Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

Alice Walker, Το πορφυρό χρώμα, εκδ. Παπαδόπουλος

 

 

Ένα επιστολικό μυθιστόρημα για τις μαύρες γυναίκες του αμερικανικού Νότου και τα βάσανα που αυτές υπέμειναν στα χέρια των λευκών αφεντάδων τους υπογράφει η συγγραφέας από τη Τζόρτζια Άλις Γουόκερ, η πρώτη μαύρη συγγραφέας που κέρδισε βραβείο Πούλιντζερ και το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου το 1983 για το συγκεκριμένο της πόνημα με τίτλο «Το πορφυρό χρώμα». Το πόνημά της αυτό είναι το πιο διάσημο έργο της, το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο από τον γνωστό σκηνοθέτη Στίβεν Σπίλμπεργκ το 1985.

 

Το έργο αυτό της αμερικανικής «μαύρης» λογοτεχνίας του αμερικανικού Νότου με το πολύ ιδιαίτερο στυλ γραφής θεωρείται πλέον κλασικό και συγκλονίζει τους αναγνώστες με την αμεσότητα των περιγραφών στις σελίδες του που απεικονίζουν πολύ συχνά σκηνές βιαιότητας και ανείπωτης δυστυχίας, των οποίων οι μαύρες γυναίκες του αμερικανικού Νότου έγιναν μάρτυρες.

 

Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στον αμερικανικό Νότο των αρχών του εικοστού αιώνα και, πιο συγκεκριμένα, ανάμεσα στα έτη 1900 και 1940 και αφηγείται τη ζωή δύο Αφροαμερικανίδων Αδελφών, της δεκατετράχρονης Σίλι και της αδελφής της, της Νέτι.

Μέσα από επιστολές που απευθύνουν στον Θεό, αλλά και η μία αδελφή στην άλλη, περιγράφονται τα βάσανα που οι αδελφές υπέμειναν στα χέρια του πατριού τους, όταν πέθανε η μητέρα τους.

 

 Η Σίλι κακοποιούταν συστηματικά από τον πατριό της. Καρπός της σεξουαλικής κακοποίησής της στα χέρια του ήταν η γέννηση  δύο παιδιών, τα οποία ο πατριός της τα πήρε με τη βία αμέσως μόλις γεννήθηκαν. Στη συνέχεια, η Σίλι εξαναγκάζεται να παντρευτεί έναν χήρο, στου οποίου τα χέρια εξακολουθεί να υφίσταται κάθε λογής ταπεινώσεις, λεκτικές και σεξουαλικές, καθώς και ξυλοδαρμούς. Ο άντρας αυτός έκρυβε συστηματικά τις επιστολές που έστελνε στη Σίλι η αδελφή της Νέτι. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρατίθεται αυτή η αλληλογραφία με τια απαντήσεις της Σίλι, όταν αυτή ανακαλύπτει, τελικά, τις κρυμμένες επιστολές και απαντά στην αδελφή της.

 

Οι επιστολές της αμόρφωτης Σίλι είναι εμφανέστατα γεμάτες γραμματικά λάθη και παραλείψεις, σε αντίθεση με εκείνες της αδελφής της. Εν συνεχεία, όμως, και μέσα από την εξάσκηση, το ύφος και η γλώσσα της αφήγησης βελτιώνονται αισθητά.

 

Όταν ο Άμπερτ, ο σύζυγος της Σίλι, θα φέρει στο σπίτι μία όμορφη τραγουδίστρια των μπλουζ, την οποία έχει ερωτευτεί,τη Σούγκαρ, η Σιλι θα ανακαλύψει στο πρόσωπό της μία καινούρια φίλη που θα της μάθει σιγά σιγά, και μέσα από τη λεσβιακή σχέση που οι δύο γυναίκες θα αναπτύξουν, να πιστεύει στον εαυτό της και να κατασκευάζει η ίδια το πεπρωμένο της, κόντρα στις ανθρώπινες συμβάσεις.

 

Οι αναφορές στο Θείο δίνουν μία φιλοσοφική-θρησκευτική διάσταση στο πόνημα, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε σχετικά με τη φύση της σχέσης που διατηρούν με τον Θεό οι άνθρωποι που έχουν γνωρίσει άπειρη δυστυχία στη ζωή τους. «Αγαπημένη μου Νέτι, Δεν γράφω πια στον Θεό, Γράφω σ’ εσένα»,  θα καταθέσει κάποια στιγμή η Σίλι στις επιστολές προς την αδελφή της. Διότι η ίδια δεν έχει πια κανέναν λόγο να πιστεύει σε έναν Θεό, ο οποίος φαίνεται να αγνοεί επιδεικτικά την ύπαρξή της.

