Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Ζοέλ Λοπινό, Αν δεν είχα γεννηθεί, εκδ. Μίνωας

 

Μια ζωή συναρπαστική σαν μυθιστόρημα

 

Την ελληνογαλλίδα συγγραφέα Ζοέλ Λοπινό το ελληνικό κοινό τη  γνώρισε και την αγάπη σε κυρίως μέσα από το μυθιστόρημά της « Η αγριλιά», το οποίο έγινε best seller και του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται στην Κρήτη. Έκτοτε η συγγραφέας συνεχίζει να γράφει για τον σημερινό τόπο κατοικίας της, τη Μεγαλόνησο και έχει γράψει ως τώρα για την Κρήτη τα μυθιστορήματα «Η αρχόντισσα του Ακρωτηρίου» και «Το νετλέτι», μεταξύ άλλων μυθιστορημάτων.

Αυτή τη φορά με το νέο της μυθιστόρημα «Αν δεν είχα γεννηθεί», η συγγραφέας μας μεταφέρει στη μεταπολεμική Γαλλία και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή της Γκρενόμπλ. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα  της συγγραφέως από Έλληνες γονείς και η Λοπινό εδώ καταθέτει την οικογενειακή της ιστορία, μεταπλασμένη λ λογοτεχνικά. Το «Αν δεν είχα γεννηθεί» αποτελεί την αναθεωρημένη εκδοχή του μυθιστορήματός της «Η Ελένη και το τέρας» το οποίο εκδόθηκε στα ελληνικά τα 2014.

Καλλιπόνη-Ελένη-Ζωή. Γιαγιά, μητέρα και εγγονή. Τρεις γυναίκες που αποζητούσαν την αγάπη και δεν κατάφεραν τελικά να τη βρουν… Η συγγραφέας περιγράφει τα παιδικά χρόνια της μητέρας της στη Γκρενόμπλ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η μάνα της τη μεγάλωνε χωρίς αγάπη, μιας και ήταν το μόνο θηλυκό ανάμεσα σε πολλά αγόρια. Η Καλλιόπη, χήρα και γυναίκα βασανισμένη, θεωρούσε πάντοτε τα κορίτσια βάρος, αλλά και άτυχα, μιας και αυτά είναι που ζορίζονται και δυσκολεύονται περισσότερο στη ζωή. Και τότε δεν είχε άδικο… Ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας, ο Γιώργης, είχε μεγάλη εξουσία και μπορούσε να της επιβάλει το δικό του θέλημα, με την έγκριση μάλιστα της μητέρας της…

Επιπροσθέτως η Ελένη ήταν η «αλλοδαπλη» του σχολείου, εκείνη με το πιο σκούρο δέρμα ανάμεσα στα υπόλοιπα παιδιά, επομένως ήταν φυσικό, εκείνη την εποχή να υφίσταται κάθε είδους διάκριση. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει από το στίγμα της «ξένης», αλλά και από τη φτώχεια που ζώνει την οικογένειά της; Θα καταφέρει  ποτέ να γίνει ευτυχισμένη κόντρα στους περιορισμούς που θέτει η κοινωνία στις γυναίκες της εποχής της; Πώς θα συμβιβαστούν οι αυστηρές αυτές κοινωνικές επιταγές σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχέως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; Πώς μας επηρεάζει τελικά η οικογένεια στον τρόπο που μεγαλώνουμε; Όσοι δέχονται βία στο σπίτι τους συνεχίζουν να την ασκούν και οι ίδιοι στα παιδιά τους ως ενήλικες;

Αυτές τις αλλαγές στη γαλλική  κοινωνία στον Μεσοπόλεμο και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο παρακολουθεί το βιβλίο της Λοπινό μαζί με την οικογενειακή της ιστορία σε ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο και με καταιγιστική δράση, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα βιβλία της συγκεκριμένης συγγραφέως. Διότι, όπως συμβαίνει συχνά, η ίδια η ζωή γράφει τα πιο συναρπαστικά μυθιστορήματα…

Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Virginia Woolf, Η Κυρία Νταλογουέι, εκδ. Μεταίχμιο

 


Οι Βρετανίδες συγγραφείς του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα εντάσσονται σε ένα εντελώς ιδιαίτερο είδος λογοτεχνίας, το οποίο πιστεύω πως δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Μυθιστορήματα Βρετανίδων συγγραφέων όπως των αδελφών Μπροντέ και της Βιρτζίνιας Γουλφ βρίθουν από αναφορές στην αστική τάξη της αγγλικής κοινωνίας, στο ανερχόμενο κίνημα του φεμινισμού και στον ρόλο των «μπιμπελό» που έπαιζαν πολλές αστές και αριστοκράτισσες γυναίκες εκείνη την εποχή.

