Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Ρέα Γαλανάκη, Εμμανουήλ και Αικατερίνη, εκδ. Καστανιώτη

 


Ελάχιστοι συγγραφείς θα αποφάσιζαν να συγγράψουν μία μερική βιογραφία των γονέων τους- και όχι τη δική τους- και σίγουρα ακόμα λιγότεροι από αυτούς θα το έκαναν με τόσο επιτυχημένο και ιδιαίτερο τρόπο όσο η Ρέα Γαλανάκη.

Κανείς, βεβαίως, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το βιβλίο περιέχει και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά και ιστορικά στοιχεία για τη ζωή στην Κρήτη στη χαραυγή του εικοστού αιώνα.

Η αφετηρία, όμως, της Γαλανάκη για τη συγγραφή του παρόντος πονήματος μπορεί να μην είναι η αφήγηση των γεγονότων που αφορούν τη δική της ακριβώς ζωή, είναι όμως η προσπάθεια κατανόησης του εαυτού της μέσα από την αναδιήγηση της ιστορίας των γονέων της.

"Θα ήθελα, με άλλα λόγια, να γνωρίσω αυτούς τους δύο
"γνωστούς-άγνωστους" που υπήρξαν ο γονείς μου προτού συναντηθούν και παντρευτούν, δηλαδή πολύ πριν "τους γνωρίσω" εγώ η ίδια ως γονείς μου. Τι είχε σημαδέψει μέχρι τότε την προσωπική ζωή, τη σκέψη και τη φαντασία τους. Ποιες ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων, προγονικές, συγγενικές μα όχι μόνον, αλλά και ποια ιστορικά γεγονότα τους είχαν διαπλάσει αμετάκλητα, δια βίου μπορώ να ισχυριστώ".

Η Γαλανάκη, επομένως, παρουσιάζεται εδώ έτοιμη να αναμετρηθεί με τον καθρέπτη της αυτογνωσίας τον οποίον αντιπροσωπεύουν οι γονείς μας. Η ίδια μας εξομολογείται στον πρόλογο του βιβλίου της ότι αφορμή για όλο αυτό το εγχείρημα υπήρξε ένα όνειρο. Έτσι αποπειράται, μέσω της συγγραφής της ιστορίας των ανθρώπων που την έφεραν στον κόσμο, να γνωρίσει καλύτερα τόσο τους ίδιους όσο και τον ίδιο της τον εαυτό.

Η αναμέτρηση κάθε ανθρώπου με τον εαυτό του δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Και ιδιαίτερα για ένα "παιδί", το οποίο προσπαθήσει να φανταστεί και να αναπλάσει τη ζωή των γονιών του πριν να τους γνωρίσει το ίδιο. Για αυτόν τον λόγο επιλέγει, επομένως, η Γαλανάκη καθώς ξαναγίνεται και η ίδια παιδί μέσα στις σελίδες του βιβλίου της να επικεντρωθεί στην αφήγηση των γεγονότων που αφορούν τη ζωή των γονιών της προτού αυτοί παντρευτούν, στο τέλος, δηλαδή, της Κατοχής και όχι στα χρόνια που ήταν παιδί η ίδια και τους γνώριζε μόνο ως γονιούς. Η συγγραφέας θέλει να γνωρίσει τον Εμμανουήλ και της Αικατερίνη όπως ήταν στ' αλήθεια, πριν να γίνουν δηλαδή γονείς.

Αφηγείται, λοιπόν, τα αληθινά γεγονότα που αφορούν την ιστορία της οικογένειάς της, αλλά και την ιστορία του τόπου της με τον τρόπο που τα αντιλαμβάνονται τα παιδιά όταν τα ακούν: σαν παραμύθια. Γι' αυτό εξάλλου και ο υπότιτλος του βιβλίου δεν είναι άλλος από: "τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια". Δεν είναι παραμύθια οι ιστορίες των γιαγιάδων και των παππούδων μας, οι ιστορίες των γονιών μας, αλλά εμείς συνήθως τις ακούμε και τις προσλαμβάνουμε ως γοητευτικά παραμύθια, τοποθετημένα στον δικό μας χώρο και τόπο.

