Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Βιετνάμ: Δεν είναι μονάχα ο πόλεμος

 

Ο πόλεμος του Βιετνάμ είναι, κατά κοινή ομολογία, ένα από τα πιο απεχθή πολεμικά γεγονότα που συνέβησαν ποτέ και καταδικάστηκε εντόνως από τους λαούς σε όλη τη υφήλιο. Η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη χώρα αυτή, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσής της με τη ΕΣΣΔ, κράτησε περισσότερα από δέκα χρόνια και είναι φυσικά ευρέως γνωστό ότι ήταν ένας πόλεμος με τεράστιες απώλειες, τόσο μεταξύ των αμάχων, όσο και μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Πιο συγκεκριμένα, σκοτώθηκαν περί τους 58.000 Αμερικανούς στρατιώτες και 800.000 στρατιώτες του κομμουνιστικού Βορείου Βιετνάμ. Οι απώλειες μεταξύ των αμάχων είναι αδύνατον να υπολογιστούν με ακρίβεια, αλλά κυμαίνονται μεταξύ του ενός και των τριών εκατομμυρίων.

Τα δεινά όμως των Βιετναμέζων δεν τελείωσαν με τη λήξη του πολέμου το 1975. Έκτοτε το Βιετνάμ τελεί υπό κομμουνιστικό καθεστώς. Η γεωργία κολεκτιβοποιήθηκε, ενώ καταργήθηκε κάθε ιδιωτική ιδιοκτησία. Τουλάχιστον δύο εκατομμύρια Νοτιοβιετναμέζοι έφυγαν στο εξωτερικό, φοβούμενοι διώξεις από το νέο κομμουνιστικό καθεστώς, φίλα διακείμενο προς τη "νικήτρια" του πολέμου ΕΣΣΔ. Σήμερα πλέον έχει επιτραπεί η λειτουργία ελεύθερης αγοράς και μερικών ιδιωτικοποιήσεων, παράλληλα όμως με την ύπαρξη μιας κομμουνιστικής κυβέρνησης.

Πηγή έντασης στη Νοτιοανατολική Ασία μετά τον περίφημο πόλεμο, υπήρξε επίσης το Καθεστώς των Ερυθρών Χμερ στη γειτονική Καμπότζη, ένα από τα λιγότερο γνωστά, αλλά και τα πιο δολοφονικά δικτατορικά καθεστώτα στην Ιστορία. Το κομμουνιστικό αυτό καθεστώς με την υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση και την ανελέητη πολιτική του εναντίον των εθνικών μειονοτήτων στα εδάφη του, κατέστη υπεύθυνο για τον θάνατο σχεδόν δυόμισι εκατομμυρίων ανθρώπων.

Επειδή το καθεστώς αυτό απέλασε κατοίκους της Καμπότζης με βιετναμέζικη καταγωγή και εκτελούσε παράλληλα στρατιωτικές επιδρομές στο Βιετνάμ, το Βιετνάμ αποφάσισε να αντεπιτεθεί το 1978, καθαιρώντας το γενοκτονικό καθεστώς του Καμποτζιανού κομμουνιστή Πολ Ποτ. Ο πόλεμος κράτησε μόλις δύο εβδομάδες και τα απομεινάρια της επαίσχυντης δικτατορίας κατέφυγαν στην επίσης γειτονική Ταϊλάνδη. Στην Καμπότζη τοποθετήθηκε ένα καθεστώς φίλα διακείμενο προς τους Βιετναμέζους.

Αν και το Βιετνάμ αναμφίβολα έπραξε ορθά με την εισβολή, αφού απάλλαξε την Καμπότζη από ένα δολοφονικό καθεστώς που έκανε τον πληθυσμό της να υποφέρει τα πάνδεινα, εντούτοις, η σύμμαχος των Ερυθρών Χμερ, Κίνα, αποφάσισε να πάρει τη ρεβάνς από  την ταλαίπωρη χώρα, διότι, φυσικά, δεν τους ήταν αρεστή η βιετναμέζικη "κατοχή" μιας χώρας τόσο κοντά στη δική τους.

Έτσι, η Κίνα, με τη διπλωματική στήριξη των ΗΠΑ, εισέβαλε στο Βιετνάμ το 1979 χάνοντας, όμως, τόσους στρατιώτες σε έναν μήνα, όσους είχαν χάσει οι ΗΠΑ σε ολόκληρο τον πόλεμο. Το Βιετνάμ μπορεί να κέρδισε τον σινο-βιετναμέζικο πόλεμο, όμως υπέστη οικονομικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ που άρθηκαν τουλάχιστον μία δεκαετία αργότερα, ενώ η κυβέρνησή του απογοητεύθηκε από την απουσία βοήθειας σε αυτό από την πλευρά της συμμάχου της, ΕΣΣΔ. Η σύγκρουση με την Κίνα κράτησε ως το 1991, ενώ έκτοτε η έντονη  ψυχρότητα μεταξύ των δύο χωρών δεν έχει αποσοβηθεί.