Στο εν λόγω κλίμα εντάσσεται και το, πανθομολογουμένως, αριστουργηματικό πόνημα της Βιρτζίνια Γουλφ «Η Κυρία Νταλογουέι», ίσως το καλύτερο από τα έργα της. Η υπόθεση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μέσα σε είκοσι τέσσερις μόλις ώρες. Και η μορφή που δεσπόζει, φυσικά, σε όλες τις σελίδες του μυθιστορήματος, από την αρχή μέχρι το τέλος του, δεν είναι άλλη από την ίδια την Κυρία Κλαρίσα Νταλογουέι, πενήντα δύο ετών. Σύζυγός της είναι ο  Ρίτσαρντ Νταλογουέι, ένας μάλλον αποτυχημένος πολιτικός ο οποίος είναι σε θέση να της εξασφαλίσει μία καλή και άνετη ζωή. Είναι, όμως, ευτυχισμένη η Κυρία Νταλογουέι; Η αλήθεια είναι ότι δεν φαίνεται και πολύ ευτυχισμένη στο πλευρό του πλούσιου συζύγου της και συχνά –πυκνά αναπολεί τον νεανικό της έρωτα με τον Πίτερ… Μήπως, όμως, όλες οι γυναίκες που είχαν αναγκαστεί να συνάψουν γάμο λόγω οικονομικών συμφερόντων και όχι λόγω έρωτα δεν ήταν, κατά βάθος, δυστυχισμένες;

Το μυθιστόρημα ξεκινά με την Κυρία Ντάλουγουέι να βγαίνει στα μαγαζιά προκειμένου να ψωνίσει λουλούδια για τη δεξίωση που ετοιμάζει το βράδυ στο σπίτι της.  Από εκεί κι έπειτα αυτό που κυριαρχεί στις σελίδες του μυθιστορήματος, δεν είναι η δράση της Κυρίας Ντάλογουέι, αλλά οι σκέψεις της, οι συζητήσεις και οι διάλογοί της με διάφορους ήρωες- όπως, για παράδειγμα με τον Σέπτιμους, έναν βετεράνο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα συναισθήματα κι οι ιδέες της. Και πραγματικά, πρόκειται, εν τέλει, για ένα μυθιστόρημα ιδεών, στο οποίο η όποια δράση προωθείται υπό τη μορφή εσωτερικού μονολόγου. Η συγγραφέας, δια στόματος της Κυρίας Νταλογουέι, δεν χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για όλα τα μείχζονα κοινωνικά προβλήματα της εποχής: τον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τη θέση των γυναικών και το ανερχόμενο φεμινιστικό κίνημα, το σεξ, την ομοφυλοφιλία και τον έρωτα, τον γάμο, αλλά φυσικά και για τον θάνατο και τις αυτοκτονικές ιδέες. Και πώς θα μπορούσε, άραγε, να απουσιάζει η ιδέα του θανάτου από ένα μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ, η οποία, όπως ξέρουμε αυτοκτόνησε το 1941 μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας;

«Η Κυρία Νταλογουέι» είναι ένα βιβλίο το οποίο αποφεύγει την παραδοσιακή μορφή της μυθοπλασίας, ένα βιβλίο αντισυμβατικό όπως και η ίδια η Βιρτζίνια Γουλφ.  Αυτό τουλάχιστον μας λέει και η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου της για τη δεύτερη έκδοσή του το 1928, ο οποίος παρατίθεται αυτούσιος σε αυτή την επετειακή έκδοση για τα εκατό χρόνια από την πρώτη του κυκλοφορία, το 1925. Τη μετάφραση πραγματοποιεί η Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Tudor Dinu, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στη Μολδαβία και τη Βλαχία, εκδ. πρώτη ύλη

 

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, ένα από τα κορυφαία γεγονότα της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Πρόκειται για μία καθαρά εθνική επανάσταση, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο των αναδυόμενων εθνικισμών του 19ου αιώνα στην Ευρώπη, αλλά και τον κόσμο.