"Σε κάποιον άλλο μπορεί να εξιστορούσαν άλλα, εμένα όμως με απασχολούνε μόνο τα δικά μου παραμύθια που δεν είναι παραμύθια".

Η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται στην ανατολική Κρήτη, στα χωριά της-Άνω Βιάνος, Αρκαλοχώρι- και στο ίδιο το Ηράκλειο. Αφού η συγγραφέας εξετάσει τις ρίζες της γενεαολογίας της, αφηγείται τις σπουδές των γονέων της. Γιατροί και οι δύο, η μητέρα της Γαλανάκη οπωσδήποτε θα ξεχώριζε ως γυναίκα ιατρός σπουδαγμένη στη Βιέννη σε μία εποχή που οι περισσότερες γυναίκες ίσα ίσα που λάμβαναν τη στοιχειώδη μόρφωση.

Τα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας, ο διχασμός σε Βενιζελικούς και Αντιβενιζελικούς, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Πολέμου, αυτά μας αφηγείται η συγγραφέας έχοντας ως βασικό άξονα της διήγησής της τις ζωές των γεννητόρων της. Δεν πρόκειται, όμως, για αφήγηση γραμμική, αλλά για μία διήγηση που περιέχει πολλά πισωγυρίσματα, παρενθέσεις και παρεμβολές, συναισθηματικές και μη. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η συγγραφέας αντλεί υλικό από τη γενέτειρά της και το οικογενειακό περιβάλλον της προκειμένου να συγγράψει ένα μυθιστορηματικού τύπου πόνημα. Μέσα στην αφήγηση της Γαλανάκη στο νέο της βιβλίο, ο αναγνώστης θα ξαναβρεί τις ιστορίες που έχουν εμπνεύσει και άλλα βιβλία της, όπως τον Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά και τον Αιώνα των Λαβυρίνθων.

 Προφορικές εξιστορήσεις που έγιναν βιβλία, προσωπικές αναζητήσεις, φορτισμένες συναισθηματικά παρενθέσεις, μνήμες τουρκοκρατίας και Κατοχής και όψεις της ζωής στην Κρήτη στις αρχές του εικοστού αιώνα, όλα αυτά αποτελούν τον κόσμο του νέου μυθιστορήματος μιας συγγραφέως δικαίως καταξιωμένης στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο. Αν έγραφε ένας άλλος συγγραφέας με έναν απλό και συνηθισμένο τρόπο τη βιογραφία των γονέων του ίσως δεν άξιζε να τη διαβάσουμε. Όταν το κάνει η Ρέα όμως αξίζει και με το παραπάνω να το κάνουμε.

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας


 Είναι κοινώς παραδεκτό ότι το όραμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου περιλάμβανε και την ίδρυση βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια, έστω κι αν ο θάνατός του δεν τον άφησε να το υλοποιήσει. Τελικά ο Πτολεμαίος ο Α΄, ο φίλος και συμπολεμιστής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν εκείνος που υλοποίησε τελικά το όραμα αυτό. 

Η ακμή της βιβλιοθήκης τοποθετείται κατά τη διάρκεια της βασιλείας των τεσσάρων πρώτων Πτολεμαίων. Οι τέσσερις πρώτοι Πτολεμαίοι ήταν και οι πιο φιλομαθείς από όλους όσους ακολούθησαν. Συγκεκριμένα, ο Πτολεμαίος ο Πρώτος ήθελε να καταγράψει τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Δεύτερος ενδιαφερόταν για τη ζωολογία, ο Τρίτος για τη λογοτεχνία και ο Τέταρτος για το θέατρο.

H οργάνωση της βιβλιοθήκης πιστώνεται στον Δημήτριο τον Φαληρέα (περίπου 345-280π.Χ.), έναν από τους μαθητές του Αριστοτέλη. Αυτός ήταν ένας από τους πρώτους "σοφούς" που πέρασαν από εκεί.

Στην πραγματικότητα η βιβλιοθήκη δεν ήταν μία, αλλά δύο: η Μεγάλη Βιβλιοθήκη, που χτίστηκε πρώτη, και το Σεράπειο. Η πρώτη λειτουργούσε αποκλειστικά για τους μελετητές.

