Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Philip Kerr, Μητρόπολη, εκδ. Κέδρος, 2001, σελ.397, μετ. Γ. Μαραγκός

 

https://www.kedros.gr/product/9109/mitropoli.html

 Το κύκνειο άσμα του μεγάλου μετρ του νουάρ αστυνομικού μυθιστορήματος Philip Kerr έχει τον τίτλο "Μητρόπολη". Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο συγγραφέας επιστρέφει στον κόσμο που τόσο καλά γνωρίζει, την Μητρόπολη του Μεσοπολέμου, δηλαδή το Βερολίνο, με κεντρικό μυθιστορηματικό ήρωα τον νεαρό Μπέρνι Γκούντερ, επιθεωρητή στο τμήμα Ανθρωποκτονιών.

Ο Γκούντερ αυτή τη φορά-την τελευταία της μυθικής του δράσης, αφού ο Kerr δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή- αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τέσσερις δολοφονίες στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιλεσίας. Τέσσερις πόρνες δολοφονούνται με...ινδιάνικο τρόπο στο συγκεκριμένο μέρος, χωρίς να προηγηθεί σεξουαλική κακοποίηση. Το περίεργο στην όλη υπόθεση είναι ότι συντελείται σε κάθε θύμα αφαίρεση του δέρματος του κρανίου του, ακριβώς δηλαδή όπως συνήθιζαν να κάνουν οι Ινδιάνοι στους λευκούς που σκότωναν στην Άγρια Δύση.

Σαν να μη έφταναν όλα αυτά, εκτός από τις πόρνες, κάποιος φαίνεται να έχει στοχοποιήσει και τους Εβραίους, τους περιθωριακούς και τους ανάπηρους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μήπως ο ρατσισμός των ανερχόμενων ναζί κρύβεται πίσω από όλα αυτά;

Κι εκεί που κανένα φως δεν αχνοφαίνεται στην άκρη του τούνελ, ο πατέρας του τελευταίου θύματος, άλλης μίας πεταλούδας της νύχτας, δείχνει αποφασισμένος να βοηθήσει τον επιθεωρητή Γκούντερ να ανακαλύψει την αλήθεια. Όπως συμβαίνει συνήθως στα καλά αστυνομικά μυθιστορήματα, η υπόθεση αποδεικνύεται πιο περίπλοκη απ' ότι συνήθως, με συνδυασμό πολλών ετερόκλητων στοιχείων, τα οποία, όμως, συμπληρώνουν άψογα την τοιχογραφία του Βερολίνου της εποχής της ανόδου των ναζί στην εξουσία.

Η πλοκή είναι γρήγορη και ο επιθεωρητής Γκούντερ περισσότερο συνομιλεί με άλλους χαρακτήρες, προκειμένου να βρει την άκρη του νήματος, παρά σκέφτεται μόνος του, απομονωμένος σε κάποιο δωμάτιο του αστυνομικού τμήματος προσπαθώντας να βγάλει άκρη από τα στοιχεία. Και όλους αυτούς τους διαλόγους με τους υπόπτους και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του βιβλίου ο Kerr τους συμπεριλαμβάνει στην αφήγησή του, με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται ιδιαίτερα ζωντανή.

Το Βερολίνο του Μεσοπολέμου ήταν μία πόλη ασυδοσίας και διαφθοράς, μία πόλη στην οποία η απογοήτευση είχε φωλιάσει για τα καλά στις καρδιές των κατοίκων της, εξαιτίας της επαίσχυντης συνθηκολόγησης και της ήττας της χώρας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγχρόνως όμως το Βερολίνο είναι και μία πόλη ζωντανή, πάλουσσα και γεμάτη με πλήθος καλλιτεχνών και λογοτεχνών. Εν ολίγοις, πρόκειται για μία πόλη που διατηρεί κάτι από τη χαμένη λάμψη της Belle epoque, παρά τα πλήθη των ζητιάνων, των κατατρεγμένων και των κάθε λογής εγκληματιών και περιθωριακών τύπων που συνωστίζονται στις μεγάλες λεωφόρους της. Οι εικόνες αυτές του Βερολίνου που μας παραδίδει ο Kerr είναι από τα δυνατότερα σημεία του βιβλίου του:

