχές του αιώνα. Η συγκεκριμένη γενοκτονία έλαβε χώρα από το 1904 ως το 1908.

Οι Γερμανοί ίδρυσαν αποικία στη Ναμίμπια το 1884 όταν ο κραταιός ηγέτης Ότο Βίσμαρκ ανακήρυξε την περιοχή προτεκτοράτο. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρώτος διοικητής εκεί ορίστηκε ο δικαστικός Χάινριχ Ενρστ Γκέρινγκ, ο πατέρας του περίφημου Χέρμαν Γκέρινγκ, διαβόητου και υψηλά ιστάμενου ναζί. 

Οι Γερμανοί, προκειμένου να καθυποτάξουν τις εντόπιες φυλές των Χερέρο και των Νάμα θα καταφύγουν σε μεθόδους όπως ασιτία, αφυδάτωση, απαγχονισμούς και θανατώσεις από εξάντληση ή κακομεταχείριση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν ιδρύσει και στα οποία συγκέντρωναν τους αιχμαλώτους. Μεγάλη ευθύνη για τα εγκλήματα αυτά βαρύνει τον Αντριάν Ντίτριχ Λόταρ φον Τρότα, ο οποίος είχε θητεύσει ήδη σε σκληρές πρακτικές κατά των αποίκων στον πόλεμο των  Μπόξερ το 1901. Επίσης, σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ο καθηγητής ιατρικής Ευγένιος Φίσερ διεξήγαγε επιστημονικά πειράματα σε αιχμάλωτους πειραματόζωα και τα κρανία των νεκρών αποστέλλονταν στην Γερμανία για περαιτέρω μελέτη.

Συνολικά, υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια των ετών αυτών εξοντώθηκε το 80% της φυλής των Χερέρο και το 50% της φυλής των Νάμα, δηλαδή κοντά στα 100.000 άτομα. Η Γερμανία έχει αναγνωρίσει τη γενοκτονία, δεν έχει αποδώσει όμως αποζημιώσεις.

Ο αριθμός των 100.000  νεκρών μπορεί να φαίνεται μεγάλος, αλλά δεν είναι τίποτε μπροστά στα 10 εκατομμύρια Αφρικανούς που σφιαγιάστηκαν με εντολή του βασιλιά του Βελγίου Λεοπόλδου Β'.  Αρκεί να αναφέρουμε μονάχα ότι ο Λεοπόλδος έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο ο "Χασάπης της Αφρικής". Κι αυτό χωρίς ο ίδιος να πατήσει ποτέ το πόδι του στην Αφρική! 

Η περιοχή του Κονγκό (σήμερα αντιστοιχεί στο κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό) υπήρξε βελγική αποικία από το 1908 ως το 1960. Αρχικά όμως η περιοχή ανήκε στον ίδιο τον βασιλέα Λεοπόλδο, δηλαδή από το 1885 ως το 1908. Κατά τη διάρκεια των είκοσι τριών αυτών χρόνων διαπράχθηκαν και τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο Κονγκό. 

Οι Βέλγοι, με εντολή του βασιλέα τους, εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τους πόρους της αφρικανικής γης, τόσο πριν το 1908 όσο και μετά, βάζοντας τους ντόπιους να εργάζονται σε συνθήκες απίστευτης σκληρότητας. Ακρωτηριασμοί και ανηλεείς μαστιγώσεις περίμεναν όσους εργάτες δεν κατόρθωναν να μαζέψουν την απαιτούμενη ποσότητα καουτσούκ. 

Ο βελγικός λαός επαναστάτησε πολλές φορές ενάντια στους τυράννους του, αλλά κάθε φορά οι επαναστάσεις των Κονγκολέζων πνίγονταν στο αίμα. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο Λεοπόλδος, με περιουσία άνω των εκατό εκατομμυρίων δολαρίων να καταγραφεί ως ο πλουσιότερος άνδρας στην εποχή του.

Η γενοκτονία στη Ρουάντα χρονολογείται το 1994, πολλά χρόνια δηλαδή μετά την αποαποικιοποίησή της (το 1962 από τους Βέλγους). Οπωσδήποτε, όμως, οι πολιτικές των Ευρωπαίων που υποδαύλιζαν τις φυλετικές διαιρέσεις στην περιοχή χαράζοντας αυθαίρετα σύνορα μεταξύ των χωρών, καθώς και η ανηλεής απομύζηση των πόρων από όλη την ήπειρο, έχουν την ευθύνη τους για τη σημερινή κατάσταση όλων των αφρικανικών χωρών, και όχι μόνο της Ρουάντα.