 

Μία συγκλονιστική κατάθεση ψυχής από δύο υπάρξεις που είχαν την ατυχία, όχι μονάχα να γεννηθούν με διαφορετικό χρώμα δέρματος από τους λευκούς, αλλά και να ανήκουν στο αδύναμο φύλο. Και, στις αρχές του εικοστού αιώνα στον αμερικανικό Νότο το χειρότερο πράγμα που μπορούσε να συμβεί σε κάποιο ήταν να γεννηθεί έγχρωμη γυναίκα.


Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Δημήτρης Αλεξίου, Άνθρωποι από χώμα, εκδ. Διόπτρα

 

«Είστε άνθρωποι από χώμα ή από σίδερο; Από χώμα ή από χρυσάφι; Από χώμα ή από συνθετικό; Αυτή είναι η πιο  σημαντική απόφαση που πρέπει να πάρει ο καθένας από σάς. Αν αυτή σας η απόφαση είναι σωστή, είμαι σίγουρος ότι θα ξέρετε μέσα σας με σιγουριά αν ο Μιχάλης Ντάβαρης είναι ένοχος ή αθώος. Γιατί  αυτός είναι σίγουρα ένας άνθρωπος από χώμα».

 

Με τέτοιους ανθρώπους από χώμα, με τους ανθρώπους της γης και των ορυχείων ασχολείται ο Δημήτρης Αλεξίου στο ομότιτλο βιβλίο του, στο οποίο επινοεί μία μυθιστορία με πολλές όμως, κοινωνικές, ιστορικές και ψυχολογικές προεκτάσεις.

 

Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 σε ένα μικρό ορεινό χωριό της ελληνικής υπαίθρου, το Βερτίλι το οποίο όμως βρίσκεται σε έναν τόπο που δεν προσδιορίζεται ακριβώς. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι το οποίο έχει σημασία, αφού αυτό το μικρό χωριό αποτελεί μια μικρογραφία ολόκληρης της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας του χωριού, αλλά και της πόλης, κατά τη δεκαετία του ’60.

 

Στο χωριό αυτό, το οποίο είναι ένα χωριό ανθρακωρύχων, λαμβάνει χώρα μία καταστροφή βιβλική στις 11 του Οκτώβρη, κάποιας χρονιάς από  της δεκαετία του ’60. Τρεις από τις στοές του κοντινού ορυχείου, από το οποίο βιοπορίζεται ολόκληρο σχεδόν το χωριό, καταρρέουν, συμπαρασύροντας μαζί τους στην κατάρρευση και το σχολείο του χωριού. Το θλιβερό αποτέλεσμα είναι να σκοτωθούν όλα τα παιδιά του χωριού, μαζί με όσους εργάτες έσκαβαν στις στοές εκείνη την ημέρα-δεν ήταν πολλοί, καθότι είχε προκηρυχθεί απεργία-και μονάχα ένα να παραμείνει ζωντανό: ο Ιορδάνης, ένα παιδί που έχει μεγαλώσει ορφανό από μητέρα και του οποίου ο πατέρας, γνωστός συνδικαλιστής στο ορυχείο, θα συλληφθεί με την άδικη κατηγορία ότι τάχατες αυτός ήταν ο υπεύθυνος για την κατάρρευση των στοών του ορυχείου.

Το βιβλίο παρακολουθεί τα κοινωνικά και πολιτικά επακόλουθα της καταστροφής, τη διαχείρισή της από τους ιθύνοντες, που αποποιούνται κάθε ευθύνη, καθώς και τη σύλληψη του Μιχάλη και τη διεξαγωγή της δίκης. Ο συγγραφέας παρουσιάζει όμως γλαφυρότατα και τις έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις του παιδιού που δοκιμάζεται μένοντας ολομόναχο σε μία κοινωνία κατά  κανόνα σκληρή και κάπως εχθρική προς τα παιδιά. Ήταν άραγε ευλογία ή κατάρα η επιβίωσή του; Πώς θα μπορέσει να ξεπεράσει το ψυχικό αυτό τραύμα της καταστροφής; Η δημιουργία ενός φανταστικού φίλου θα είναι η πρώτη από τις άμυνές του, και η σιωπή η δεύτερη.

