Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023

Φάμπιο Τζενοβέζι, Το γιγάντιο καλαμάρι, εκδ. Πατάκη

 

Το γιγάντιο καλαμάρι έχει εντυπωθεί στο συλλογικό μνημονικό μας, ναυτικών και στεριανών, ως το πιο απειλητικό πλάσμα που ζει στα αβυσσαλέα βάθη των ωκεανών και αναδύεται σπάνια από εκεί στον αφρό της θάλασσας. Αν όμως  τύχει να αναδυθεί και συναντήσει κάποιο πλοίο, τότε αλίμονο στο πλήρωμά που θα το συναντήσει! Είναι όμως πράγματι έτσι;

 

Στην πραγματικότητα, το πελώριο πλάσμα που ζει στα βάθη των ωκεανών και ενέπνευσε το διάσημο μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν «20.000 λεύγες υπό τη θάλασσα» σπάνια επιτίθεται σε πλοία και ανθρώπους και περισσότερο μας τρομάζει το μέγεθός του παρά η συμπεριφορά του.

 

Για το γιγάντιο αυτό καλαμάρι, αλλά και για πολλά άλλα, επιλέγει να μας μιλήσει ο πολυσχιδής Ιταλός συγγραφέας  από την Τοσκάνη, ο Φάμπιο Τζενοβέζι στο βιβλίο του με τον ομώνυμο τίτλο. Το βιβλίο αποτελεί ένα συμπίλημα των σκέψεων του συγγραφέα για τη θαλάσσια ζωή και τα πλάσματά της, για τις προσωπικές του αναμνήσεις και τα βιώματα που σχετίζονται με τη θάλασσα, για τη ρύπανση των θαλασσών στις μέρες μας και-φυσικά- για το γιγάντιο καλαμάρι.

 

Η πρώτη καταγεγραμμένη εμφάνιση του πλάσματος αυτού ανάγεται στα 1861. Έκτοτε, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα καταγράφονται εμφανίσεις του μυστηριώδους θαλάσσιου αυτού πλάσματος που στοίχειωσε το συλλογικό φαντασιακό.

 

Ο Τζενοβέζι αναφέρει πολλούς θαλάσσιους βιολόγους, άγνωστους, κατά βάση, στον μέσο αναγνώστη, όπως την Άννινγκ, τον Κίκενταλ, αλλά και γνωστότερους όπως ο Κάρολος Λινναίος. Η αφήγησή του δεν περιστρέφεται μονάχα γύρω από το καλαμάρι, αλλά από όλη τη θαλάσσια ζωή. Κοντά στις πληροφορίες επιστημονικού χαρακτήρα που παρέχει το βιβλίο, στις σελίδες του συνυπάρχουν οι προσωπικές απόψεις, τα προσωπικά βιώματα και οι αναμνήσεις του συγγραφέα.

 

Οι πιο συγκλονιστικές σελίδες του βιβλίου, όμως, αναμφίβολα είναι εκείνες που μας μιλούν για τη ρύπανση των θαλασσών στις μέρες μας και για τους κινδύνους με τους οποίους έρχεται αντιμέτωπη η θαλάσσια ζωή σήμερα.

 

«…Το πλαστικό εξαφανίζεται μπροστά από τα μάτια μας, αλλά συνεχίζει να είναι πολύ δολοφονικό κι όσο διασπάται σε μικρότερα κομμάτια, τόσο αυτά εισχωρούν παντού. Τα ονομάζουμε μικροπλαστικά, και τα μικροσκοπικά πλάσματα της θάλασσας μπερδεύονται, νομίζουν ότι είναι τροφή και τα τρώνε. Έτσι οι τοξικές ουσίες εισχωρούν στην τροφική αλυσίδα και προχωρούν: τα  μικρά θαλάσσια ζώα τρώνε τα μεγαλύτερα… {…}κι έτσι τελικά καταλήγει στο στομάχι μας.  Καθένας μας τρώει περίπου πέντε γραμμάρια πλαστικό την εβδομάδα. Σαν να τρώγαμε κάθε Δευτέρα μια πιστωτική κάρτα. {…} Και ενώ γεμίζουμε τον οργανισμό μας με μικροπλαστικά, τα μεγάλα κομμάτια πλαστικού προκαλούν κι αυτά μεγάλη καταστροφή. Ένας τεράστιος αριθμός ζώων πεθαίνουν εξαιτίας τους».