"Επιτέλους μπήκε για τα καλά το καλοκαίρι στο Βερολίνο και η πόλη άνθισε με το φως και πέταξε το λερωμένο μάλλινο παλτό της. Εραστές κάθονταν στα φτηνά παγκάκια του Τίργκαρτεν, όχι μακριά από τον Απόλλωνα που κοιτούσε την άχορδη λύρα του και αναρωτιόταν ανίκανος τι να τους παίξει. Τις Κυριακές χιλιάδες εργάτες έπαιρναν τον προαστιακό σιδηρόδρομο για τις λευκές αμμουδιές του Βανζέε. Μια μέρα πήγα κι εγώ και με τόσο κόσμο δεν μπορούσες να δεις την παραλία και ήταν δύσκολο να διακρίνεις πού τελείωνε η άμμος και πού άρχιζε το νερό. Πλατσούριζαν τα βρώμικα πόδια τους στο ρηχό νερό πριν επιστρέψουν σπίτι, στις γκρίζες ανατολικές φτωχογειτονιές, τα πρόσωπά τους ρόδινα απ' τον ήλιο, οι ιδρωμένες κοιλιές τους γεμάτες λουκάνικο, λάχανο τουρσί και μπίρα".

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ακόλουθη τακτική κατά την αφήγησή του: πολλά γεγονότα συμβαίνουν μέσα σε λίγο χρόνο, τόσα που η μνήμη του αναγνώστη σχεδόν αδυνατεί να συγκρατήσει όλους και όλες όσες συνομιλούν με τον επιθεωρητή. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μεγάλα κεφάλαια με τίτλους που υποδηλώνουν εύλογα την κεντρική θεματική του βιβλίου, η οποία διατρέχει μαζί με το έγκλημα τις σελίδες του: γυναίκες, παρακμή, σεξουαλικότητα.

Πρόκειται για μία εποχή μεταβατική. Το περίφημο κραχ του '29, ο προάγγελος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει ακόμη συμβεί, ούτε και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία. Ο περισσότερος, όμως, κόσμος του Βερολίνου παραμένει απαθής στην ιδέα του θανάτου, μία ιδέα στην οποία συνήθισε ήδη από την εποχή του προηγούμενου πολέμου.

Δυνατές συγκινήσεις, άφθονο νουάρ στοιχείο, καταιγιστική δράση και μπόλικο μυστήριο, όλα αυτά τοποθετημένα στη Μητρόπολη της Κεντρικής Ευρώπης την εποχή του Μεσοπολέμου. Αυτά είναι τα στοιχεία που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, καθορίζουν τη μορφή της τελευταίας περιπέτειας του επιθεωρητή Γκούντερ, ενός αναμφισβήτητα εμβληματικού μυθιστορηματικού χαρακτήρα.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Lucinda Riley, Η Ιταλίδα, εκδ. Διόπτρα, 2021, σελ.598

 

https://www.dioptra.gr/vivlio/xeni-logotexnia/i-italida/

 

Κάποιοι ίσως κατέτασσαν τα πονήματα της Lucinda Riley, γνωστής από την επταλογία της "Οι κόρες των αστεριών", στον χώρο του άρλεκιν και του πολύ ανάλαφρου μυθιστορήματος. Για να μιλήσουμε, όμως, αντικειμενικά, κανείς αναγνώστης ή συνάδελφος της Riley δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ότι η υπόθεση σε όλα τα βιβλία της εν λόγω συγγραφέως-και όχι μονάχα στο συγκεκριμένο- είναι κάτι πολύ περισσότερο από το να την αποκαλούσαμε απλά συναρπαστική ή ευφάνταστη. 

Απεναντίας, αυτή περιέχει τόσο πολλές ανατροπές και "ξαφνιάσματα" του αναγνώστη, πάντα αρμονικά ενσωματωμένα στη ροή του κειμένου, που εύλογα αναρωτιέται κανείς σχετικά με το απόθεμα φαντασίας που διαθέτει η Riley. Και αυτό είναι κάτι αναμφισβήτητα δύσκολο να το πετύχει ένας συγγραφέας, όσο κι αν καυχιέται ότι μπορεί να δουλεύει άψογα τη γλώσσα του- τα βιβλία δε που καταφέρνουν να συνδυάσουν και τα δύο αυτά στοιχεία είναι πραγματικά ελάχιστα.