Στη Ρουάντα η διαμάχη μεταξύ των φυλών Χούτου και Τούτσι χρονολογούταν από τον 19ο ήδη αιώνα. Τον διαχωρισμό αυτό βέβαια ενθάρρυναν και οι Γερμανοί και εν συνεχεία οι Βέλγοι αποικιοκράτες. Το 1959 η έχθρα μεταξύ των δύο φυλών είχε φτάσει στο απροχώρητο και χιλιάδες Τούτσι δολοφονήθηκαν από τους Χούτο. Ταραχές και σφαγές συνέχισαν να σημειώνονται ως το 1994, τότε που διεπράχθη από την κυβέρνηση των Χούτου η οργανωμένη γενοκτονία κατά των Τούτσι. Τότε δολοφονήθηκαν κοντά ένα εκατομμύριο Τούτσι σε έναν εμφύλιο πόλεμο που κράτησε τρία περίπου χρόνια. Πολλές χιλιάδες επίσης γυναίκες και κορίτσια των Τούτσι βιάστηκαν βάναυσα. Επιπροσθέτως, δύο εκατομμύρια Χούτου αναγκάστηκαν, στο πλαίσιο των συγκρούσεων για τα εδάφη με τους Τούτσι, να φύγουν από τη χώρα, κατά τη συνέχιση των εχθροπραξιών. Πρέπει να αναφερθεί ότι μεγάλη είναι η ευθύνη της Γαλλίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία ήταν και η μόνη χώρα που είχε αναγνωρίσει τη γενοκτονική κυβέρνηση των Χούτου και είχε στείλει μάλιστα και στρατεύματα προκειμένου να προστατεύσει τα εδάφη των Χούτου.

Δυστυχώς, όπως φαίνεται από τα παραπάνω, ο κύκλος της βίας του 20ου αιώνα είχε αρχίσει πολύ πριν από τα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου και συνεχίστηκε και μετά από αυτά. Οι ευθύνες των Ευρωπαίων οπωσδήποτε είναι εύλογες, επομένως, για την κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι λαοί της Αφρικής με τους λιμούς, τη φτώχεια, αλλά και τις πάμπολλες φυλετικές και εθνοτικές διαμάχες. Οφείλουμε, λοιπόν, να βοηθήσουμε όλοι όπως μπορούμε.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Ηλίας Βροχίδης, Ταξιδεύω άρα υπάρχω, εκδ. i write 

-Μπάζιλ Ντάβιντσον, Ιστορία της Αφρικής, εκδ. Αίολος 

-Eric Chaline, Οι μεγαλύτερες καταστροφές της ιστορίας, εκδ. Κλειδάριθμος

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Κώστια Κοντολέων, Άννα, το όνομά της, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.328

 

https://www.klidarithmos.gr/ypo-ekdosh/anna-to-onoma-tis

 

 

«Να μείνουν οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς!»

 

Η παραπάνω φράση περικλείει νοηματικά τη βασική ιδέα του βιβλίου πάνω στην οποία δομεί τον σκελετό του πρωτότυπου μυθιστορήματός της με τίτλο «Άννα το όνομά της» η συγγραφέας και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων.

 

Ο Μήτσος Τιμολέων είναι εξέχων δημόσιος υπάλληλος σε μία υπηρεσία της Λήμνου εν έτει 1930. Είναι παντρεμένος με τη Φρόσω και έχουν μία εξάχρονη κόρη της Άννα. Όμως, η αταραξία της ζωής του θα διαταραχθεί ανεπανόρθωτα όταν μάνα και κόρη θα χάσουν εντελώς απρόσμενα τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας τυχαίας πυρκαγιάς σε έναν κινηματογράφο στο νησί. Ο Μήτσος, ο οποίος δεν βρισκόταν μαζί τους την τραγική εκείνη βραδιά, καταδικάζεται έκτοτε να μείνει μόνος στη ζωή, με μοναδικό σύντροφό του τις τύψεις που τον κατατρύχουν ανελέητα, αφού δεν βρισκόταν και αυτός μαζί με την οικογένειά του εκείνη την τραγική στιγμή. Συντετριμμένος, ορκίζεται να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο νησί και παίρνει μετάθεση για την Αθήνα. Εκεί θα γνωρίσει μία νέα γυναίκα, η οποία, εντελώς συμπτωματικά θα φέρει και αυτή το ίδιο όνομα με την κόρη, αλλά και τη μάνα του: Άννα.

 

Η νέα Άννα θα καταφέρει σταδιακά να αφυπνίσει τον κοιμισμένο ερωτισμό του, με αποτέλεσμα σύντομα οι δυο τους να αποφασίσουν να ενώσουν τις τύχες τους με έναν νέο, για τον Μήτσο, γάμο. Η Άννα όμως δεν θα καταφέρει, παρ’ όλες τις προσπάθειές της να τον κάνει να ξεχάσει τη φρικτή απώλεια που υπέστη. Αν και θα κάνουν μαζί ένα παιδί, αυτή τη φορά αγόρι, τον Φίλιππο, ο Μήτσος- ο οποίος ονομάζεται πλέον Δημητρός- θα εξακολουθήσει να δυσκολεύεται να αφήσει οριστικά πίσω του όσα τον πλήγωσαν ανεπανόρθωτα και να δημιουργήσει μία εντελώς νέα ζωή, απαλλαγμένη από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Εντελώς λανθασμένα και αψυχολόγητα θα πέσει στην παγίδα να συγκρίνει διαρκώς τις δύο οικογένειές του, με αποτέλεσμα να υποστούν τις δυσάρεστες ψυχολογικές συνέπειες από αυτή τη σύγκριση, όχι μόνον ο ίδιος, αλλά και η Άννα και ο Φίλιππος.

