Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Στίβεν Πρέσσφιλντ, Ο μισθοφόρος, εκδ. Πατάκη

 

 

Ο Στίβεν Πρέσφιλντ είναι ένας συγγραφέας που δεν χρειάζεται συστάσεις, ιδίως σε όσους αναγνώστες λατρεύουν το ιστορικό μυθιστόρημα. Ο Αμερικανός συγγραφέας των μεγάλων αναγνωστικών επιτυχιών «Οι πύλες της φωτιάς» και «Άνεμοι πολέμου» έχει ασχοληθεί κυρίως με την ιστορία του αρχαίου κόσμου και το ίδιο πράττει και στο νέο του πόνημα με τίτλο «Ο μισθοφόρος».

 

Αυτή τη φορά μας ταξιδεύει στον κόσμο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και πιο συγκεκριμένα στον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα λίγο μετά από τη Σταύρωση του Ιησού. Είναι ο αιώνας που οι Ιουδαίοι θα ξεσηκωθούν εναντίον των κατακτητών, καθώς και ο πρώτος αιώνας μίας νέας θρησκείας, η οποία έμελλε τελικά να αλλάξει τον κόσμο.

 

Πρωταγωνιστής είναι ο Τελαμώνας, ένας μοναχικός πρώην λεγεωνάριος από την Αρκαδία της Πελοποννήσου με ασυνήθιστες πολεμικές ικανότητες. Αυτός αναλαμβάνει να προσφέρει από καιρού εις καιρόν μισθοφορικές υπηρεσίες σε όποιον τις χρειάζεται και το ίδιο συμβαίνει και εδώ, όταν υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του αναθέτουν να συλλάβει έναν αινιγματικό προσκυνητή, ο οποίος μεταφέρει μία εκρηκτική σε περιεχόμενο επιστολή γραμμένη από έναν θρησκευτικό φανατικό  σε στασιαστές κατά της Ρώμης στην Κόρινθο. Η Ρώμη έχει κάθε λόγο να μην θέλει  να φτάσει η επιστολή αυτή στον προορισμό της, αφού οι ζηλωτές των Ιουδαίων αλλά και οι οπαδοί της νέας θρησκείας που βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, απειλούν να καταστρέψουν σύσσωμο το ρωμαϊκό οικοδόμημα.

 

Μαζί του στην αναζήτηση αυτή ο Τελαμώνας θα έχει μία μάγισσα που τον ακολουθεί στο κατόπι, ένα μουγγό κορίτσι και έναν Ιουδαίο τον Δαβίδ. Όταν όμως ο Τελαμώνας θα φτάσει πολύ κοντά στην πραγμάτωση της αποστολής του, θα συμβεί κάτι εντελώς απρόβλεπτο που θα τα ανατρέψει όλα. Και ποια σχέση άραγε μπορεί να έχει με όλα αυτά ο στυλοβάτης του χριστιανισμού, ο Απόστολος Παύλος;

 

«Ο συντάκτης της, ο αποκαλούμενος Απόστολος Παύλος, είναι ποιητής. Του το αναγνωρίζω. Είναι ευφυής. Ότι κι αν περιέχει η επιστολή, σίγουρα θα βάλει φωτιά στην καρδιά όσων τη λάβουν. Οι Ρωμαίοι φοβούνται τα λόγια του, έστω κι αν δεν τα έχουν δει, περισσότερο απ’ όλα τα ξίφη των Σικάριων Ζηλωτών, περισσότερο ακόμη κι από την καθολική εξέγερση όλων των υιών του Ισραήλ».

 

Ο συγγραφέας αναπαριστά εξαιρετικά τον βίαιο κόσμο της εποχής, της ιουδαϊκής ερήμου, αλλά και του ανερχόμενου θρησκευτικού φανατισμού, των καταπιεσμένων Ιουδαίων και της απεραντοσύνης και της πολυπολιτισμικότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

 