Ξεκαθαρίζουμε, επομένως, ότι το είδος της λογοτεχνίας που γράφει η Riley δεν ανήκει στην πιο "βαριά" και "εκλεπτυσμένη"-ας μου επιτραπεί ο όρος, αν και δεν συμφωνώ με διαχωρισμούς- λογοτεχνία με την ιδιαίτερη γλώσσα, την οποία κρίνουν συνήθως ευμενώς οι κριτικοί. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το "Η Ιταλίδα" με τέτοιου είδους πονήματα, αλλά οφείλουμε να το αξιολογήσουμε λαμβάνοντας υπόψη αυτό το καθεαυτό είδος της λογοτεχνίας που εκπροσωπεί. Οπότε, αν κάποιος αναγνώστης θέλει ένα "βιβλίο παραλίας" ή ένα βιβλίο το οποίο θα τον κρατάει γερά καθηλωμένο στον καναπέ του να γυρίζει τις σελίδες γρήγορα προκειμένου να δει τι θα γίνει παρακάτω και να μην πηγαίνει να κοιμηθεί αν δεν το τελειώσει πρώτα, τότε "Η Ιταλίδα" είναι σαφώς μία από τις καλύτερες επιλογές που μπορεί να κάνει.

Οι δυνατοί, γεμάτοι πάθος, παράλογοι και εμμονικοί έρωτες αποτελούν μία πρώτης τάξεως ύλη για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα και αυτό η Riley φαίνεται ότι το γνωρίζει πολύ καλά. Το ωραίο όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι ο έρωτας αυτός, ο οποίος αποτελεί και κεντρικό θέμα του βιβλίου, τοποθετείται στον χώρο του θεάματος και, πιο συγκεκριμένα, στον χώρο του λυρικού θεάτρου.

Ο Ρομπέρτο Ροσίνι είναι το μεγάλο αστέρι της όπερας από τη Νάπολη της Ιταλίας, τον οποίο θα ερωτευτεί σφόδρα και η Ροζάνα Μένιτσι, με καταγωγή από την ίδια πόλη και εξίσου ταλαντούχα ως τραγουδίστρια. Ενώ όμως η Ροζάνα είναι μία καλόψυχη και ήρεμη κοπέλα, ο Ρομπέρτο διακατέχεται από έναν ναρκισσισμό και μία εγωπάθεια που του επιτρέπει να φέρεται συχνά -λόγω της μεγάλης του διασημότητας- σαν κακομαθημένο παλιόπαιδο. 

Ο Ρομπέρτο και η Ροζάνα λοιπόν θα αποτελέσουν το τέλειο ζευγάρι στις σκηνές των μεγαλύτερων λυρικών θεάτρων του κόσμου, τι γίνεται όμως με την αληθινή ζωή και τον γάμο; Αρκεί άραγε αυτή η εμμονική αγάπη τους προκειμένου να ζήσουν αρμονικά οι δυο τους για μια ολάκερη ζωή;

Η επιτυχία του βιβλίου οφείλεται αφενός στη γρήγορη πλοκή, αλλά και στο γεγονός ότι η Riley δεν αγνοεί τους δευτεραγωνιστές τους, αλλά, απεναντίας, αφιερώνει και στον περίγυρο και την οικογένεια του ζευγαριού τη δέουσα προσοχή, συμπεριλαμβάνοντάς τους σε όλο το σώμα του κειμένου, παράλληλα με την εξέλιξη της σχέσης του ζευγαριού. 

Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, ενίοτε όμως παρεμβάλλονται τα γράμματα της Ροζάνας στον γιο της, στον οποίο αφηγείται την πολυτάτραχη ζωή της στη δύση του βίου της.

Όσοι από τους αναγνώστες είναι μουσικοί ή τραγουδιστές της όπερας, θα βρουν, επιπλέον, συναρπαστικές τις πληροφορίες της Riley σχετικά με τον τρόπο ζωής, τις σπουδές και τις παραστάσεις των μεγάλων αστέρων του χώρου. Όσοι επίσης λατρεύουν την ιταλική μουσική, γλώσσα, κουλτούρα και φινέτσα θα βρουν πολλές αναφορές σε αυτές μέσα στις σελίδες του.