Κάποιοι λένε πως η βιβλιοθήκη του Σεραπείου αριθμούσε περί τις σαράντα χιλιάδες παπύρους με βιβλία. Στην πραγματικότητα,όμως, δεν γνωρίζουμε πόσα ακριβώς βιβλία περιείχε και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον ακριβή αριθμό. Αρκετοί τίτλοι είναι σίγουρο ότι θα επαναλαμβάνονταν. Επιπροσθέτως, πολλά από τα έργα θα περιέχονταν σε δύο τουλάχιστον κυλίνδρους παπύρου, αφού θα ήταν πολύ μεγάλα. Οπωσδήποτε επίσης, συχνά θα συνέβαιναν απρόοπτα, όπως πυρκαγιές και διάφορα ατυχήματα, αλλά και νέες προσθήκες που θα αυξομείωναν τον αριθμό των βιβλίων.

Το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη αποτέλεσε φυσικά χώρο μελετών και αντιγραφών είναι ευρέως γνωστό, όπως και το περίφημο Μουσείο ως εκπαιδευτικό-επιστημονικό ίδρυμα που περιλάμβανε τη βιβλιοθήκη.

Ακόμη η καταστροφή της δεν είναι κάτι που συνέβη από τη  μία μέρα στην άλλη, αλλά οι καταστροφές υπήρξαν διαδοχικές. Φαίνεται πως μία πρώτη καταστροφή γνώρισε από τους Ρωμαίους και συγκεκριμένα με την κατάκτηση της Αλεξάνδρειας από τον Ιούλιο Καίσαρα που πολιόρκησε την πόλη. Αυτή η καταστροφή βέβαια δεν παραδίδεται από όλες τις πηγές, οπότε δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι συνέβη και σε ποια ακριβώς έκταση. Επόμενη στη σειρά καταστροφή, για την οποία είμαστε βέβαιοι ότι συνέβη αυτή τη φορά, ήταν εκείνη που διέπραξαν οι φανατικοί και συντηρητικοί χριστιανοί του πατριάρχη Θεόφιλου στα τέλη του τέταρτου μεταχριστιανικού αιώνα, περί το 391μ.Χ. Οι ίδιοι αυτοί φανατικοί χριστιανοί ήταν εκείνοι που λεηλάτησαν το Σεράπειο και δολοφόνησαν την φιλόσοφο Υπατία. 

Η ήδη κατά πολύ παρηκμασμένη βιβλιοθήκη καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τις στρατιές του χαλίφη Ομάρ της Δαμασκού τον έβδομο μεταχριστιανικό αιώνα, γύρω στο 642μ.Χ. Φημολογείται τότε ότι ο στρατηγός του χαλίφη Ομάρ, Αμρ ιμν Αλ-Ας έλαβε το εξής μήνυμα από τον αρχηγό του όταν τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνει με τους παπύρους της Αλεξάνδρειας: "Όσον αφορά τα βιβλία της Βιβλιοθήκης, τούτη είναι η απάντησή μου: εάν το περιεχόμενό τους συμπίπτει με το Κοράνι, είναι περιττά. Κι αν όχι, είναι βέβηλα. Προχωρήστε στην καταστροφή τους". 

Έτσι λέγεται ότι έγινε και ότι χάρη δόθηκε μονάχα στα βιβλία του Αριστοτέλη. Η αλήθεια είναι όμως ότι ήδη τότε η Βιβλιοθήκη πρέπει να είχε απωλέσει τον μεγαλύτερο αριθμό των παπύρων της, διότι όλοι μας ξεχνάμε έναν πολύ βασικό παράγοντα όταν αναφερόμαστε στην καταστροφή της διάσημης Βιβλιοθήκης: τη χρηματοδότηση.