Τα δεινά, όμως, για τον πολύπαθο βιετναμέζικο λαό δεν φαίνεται να έχουν τελειωμό. Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να γεννιούνται παιδιά με γενετικές ανωμαλίες εξαιτίας της μόλυνσης τόσο από τα κατάλοιπα των πολέμων, όσο κυρίως και λόγω της ύπαρξης του Πορτοκαλί Παράγοντα.

Ο τελευταίος είναι η κωδική ονομασία ενός πολύ ισχυρού φυτοφαρμάκου που ψεκάστηκε σε περίπου 4,5 εκατομμύρια στρέμματα γης στη χώρα από τους Αμερικανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου με σκοπό την αποψίλωση των δασών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το επιτρεπόμενο όριο για τη χρήση του φαρμάκου ξεπεράστηκε δεκατρείς φορές κατά μέσον όρο- πάνω από 40 εκατομμύρια τόνοι. Αποτέλεσμα είναι σήμερα περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι να ζούνε με τις παρενέργειες του φαρμάκου αυτού, υποφέροντας από το μολυσμένο νερό και πολλούς καρκίνους, όπως παιδικές λευχαιμίες και άλλες γενετικές αναπηρίες. Επίσης, από τις νάρκες ξηράς που δεν έχουν ακόμη εξουδετερωθεί από τον πόλεμο, υπολογίζεται ότι 40.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη λήξη του πολέμου.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το Βιετνάμ είναι μία από τις περιοχές του πλανήτη που πλήττεται κατά κόρον από την κλιματική αλλαγή. Οι τυφώνες και οι σφοδρές ανεμοθύελλες εκεί είναι κάτι παραπάνω από συχνές, το ίδιο και οι επακόλουθες συνέπειές τους, δηλαδή πλημμύρες, ξηρασίες και κατολισθήσεις. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει χαρακτηρίσει το Βιετνάμ ως μία από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη, με 70% του πληθυσμού του να εκτίθεται συχνότατα σε ακραίες καιρικές συνθήκες.

Οι Βιετναμέζοι επιδεικνύουν μοναδικό σθένος απέναντι σε όλες αυτές τις κακουχίες, είναι όμως αυτονόητο ότι η Δύση και οι ΗΠΑ οφείλουν να βοηθήσουν την τόσο ταλαιπωρημένη αυτή περιοχή του πλανήτη μας, η οποία υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα θύματα της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Odd Arne Westad, Ο ψυχρός πόλεμος, μια παγκόσμια ιστορία, εκδ. Πατάκη

-Dr Mandeep Rai, Ταξίδι στη γη σε 101 αξίες, εκδ. Διόπτρα

Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Κορνηλία Τσέβικ-Μπαϊβεριτάν, Τα σπίτια της γιαγιάς μου, εκδ. Τσουκάτος, 2021, σελ.500

 

Ένα οδοιπορικό μνήμης υπό μυθιστορηματική μορφή καταθέτει η Ελληνίδα της ομογένειας Κορνηλία Τσέβικ-Μπαϊβερτιάν με τίτλο "Τα σπίτια της γιαγιάς μου". Η συγγραφέας γεννήθηκε, μεγάλωσε και κατοικεί στην Κωνσταντινούπολη, ανήκει, δηλαδή, στην ελληνική μειονότητα της Πόλης, είναι, επομένως, η πλέον κατάλληλη για να μας μιλήσει για την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

 Στόχος της αφήγησής της, όμως, με το παρόν πόνημα, δεν είναι τα πολιτικά γεγονότα της ιστορίας του εικοστου αιώνα, ούτε τα στρατιωτικά και τα σποραδιακά πολεμικά επεισόδια μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Ο στόχος της είναι να περιγράψει γλαφυρά στον Έλληνα αναγνώστη την Πόλη στην καθημερινότητά της σε άλλες εποχής, τα σοκάκια, τις ομορφιές και την ιστορία της κατά τον εικοστό αιώνα, μέσα από τα δικά της μάτια και τη δική της προσωπική ιστορία, την οποία και μεταλλάσσει εν είδει μυθιστορήματος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται δε στις δεκαετίες του '70 και του '80.