Θεματικά, πέρα από το μεγάλο ερώτημα αν μπορεί να στεριώσει ένας θεμελιώδης έρωτας, αναδύονται πολλά ζητήματα μέσα στις σελίδες του βιβλίου: πως η σκληρή δουλειά μονάχα, όταν συνυπάρχει με το ταλέντο, μπορεί να έχει αποτέλεσμα, το πως συνδυάζει κανείς την καριέρα με την οικογένεια, αν τελικά τιμωρούμαστε κάποια στιγμή όταν επιλέγουμε να πληγώνουμε διαρκώς τους άλλους, η μητρότητα, ο γάμος και η ηθική. Και πάνω απ' όλα αυτά, φυσικά, η μουσική, το τραγούδι και η όπερα.

Αν θέλετε, επομένως, να κάνετε ένα ευχάριστο διάλειμμα μεταξύ πιο δυσκολοδιάβαστων πονημάτων, "Η Ιταλίδα", η οποία διαδραματίζεται στη Νάπολη, το Μιλάνο, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και τη Βιέννη, θα είναι μια ανάλαφρη και διασκεδαστική επιλογή.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Κώστας Λογαράς, Όταν βγήκε απ’ τη σκιά, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.253


 

 Πραγματικά, είχα πολύ καιρό να διαβάσω βιβλίο με τόσο καλοδουλεμένη και ρέουσα γλώσσα, το οποίο όμως να διαθέτει και μία συναρπαστική και καθηλωτική υπόθεση με αρκετές ανατροπές συνάμα.

Ο περί ου λόγος για το τελευταίο πόνημα του Κώστα Λογαρά, έναν συγγραφέα που δεν είχε τύχει να διαβάσω ποτέ κανένα βιβλίο του μέχρι τώρα και το "Όταν βγήκε από τη σκιά" με αποζημίωσε και μάλιστα με το παραπάνω.

Το "Όταν βγήκε από τη σκιά" είναι ένα βιβλίο για τον ίδιο τον άνθρωπο και το πως αυτός αντιμετωπίζει το μυστήριο της ζωής και της δημιουργίας. Είναι ένα βιβλίο για δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, που αποφάσισαν να εισέλθουν εις γάμου κοινωνία, παραβλέποντας αυτή τη διαφορετικότητα και το που θα μπορούσε αυτή εν τέλει να τους οδηγήσει. Είναι η ιστορία της κοπέλας με το αλλόκοτο όνομα, της Α-μαρυλλίδας από το Αλτινό της Μακεδονίας και του Ερρίκου Μαλτέζου από τη Ληθώ της Πελοποννήσου.

Ο Ερρίκος είναι ένας φιλόδοξος-μα και κενόδοξος- άντρας που έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική, αλλά παράλληλα συγγράφει κιόλας. Κάποια στιγμή της ζωής του, η ματαιοδοξία του θα τον σπρώξει να ασχοληθεί με τον πολιτική. Είναι ένας άνθρωπος μοναχικός και μονόχνωτος, χαμένος στον κόσμο του, εν ολίγοις, ένας άνθρωπος που ξέρει μεν να δημιουργεί, μα δεν ξέρει να ζει.

Η Μαρυλλίδα- ή Μάριαν- από την άλλη είναι ακριβώς το αντίθετο. Νέα, χαμογελαστή και όμορφη, ξέρει να ρουφάει τη ζωή μέχρι το μεδούλι και να απολαμβάνει στο μέγιστο τις μικρές χαρές που η φύση και η ζωή προσφέρουν πάντα απλόχερα. Όταν όμως δεχτεί να ακολουθήσει τον Ερρίκο στην πατρίδα του-μακριά από τη δική της και τους δικούς της- , θύμα ενός νεανικού ερωτικού ενθουσιασμού, αναγκαστικά θα αλλάξει, προκειμένου να προσαρμοστεί στα "δεδομένα" του συζύγου.