 

Τέλος, αξίζει αν σημειωθεί ότι ο συγγραφέας διαθέτει πολύ καλή ροή στον λόγο του, η οποία διατηρείται και στην πολύ καλή μετάφραση της Φωτεινής Ζερβού. Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα βιβλίο καλοκαιρινό, έξω από τα συνηθισμένα που απευθύνεται τόσο σε φυσιολάτρες και λάτρεις του υγρού στοιχείου που μας περιβάλλει, αλλά και σε αναγνώστες που τους αρέσουν τα «εναλλακτικά» αναγνώσματα.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Γιάννης Πολύζος, Πορτρέτο, εκδ. Γράφημα

 


 

Αντλώντας  έμπνευση από τη γνωστή νουβέλα του Νικολάι Γκόγκολ με τον ομώνυμο τίτλο « Το Πορτρέτο», το νέο παιδί τη λογοτεχνίας, ο Λαρισσαίος στην καταγωγή Γιάννης Πολύζος υφαίνει τη δική του μυθιστορία γύρω από ένα αινιγματικό πορτρέτο, όπως συμβαίνει περίπου και με τη νουβέλα του Γκόγκολ. Μόνο που στην περίπτωση του Ρώσου λογοτέχνη το πορτρέτο, ως πρωταγωνιστής της υπόθεσης, ξυπνά περίεργα συναισθήματα στους κατά καιρούς κατόχους του, ενώ στην περίπτωση του «Πορτρέτου» του Πολύζου, το πορτρέτο του γίνεται αφορμή προκειμένου να μας αφηγηθεί αυτός τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και τα συναισθήματα του ίδιου του δημιουργού του, ενός ανώνυμου ζωγράφου που κατοικεί και εργάζεται σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί, το οποίο δεν κατονομάζεται, αλλά οι αναγνώστες φαντάζονται ότι είναι η Τήνος ή κάποιο άλλο νησί πλησίον της Σύρου.

 

Ο χρόνος κατά τον οποίο εκτυλίσσεται η νουβέλα, επίσης δεν προσδιορίζεται επακριβώς, τουλάχιστον στη χρονολογία. Ξέρουμε μόνο ότι είναι οι τελευταίες μέρες ενός Αυγούστου στη σύγχρονη εποχή, το τέλος, δηλαδή, μιας ακόμη τουριστικής σεζόν.

 

«Μόλις που κατάφερα να ολοκληρώσω τη σύνθεση ενός πορτρέτου. Το μοντέλο, ξένο σ’ εμένα, όχι τίποτα το εξεζητημένο, ήταν ένας μεσήλικας άντρας, αν θυμάμαι καλά, με φανερή πρόθεση να δείχνει νεότερος. Ίσως, πάλι, και να τον μπερδεύω με κάποιον άλλον- είπαμε, η μνήμη μου με απατά ασύστολα, τώρα τελευταία, και να μην είναι αυτός που νομίζω ότι είναι και να είναι κάποιος άλλος, που δεν ξέρω όμως ποιος είναι. {…} Ήταν πολύ δύσκολο να κρατήσω το πινέλο μου μακριά από το αστραφτερό στοιχείο, εκείνος, δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ την κατάσταση, φροντίζοντας με κάθε ευκαιρία να επιδεικνύει τα πορσελάνινα δόντια του, τρίβοντας κάθε τόσο τη γλώσσα επάνω τους».

 

Στην πραγματικότητα, στη νουβέλα του Πολύζου, πρωταγωνιστής δεν είναι το ίδιο το πορτρέτο και η αυτή καθεαυτή διαδικασία της δημιουργίας ενός πίνακα, αλλά τα συναισθήματα του ιδίου του ζωγράφου και κυρίως, η σχέση του με τον κατά πολύ μεγαλύτερο ψαρά στο νησί, τον Βάσο. Ο Βάσος θα μπορούσε να είναι πατέρας του νεαρού ζωγράφου. Και μπορεί ο νεαρός καλλιτέχνης να μην είναι διόλου αδιάφορος σε  ό,τι αφορά το ωραίο φίλο, καθώς έχει τις «περιπετειούλες» του στο νησί, αλλά ο Βάσος μάλλον τον ξεπερνά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα αινιγματικά ερωτικά γράμματά του προς την μυστηριώδη Καλλιόπη.