Όλα αυτά τα κέντρα πολιτισμού και ερευνών λειτουργούσαν με βασιλικές χορηγίες, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα δηλαδή με τις κρατικές χορηγίες. Έτσι λοιπόν, ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή, αλλά και πιο πριν, μετά το τέλος της βασιλείας των τεσσάρων Πτολεμαίων, οι επιχορηγήσεις προς τη Βιβλιοθήκη είχαν μειωθεί δραματικά, με αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός φθαρμένων από τη χρήση κυλίνδρων να μην μπορεί να αντιγραφεί και να αντικατασταθεί. Επομένως, η παρακμή της πιο διάσημης Βιβλιοθήκης στην Ιστορία δεν ήταν κάτι που συνέβη ξαφνικά, με ένα μόνο συμβάν, αλλά μία χρονοβόρα επιθανάτια αγωνία, η οποία, όπως ήταν φυσικό, επιταχύνθηκε με το τέλος της αρχαιότητας και την έλευση του χριστιανισμού, ο οποίος αρνιόταν την κλασική πολιτισμική κληρονομιά των αρχαίων συγγραφέων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

-Irene Vallejo, Πάπυρος, Η περιπέτεια του βιβλίου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εκδ. Μεταίχμιο

-Pollard & Reid, Αλεξάνδρεια, εκδ. Μοντέρνοι Καιροί

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

Hans-Peter Klausch, Οι 999άρηδες, εκδ. Κέδρος

 

Ποιοι ήταν άραγε αυτοί οι μυστήριοι 999άρηδες στους οποίους ο ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας Hans-Peter Klausch αφιερώνει ολόκληρο βιβλίο; Ομολογώ ότι ακόμη και εγώ, παρ’ όλο που είμαι ιστορικός, δεν είχα ακούσει ποτέ μου για αυτές τις ανεπιθύμητες μονάδες της γερμανικής φονικής πολεμικής μηχανής, της Βέρμαχτ. Κι όμως, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μεγάλο μερίδιο συμμετοχής στον αντιφασιστικό αγώνα που έλαβε χώρα ακόμη και μέσα στα εδάφη της ίδιας της Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Πρόκειται για ένα θέμα ταμπού, τουλάχιστον κατά τα παρελθόντα έτη. Παλαιότερα, οι Γερμανοί ταυτίζονταν συλλήβδην με το χιτλερικό καθεστώς και οι φωνές όσων εναντιώνονταν στο καθεστώς θεωρούσαν όλοι ότι δεν ήταν παρά ελάχιστες. Κι όμως, η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, χιλιάδες Γερμανοί, κομμουνιστές εκ πεποιθήσεως,

ειρηνιστές, αντιφασίστες, αριστεροί, αλλά και απλοί πολέμιοι του χιτλερικού καθεστώτος βρίσκονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως κρατούμενοι. Καθώς όμως προχωρούσε ο πόλεμος και το ναζιστικό καθεστώς χρειαζόταν όλο και περισσότερους άνδρες ως «τροφή για τα κανόνια», θεωρήθηκε πως αυτοί οι ανεπιθύμητοι θα ήταν και οι καταλληλότεροι γι’ αυτή τη δουλειά. Η μονάδα αυτή αριθμήθηκε με το νούμερο 999, θεωρητικά επειδή αυτός ήταν ο τελευταίος αριθμός που επιτρεπόταν να φέρει μία μονάδα πεζικού.

 

Βέβαια, πολλοί ναζί θεωρούσαν πως οι άνδρες αυτοί δεν θα ήταν ιδιαίτερα πιστοί, πρόθυμοι να πολεμήσουν για τον Χίτλερ και υπάκουοι στρατιώτες και είχαν, πράγματι, δίκιο. Και ακριβώς επειδή οι φανατικοί ναζί αμφέβαλαν για την αφοσίωσή τους, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειμένου να τους κάνουν τη ζωή δύσκολη. Έτσι, καψόνια, ελλιπής σίτιση, έκθεση σε κινδύνους και απουσία ιατρικής περίθαλψης και επισκεπτηρίου από συγγενείς ήταν στην ημερήσια διάταξη γι’ αυτούς.

 

Η μονάδα αυτή στάλθηκε να πολεμήσει στα πιο επικίνδυνα μέτωπα, στην Αφρική, στα Βαλκάνια, αλλά και στο ανατολικό μέτωπο, μετά από μία επίπονη εκπαίδευση στο παγωμένο Χόιμπεργκ της Γερμανίας.

