Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ, ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΕΚΔ. ΓΡΑΦΗΜΑ


 

Ο πάντοτε ειρωνικός και καυστικός ρηξικέλευθος λογοτέχνης Αντώνης Χαριστός καταθέτει στον λογοτεχνικό στίβο ένα ακόμη μυθιστόρημα με τίτλο "Αγία Οικογένεια". 

Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο στιγματίζει για άλλη μία φορά τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα και αγγίζει θέματα ευαίσθητα όπως εκείνο της άμβλωσης, καθώς και της παιδεραστίας και της σεξουαλικής κακοποίησης στον χώρο της καθολικής εκκλησίας. Επιπροσθέτως στο συγκεκριμένο πόνημα ο Χαριστός εντρυφά ενδελεχώς στην ψυχολογία εκείνου που βίωσε την κακοποίηση ως παιδί και την επαναλαμβάνει σε άλλους αποδέκτες μετά την ενηλικίωσή του. Παράλληλα δεν διστάζει να περιγράψει με ωμό και σκαιό τρόπο σκηνές σεξουαλικής κακοποίησης, ενδεδυμένες όμως με τον μανδύα μιας άρτιας και καλοδουλεμένης γλώσσας.

Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου του είναι ο Alfred Johansson, ένας διακεκριμένος παιδίατρος που ζει στη Σουηδία του 1970. Η χώρα ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στα ξεσπάσματα του φεμινιστικού κινήματος και στις συντηρητικές και φαλλοκρατικές δυνάμεις της Εκκλησίας διχάζοντας επικίνδυνα τον λαό.

O Alfred Johansson-αναφέρεται πάντοτε στο κείμενο με το όνομα και το επίθετό του μαζί- είναι ένας βαθιά συντηρητικός άνθρωπος που έχει εμμονή με τα Θεία και προσπαθεί να βάλει σε τάξη τον διαταραγμένο ψυχισμό του. Αιτία για την, συχνότατα, αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του είναι η σκληρή σεξουαλική κακοποίηση που δέχτηκε μικρός στα χέρια κάποιων υποτιθέμενων "άγιων" εκπροσώπων και υψηλά ιστάμενων της Εκκλησίας. Ο Alfred Johansson προσπαθεί απεγνωσμένα να δημιουργήσει το πρότυπο της "Αγίας Οικογένειας", η οποία εμφανίζει θεάρεστο έργο προς τα έξω, κρύβει όμως πολλές φορές αρκετά ένοχα και ανομολόγητα μυστικά.

Ο Alfred Johansson θα λάβει μέρος στην εκστρατεία του συντηρητικού χριστιανικού κόμματος της Σουηδίας για τον περιορισμό και τον έλεγχο των αμβλώσεων. Θα επισκεφθεί την Πολωνία και το στρατόπεδο του Άουσβιτς και θα προσπαθήσει να ανακαλύψει και να γνωρίσει εκ νέου τον εαυτό του. Κατά πόσον όμως είναι κάτι τέτοιο δυνατόν; Μπορεί να αποβάλει από μέσα του τα βίαια και εξουσιαστικά πρότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί; Ποια είναι, εν τέλει, η ηθική που επιθυμεί και που  ίδιος πρεσβεύει; Θα μπορέσει να ξεπεράσει τα τραύματα που βασανίζουν μέρα και νύχτα την ψυχή του μέσω επώδυνων και διαρκώς επαναλαμβανόμενων αναμνήσεων;

Το βιβλίο εστιάζει στον διαταραγμένο ψυχισμό του πρωταγωνιστή και περιέχει ωμές περιγραφές  αρκετά βίαιων -και αηδιαστικών πολλές φορές- σεξουαλικών σκηνών. Ο Χαριστός όμως ξέρει πολύ καλά τον λόγο για τον οποίο επιμένει σε αυτό. Είναι αυτονόητο πως δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να δημιουργήσει και την υπόνοια μόνο κάποιας πορνογραφίας. Αντίθετα, προβαίνει στις περιγραφές αυτές διότι ξέρει πολύ καλά πως μονάχα κατ' αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης θα μπορέσει να συμμεριστεί την απέχθεια που ο ίδιος νιώθει για όσους επιδίδονται σε τέτοιες αισχρότητες. 