Ο Πρέσσφιλντ καταφέρνει να προσφέρει στους αναγνώστες του τις πολλές διαφορετικές οπτικές ενός Ρωμαίου αξιωματούχου και λεγεωνάριου, ενός μισθοφόρου που ξέρει να δίνει λογαριασμό μονάχα στον εαυτό του, των πιστών στη Ρώμη στρατιωτών, των φοβισμένων Ιουδαίων, αλλά και των ζηλωτών που απειλούν να διαταράξουν τη γαλήνη της αυτοκρατορίας, αλλά και των παραμελημένων γυναικών και ενός σκλαβωμένου λαού που ποθεί την ελευθερία του. Η κατάληξη της μυθιστορίας θα είναι ανατρεπτική και απρόβλεπτη , θα καταφέρει όμως να οδηγήσει τους πρωταγωνιστές στην ηθική κάθαρση τύπου αρχαίας τραγωδίας που τόσο επιθυμούν. Όλα αυτά σε ένα βιβλίο το οποίο πολλοί ξένοι κριτικοί το θεώρησαν ως το καλύτερο του συγκεκριμένου συγγραφέα.

Γιάννης Ζυγούλης, Τευτομπούργκ

 


Ο Γιάννης Ζυγούλης, συγγραφέας και δημοσιογράφος έχει αποδείξει ήδη από το πρώτο ιστορικό του μυθιστόρημα, τη «Μασάντα» ότι είναι άριστος γνώστης της ρωμαϊκής ιστορίας, κάτι πολύ σπάνιο για Έλληνα συγγραφέα.

 

Στο νέο του ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Τευτομπούργκ» επιμένει και πάλι να μας ταξιδέψει στον κόσμο της πολυπολιτισμικής και πανίσχυρης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με θεματικό επίκεντρο, αυτή τη φορά, τη μάχη στον Τευτοβούργιο Δρυμό το 9 μ.Χ. Η μάχη αυτή αποτελεί μία από τις πιο ηχηρές ήττες της Ρώμης, την εποχή που αυτή ήταν ακόμη πανίσχυρη. Οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν κατά κράτος από τους Γερμανούς, έναν άγριο πολεμικό λαό, ο οποίος έκανε συχνά εισβολές στα εδάφη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη μεθόριο του Ρήνου ιδίως από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και μετά. Ο Γιάννης Ζυγούλης με αφορμή την διαβόητη αυτή ήττα, αναπλάθει εξαιρετικά επιτυχημένα, τον ρωμαϊκό κόσμο, πλέκοντας παράλληλα και μία ιστορία συνωμοσίας και προδοσίας γύρω από τη συγκεκριμένη μάχη.

 

Κατ’ αρχήν οφείλουμε να πούμε ότι αξίζουν πολλά εύσημα στον συγκεκριμένο συγγραφέα μόνο και μόνο επειδή τόλμησε να καταπιαστεί με μία τόσο παλιά εποχή της παγκόσμιας Ιστορίας και ένα τόσο δύσκολο ιστορικά θέμα για να κατασκευάσει κανείς ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Σε μία εποχή που ελάχιστοι συγγραφείς ιστορικού μυθιστορήματος στη χώρα μας τολμούν να καταπιαστούν με ένα θέμα διαφορετικό από την Καταστροφή της Σμύρνης ή την Ιστορία που ανάγεται πιο πίσω από τον 19ο αιώνα, -και ιδιαίτερα εκείνη που δεν αφορά τη χώρα μας- το πόνημά του είναι ιδιαίτερα αξιέπαινο και θα μας θυμίσει στη γραφή τους μεγάλους αλλοεθνείς δασκάλους του σύγχρονου ιστορικού μυθιστορήματος, όπως τον Κεν Φόλεττ, τον Στίβεν Πρέσσφιλντ, ή τον Ιδελφόνσο Φαλκόνες. Οι ομοιότητες με τους συγκεκριμένους συγγραφείς εντοπίζονται τόσο στις αφηγηματικές τεχνικές και στην πρωτοκαθεδρία που δίνεται στην Ιστορία και την πλοκή του μύθου, αντί της γλώσσας, όσο και στην έκταση του βιβλίου.