 

Η νουβέλα, γραμμένη σε πρώτο ενικό πρόσωπο, με μία πρωτόγνωρη αμεσότητα, διακρίνεται από έντονα περιγραφική διάθεση για οτιδήποτε, αλλά ιδίως για το φυσικό περιβάλλον του αιγαιοπελαγίτικου νησιού-είναι πραγματικά αξιοσημείωτη η περιγραφή μιας σφοδρής καταιγίδας στην αρχή του βιβλίου- και για τα συναισθήματα, τις μνήμες, τα όνειρα, τις μύχιες επιθυμίες και τα καλά κρυμμένα μυστικά των πρωταγωνιστών. Τον συγγραφέα δεν τον διακρίνει καμία βιασύνη να αφηγηθεί τα γεγονότα. Η φιλία, ο έρωτας, η τέχνη, η έμπνευση, η φύση, όλα αυτά αποτελούν τους συμπρωταγωνιστές της νουβέλας πλάι στους αληθινούς ήρωες.

 

Μία άκρως καλοκαιρινή νουβέλα με πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, που θα μας ταξιδέψει στον ωκεανό της λογοτεχνίας, η οποία ρίχνει το βάρος όχι τόσο στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά στις περιγραφές και στον καλοδουλεμένο ποιητικό, μεταφορικό και, αλληγορικό, πολλές, φορές λόγο.

 

Majia Lunde, Η ιστορία των δέντρων, εκδ. Κλειδάριθμος

 


 

Ένα έργο-σταθμός των ημερών μας, η Τετραλογία του Περιβάλλοντος, ολοκληρώνεται με το βιβλίο που τιτλοφορείται «Η ιστορία των δέντρων» και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος. Η Νορβηγίδα συγγραφέας απέσπασε ήδη δύο βραβεία για το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας με τίτλο «Η ιστορία των μελισσών» το οποίο έχει μεταφραστεί μέχρι στιγμής σε σαράντα γλώσσες. Το βιβλίο αυτό, όπως και τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς με τίτλο «Η ιστορία του νερού», «Η ιστορία των αλόγων» και «Η ιστορία των δέντρων», αποτελούν κορυφαία έργα επιστημονικής φαντασίας τα οποία εκτυλίσσονται σε ένα δυστοπικό μέλλον, όχι πολύ μακρινό από το δικό μας παρόν.

 

Σε κανένα από τα τέσσερα βιβλία της Τετραλογίας η Lunde δεν δημιουργεί κάποιο περιβάλλον το οποίο να απέχει πολύ από μία μελλοντική πραγματικότητα. Αντιθέτως, αντιλαμβανόμενη πλήρως το μέγεθος της τεράστιας οικολογικής καταστροφής, η οποία συντελείται στις μέρες μας, δημιουργεί ένα περιβάλλον για τους ήρωές της,  που είναι μεν ζοφερό και σκοτεινό- οπωσδήποτε πολύ χειρότερο από το σημερινό-αλλά δεν απέχει, όμως, πολύ από την πραγματικότητα. Με τον τρόπο αυτό, καταφέρνει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στους αναγνώστες της.

 

«Η ιστορία των δέντρων» είναι το πιο ήρεμο, νωχελικό και χωρίς εξάρσεις βιβλίο της τετραλογίας της. Η υπόθεσή του διαδραματίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στις παγωμένες μελαγχολικές και σιωπηλές εκτάσεις της Βόρειας Νορβηγίας και, διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης σχεδόν θα καταφέρει να δει μπροστά του τον πρασινωπό φως από το μαγευτικό Βόρειο Σέλας.

 

Πρωταγωνιστής είναι ένας νεαρός έφηβος, ο ορφανός Τόμι, ο οποίος προσπαθεί να εξασφαλίσει την επιβίωση για τον εαυτό του και για τους αδελφούς του σε ένα κατεστραμμένο περιβάλλον και έναν μικρό οικισμό που μαστίζεται από λοιμό και λιμό. Η γιαγιά του Λουίζ ήταν η φύλακας των σπόρων ενός θησαυροφυλακίου των πολύτιμων σπόρων από κάθε γωνιά της γης. Επιλέγει τον ίδιο τον Τόμι για διάδοχό της και αυτός επιφορτίζεται με το δύσκολο αυτό καθήκον της διαφύλαξής τους με κάθε μέσο και ιδίως από την Κινέζα Τάο, η οποία ηγείται μίας αποστολής από τη μακρινή Κίνα στα εδάφη της Νορβηγίας με σκοπό να φέρει πίσω πάση θυσία, τους σπόρους με τους οποίους θα σωθεί η ανθρωπότητα από τη λιμοκτονία.