Πιάνει το νήμα της αφήγησης από τα χρόνια των προπαππούδων της, δηλαδή από τις αρχές του περασμένου αιώνα και, με όχημα τα τρία σπίτια που άλλαξε η γιαγιά της, η Μαρίνα, ανατρέχει σχεδόν  έναν αιώνα ιστορίας της Πόλης, αλλά και της ίδιας της οικογένειάς της. Μαζί με τα σπίτια που η γιαγιά της κατά καιρούς άλλαζε, από μονοκατοικία σε διαμέρισμα, άλλαζε και η ίδια η Πόλη φυσιογνωμία, κάτω από τις ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές και τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις του εικοστού αιώνα.

Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει με έκπληξη πόσο όμοια ήταν τελικά η ζωή ανάμεσα στις δύο γείτονες χώρες, αφού οι περιγραφές της συγγραφέως θα θυμίσουν αναντίρρητα στους μεγαλύτερους από εμάς εικόνες από τη δική μας ζωή. Φυσικά, η συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί με πικρία-μέσα από την αφήγηση της γιαγιάς Μαρίνας- και στα γεγονότα του '55 και του '74, γεγονότα που ρήμαξαν τον ελληνισμό της Πόλης, ενώ δίνεται έμφαση, όχι τόσο στην περιγραφή των γεγονότων, όσο στον αντίκτυπο που είχαν τα γεγονότα αυτά στη ζωή των ομογενών.

Η αφήγηση είναι γλαφυρή, με ολοζώντανους και πολλούς διαλόγους που διανθίζουν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της εγγονής. Η κύρια αφηγήτρια, όμως είναι η ίδια η γιαγιά Μαρίνα. Κάθε ένα από τα σπίτια της γιαγιάς ταυτίζεται με μία συγκεκριμένη φάση στην ιστορία των Ρωμιών της Πόλης και, ιδίως με τα μεταπολεμικά βιώματα από την Πόλη των τελών του εικοστού αιώνα.

Ο αναγνώστης θα πάρει μία πολύ καλή γεύση από σκηνές της καθημερινής ζωής εκεί, από το πως είναι, δηλαδή, να βρίσκεται κανείς την περίοδο του Πάσχα στην Πόλη, από τα παλιά χαμάμ της, τα γραφικά σοκάκια του Πέρα και την αγορά του Τζιχανγκίρι με τα λαχταριστά σιροπιαστά και τα λουκούμια. Κάποια στιγμή η δράση θα μεταφερθεί στην ελληνική Θράκη και η συγγραφέας δεν θα παραλείψει να μεταφερθεί και στο ζήτημα της μετανάστευσης των ομογενών της Πόλης στη Μητέρα Πατρίδα, την Ελλάδα, και στο πως βλέπει η μειονότητα της Πόλης το όλο ζήτημα.

 Τελικά, αυτό που μένει με την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου και καταφέρνει η Τσέβικ-Μπαϊβερτιάν να περάσει στον αναγνώστη, είναι το πόσο πολύ δεμένοι είναι οι Ρωμιοί της Πόλης με τον τόπο τους, τον οποίο θεωρούν πατρίδα τους και γη των προγόνων τους.

Αναμφίβολα, λοιπόν, πρόκειται για ένα βιβλίο μνήμης, το οποίο απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες αναγνώστες, είτε έχουν επισκεφθεί την περίφημη Πόλη κατά το παρελθόν, είτε όχι, καθώς και για μία συμβολή στη διατήρηση της μνήμης του ελληνισμού της Πόλης, τόσο πολύτιμη στις μέρες αυτές που η κοινότητά τους συρρικνώνεται διαρκώς.

Αντώνης Ξυφαράς, Αρσάμης της Περσίας, εκδ. Βακχικόν, 2022, σελ.195

 

Ένα ιδιαίτερο ανάγνωσμα, ένα αλληγορικό παραμύθι που αντλεί τις εμπνεύσεις του από την Ιστορία της αρχαίας Περσίας, του ζωροαστρισμού, αλλά και το "Τάδε έφη Ζαρατούστρα" του φιλοσόφου Νίτσε, υπογράφει ο Αντώνης Ξυφαράς. Πρόκειται περισσότερο για παραμυθιακή αλληγορία με φιλοσοφικές προεκτάσεις, παρά για μυθιστόρημα με τη στενή έννοια της λέξης.