 

Ο Γιάννης Ζυγούλης αναπαριστά τον ρωμαϊκό κόσμο σε όλο του το μεγαλείο πιστότατα, σαν να είχε ζήσει κι ο ίδιος εκεί. Οι γνώσεις που έχει αποκομίσει από το διάβασμα για την αρχαία Ρώμη δεν κρύβονται. Από τον κόσμο των απλών στρατιωτών και των παραμεθόριων οχυρών στον Ρήνο, μέχρι τον λαό των Γερμανών με τα άγρια ήθη και έθιμα, αλλά και το παλάτι του Αυγούστου, τις γιορτές και  τα λουτρά της ίδιας της πρωτεύουσας, οι γνώσεις του Ζυγούλη για τον ρωμαϊκό κόσμο αποκαλύπτονται σε κάθε σελίδα.

 

Συναντώντας τον μύθο στο βιβλίο τώρα, πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι ο αινιγματικός Τέρτουλος, ένας χιλίαρχος ο οποίος θα αποδειχθεί τελικά στο κομβικό πρόσωπο  ολόκληρου του μυθιστορήματος, ο Μάρκος Κουϊντίλιος Βάρος, ο γιος του Ρωμαίου διοικητή στη μάχη του Τευτομπούργκ, ο Γερμανός αποστάτης αρχηγός, ο Αρμίνιος και η ερωμένη του Θουσνέλδα. Μέσα από τις αφηγήσεις των τεσσάρων αυτών πρωταγωνιστών θα ανασυνθέσει ο συγγραφέας τα γεγονότα της μάχης και όσα την ακολούθησαν. Οι αφηγήσεις αυτές εναλλάσσονται και η κάθε μία προσφέρει στους αναγνώστες την οπτική του συγκεκριμένου προσώπου που αφηγείται κάθε φορά.

 

Η πλοκή εξυφαίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο με όλες τις ίντριγκες, τις συνωμοσίες, τα παιχνίδια για την εξουσία και τις λυκοφιλίες που ευδοκιμούσαν στον ρωμαϊκό κόσμο. Τελικά κανείς δεν είναι αυτός που φαίνεται και όλοι έχουν κάτι να κρύψουν. Ο Μάρκος, στην προσπάθειά του να εξιχνιάσει τα αίτια της φοβερής ήττας, θα ανακαλύψει πολλά που θα έπρεπε να είχαν παραμείνει καλά κρυμμένα…

 

Παρά το μεγάλο του μέγεθος, το βιβλίο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και ευκολοδιάβαστο και εγγυάται στους λάτρεις του ιστορικού μυθιστορήματος, της αρχαίας Ρώμης, αλλά και των πολεμικών αναγνωσμάτων, τη μέγιστη αναγνωστική απόλαυση! Αναντίρρητα αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον κύριο Ζυγούλη που κατάφερε να καταπιαστεί τόσο επιτυχημένα με ένα τόσο δύσκολο θέμα.

Άννα Γαλανου, Λιμάνια ονείρων, εκδ. Διόπτρα


 Το δεύτερο μέρος της διλογίας της πολυγραφότατης Άννας Γαλανού ονομάζεται "Λιμάνια ονείρων" και αποτελεί τη συνέχεια του βιβλίου με τίτλο "Άλλη θάλασσα εκεί". Και τα δύο βιβλία αποτελούν ερωτικά μυθιστορήματα με υπόθεση που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και έντονο το θαλασσινό στοιχείο.

Όπως ομολογεί η ίδια η συγγραφέας στην αρχή του πρώτου μέρους της διλογίας, πηγή έμπνευσης για τα παρόντα μυθιστορήματα αποτέλεσε το σύνολο του έργου του μεγάλου Έλληνα ποιητή της θάλασσας, Νίκου Καββαδία, δηλαδή το Φάτα Μοργκάνα, το Μαραμπού, το Τραβέρσο, το Πούσι και άλλα έργα του. Στο πρώτο μέρος της διλογίας, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές, ο γνωστός επιχειρηματίας Διονύσης Μαλτέζος, γνωρίζει και συνδέεται με βαθιά φιλία με τον Νίκο Καββαδία, ο οποίος παρουσιάζεται αυτοπροσώπως στο βιβλίο. 