Κι έπειτα, δεν είναι μόνον ο Ιορδάνης, είναι και ολόκληρη η κοινωνία του χωριού που έχει τραυματιστεί. Πώς θα καταφέρει το σύνολο των ανθρώπων να ξεπεράσει την ανείπωτη αυτή τραγωδία; Και, κυρίως, να αποτρέψει την επανάληψη μιας τέτοιας βιβλικής καταστροφής στο ορυχείο;

Παράλληλα με την εξέλιξη της δίκης του Μιχάλη Ντάβαρη, το βιβλίο ρίχνει μία εξαιρετικά παραστατική ματιά σε διαφορετικές πτυχές της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’60, όπως η κακοποίηση των γυναικών, οι αυστηρές παιδαγωγικές μέθοδοι της εποχής, ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε δεξιούς και αριστερούς, το βρώμικο παιχνίδι των ΜΜΕ αλλά και των ανθρώπων της εξουσίας, την αποποίηση ευθυνών από τις αρχές σε καταστροφές καίριας σημασίας, τη μεταχείριση των κρατουμένων στις φυλακές κ.α., μέσα από την εξαιρετικά ρεαλιστική και παραστατική πένα του Αλεξίου.


Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Νίκος Καψιάνης, Αγοραίοι λογισμοί, εκδ. Γράφημα

 

Ο Νίκος Καψιάνης, ποιητής και μηχανικός στο επάγγελμα έχει γράψει ως τώρα τρεις ποιητικές συλλογές. Η τρίτη του συλλογή, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γράφημα το προηγούμενο έτος έχει τίτλο «αγοραίοι λογισμοί». Πρόκειται για μία ποικίλη και πολυθεματική ποιητική συλλογή, με ποιήματα άλλα να είναι ερωτικού περιεχομένου, άλλα πιο αμφίσημα και αινιγματικά και άλλα πιο περιγραφικά.

 

 Τα ποιήματα της συλλογής διαθέτουν όλα ρυθμό και μία έμφυτη μουσικότητα. Σε κάποια σημεία υπάρχει ομοιοκαταληξία, αυτό όμως δεν είναι κανόνας, καθώς σε κάποια άλλα υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία στον στίχο και την έκφραση. Ορισμένα ποιήματα έχουν συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, άλλα κινούνται, όμως, σε πιο αόριστο περιεχόμενο. Οι λέξεις είναι προσεκτικά διαλεγμένες και το αποτέλεσμα αποζημιώνει τον αναγνώστη, ακόμη κι αν καμιά φορά μένει να αναρωτιέται τι ακριβώς ήθελε να πει ο συγγραφέας.

 

Τα ποιήματα «Η ματιά», «Κλειδαρότρυπα» και «Ταγκό» είναι όλα ερωτικού περιεχομένου και αποτυπώνουν κυρίως την αίσθηση της ερωτικής επιθυμίας, όπως το παρακάτω απόσπασμα, που θυμίζει λίγο κρητική μαντινάδα στον ρυθμό του:

 

«Αύριο πρωί θα καρτερώ

ένα χαμόγελό σου

θα φέρω και τριαντάφυλλα

 μπας και ματιά μου δώκεις»

 

Στο πρωτότυπο ποίημα με τίτλο «Ποίηση» ο συγγραφέας προσωποποιεί την έννοια της Ποίησης και τη φαντάζεται ως μία γυμνή νεαρή γυναίκα. Κάποια ποιήματα όπως τα «Ξεθωριάσματα» μιλούν για την ίδια τη ζωή που φεύγει και χάνεται και για τις στιγμές του παρελθόντος που, όσο κι αν θέλουμε, δεν μπορούμε να ξαναφέρουμε στο παρόν. Άλλα ποιήματα όπως ο «Συνοδοιπόρος» δίνουν συμβουλεύουν τον αναγνώστη να τηρήσει μία συγκεκριμένη στάση ζωής. Η ματαιότητα της ζωής δίνει το παρόν στο ποίημα με τίτλο «Αμπάρι», όπου ο τελευταίος στίχος θα καταλήξει «Πάλι στα ίδια αδιέξοδα λιμάνια τούτο το αμπάρι θα μας βγάλει», ενώ μνήμες από την παιδική ηλικία του συγγραφέας δίνουν το παρόν στο ποίημα «Όνειρα»:

 

«Κουκουνάρια από την ποδιά της γιαγιάς

λαμπιόνια που φωτίζουν της μάνας το χαμόγελο»

 