Κεντρικός ήρωας  του παραμυθιού είναι ο Πέρσης Αρσάμης, ένας ευγενής, οπαδός της θρησκείας του ζωροαστρισμού και του Αχούρα Μάσδα, της λατρείας του ιερού πυρός και υπήκοος του Μέγα Βασιλέα Δαρρείου, που ηγείται της πολυεθνικής περσικής αυτοκρατορίας. Όπως όλοι οι Πέρσες, ο Αρσάμης έμαθε από μικρός να τοξεύει, να ιππεύει και να λέει την αλήθεια. Γρήγορα όμως θα αντιληφθεί ότι αυτά δεν θα του αρκούν στις προκλήσεις που η ίδια η ζωή θα του θέσει...

Όλα ξεκινούν όταν η αγαπημένη του Αρναβάζη βρεθεί σε κίνδυνο. Τότε θα πραγματοποιήσει ένα μεγάλο ταξίδι σε όλες τις γωνιές της αυτοκρατορίας, προκειμένου να βρει τον τρόπο να τη σώσει. Συγχρόνως όμως το ταξίδι αυτό θα είναι και μία αναζήτηση του αληθινού του εαυτού, ένα οδοιπορικό αυτογνωσίας. Η αναζήτηση του αληθινού του εαυτού είναι απαραίτητο να γίνει, αν ο Αρσάμης θέλει να νικήσει το Κακό που απειλεί την αγαπημένη του, αλλά και τον ίδιο τον κόσμο και τον εαυτό του. Η τελική προσπάθεια του υποψήφιου "μύστη" έγκειται εν τέλει στο κατά πόσον θα καταφέρει ο ίδιος να νικήσει τον εγωισμό του και, φυσικά, στην ίδια την έννοια της αγάπης, την οποία οφείλει να ενστερνιστεί απόλυτα.

"Πέρα από τον εαυτό μου πρέπει να μάθω να βλέπω, από τον τυφλό εαυτό μου και τον εγωισμό μου, που είναι πηγή όλων των δυστυχιών και των αμαρτιών".

Αυτός ο δυϊσμός, η αέναη διαμάχη  μεταξύ του Καλού και του Κακού, που υπάρχει μέσα στη θρησκεία του ζωροαστρισμού ως συστατικό στοιχείο της, κυριαρχεί επίσης και μέσα στις σελίδες του βιβλίου του Ξυφαρά. Κατά πόσον, όμως, διαφέρουν αυτές οι δύο έννοιες τελικά μεταξύ τους;

"Καλό και Κακό είναι οι δύο αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος"

Ο Ξυφαράς δεν διστάζει να θίξει και τα κακώς κείμενα της θρησκείας στο βιβλίο του, βάζοντας αφορισμούς γι' αυτήν στα στόματα των ηρώων του:

"Το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια τη θρησκεία. Πολλές φορές η θρησκεία, στο όνομα της αλήθειας, ακόμα και της μίας και μοναδικής αλήθειας που ζητά δίχως όρους υπακοή, γίνεται ολοένα πιο αυστηρή, γίνεται μία άκαρπη εγωπάθεια, μια τυφλή, μοναχική, δίχως ευγένεια πίστη".

Ο Αρσάμης, αφού επισκεφθεί κάποιες μεγάλες πόλεις της περσικής αυτοκρατορίας, θα πάρει τα βουνά και τα λαγκάδια, σαν άλλος Ζαρατούστρα, για να συναντήσει τον μάγο και τον ιερέα του μεγάλου Αχούρα Μάσδα που θα τον βοηθήσουν να νικήσει το κακό. Πολλά από αυτά που πρέπει να κάνει όμως επαφίονται αποκλειστικά και μόνο στις δικές του δυνάμεις και στη δική του θέληση. Οι άλλοι απλά θα του δείξουν τον σωστό δρόμο.

Εμφανώς επηρεασμένος από τα φιλοσοφικά ρεύματα του δυϊσμού, του γνωστικισμού, του ερμητισμού και της φιλοσοφίας του Νίτσε, ο Ξυφαράς δημιουργεί μία γοητευτική αλληγορία η οποία συνδυάζει τη φιλοσοφία με το ιστορικό περιβάλλον της αρχαίας μυστηριακής Περσίας. Θα καταφέρει τελικά ο Αρσάμης να βρει τον πραγματικό του εαυτό και να νικήσει τις δυνάμεις του Κακού που απειλούν την Αρναβάζη;

Εμείς μπορούμε να κρατήσουμε τα ηθικά διδάγματα του βιβλίου, και να πάρουμε έναυσμα, εφόσον το επιθυμούμε, για περαιτέρω μελέτη, και να απολαύσουμε τη φιλοσοφική περιήγηση όσο περιμένουμε για να ανακαλύψουμε την απάντηση.