 

Την Τάο τη συναντήσαμε και στο πρώτο μέρος της τετραλογίας, όταν είχε χάσει τον γιο της από τσίμπημα μέλισσας. Η Τάο ζει ακόμη παρέα με τις αναμνήσεις και με τον πόνο που της προκάλεσε η απώλεια του γιου της.

 

Στην «Ιστορία των δέντρων» επίσης, ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί σχετικά με τον Ρώσο γεωπόνο Βαβίλοφ, τη διαμάχη του με τον Λισένκο, τον «αγαπημένο» του δικτάτορα Στάλιν και την προσφορά του στον τομέα της γενετικής των φυτών. Ακόμη το βιβλίο αυτό αφιερώνει αρκετό χώρο σε  φιλοσοφικού τύπου συζητήσεις σχετικά με τη ζωή, τον θάνατο, τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους αλλά και τη σχέση μας με τη φύση.

 

Ασυζητητί, κύριος σκοπός της συγγραφέως είναι να εκφράσει την αγωνία της σχετικά με την τύχη του πλανήτη μας και η ευαισθητοποίηση της ανθρωπότητας πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Το πιο δυνατό σημείο, επομένως, του βιβλίου, είναι αυτό στο οποίο η πρωταγωνίστρια Τάο εκφράζει την αγανάκτησή της σχετικά με τη διαχείριση του περιβάλλοντος από τις προηγούμενες γενιές:

 

«Είμαι έξω φρενών και σιγά σιγά καταλαβαίνω σε ποιον στρέφεται η οργή μου. Σε αυτούς που έζησαν πριν από εμάς. Επέλεξαν τη δική τους εποχή, τα λίγα χρόνια της δικής τους ζωής, τους μήνες, τα λεπτά, αντί για όλο τον χρόνο που ακολουθεί τον δικό τους. Θα ήθελα να τους τιμωρήσω, να τους πετάξω στο μέλλον, στη δική μου εποχή, θα ήθελα να δουν τι προκάλεσαν. Θα ήθελα να τους βάλω τις φωνές, σαν να ήταν παιδιά, δείτε τι προκαλέσετε! Και πράγματι ήταν παιδιά, σκέφτονταν σαν παιδιά, έκαναν επιλογές σαν παιδιά. Θα ήθελα να τους σύρω στο δικαστήριο χωρίς υπεράσπιση, δεν τους αξίζει καμία υπεράσπιση. Ηλίθιοι, ηλίθιοι άνθρωποι. Ωστόσο, είμαι υποχρεωμένη να προσπαθήσω να συνεχίσω να ζω».

 

Βιβλίο σκέψης, επομένως, η «Ιστορία των δέντρων» και αφορμή για προβληματισμό για ένα πρόβλημα καυτό που μας αφορά όλους και αξίζει να διαβαστεί

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023

Γιάννης Μ. Μπασκόζος, Η μπαλάντα των ανίδεων και καλών, εκδ. Μεταίχμιο

 


 

Νέοι. Επαναστάτες και ονειροπόλοι. Εκρηκτικοί και ευαίσθητοι. Καλοί και αγαθοί. Μα πάνω απ’ όλα ανίδεοι. Ανίδεοι, αφελείς και αδαείς γιατί δεν έχουν γνωρίσει ακόμη το σκληρό πρόσωπο της ζωής…

 

Γι’ αυτούς τους νέους, τους έφηβους που θέλουν από τη μία να περνάνε καλά, αλλά έχουν και όνειρο να αλλάξουν τον κόσμο, για τους νέους που μεγαλώνουν απότομα και αναπολούν τις ανέμελες μέρες της νιότης τους, μας μιλάει ο Γιάννης Μπασκόζος στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Η μπαλάντα των ανίδεων και καλών». Ο κάπως αλλόκοτος και εξαιρετικά πρωτότυπος, είναι η αλήθεια, τίτλος του βιβλίου είναι εμπνευσμένος από τη δεύτερη συμφωνία του γνωστού  Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μανώλη Καλομοίρη «Συμφωνία των ανίδεων και των καλών ανθρώπων» που γράφτηκε το 1931. Τίτλος βιβλίου αρκετά ταιριαστός, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι το βιβλίο μας μιλάει για μία παρέα νέων που ενηλικιώνονται στο Παγκράτι της δεκαετίας του ’70 μέσα από μία ροκ μπάντα που έχουν σχηματίσει.