Σε αυτές τις σεξουαλικές σκηνές που αποδίδονται ρεαλιστικότατα, δεν υπάρχει τίποτε το ελκυστικό, εξόν από την ίδια τη γλώσσα. Και αυτό είναι και το παράδοξο και συνάμα το γοητευτικό στοιχείο του βιβλίου: η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Χαριστός προκειμένου να περιγράψει όλα αυτά τα ακατανόμαστα δεν θα μπορούσε να είναι ωραιότερη και πιο καλοδουλεμένη. Η χρήση επιθέτων, εικόνων και μεταφορών οργιάζει αποκαλύπτοντας τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας σε όλο της το μεγαλείο. Ο ωμός αυτός ψυχολογικός ρεαλισμός χρησιμοποιεί πολλές φορές την εγκιβωτισμένη αφήγηση, την αλληγορία, την αναδρομή στο παρελθόν, τον μονόλογο αλλά και τον διάλογο προκειμένου να πετύχει τον στόχο του.

Παραπλεύρως, μέσα στον κεντρικό αφηγηματικό άξονα, θίγονται θέματα εξαιρετικά σημαντικά, όπως εκείνο των αμβλώσεων, το εμπόριο ορφανών, η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, τόσο στον χώρο της Καθολικής εκκλησίας όσο και στα ορφανοτροφεία και την οικογένεια, η ομοφυλοφιλία, η αιμομιξία, η υποκριτική θεοσέβεια ορισμένων ανθρώπων, η επέλαση του συντηρητισμού στη σύγχρονη εποχή, η θέση των γυναικών, η βία μέσα στην οικογένεια και η φαλλοκρατία, η αυταρχικότητα των κυβερνήσεων και η ελευθερία του λόγου και των ατομικών πράξεων.

Εν κατακλείδι, η "Αγία Οικογένεια" είναι ένα απολαυστικότατο από λογοτεχνικής πλευράς και καυστικότατο ανάγνωσμα, το οποίο, προορίζεται να ταράξει τα νερά της ελληνικής λογοτεχνίας από πολλές απόψεις: εκείνη της καλοδουλεμένης και στυλιζαρισμένης γλώσσας του,  εκείνη της δομής και του συνδυασμού των αφηγηματικών τεχνικών, εκείνη των ζητημάτων τα οποία θίγει με σκαιότατο, πολλές φορές, τρόπο, αλλά και εκείνη των σκληρών και δίχως ίχνος αιδούς ωμά ρεαλιστικών περιγραφών του.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

Lutz C. Kleveman, Σμύρνη, ταξίδι στον χρόνο, εκδ. Ψυχογιός

 

Ένα ταξίδι στον χρόνο, στις αρχές του εικοστού και του δέκατου ένατου αιώνα,  επιχειρεί ο Γερμανός συγγραφέας  Lutz Kleveman, και όχι μονάχα στη Σμύρνη. Το βιβλίο του αποτελεί συγχρόνως ένα οδοιπορικό, ένα ιστορικό δοκίμιο και ένα λαογραφικού και ηθογραφικού χαρακτήρα πόνημα με επίκεντρο τη Σμύρνη και τα θλιβερά γεγονότα του 1922, αλλά και με άλλες παραμέτρους.

 

Ο Kleveman ξεκινά την αφήγησή του περιγράφοντας τη Χίο της Τουρκοκρατίας, από την αρχαιότητα ως σήμερα, τη Χίο πριν από την καταστροφή του 1822. Ο Kleveman περιγράφει την τραγωδία του νησιού του 1822, τη μεγαλύτερη μετά από την Άλωση της Πόλης το 1453, προκειμένου να τη συγκρίνει με εκείνη του 1922 που έπληξε τη Σμύρνη.