 

Μετά από την υποχώρηση του Άξονα από την Αφρική, όσοι από τους 999άρηδες δεν είχαν σκοτωθεί στη Μαύρη Ήπειρο, τοποθετήθηκαν σε θέσεις φρουριακού χαρακτήρα στα Βαλκάνια,  όπως π.χ. σε θέσεις φύλαξης αεροδρομίων. Πολλοί από αυτούς  λιποτάκτησαν και πολέμησαν στα βουνά εναντίον των Γερμανών μαζί με τον ΕΛΑΣ. Πολλές αυτομολήσεις σημειώθηκαν επίσης από κομμουνιστές στο ανατολικό μέτωπο.

 

Οι μονάδες αυτές ήταν από τις πρώτες που διαλύθηκαν το 1945, αφού υπήρχε αμφιβολία σχετικά με την αφοσίωσή τους στο καθεστώς-και δικαίως απ’ ότι φάνηκε. Οι άνθρωποι αυτοί, άγνωστοι σε μας σήμερα, υπήρξαν οι αφανείς ήρωες που αντιστάθηκαν στο ναζισμό. Για πολλούς από αυτούς δεν σώζονται καν τα ονόματά τους ή ο τόπος ταφής τους. Σήμερα πλέον στη Γερμανία υπάρχουν μνημεία για τη δράση τους, αν και η συμβολή τους στον αντιφασιστικό αγώνα άργησε να αναγνωρισθεί.

 

Το βιβλίο περιέχει εκτενείς ημερολογιακές αναφορές που φωτίζουν όχι μονάχα τη δράση των Ανεπιθύμητων, αλλά και πολλές πτυχές του πολέμου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα αναγνώστη παρουσιάζουν οι καταγραφές που αφορούν τη χώρα μας και τις σχέσεις τους με τους Έλληνες, καθώς και οι φωτογραφίες των Γερμανών Ανεπιθύμητων πλάι σε μαχητές του ΕΛΑΣ.

 

Τέλος, στο βιβλίο αναγνώστης θα βρει ο κατατοπιστικός πρόλογος του Ιάσονα Χανδρινού, καθώς και το εξαιρετικό επίμετρο της μεταφράστριας Άννας Μαρίας Δρουμπούκη.

 

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Δήμητρα Παπαδοπούλου, Ο έρωτας είναι παιχνίδι μωρό μου, εκδ. Διόπτρα

 

"Ο έρωτας είναι παιχνίδι, μωρό μου, μην τον πάρεις ποτέ σοβαρά. Ο έρωτας είναι αφορμή για να ζούμε πιο όμορφα, ως εκεί. Είναι στιγμή. Στιγμές. Μην το κάνεις πιο σοβαρό".

Αυτά είναι τα λόγια τα οποία ένας αθεράπευτος Δον Ζουάν απευθύνει στην ανώνυμη πρωταγωνίστρια του βιβλίου της Δήμητρας Παπαδοπούλου, προκειμένου να την πείσει ότι ούτε αυτή- ούτε και καμία άλλη γυναίκα βέβαια- δεν δικαιούται να έχει την αποκλειστικότητα στον έρωτά του.

Ο ζεν πρεμιέ Βασίλης από τα Βόρεια Προάστια, ένας αντιεξουσιαστής αριστερός επαναστάτης που σπουδάζει ιατρική στα τέλη του εικοστού αιώνα στην Αθήνα γίνεται η εμμονή της πρωταγωνίστριας, η οποία φοιτά επίσης σε μια θεωρητική σχολή των Αθηνών. Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια του βιβλίου μπορεί να μην γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να γίνει στη ζωή της, για ένα, όμως, πράγμα είναι σίγουρη: ότι ο Βασίλης είναι ο εκλεκτός της καρδιάς της και ότι θα θυσίαζε τα πάντα προκειμένου να βρεθεί στο πλευρό του κατ' αποκλειστικότητα. Έλα μου όμως που ο Βασίλης το μόνο πράγμα που δεν έχει στο μυαλό του είναι η μονογαμία. "Σαβουρογάμη" τον αποκαλούν με χιούμορ οι φοιτήτριες. Παρ' όλα αυτά, όμως, λίγες μονάχα μπορούν να του αντισταθούν, σαν αυτός τις βάλει στο μάτι.

