Τρίτη 4 Απριλίου 2023

Selva Almada, Ο άνεμος που σαρώνει, εκδ. Κλειδάριθμος

 

Ένα μικρό λογοτεχνικό αριστούργημα, από άποψη ύφους, λυρισμού και λογοτεχνικής πρόζας, αποτελεί το πόνημα της Αργεντινής συγγραφέως Σέλβα Αλμάδα με τίτλο «Ο άνεμος που σαρώνει». Η Αλμάδα γεννήθηκε το 1973 στο Έντερ Ρίος και θεωρείται μία από τις σύγχρονες κλασικές φωνές της χώρας που μπορεί να αναμετρηθεί με ονόματα όπως εκείνα του Ουίλιαμ Φόκνερ, του Κάρσον Μακ Κάλερς και της Φλάνερι Ο’ Κόνορ. Το βιβλίο της μεταφράστηκε ήδη σε δώδεκα γλώσσες και μεταφέρθηκε με επιτυχία στο θέατρο, στη μεγάλη οθόνη, ακόμη και στον χώρο του λυρικού θεάτρου.

 

Ένας πάστορας, ο αιδεσιμότατος  Πίρσον, ταξιδεύει στην ύπαιθρο της Αργεντινής προκειμένου να κηρύξει το Ευαγγέλιο μαζί με την έφηβη δεκαεξάχρονη κόρη του, τη Λένι. Το αυτοκίνητό του, όμως, θα χαλάσει ξαφνικά στη μέση του πουθενά και ο μόνος διαθέσιμος να τον βοηθήσει θα αποδειχτεί ο Γκρίνγκο Μπάουερ, ένας ηλικιωμένος μηχανικός, ο οποίος κατοικεί στην ερημιά παρέα μονάχα με τους σκύλους του και ένα νεαρό παλικάρι που έχει σχεδόν υιοθετήσει, τον Ταπιόκα.

 

Οι τέσσερις αυτοί ετερόκλητοι χαρακτήρες, δύο ενήλικες στη δύση του βίου τους και δύο νέοι έτοιμοι να αρπάξουν τη ζωή από τα μαλλιά, αποτελούν τους μοναδικούς, σχεδόν, χαρακτήρες του ολιγοπρόσωπου αυτού μυθιστορήματος της Σέλβα Αλμάδα.

 

Το παρελθόν των τεσσάρων ηρώων ξεδιπλώνεται σταδιακά, υπό τη μορφή αναδρομών, τις οποίες πραγματοποιεί η Αλμάδα σε διάφορα σημεία του βιβλίου, εμβόλιμα στο αφηγηματικό παρόν  της φιλοξενίας του αιδεσιμότατου και της κόρης του στο σπίτι του μηχανικού, έως ότου να επισκευαστεί το αμάξι τους.

 

Οι δύο άντρες, ο Πίρσον και ο Γκρίνγκο πρεσβεύουν δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με το θείο. Ο Πίρσον είναι ένας άνθρωπος με βαθιά πίστη, του οποίου όλες οι πράξεις καθορίζονται από την πίστη του στο θείο θέλημα, ενώ, αντιθέτως, ο Γκρίνγκο είναι ένας άνθρωπος που έχει απολέσει τη πίστη του και τείνει μάλιστα να ειρωνεύεται τις αντιλήψεις του ιερέα. Όσο για τη Λένι, αυτή δηλώνει αρκετά σκεπτική σε σχέση με τον τομέα της πίστης, ενώ ο Ταπιόκα είναι εμφανέστατα ένας ρομαντικός ιδεαλιστής, πρόθυμος να μυηθεί σε νέες ιδέες, όπως την πίστη στον Θεό. Οι τέσσερις χαρακτήρες θα συζητήσουν  τις ιδέες τους και θα διαφωνήσουν έντονα για αυτές.

 

«Δεν τον απασχολούσαν τα υψηλά νοήματα. Η θρησκεία ήταν για τις γυναικούλες και τους αδύναμους. Το καλό και το κακό ήταν καθημερινά πράγματα, απτά και χειροπιαστά πράγματα αυτού του κόσμου. Η θρησκεία, κατά την άποψή του, ήταν απλώς ένας τρόπος να αποποιηθείς τις ευθύνες σου. Να κρύβεσαι πίσω από τον Θεό, περιμένοντας να σωθείς, ή να κατηγορείς τον διάβολο για τις κακές πράξεις που θα μπορούσες να κάνεις».