 

Ο συγγραφέας περιγράφει εξίσου, στη συνέχεια, την κοσμοπολίτικη Σμύρνη  πριν από τη μεγάλη καταστροφή και πυρκαγιά, καθώς και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή-την άνοδο των Νεότουρκων, τη μικρασιατική εκστρατεία των Ελλήνων και τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων- με τρόπο σαφή και συνοπτικό. Επιμένει στο δράμα που έζησαν οι πρόσφυγες, όχι μονάχα κατά το 1822 και το 1922 αλλά και κατά τη σημερινή εποχή, με τις ορδές των μεταναστών από τη Μέση Ανατολή να διασχίζουν το Αιγαίο. Ο συγγραφέας μάλιστα επισκέπτεται και τη Σάμο, όπου αντικρίζει από πρώτο χέρι το δράμα και τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων σήμερα. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αποτέλεσε τη θλιβερή αρχή για τις μεγάλες εθνοκαθάρσεις κρατών που σημειώθηκαν κατά τον εικοστό αιώνα παντού στην Ευρώπη.

 

Ο Kleveman συνδέει το παρόν με το παρελθόν με μοναδικό τρόπο στο βιβλίο του. Αυτό κάνει το συγκεκριμένο πόνημα να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα βιβλία που κυκλοφορούν σήμερα σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η ξένη εθνικότητά του αποτελεί εγγύηση για μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στη αφήγησή του και η γλαφυρή του πένα θα μας θυμίσει άλλους περιηγητές της χώρας μας, όπως τον Φέρμορ και τον Σατωβριάνδο.

 

Ο Kleveman, ενώ εκφράζεται με επαινετικά λόγια για σημερινούς Τούρκους και τον φιλόξενο χαρακτήρα που επιδεικνύουν, εντούτοις δεν διστάζει να επιρρίψει ευθύνες στον Ερντογάν σχετικά με την πολιτική απόκρυψης στοιχείων που ακολουθεί σε ό,τι αφορά τη μικρασιατική καταστροφή και την παραποίηση της Ιστορίας. Παραθέτει επίσης και πολλές μαρτυρίες ανθρώπων της εποχής και κατορθώνει να διεισδύσει αποτελεσματικά στον τρόπο σκέψης τους.

 

Και τελικά αυτό που έμεινε στη μνήμη όλων μας από τη Σμύρνη πριν από την Καταστροφή ήταν ο κοσμοπολιτισμός της, την απώλεια του οποίου θρηνεί ο γνωστός συγγραφέας Βαρίμ στο παρακάτω απόσπασμα, το οποίο περιλαμβάνει ο Kleveman στο βιβλίο του:

 

«Μου λείπει αυτή η πολυχρωμία. Η πόλη σήμερα είναι μόνο τουρκική- γι’ αυτό ήθελα να αναβιώσω την παλιά Σμύρνη. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Λεβαντίνοι άφησαν το αποτύπωμά τους στην ταυτότητα της πόλης. Γι’ αυτό κι εμείς οι Σμυρναίοι διαφέρουμε ακόμα και σήμερα από τους υπόλοιπους Τούρκους».


Κυριάκος Αθανασιάδης, Αγκάθια και πικραλίδες, εκδ. Bell

 

 

Ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο για το Αλτσχάιμερ και τη γεροντική άνοια υπογράφει ο Κυριάκος Αθανασιάδης. Τιτλοφορείται «Αγκάθια και πικραλίδες» και αποτελεί μία πολύ συγκινητική και τρυφερή στιγμή στην όλη συγγραφική πορεία του Αθανασιάδη.