Στο δεύτερο μέρος της διλογίας με τίτλο " Το τίμημα της αλήθειας" ο Καββαδίας δεν εμφανίζεται στις σελίδες του, αλλά ο Διονύσης και η Βασιλική, ένα ζευγάρι με μία σχέση που πέρασε από σαράντα κύματα στο πρώτο μέρος, δίνουν δυναμικά το παρόν και εξακολουθούν να δηλώνουν βαθιά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον. Η Βασιλική είναι διάσημη ηθοποιός, βραβευμένη με Όσκαρ, αλλά κουβαλά μέσα της ένα βαρύ φορτίο. Τι μπορεί άραγε να είναι αυτό που θα συνδέσει τη ζωή της με ένα άλλο ζευγάρι, τη Μυρτώ και τον Σιδερή;

Στο "Λιμάνια ονείρων" ο Διονύσης και η Βασιλική είναι πλέον μεσήλικες. Η Μυρτώ και ο Σιδερής, από την άλλη, βυζαντινή αρχαιολόγος εκείνη και δεξιοτέχνης του μπαντονεόν εκείνος, διανύουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους.

Τα δύο ζευγάρια θα αντιμετωπίσουν πολλές δυσκολίες προκειμένου να είναι τελικά μαζί, με πρώτον και καλύτερο, τον Φαίδωνα, τον επίσημο αρραβωνιαστικό της Μυρτώς, τον οποίο όμως η ίδια δεν αγαπά.

Η συγγραφέας, μέσα από καλοκαιρινές βόλτες στο όμορφο νησί της Χίου, αναπλάθει σκηνές που ευωδιάζουν θαλασσινή αρμύρα και καταφέρνει να λύσει τα θέματα που αφήνει ανοιχτά στο πρώτο της βιβλίο με ένα συγκλονιστικό, όσο και απρόσμενο φινάλε. Οι περιγραφές της σφύζουν από λυρισμό και ερωτισμό, όχι μόνο μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και μεταξύ των ανθρώπων και της ίδιας της φύσης. Πρωταγωνίστρια στις περιγραφές αυτές είναι, όπως είναι λογικό, η ίδια η θάλασσα:

"Ο ήλιος, απλόχερος όλες τις μέρες, δεν τσιγκουνεύτηκε ούτε τοσοδά τη λάμψη και τη ζεστασιά του. Οι ανατολές έμοιαζαν μακρόσυρτες, το ίδιο και τα ηλιοβασιλέματα, που ακουμπούσαν τη νύχτα. Το ίδιο απλόχερη φάνηκε και η θάλασσα, που ημέρεψε την ορμή της και μάλωσε με τα κύματα διώχνοντάς τα μακριά. Μα κι ο αέρας τιθάσευσε  τους βοριάδες του, εξορίζοντάς τους στα νησιά, ενώ τα γλαροπούλια πετούσαν φωλιασμένα, χωρίς σπαρακτικές κραυγές και καβγάδες με τα ψάρια που κολυμπούσαν στον αφρό".

Βασικό θέμα του βιβλίου είναι ο έρωτας και η αναζήτηση που κάνει ο καθένας από εμάς προκειμένου να βρει τελικά το έτερόν του ήμισι. Οι τέσσερις πρωταγωνιστές του βιβλίου, η Βασιλική, ο Διονύσης, ο Σιδερής και η Μυρτώ ονειρεύονται μακρινές θάλασσες και λιμάνια,  αλλά συνάμα αναζητούν τον έρωτα και την ευτυχία.

"Ανεμοστρόβιλος έγινε η θλίψη του και βρήκε δρόμο να πετάξει στην άλλη άκρη της γης και τα τραγούδια του δεν είχαν πια το ίδιο χρώμα.Έμαθε από την αρχή να χαμογελά, να ελπίζει, να γεύεται την κάθε στιγμή και να ονειρεύεται. Να μυρίζει αρώματα και μοσχοβολιές, να ζωγραφίζει καρδιές πάνω στην άμμο και να ντύνει τη σπηλιά όχι με θυμάρια και βότσαλα, αλλά με έρωτα, αναστεναγμούς και υποσχέσεις αιωνιότητας".