 

Η Κώστα Κοντολέων, βασισμένη σε πραγματικά οικογενειακά αρχεία, ανασυνθέτει μυθιστορηματικά τη ζωή του τραγικού αυτού άνδρα και, παράλληλα, εξετάζει τα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα τα οποία βίωσε η οικογένεια Τιμολέων, όπως η Κατοχή, ο Εμφύλιος, η ανοικοδόμηση και ο εξευρωπαϊσμός της ζωής στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’50, αλλά και η Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Πρόθεση της συγγραφέως δεν είναι όμως η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, αλλά η αφήγηση της ζωής των μελών της οικογένειας Τιμολέων με βασικό άξονα τη διείσδυση στην ψυχολογία των ηρώων, τους οποίους ταλανίζει μονίμως το προαναφερθέν μότο: «Να μείνουν οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς!».

 

Η Κοντολέων σκιαγραφεί εξαιρετικά τις ψυχολογικές μεταπτώσεις ενός ανθρώπου που θέλει να ξεχάσει, αλλά οι μνήμες δεν τον αφήνουν και καταδικάζεται να ζει, τελικά, διαρκώς μέσα στη δυστυχία. Επιπλέον, η αδυναμία του αυτή να αφήσει πίσω το επώδυνο παρελθόν βασανίζει τόσο τη γυναίκα του, όσο και τον γιο του, οι οποίοι διαβιούν μονίμως μέσα σε μία ατμόσφαιρα τεταμένη στο σπίτι και απέχουν παρασάγγας από το να θεωρηθούν μία φυσιολογική ελληνική οικογένεια. Η ευτυχία και η κανονικότητα δεν θα μπορέσουν ποτέ να έχουν πραγματική θέση σε αυτό το σπίτι στη συνοικία της Ανάληψης της Αττικής.

 

Παράλληλα, η συγγραφέας αφηγείται παρασκηνιακά και τη ζωή της αδελφής της Άννας- η  οποία, παρεμπιπτόντως, επίσης αλλάζει το όνομά της σε Νίτσα, προκειμένου να βοηθήσει τον Δημητρό να ξεχάσει-, δηλαδή της Αγγέλας και του συζύγου της. Αποφεύγει έτσι, εντέχνως, την επικέντρωση στον βασικό χαρακτήρα του διηγήματος, ενώ μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει και η αφήγηση της ζωής του  γιου του Δημητρού, του Φιλίππου, ο οποίος ως ενήλικας πλέον, θα ανοίξει τα φτερά του προς μία νέα, εντελώς δική του ζωή και θα καταφέρει να ξεφύγει από τη νοσηρή αύρα του σπιτιού του.

 

Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό και απεικονίζει με ενάργεια τα ήθη μίας τυπικής αστικής οικογένειας στην Αθήνα κατά τα μέσα του 20ου αιώνα. Εκτός από το βασικό ιδεολογικό μοτίβο του βιβλίου, την απώλεια δηλαδή αγαπημένων προσώπων και της αδυναμίας μας να την ξεπεράσουμε, η Κώστια Κοντολέων καταπιάνεται θεματολογικά και με άλλα ζητήματα, όπως την απώλεια της αθωότητας της παιδικής μας ηλικίας και του απογαλακτισμού από τη μητρική αγκαλιά, καθώς και το ζήτημα της αποδοχής των γονέων ότι κάποτε τα τέκνα τους ενηλικιώνονται και, μοιραία, θα βάλουν πλώρη για αλλού.

 

Εντυπωσιάζει επίσης στο βιβλίο η χρήση του αφηγηματικού ενεστώτα καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, μιας αφήγησης η οποία διατηρεί στο μέγιστο βαθμό την ενάργειά της παρά το γεγονός ότι το βιβλίο περιέχει ελάχιστους διαλόγους. Η συγγραφέας όμως διατηρεί αμείωτο από την αρχή μέχρι το τέλος τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή που βλέπει και αναδιηγείται κυριολεκτικά τα πάντα, από τις μικρολεπτομέρειες της καθημερινότητας των πρωταγωνιστών, μέχρι και τον βαθύτερο ψυχισμό τους.

 

«Για πόσο ακόμη καιρό μάνα και κόρη, άυλες παρουσίες, θα συνεχίσουν να διαφεντεύουν ένα σημαντικό μέρος της ζωής του Δημητρού; Κλείνει τα αυτιά της να μην ακούει το θρηνητικό τραγούδι του με αποδέκτες εκείνες, πάντα παρούσες-απούσες  ν’ απαιτούν μερίδιο από την καινούρια ζωή του. Σαν αναστραμμένα είδωλα ενός καθρέφτη που επιμένει να μπερδεύει ζώντες και τεθνεώτες, ονόματα και ιδιότητες, το τότε με το τώρα».