Δύο κόσμοι θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με τον γάμο τους: η αλαζονεία της γνώσης ενός ματαιόδοξου άνδρα με τη γήινη και φυσική οπτική μιας εντελώς γήινης κοπέλας, θέτοντας έτσι το παρακάτω ερώτημα: Από πού αντλεί τελικά ο άνθρωπος περισσότερη δύναμη; Από τη Γνώση ή τη Φύση;

Προσώρας φαίνεται ότι ο Ερρίκος έχει πετύχει τον σκοπό του, να "υποτάξει" δηλαδή την Μαρυλλίδα στα δικά του πιστεύω και να τα φέρει στα δικά του μέτρα και σταθμά. Κι όμως, κάποια στιγμή θα συμβεί το απρόοπτο που θα αποτελέσει το κίνητρο προκειμένου να αποφασίσει και η Μαρυλλίδα να βγει επιτέλους από τη σκιά του Ερρίκου.

Στη θεματική του βιβλίου μέσα από μία συναρπαστική βιογραφία δύο πολύ διαφορετικών ανθρώπων- ειδομένης όμως  από την πλευρά της Μαρυλλίδας που προβαίνει σε ανασκόπηση στη δύση του βίου της και θυμάται σημαντικές στιγμές- εμπίπτουν διάφορα θέματα που αφορούν τον ίδιο τον άνθρωπο: Η αφηρημάδα και η μοναχικότητα ενός συγγραφέα και πως αυτή επηρεάζει τη ζωή των γύρω του, το ερώτημα τι αποτελεί τελικά αληθινή δημιουργία, το έργο του ανθρώπου ή της φύσης;, η ευτυχία είναι τελικά κάτι διαφορετικό για τον καθένα από εμάς;,η αγωνία ενός συγγραφέα και ενός πολιτικού να καταξιωθούν και κατά πόσον αυτό αξίζει τελικά, η ανασφάλεια μιας νέα γυναίκας που κατοικεί μακριά από τους δικούς της και τη γενέτειρά της, τι ρόλο παίζει η απουσία του πατέρα στην ψυχοσύνθεση ενός παιδιού και αν είναι άραγε πολύ αργά να ψάξουμε για την ευτυχία στη δύση του βίου μας.

Ο λόγος του βιβλίου είναι απλά μαγευτικός. Ιδιαίτερα προσεγμένος, σχεδόν ποιητικός, με πολλές μεταφορές και εστιάζει αριστοτεχνικά στην ψυχοσύνθεση της Μαρυλλίδας χωρίς όμως να πλατειάζει και να φλυαρεί με τις περιγραφές ή να καταστήσει "αργή" την πλοκή. Ένα βιβλίο που εκπλήσσει ευχάριστα και αναμφίβολα προσφέρει στον αναγνώστη μέγιστη λογοτεχνική απόλαυση.


Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2022

Άγνωστες λεπτομέρειες της Ελληνικής Επανάστασης σχετικά με τη φύση του Αγώνα

 

 
 

Αλήθεια, πόσοι από εμάς έχουμε αναρωτηθεί ποτέ σχετικά με το πόσοι ακριβώς ήταν οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία; Σίγουρα αποτελούσαν τη μειονότητα, δηλαδή 3 εκατομμύρια περίπου έναντι 23 εκατομμυρίων Τούρκων. Υπερτερούσαν, δε, αριθμητικά μονάχα στον Μοριά και στα νησιά του Αιγαίου. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πόσο δύσκολος ήταν, με βάση τους αριθμούς αυτούς, ο ξεσηκωμός για τους Έλληνες το 1821.

     Στον Μοριά όταν ξέσπασε  η Επανάσταση κατοικούσαν περίπου 400.000 Έλληνες και 40.000 περίπου μουσουλμάνοι.  Μετά από τη σφαγή της Τριπολιτσάς ο αριθμός των μουσουλμάνων που σκοτώθηκαν θα πρέπει  να ήταν πάνω από τους μισούς. Πολλοί Έλληνες δε, μετά από την άλωση της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισαν Τουρκάλες, οι οποίες τράβηξαν τα πάνδεινα από τις οικογένειές τους, με τις οποίες οι οπλαρχηγοί τις υποχρέωσαν να συγκατοικήσουν. Στην πραγματικότητα οι βιαιοπραγίες των Ελλήνων κατά των πρώην δυναστών τους κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου δεν ήταν διόλου αμελητέες.