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Τα πρώτα καφενεία της Ευρώπης

 

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο καφές προέρχεται από την Αιθιοπία, κατά πάσα πιθανότητα, και ότι ο πρώτος που κατάλαβε τις ιδιότητές του ήταν ένας βοσκός κατσικιών από εκεί, ο οποίος παρατήρησε ότι οι κατσίκες του παρουσίαζαν ασυνήθιστη ενεργητικότητα όταν έτρωγαν τον κόκκινο καρπό του καφεόδεντρου. Τουλάχιστον έτσι μας παραδίδει ο γνωστός μύθος.

 

Στη συνέχεια έμποροι από την Υεμένη εξήγαγαν τον καφέ σε μοναστήρια του τάγματος των Σούφι, οι οποίοι έπιναν καφέ  προκειμένου να βοηθηθούν στην τέλεση της ολονύκτιας  λατρείας τους. Από εκεί, ο καφές ταξίδεψε σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μέσης Ανατολής, δηλαδή τη Μέκα, τη Μεδίνα, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τη  Δαμασκό, το Κάιρο και το Χαλέπι προτού καταλήξει στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγιναν γύρω στο 1550 τα πρώτα καφενεία. Συγκεκριμένα αποκαλούσαν εκεί τα καφενεία, όπου κουβέντιαζαν οι άντρες πίνοντας το τονωτικό μαύρο υγρό, «Ο οίκος των Κόφα». Ο σουλτάνος Μουράτ Δ΄(1612-1640) πάντως είχε απαγορεύσει τη λειτουργία καφενείων(όχι του καφέ ως ροφήματος) ως χώρων ύποπτων για πολιτικές συζητήσεις οι οποίες μπορεί να αφορούσαν την ανατροπή του σουλτάνου.


 Οι Ευρωπαίοι, πάντως, γνώριζαν τον καφέ τουλάχιστον είκοσι χρόνια νωρίτερα από το 1683, εκείνο το έτος σταθμό, όταν κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς, οι Ευρωπαίοι βρήκαν πολλά σακιά με καφέ εκεί όταν οι τελευταίοι υποχώρησαν.

 

Αυτός που έφερε τον καφέ στο Λονδίνο ήταν ο έμπορος από τη Σμύρνη Ντάνιελ  Έντουαρντς. Αυτός επιστρέφοντας από εκεί στο Λονδίνο το 1651 έφερε μαζί του και μία συσκευή παρασκευής καφέ καθώς και κόκκους καφέ. Αρχικά έδινε καφέ στους άλλους εμπόρους και ήταν οι συνεχείς εκκλήσεις τους για περισσότερη καφεΐνη που τον οδήγησαν στη δημιουργία του πρώτου καφέ του Λονδίνου, αλλά και της Ευρώπης, στο Σίτι του Λονδίνου, το οποίο διηύθυνε ο ελληνικής καταγωγής Σικελός υπηρέτης του, ο Πασκουά Ρόζε. Αυτός διαφήμισε έξοχα το νέο ρόφημα λέγοντας ότι κατέχει ευεργετικές ιδιότητες, όπως ότι προλάμβανε ή θεράπευε τους πονοκεφάλους, τους ρευματισμούς και τους μετεωρισμούς, τις ποδάγρες, το σκορβούτο, τις αποβολές, τους πόνους στα μάτια και πολλά άλλα.

 

Το αποτέλεσμα ήταν ότι, ως τη δεκαετία του 1660, η πόση του πιο δημοφιλούς έως τότε τσαγιού να έχει  παραμεριστεί αρκετά εξ’ αιτίας της νέας μανίας για τον καφέ. Εκείνη τη δεκαετία υπήρχαν ήδη στο Λονδίνο ογδόντα περίπου καφέ, κυρίως στην περιοχή του Γουεστμνίστερ και του Κόβεντ Γκάρντεν. Από εκεί κι έπειτα η νέα τρέλα εξαπλώθηκε σταδιακά στη Σκωτία, την Ιρλανδία και ακολούθως πέρα από τον Ατλαντικό καθώς και στο Άμστερνταμ και την Κεντρική Ευρώπη, και εξακολουθεί να κατακτά τους ουρανίσκους μας μέχρι και σήμερα.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Bill Bryson, Στο σπίτι, εκδ. Μεταίχμιο

-Ben Wilson, Metropolis, η ιστορία των πόλεων, εκδ. Διόπτρα