 

Οι σελίδες του βιβλίου διαποτίζονται από τη γαλήνια αταραξία της χαώδους αργεντίνικης πάμπας, καθώς και της νημεμίας που επικρατεί σε αυτήν λίγο πριν από την καταιγίδα. Όταν τελικά θα ανοίξου οι κρούνοι του ουρανού, το νερό θα κυλήσει ορμητικά και καθαρτικά όχι μονάχα στο έδαφος, αλλά και στις ψυχές των τεσσάρων πρωταγωνιστών που αποζητούν τη γαλήνη και την ελευθερία.

Ζέφη Κόλια, Βελονιές της πρωτοπορίας, εκδ. Μεταίχμιο

 

Την ιστορία των πολιτικών, φιλοσοφικών, καλλιτεχνικών και κοινωνικών ρευμάτων κατά τον εικοστό αιώνα, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στη μόδα, μας παρουσιάζει η συγγραφέας Ζέφη Κόλια στο βιβλίο της με τίτλο «Βελονιές της πρωτοπορίας».

 

Το βιβλίο χωρίζεται σε κεφάλαια ανά δεκαετίες και ξεκινά με την αυγή το εικοστού αιώνα και τον θάνατο της συντηρητικής βασίλισσας Βικτωρίας. Ο διάδοχός της ο βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄ έφερε μαζί του έναν άνεμο αλλαγής, ο οποίος απελευθέρωσε τις γυναίκες από τον ασφυκτικό κορσέ. Ο μοντερνισμός ήταν προ των πυλών. Αυτή ήταν η περίφημη «Μπελ Επόκ», τα ευτυχισμένα και ξένοιαστα χρόνια που τερματίστηκαν απότομα με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το τέλος του πολέμου θα φέρει την παρακμή της αριστοκρατίας και την περαιτέρω χαλάρωση των ηθών μιας Ευρώπης που συγκλονίστηκε από τα εκατομμύρια των νεκρών ενός πολέμου που ανάλογό του δεν είχε γνωρίσει ποτέ ο κόσμος.

 

Ακολούθως, ο κόσμος, και η μόδα κατ’ επέκταση, θα βυθιστεί στη μεταπολεμική κουλτούρα του «δεν με νοιάζει τίποτε» με ατέλειωτη μουσική τζαζ μέχρι το κραχ του ’29 που θα επαναφέρει τους ανθρώπους βιαίως στην πραγματικότητα. Η δεκαετία του ’30 είναι η δεκαετία των swing, της ανόδου της Σκιαπαρέλι, αλλά και της περίφημης Κοκό Σανέλ. Το Παρίσι, κέντρο της μόδας και τω τεχνών, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα παραχωρήσει σταδιακά τη θέση του στη Βόρειο Ιταλία και ιδιαίτερα στο Μιλάνο που θα γίνει η μέκα της μόδας, κυρίως μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που θα αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων-και ιδίως τω γυναικών-μια για πάντα. Οι τεχνολογικές εφευρέσεις, όπως το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος, το αυτοκίνητο κ.α. τα οποία είχαν ενταχθεί δειλά δειλά στις ζωές των πολιτών προπολεμικά, τώρα γίνονται πιο προσιτές σε όλους.

 

Το χάος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησαν τα ξέφρενα 50’s και 60’s με το rock n roll, τους χίπις και τα παιδιά των λουλουδιών, πριν ακολουθήσει η πιο «έθνικ» δεκαετία του ’70. Τα πράγματα αλλάζουν οριστικά προς τα τέλη του αιώνα και η μόδα αποτάσσει όλους τους περιορισμούς της χωρίς να λείπουν και από αυτή την εποχή μεγάλα ονόματα όπως αυτά της Ντονατέλα Βερσάτσε, του Αρμάνι, του Μοσκίνο κ.α. Σήμερα, στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα, η βιομηχανία της μόδας είναι η δεύτερη-προφανώς μετά από την κτηνοτροφία- πιο ρυπογόνα βιομηχανία του πλανήτη. Καθίσταται επομένως απαραίτητη η εξεύρεση μιας λύσης συμβιβασμού του κόσμου της μόδας με τη σωτηρία του πλανήτη.

 

Το βιβλίο συνοδεύεται στο τέλος από κατατοπιστικότατα ευρετήριο των όρων των  καλλιτεχνικών ρευμάτων, αλλά και πολλών σπουδαίων προσωπικοτήτων που επηρέασαν τη μόδα και αναφέρονται στο βιβλίο.