 

Το βιβλίο ξεχωρίζει καταρχάς για την πρωτότυπη δομή του: αποτελεί στην ουσία έναν διάλογο χωρίς αποδέκτη, έναν μονόλογο της Αλβανίδας που προσέχει την Θέα, την Ελληνίδα που πάσχει από άνοια και είναι ανήμπορη να αυτοεξυπηρετηθεί. Εκτός από λίγες σελίδες στο τέλος, ολόκληρο το μυθιστόρημα αποτελείται από τα λεγόμενα της Αλβανίδας προς την ηλικιωμένη Θέα που έχει αναλάβει, με εντολή του γιου της, να προσέξει.

 

Η Αλβανίδα απευθύνεται στην ηλικιωμένη με τρυφερότητα και τη φροντίζει με περισσή περίσκεψη: της βουρτσίζει τα μαλλιά, την ταΐζει, την προσέχει, τη βγάζει βόλτα, αλλά και της αφηγείται σε συνέχειες τη δική της ζωή και τα βάσανα που έχει περάσει. Το αν η Θέα την ακούει και αν καταγράφει και καταλαβαίνει όσα της λέει η Αλβανίδα σύντροφός της δεν αποκαλύπτεται παρά μονάχα στο τέλος, όταν η ίδια η Θέα καλείται να ανακαλέσει στη μνήμη της κάποιες σημαντικές στιγμές της ζωής της.

 

Η Αλβανίδα είναι μία γυναίκα που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή της, έχει πέσει θύμα βιασμού, έχει παντρευτεί δύο φορές και έχει δύο παιδιά. Τα τραύματά της τα κουβαλάει και δεν μπορεί να τα ξεχάσει σε αντίθεση με τη Θέα.

 

Το βιβλίο είναι γεμάτο αντιθέσεις. Πρώτα πρώτα από την ανήμπορη Θέα με την Αλβανίδα που μπορεί να κάνει φαινομενικά τα πάντα, τουλάχιστον σε σχέση με τη Θέα. Η ανώνυμη Αλβανίδα θυμάται, η Θέα όχι. Η Αλβανίδα μιλάει, η Θέα σιωπά. Κατά βάθος όμως αυτή η εικονική μονόπλευρη σχέση εξάρτησης κρύβει μία βαθιά και ειλικρινή φιλία:

 

«Θα μου λείψεις, κυρία Θέα μου. Είδες; Εγώ κάθομαι εδώ, στο κιόσκι της αυλής, με τη βροχή γύρω-γύρω, κι εσύ είσαι πέρα στο δωμάτιό του, μα και πάλι σ’ εσένα μιλάω και σ’ εσένα απευθύνομαι. Κατάλαβες;… Αλλά ναι, θα μου λείψεις».

 

Έτσι λέει η Αλβανίδα στη Θέα στο τέλος του βιβλίου, όταν θα αναγκαστούν να χωρίσουν οι δρόμοι τους. Και τελικά όταν η Θέα θα θυμηθεί, αυτό που θα θυμάται καλύτερα απ’ όλα θα είναι η αγάπη της, ο αγαπημένος της. Και έτσι αποδεικνύεται ότι η μνήμη τελικά δεν χάνεται. Κι όπου υπάρχει μνήμη υπάρχει και ελπίδα.

 

Αυτό που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει είναι η πρωτότυπη δομή του, αλλά και η τρυφερή και άκρως καλοδουλεμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι, όταν υπάρχει θέληση και αληθινή αγάπη στη ζωή μας, μπορούμε να μετατρέψουμε τα αγκάθια και τις πικραλίδες της ζωής μας σε βιολέτες και γιασεμιά.


Συμώνη Κατραμάδου, Ο κατακτητής μου, εκδ. Υδροπλάνο

 

Στη Λέσβο του πρώτου προχριστιανικού αιώνα διαδραματίζεται η ερωτική ιστορία της Φοίβης, μιας ηρωΐδας αρκετά δυναμικής για την εποχή όπου έζησε. Η Φοίβη είναι ο κεντρικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημα της Συμώνης Κατραμάδου με τίτλο "Ο κατακτητής μου". 