Γιώργος Πετράκης, τις Κυριακές που πετούν τα αρεοπλάνα, τρεις ιστορίες, εκδ. Πληθώρα, 2021, σελ.93

 




Τρεις μικρές ιστορίες, τρεις νουβέλες μας καταθέτει ο Ρεθυμνιώτης λογοτέχνης Γιώργος Πετράκης στο βιβλίο του με τίτλο "Τις Κυραικές που πετούν τα αεροπλάνα", δανειζόμενος τον τίτλο της μία από τις τρεις ιστορίες γι' αυτόν τον σκοπό. 

Οι ιστορίες διαδραματίζονται στη σύγχρονη  Κρήτη, φέρνουν όμως στον νου του αναγνώστη τους ανθρώπους της τσαρικής Ρωσίας.

Η πρώτη ιστορία αποτελεί την πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση μίας Ρωσίδας γυναίκας ελευθέρων ηθών, κάτοικο του Ρεθύμνου, που ανατρέχει στις δυσκολίες και τις μνήμες της ζωής της, περιγράφοντας, συνάμα τον τόπο όπου ζει και τις δυσκολίες της δουλειάς της. Τιτλοφορείται "Εμένα που με βλέπεις".

 "Ρέθυμνο, η πόλη των τρελών. Δεν γνωρίζω την πόλη αυτήν, ξέρω όμως τους κατοίκους της. Οι άνθρωποι εδώ είναι σαν άγρια ζώα μέσα σε κλουβί. Κι όταν βραδιάζει, μπήγουν τα δόντια στις σάρκες τους, το αίμα ξεπηδά και κολλά στα μουστάκια τους και στ' άπλυτα μαλλιά τους και πνίγονται στο ποτό να ξεθυμάνουν. Το οινόπνευμα, η αγία κοινωνία των φτωχών. Αυτό δεν αλλάζει από τόπο σε τόπο. Κοινωνούν με τον δικό τους αίμα και όσο αντέξουν".

Η δεύτερη ιστορία ονομάζεται "Κάθε σεζόν τον ξαναβάφουν" και αποτελεί άλλη μία πρωτοπρόσωπη κατάθεση ψυχής, αυτή τη φορά όμως ενός Κρητικού εργένη, ερωτευμένου με το ποτό-την κρητική ρακή- τις γυναίκες και τελικά την ίδια τη ζωή. Μεγάλο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται και στην Κνωσό, ένα από τα πιο διάσημα μέρη της Κρήτης. Τελικά το μότο του δεν μπορεί παρά να είναι αυτό το οποίο ο συγγραφέας καταθέτει στο τέλος της ιστορίας:

 "...Ζήσε κι εσύ τώρα όπως μπορείς. Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν".

Η τρίτη ιστορία, που δανείζει τον τίτλο της και στον τίτλο του βιβλίου, όπως προειπώθηκε, είναι η πιο πολυσήμαντη και πολυδιάστατη απ' όλες τις ιστορίες. ΟΙ ήρωες εδώ είναι παλαίμαχοι πιλότοι, ενώ αληθινός πρωταγωνιστής το αεροδρόμιο του Μάλεμε και τα αεροπλάνα του. Εδώ η σύγχρονη εποχή και οι άνθρωποί της μπολιάζονται με μνήμες από τον πόλεμο, ακόμη πανταχού παρούσες.

 "Τις Κυριακές που πετούν τα αεροπλάνα, μαζεύεται κόσμος στο Μάλεμε. Αυτοκίνητα ακριβά, τζιπ με φιμέ τζάμια. Καναδυό αγροτικά με αναμμένα φώτα. Καλοντυμένοι νεαροί και ξανθιές με μαύρα ζιβάγκο μπαίνουν στην ουρά για επιβίβαση. Ο Σπύρος με τον Μάρκου έχουν αργήσει σήμερα. Με το που φτάνουν, κορνάρουν στον Μπακέα να κατέβει απ' το συρματόπλεγμα".

Η γραφή του Πετράκη είναι καλοδουλεμένη, "εσωτερική" και μεστή. Είναι εκείνη που απογειώνει, το δίχως άλλο, το πόνημά του. Εν συνόλω, πρόκειται για τρεις μικρές ευκολοδιάβαστες νουβέλες, ποτισμένες με το άρωμα της κρητικής γης, που θα μας επανασυστήσουν την ομορφιά της γραφής και τις οποίες αξίζει να διαβάσουμε.