 

Το βιβλίο διαβάζεται εξαιρετικά ευχάριστα και για όλους εμάς που είμαστε πάνω από σαράντα ετών, θα αποτελέσει μια εξαιρετικά ευχάριστη βόλτα στις εποχές της παιδικής και νεανικής μας αθωότητας. Όσο για τους νεαρότερους αναγνώστες, αυτοί θα μπορέσουν να έρθουν σε επαφή με μνήμες και γεγονότα για τα οποία άκουσαν πολλά από τους μεγαλύτερους, αλλά δεν γνώρισαν από κοντά. Οπωσδήποτε πάντως ακόμη και αυτοί θα λάβουν, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, μία πολύ καλή απάντηση σχετικά με τον λόγο για τον οποίο τόσο αυτοί, όσο οι γονείς και οι παππούδες τους είχαν τουλάχιστον ένα τζιν στην γκαρνταρόμπα τους.

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

Daniel Wiles, Το μερίδιο της γης, εκδ. Διόπτρα

 

Οι εκδόσεις Διόπτρα εγκαινιάζουν μία νέα σειρά νέων αξιόλογων  δημιουργών ανά τον κόσμο, τους οποίους μεταφράζουν στα ελληνικά  με τίτλο "Φωνές του κόσμου".  Μία τέτοια περίπτωση είναι ο πρωτοεμφανιζόμενος Άγγλος συγγραφέας Ντάνιελ Γουάιλς με το πρωτόλειο πόνημά του "Το μερίδιο της γης", ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην περίοδο της Βιομηχανικής Επανάστασης στη Γηραιά Αλβιόνα.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στην περιοχή των σημερινών Μίντλαντς εν έτει 1872. Πρωταγωνιστής είναι ο Μάικλ, ένας ανθρακωρύχος ο οποίος αναγκάζεται να δουλεύει σε δύο δουλειές προσπαθώντας να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, από ότι βιώνει τώρα ο ίδιος, για τον εξάχρονο γιο του. Ο Μάικλ εξασκεί την εξαιρετικά δύσκολη, επικίνδυνη και ανθυγιεινή δουλειά του ανθρακωρύχου, προκειμένου να μπορέσει ο γιος του ο Λουκ να πάει σχολείο και να γλιτώσει από τη δύστηνη αυτή μοίρα.

Μια μέρα όμως, θα ανακαλύψει έναν μεγάλο σβώλο χρυσού, γεγονός το οποίο θα αναγκαστεί να μοιραστεί με τον Κέιν, τον σύντροφό του στη συγκεκριμένη στοά. Ο Μάικλ θα θελήσει να κρατήσει το χρυσάφι και να ψάξει για περαιτέρω σβώλους χρυσού, φαίνεται όμως πως ο φίλος του δεν συμφωνεί μαζί του...

Το μυθιστόρημα περιέχει αρκετές συγκλονιστικές περιγραφές ωμού ρεαλισμού που διαδραματίζονται στις στοές των ανθρακορυχείων., ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν την εργασία παιδιών και γυναικών, η οποία ήταν μεν παράνομη εκείνη την εποχή, αλλά και πολύ συνηθισμένη. Απεικονίζεται εξαιρετικά παραστατικά ο εχθρικότατος κόσμος της εποχής προς τα παιδιά, αλλά και προς τους φτωχούς που αγωνίζονταν διαρκώς για την επιβίωση.

Ο Ντάνιελ Γουάιλς υιοθετεί ένα εντελώς μοντέρνο και πολύ ξεχωριστό στυλ γραφής, το οποίο εξοβελίζει εξολοκλήρου τα εισαγωγικά και τις παύλες από τους διαλόγους του, αφήνοντας τον αναγνώστη να συμπληρώνει με τη φαντασία του τα όποια κενά και τις όποιες τυχόν παρερμηνείες προκύπτουν από την εκάστοτε θεώρηση του αναγνώστη. Η διάθεσή του συγγραφέα είναι άκρως περιγραφική όχι όμως τόσο ως προς τον περιβάλλοντα χώρο, όσο κυρίως σχετικά με τα συναισθήματα και τις δυσάρεστες σωματικές συνέπειες που υφίσταται κάποιος όταν δουλεύει σε ορυχείο.

Πράγματι, γυρνώντας τις σελίδες του βιβλίου, θα νιώσουμε κι εμείς ότι ασφυκτιούμε, σαν να βρισκόμαστε πράγματι κάτω από τα έγκατα της γης, ότι φοβόμαστε μήπως πέσει κάποια στοά και μας πλακώσει και ότι μας ταλανίζει ένας οξύς βήχας από τον άνθρακα που μας σκίζει τα σωθικά.