Στη Μεσόγειο της εποχής λίγο προτού γεννηθεί ο Χριστός, οι Ρωμαίοι είναι η μεγάλη δύναμη της εποχής. Προελαύνουν ακάθεκτοι και κατακτούν εδάφη σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο προχριστιανικό, αλλά και τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, αλλά συναντούν το αντίπαλο δέος του βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη. Μέχρι να τον νικήσουν ολοκληρωτικά, θα πραγματοποιήσουν μαζί του τρεις πολέμους, τους αποκαλούμενους μιθριδατικούς μεταξύ των ετών 88 και 63 π.Χ.

Οι κάτοικοι της Λέσβου θα επιλέξουν να συνταχθούν με τον πανίσχυρο Μιθριδάτη, θα το μετανιώσουν όμως πικρά κι θα περιμένουν την εκδίκηση των Ρωμαίων όταν αυτός τελικά ηττηθεί. Φαίνεται όμως πως στη Λέσβο ο Μάριος, ένας νεαρός πολλά υποσχόμενος, θα βρει τον τρόπο να απαλύνει την εκδίκηση των Ρωμαίων. 

Ο Μάριος είναι ερωτευμένος από τα μικράτα του με τη Φοίβη, την όμορφη αρχοντοπούλα, της οποίας όμως η καρδιά είναι δοσμένη στον Αρίωνα, τον αρραβωνιαστικό της. Τελικά τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Η νεαρή και άπειρη Φοίβη θα διαπράξει πάμπολλα λάθη έως ότου ανακαλύψει αν τέλει την αληθινή αγάπη.

Η ηρωΐδα της Κατραμάδου είναι το πρότυπο της απείρως συναισθηματικής, παρορμητικής και εντελώς αυθόρμητης στη συμπεριφοράς κοπέλας, η οποία συνάμα είναι και αρκετά εγωκεντρική. Ο αναγνώστης θα απορήσει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης με τις πράξεις της ισχυρωγνώμουσας Φοίβης, στο τέλος όμως δεν θα μπορέσει παρά να την αγαπήσει, ακριβώς δηλαδή όπως θα κάνει τελικά και ο Μάριος. Διότι όλα θα αποδειχθούν αντίθετα με όσα φαίνονται πως ισχύουν.

Το πιο δυνατό σημείο του μυθιστορήματος από ιστορική άποψη, είναι το ταξίδι που πραγματοποιεί ο Μάριος με τη Φοίβη στην ίδια την Αιώνια Πόλη, τη Ρώμη. Οι ύμνοι της Σαπφούς, διάσπαρτοι στο κείμενο συμπληρώνουν την εικόνα ενός καλογραμμένου μυθιστορήματος εποχής, όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου: η υπομονετική υπηρέτρια Δορκάς, ο εργάτης Ερμόδωρος και άλλοι.

Η αλήθεια είναι πως λίγοι Έλληνες συγγραφείς έχουν αποπειραθεί να γράψουν για την ελληνική αρχαιότητα και ιδιαίτερα για τη ρωμαϊκή περίοδο και το νησί της Λέσβου. Το βιβλίο της Κατραμάδου αποτελεί λοιπόν μία εναλλακτική αναγνωστική πρόταση που θα μας ταξιδέψει σε άλλες εποχές και τόπους.

"Έβλεπα ότι οι συμπατριώτες μου, αν και δυσφορούσαν με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, δεν υποτιμούσαν τις δυνατότητες που πρόσφερε η Ρωμαϊκή Δημοκρατία για το εμπόριό μας και πίστευαν ότι δεν ήταν καιρός να αμφισβητήσουν τη ρωμαϊκή εξουσία. Άλλωστε, και οι Ρωμαίοι δεν κατέστρεψαν τη Μυτιλήνη όταν υποστήριξε τον Μιθριδάτη και ο λόγος ήταν ότι ο ισχυρός στόλος της πόλης, που τον ήθελαν στο πλευρό τους".