Φόρο τιμής σε μια παλιά δασκάλα, την «Κυρία Ελένη» φαίνεται να αποτελεί το ποίημα με τον ομώνυμο τίτλο, ενώ, αδιαμφισβήτητα, ένα από τα πιο περιγραφικά ποιήματα της συλλογής είναι το «Μέρες οπώρου», το οποίο χαρίζει στον αναγνώστη υπέροχες εικόνες από τη συγκεκριμένη αυτή εποχή του χρόνου, τόσο μελαγχολική και ιδιαίτερη που, αναντίρρητα, θα ταίριαζε να υμνηθεί σε ένα ποίημα:

 

«Στάλαξε στις κορφές η συννεφάδα δυο σταγόνες,

του τρυγητή το δρόσισμα και την πρωτοβροχάδα,

σα μελωδία με ήχους,

σταλάγματα μύρωσαν βροχή την ανάσα,

σε δειλού οπώρου ερχομό»

 

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο συγγραφέας είναι μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Θεσσαλονίκης- ο οποίος σύντομα θα μετονομαστεί σε Φιλολογικό Όμιλο Ελλάδας- καθώς και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

Ιωάννη Γκανέτσα, Θείο Δώρο, εκδ. Bell

 

«Σημασία είχε στο ενδιάμεσο καθένας να δίνει στην τέχνη του ό,τι μπορεί. Ή, πιο σωστά, ό,τι ποθεί. Αυτό, αν αξίζει, θα βρει τον δρόμο του προς την αιωνιότητα».

 

Θείο δώρο είναι το ταλέντο στην τέχνη, μα και ο έρωτας στις ζωές μας. Με αυτόν τον τελευταίο ασχολείται η συγγραφέας και αστυνομικός στο επάγγελμα Ιωάννα Γκανέτσα, αλλά και με την τέχνη στο νέο της βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο.

 

Ο εξαιρετικά επιτυχημένος ογδονταπεντάχρονος ζωγράφος Θοδωρής Μελιδόνης έχει πίσω του μία λαμπρή καριέρα στον χώρο των εικαστικών, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, όπου ταξίδεψε και έζησε για μεγάλα διαστήματα της ζωής του. Κάποτε είχε μια ερωτική περιπέτεια με μία ποιήτρια Ιβάνα Λεονταρίτη. Αυτή φαίνεται πως ήταν το άλλο του μισό. Όμως, αυτή έφυγε από κοντά του, προκειμένου να κυνηγήσει το όνειρό της και από τότε δεν την είδε ξανά. Φαίνεται όμως πως ποτέ δεν τη ξέχασε.

 

Στο σήμερα, στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, ο Τζανής είναι ένας συγγραφέας και δημοσιογράφος  που διεξάγει μία έρευνα με θέμα «τη σύνδεση του έρωτα με την τέχνη και την επιρροή που έχει ασκήσει ο συνδυασμός των δύο στην ψυχολογία των καλλιτεχνών και των εραστών της τέχνης». Στο πλαίσιο της έρευνάς του αυτής θα γνωριστεί με τον τρανό ηλικιωμένο ζωγράφο και οι δύο άνδρες θα οικοδομήσουν μεταξύ τους μια σχέση εμπιστοσύνης. Ο Τζανής, μετά από τις προσωπικές εξομολογήσεις του ζωγράφου, των οποίων γίνεται κοινωνός, αποφασίζει να ψάξει για χάρη του την Ιβάνα και να τους φέρει σε επαφή.

 

Παράλληλα, τους παραπάνω αυτούς πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες πλαισιώνουν και άλλοι, όπως η Ντορέττα,  η ιδιοκτήτρια ενός εστιατορίου-γκαλερί στην Αθήνα, η έμπορος τέχνης Λίνα Ροδοπούλου, ο αγιογράφος Αντόνιο, ο ηθοποιός Λοΐζος και άλλοι πολλοί.

 

Το έργο συνδυάζει το καλογραμμένο κείμενο με τη γλαφυρή πρόζα στους διαλόγους και την ισορροπημένη παροχή ενδιαφερουσών πληροφοριών σχετικά με την τέχνη με την καλοστημένη μυθιστορηματική πλοκή, αλλά και τη ζωηρή δράση με μικρές φιλοσοφικού τύπου πινελιές σχετικά με τη φύση του έρωτα και της τέχνης.

 

Η πρωτοτυπία του πονήματος έγκειται στο γεγονός ότι η Γκανέτσα δεν υπογράφει ένα απλό ερωτικό, συναισθηματικό και κοινωνικό μυθιστόρημα, αλλά το συνδυάζει έξυπνα και με την παροχή πολλών καίριων και άγνωστων πολλές φορές πληροφοριών για στην τέχνη προς τους αναγνώστες.