Αναμφίβολα δεν είναι πολλά τα μυθιστορήματα που έχουν μεταφραστεί στη χώρα μας [που να αφορούν την περίοδο της Βιομηχανικής Επανάστασης στην Αγγλία. Για τον λόγο αυτό, «Το μερίδιο της γης» θα παρουσιάσει σίγουρα εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους Έλληνες αναγνώστες.

 

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

Πασχάλης Πράντζιος, Βαγόνι τρίτης θέσης, εκδ. Πηγή

 

Ένα γοητευτικό μυθιστόρημα που περιγράφει την ιστορία των θεατρικών μπουλουκιών στην Ελλάδα από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι και τη διάλυσή τους το 1960 υπογράφει ο Πασχάλης Πράντζιος, συγγραφέας, απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ. και ειδικός στη θεωρία της λογοτεχνίας και του θεάτρου. Το εν λόγω πόνημα έχει τον τίτλο «Βαγόνι τρίτης θέσης» και αποτελεί την εξιστόρηση της ζωής τριών γενιών ηθοποιών.

 

Το Λενάκι με τη χαρισματική φωνή, από τη Ροδίτσα Φθιώτιδος, το σκάει με έναν μπουκλουτσή εν έτει 1937, επί δικτατορίας Μεταξά. Θα ζήσει στο μπουλούκι της Ρόζας, στο οποίο θα μαθητεύσει ως ηθοποιός και θα παντρευτεί τον όμορφο ηθοποιό και κομμουνιστή εκ πεποιθήσεως Ανδρέα Ρεζή. Η κόρη τους η Κάλλι θα γίνει και αυτή μεγάλη μορφή στο θέατρο κατά τα μέσα του εικοστού αιώνα και η δική της κόρη, η Ελένη, ηθοποιός και αυτή, η οποία θα αγωνίζεται να βρει και αυτή «μία θέση στον ήλιο στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα. Η ιστορία των τριών γυναικών περιγράφεται με ενάργεια, σαφήνεια, αλλά και χιούμορ πολλές φορές, αν και τα γεγονότα στη ζωή των τριών γυναικών δεν είναι πάντοτε ευχάριστα. Διότι, πάνω απ’ όλα, φαίνεται πως η ζωή ενός ηθοποιού και γενικά ενός καλλιτέχνη, είναι ένας διαρκής αγώνας, ειδικά για μία μητέρα ηθοποιό-τραγουδίστρια, όπως το Λενάκι, η οποία θα αναγκαστεί να μεγαλώσει μόνη της τα παιδιά της.

 

Μέσα από την αφήγηση για τη ζωή των τριών αυτών γυναικών, ο  αναγνώστης θα περιηγηθεί στην ιστορία της Ελλάδας του εικοστού αιώνα με σταθμούς τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον Ελληνικό Εμφύλιο, τη δεκαετία του ’50 όπου οι μνήμες του Εμφυλίου ήταν ακόμη νωπές, τη Χούντα των Συνταγματαρχών και τη Μεταπολίτευση μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα.

 

Το Λενάκι είναι, πάντως, η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια ανάμεσα στις τρεις αυτές ηθοποιούς της ίδιας οικογένειας, αφού το βάρος της αφήγησης πέφτει πρωτίστως στη δική της ζωή. Το Λενάκι και η Ρόζα ήταν εξάλλου οι «μπουκλουτσούδες», αυτές ταυτίστηκαν με τα μπουλούκια, εφόσον μετά την επικράτηση του κινηματογράφου τη δεκαετία του ’60, τα μπουλούκια και οι κάθε λογής περιφερόμενοι θίασοι σταδιακά παρήκμασαν. Από τα μπουλούκια όμως ξεκίνησαν την καριέρα τους και ουκ ολίγες μεγάλες μορφές  του θεάτρου, όπως, για παράδειγμα,  η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Στέφανος Στρατηγός, ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Μίμης Φωτόπουλος και η Σπεράντζα Βρανά.

 

Το βιβλίο διαβάζεται εξαιρετικά ευχάριστα και μέσα από την έξυπνα δουλεμένη υπόθεσή του μαθαίνει κανείς και πολλές πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη των μπουλουκιών στη χώρα μας και τη συνεισφορά τους στην ανάπτυξη της θεατρικής κουλτούρας στη χώρα μας.