 

Για τους μεγαλύτερους ηλικιακά αναγνώστες, το βιβλίο θα έχει μία έντονη χροιά νοσταλγίας για την παλιά Αθήνα που δεν υπάρχει πια, με τα πασίγνωστα στέκια του Παγκρατίου όπως το Άλσος, το Pastry Family, το Galaxy Bar του ξενοδοχείου Χίλτον και το  κλαμπ Κύτταρο. Οι ίδιοι οι ήρωες δεν σπουδάζουν, όπως θα περίμενε ίσως κανείς διαβάζοντας ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ο ένας από αυτούς, ο Νούλης, που είναι και ο αφηγητής του βιβλίου, δίνει εξετάσεις για να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο, οι υπόλοιποι όμως της παρέας του δεν είναι τόσο διαβαστεροί όσο εκείνον.

 

Οι υπόλοιποι της παρέας είναι πιο «χύμα» από τον Νούλη και, οπωσδήποτε, ακόμη πιο ξένοιαστοι. Πρόκειται για τον Τζίμη,  τον Κώστα, τον καλύτερο φίλο του Νούλη, αλλά και για όμορφες υπάρξεις όπως η Έλενα, που όλοι στην παρέα κατά βάθος την ποθούν, τη Ντίνα και διάφορους άλλους. Η παρέα έχει συγκροτήσει μια ροκ μπάντα, μιας και βρισκόμαστε στην εποχή όπου το ροκ μεσουρανεί, με το όνομα Athens Pistols. Ο αφηγητής δεν ανήκει στη μπάντα, μας περιγράφει, όμως, όλα όσα την αφορούν ως απλός εξωτερικός παρατηρητής.

 

Το βιβλίο παρακολουθεί τα γεγονότα που σχετίζονται με την ίδρυση, την ακμή, την παρακμή και τελικά τη διάλυσή της ροκ μπάντας, παράλληλα με τα εφηβικά όνειρα που αναδύονται, ανθίζουν και τελικά θρυμματίζονται κάτω από τη μυλόπετρα της ενηλικίωσης των ηρώων. Στην πραγματικότητα, κανένας από τους ήρωες δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει-ποιος νέος, εξάλλου, γνωρίζει ποτέ ακριβώς τι επιθυμεί;

 

Η χουντική δικτατορία έρχεται να περιπλέξει τα πράγματα ακόμη περισσότερο, όπως και τα γεγονότα του μοιραίου καλοκαιριού του ’74 με τη μεταπολίτευση και το Κυπριακό. Οι ήρωες του Μπασκόζου γλεντούν και μεθούν στα κλαμπ, χορεύοντας και πίνοντας βερμούτ μέχρι τελικής πτώσεως. Διαβάζουν, παίζουν και ακούν μουσική, πίνουν καφέ, συναντιούνται σε φιλικά σπίτια, κάνουν σεξ, παρακολουθούν συναυλίες διάσημων καλλιτεχνών και θερινό σινεμά, αντιδρούν στη Δικτατορία, φοβούνται το άγνωστο μέλλον, μα συνάμα ελπίζουν και ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο για τους ίδιους και τη χώρα τους. Πάνω  απ’ όλα, όμως, δεν μπορούν να ξεφύγουν από το γεγονός ότι μεγαλώνουν.

 

Η σκληρή πραγματικότητα της ενηλικίωσης θα τερματίσει το όνειρο απότομα. Όταν τα μέλη της παλιοπαρέας θα συναντηθούν και πάλι μετά από χρόνια στην κηδεία ενός από αυτούς, τίποτε δεν θα έχει απομείνει από την άλλοτε ανέμελη νιότη τους, παρά μόνον οι αναμνήσεις τους.

 

Ένα βιβλίο νοσταλγικό, έντονα μελαγχολικό, πολλές φορές, μα πάνω απ’ όλα γραμμένο με αγάπη  για τη νιότη που χάνεται, αλλά και για την ίδια τη γραφή από έναν συγγραφέα που γνωρίζει καλά τον τρόπο να μετουσιώνει τις αναμνήσεις σε βιβλίο και να τις μεταπλάθει με μυθιστορηματικό τρόπο.