      Εξίσου άγνωστο είναι πως κάποιοι μουσουλμάνοι πολέμαρχοι επέλεξαν να συνταχθούν με τους Έλληνες στον αγώνα τους, όπως π.χ. ο Μουσταφά Γκέκας. Όσοι πάντως αιχμαλωτίστηκαν, ήταν σχεδόν αδύνατο να αποδράσουν. Κάποιοι από αυτούς βαφτίστηκαν χριστιανοί και ήταν αυτοί ακριβώς οι οποίοι απαίτησαν αργότερα από το ελληνικό κράτος, ως χριστιανοί, την επιστροφή της περιουσίας τους.

     Το εμπόριο μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών ήταν μια επικερδής δραστηριότητα που δεν σταμάτησε ποτέ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το ατομικό συμφέρον συχνά υπερτερούσε του εθνικού και αυτό είναι κάτι που ισχύει όχι μονάχα για τους εμπόρους αλλά και για πολλούς οπλαρχηγούς που προέβαιναν στη σύναψη συμφωνιών με τους Τούρκους- τα αποκαλούμενα «καπάκια».

    Οι ειδήσεις ταξίδευαν με πολύ αργούς ρυθμούς στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και τα άλογα σπάνιζαν. Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως οι Οθωμανοί διέθεταν ένα σύστημα  αντίστοιχο του «πόνυ-εξπρές» στη μακρινή αμερικανική δύση του 19ου αιώνα, το οποίο βασιζόταν στην αλλαγή ταχυδρομικών ίππων που ήταν σταθμευμένοι στις πόλεις. Όπως και να ’χει όμως, το σύστημα αυτό κατέρρευσε με τον πόλεμο.

    Σε έναν τέτοιον κόσμο, οι δρομείς-αγγελιοφόροι δεν μπορεί παρά να ήταν πρόσωπα χρήσιμα και σεβαστά, όπως, για παράδειγμα ο Κρητικός δρομέας Γεώργιος Ψυχουντάκης. Διέθεταν άριστη μνήμη και τρομερή επινοητικότητα για το κρύψιμο των μηνυμάτων που μετέφεραν. Η δράση τους όμως και η συμβολή τους στην επιτυχία του ελληνικού αγώνα έχει υποτιμηθεί, όπως και η αντίστοιχη των γραμματικών, εκείνων δηλαδή που γνώριζαν γραφή και ανάγνωση σε μία κοινωνία με υψηλότατο ποσοστό αναλφαβητισμού. Κάθε οπλαρχηγός μάλιστα είχε μαζί του πάντα τον δικό του γραμματιζούμενο προκειμένου να του υπαγορεύει τις επιστολές του.

     Μέσα σε ένα περιβάλλον φτώχειας και  στερήσεων, οι Έλληνες πολεμιστές ήταν φυσικό να είναι λιτοδίαιτοι και εξαιρετικά σκληραγωγημένοι. Η ευσαρκία στα βουνά μπορούσε να φέρει τους αγωνιστές σε δύσκολη θέση. Επόμενο ήταν λοιπόν ότι οι Έλληνες οπλαρχηγοί θα ήταν φιλοχρήματοι, αφού η λαφυραγωγία δεν ήταν γι’ αυτούς παρά ένα μέσο επιβίωσης. Τα όπλα ήταν επίσης πάντοτε σπουδαία λάφυρα.

    Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι πολιορκίες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης δεν ήταν όπως τις έχουμε κατά νου, χωρίς δηλαδή καθόλου επαφές και επικοινωνία μεταξύ πολιορκημένων και πολιορκητών. Απεναντίας μάλιστα, πέρα από τις κραυγές και τις βρισιές, οι οποίες βρίσκονταν στον ημερήσιο διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών, δεν σπάνιζε και η είσοδος κάποιων εκπροσώπων των πολιορκητών μέσα στις πολιορκούμενες πόλεις. Επομένως, ο αποκλεισμός των πολιορκούμενων πόλεων δεν ήταν σε καμία περίπτωση  ολοκληρωτικός.

ΠΗΓΗ

Mark Mazower, Η ελληνική  επανάσταση, εκδ. Αλεξάνδρεια