Τι γίνεται, επομένως, όταν εγκλωβιστούμε στο όνειρο ενός ανεκπλήρωτου έρωτα; Μπορεί άραγε ένας έρωτας με τον λανθασμένο άνθρωπο να μας καταστρέψει τη ζωή ή να αλλάξει ανεπανόρθωτα την προκαθορισμένη πορεία της; Μήπως τελικά το φταίξιμο είναι όλο δικό μας εξαιτίας των λανθασμένων επιλογών μας; 

"Μεγάλο δίλημμα να διαλέξει κανείς ανάμεσα στη ζεστή ασφάλεια μιας ρουτίνας, που μέσα στην απελπιστικά προβλέψιμη θαλπωρή δεν κουνιέται φύλλο κι ο χρόνος επαναλαμβάνεται και δεν κατάλαβες πως πέρασε η ζωή, και στη φλόγα ενός πάθους που καίει από ζωντάνια, αλλά μπορεί να σ' αφήσει αποκαΐδι σκέτο".

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο έρωτας ως έννοια είναι το βασικό θέμα στο βιβλίο της Δήμητρας Παπαδοπούλου. Είναι εξίσου αναντίρρητο όμως ότι το βιβλίο αυτό είναι πολλά περισσότερα πράγματα από μια απλή ερωτική ιστορία: είναι οι αναμνήσεις της συγγραφέως από τη φοιτητική ζωή στην Αθήνα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, είναι η λατρεία της Αριστεράς και της επανάστασης, του Πολυτεχνείου και της αλλαγής, της ανέμελης φοιτητικής ζωής με τα ξενύχτια και τις τρέλες, αλλά και η αναζήτηση ταυτότητας μέσα από μία πορεία εφηβικής ενηλικίωσης. Είναι η ανατομία μιας ολόκληρης εποχής που πέρασε και χάθηκε ανεπιστρεπτί.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, περί ενός απλού ρομάντζου. Η γνωστή ηθοποιός και σεναριογράφος Παπαδοπούλου, μέσα από την ανατομία ενός έρωτα φιλοδοξεί να απεικονίσει μία ολόκληρη εποχή, την εποχή της νιότης, του έρωτα και των φοιτητικών χρόνων. Η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιεί εξάλλου-άκρως ρεαλιστική, με ωμότητα, αφοπλιστική ειλικρίνεια και γερές δόσεις ειρωνείας, αυτοσαρκασμού και σκωτσέζικου χιούμορ- δεν ταιριάζει σε αυτό που αποκαλούμε ένα απλό συναισθηματικό μυθιστόρημα. 

Μέσα από την αφήγηση της νιότης της-παρ' όλο που τονίζει ότι το βίωμα της ηρωίδας της δεν είναι αυτοβιογραφικό- ξαναζεί τα νιάτα της και η ίδια η συγγραφέας, κι εμείς μαζί της. Ανατρέχουμε στα λάθη, στις φιλίες, στα νυχτοπερπατήματά μας και ίσως μάλιστα να μελαγχολήσουμε και λίγο μαζί με την ηρωίδα προς το τέλος του βιβλίου όταν αυτή πια έχει μεγαλώσει και όταν διαπιστώσουμε κι εμείς με τη σειρά μας πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος και φεύγει και χάνεται όπως το ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω.

Κι επειδή όλες οι γυναίκες θα ταυτιστούμε με την ηρωίδα, γι' αυτό και η ηρωίδα της Παπαδοπούλου επιλέγει να διατηρήσει την ανωνυμία της. Γιατί οι δράσεις της απεικονίζουν συγχρόνως και τις δικές μας επιλογές και τα δικά μας λάθη. Διότι ο έρωτας μπορεί να είναι τελικά ένα παιχνίδι, το οποίο όλοι μας παίξαμε κάποια στιγμή στη ζωή μας, τα σημάδια όμως που αυτός μπορεί να αφήσει στις ζωές και τις ψυχές μας μερικές φορές, κάθε άλλο παρά παιχνίδι μπορούν να θεωρηθούν...