Όλοι γνωρίζουμε, φυσικά, πως η επανάσταση αυτή ξεκίνησε στην Πελοπόννησο κατά τα τέλη Μαρτίου του 1821. Πριν από εκεί, όμως, ο σπόρος της ελευθερίας, που είχε σπείρει με κάθε επιμέλεια η Φιλική Εταιρεία, είχε βλαστήσει πρώτα  στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, δηλαδή στη Μολδαβία και τη Βλαχία, τις επαρχίες εκείνες της σημερινής Ρουμανίας που τελούσαν φόρου υποτελείς στον Οθωμανό Σουλτάνο και δεν διέθεταν οθωμανικό στρατό. Επιπροσθέτως, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που βρίσκονταν αρκετά μακριά από την Κωνσταντινούπολη και πλησίον της Ρωσίας, για την οποία υπήρχε κοινή πεποίθηση ότι θα βοηθούσε στον Αγώνα των Ελλήνων, ηγεμόνευαν και Έλληνες Ηγεμόνες, οι οποίοι ήλκαν την καταγωγή τους από μεγάλες φαναριώτικες οικογένειες της Πόλης. Αυτή η επανάσταση, βέβαια, είχε τελικά άδοξο τέλος για τον ελληνισμό, είχε όμως, καίρια σημασία γι’ αυτόν, καθώς ο σπόρος της ελευθερίας και της επανάστασης μεταφυτεύτηκε τελικά από τη Μολδοβλαχία στην Πελοπόννησο.

Γι’ αυτήν ακριβώς την επανάσταση επιλέγει να μας μιλήσει με κάθε λεπτομέρεια ο Ρουμάνος ιστορικός Tudor Dinu, τακτικός καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου και επίτιμος διδάκτορας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ο Tudor Dinu έχει ασχοληθεί και άλλες φορές με την ελληνική ιστορία και τους Φαναριώτες και έχουν εκδοθεί στα ελληνικά οι μελέτες του  «Μόδα και πολυτέλεια στη Βλαχία της Ελληνικής Επανάστασης» και «Οι Φαναριώτες στη Βλαχία και τη Μολδαβία».

Το νέο του ιστορικό βιβλίο με τίτλο «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στη Μολδαβία και τη Βλαχία» αποτελεί μία εξιστόρηση αποκλειστικά για την πορεία που είχε η επανάσταση στη Μολδοβλαχία, από το ξέσπασμά της, μέχρι το τέλος της, δηλαδή από τον Φλεβάρη ως τον Ιούνη του 1821.

Προτού επικεντρωθεί στην αφήγηση των πολεμικών γεγονότων, ο Dinu ασχολείται με τη δράση της Φιλικής Εταιρείας στη Μολδοβλαχία, μια περιοχή που προσφερόταν για επανάσταση. Τελικά, η επανάσταση ξέσπασε στο Γαλάτσι. Προτού καταπιαστεί με την «ψυχή» της επανάστασης, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Dinu ασχολείται με τον λιγότερο γνωστό, είναι η αλήθεια στο ευρύ κοινό, αλλά με πολύ σημαντικό ρόλο σε ό,τι αφορά την επανάσταση, Τούντορ Βλαδιμηρέσκου. Ο συγγραφέας θα παρακολουθήσει τις πορείες των δύο ανδρών με κάθε λεπτομέρεια στα κεφάλαια του βιβλίου του, έως και το άδοξο τέλος του Βλαδιμηρέσκου  στο Τιργκόβισε και την ήττα του Υψηλάντη και του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου 1821. Ακολούθως, η αφήγησή του θα επικεντρωθεί στον «ανταρτοπόλεμο» των  Ελλήνων, όπως αυτός συνεχίστηκε στα βουνά της Βλαχίας μετά από τη συγκεκριμένη ήττα, αλλά και στις λιγότερο γνωστές μάχες στο Σκουλένι  και στη Μονή Σέκου.

Ο συγγραφέας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πρωτογενείς πηγές, αποσπάσματα από τις οποίες παραθέτει αυτούσια πολλές φορές, στις σελίδες του βιβλίου του. Η αφήγηση του συγγραφέα έχει μυθιστορηματικό και κινηματογραφικό χαρακτήρα, ενώ αξίζει να αναφέρουμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο αποτέλεσε το ιστορικό best seller του είδους του στη Ρουμανία το 2022.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι η έκδοση συνοδεύεται από κατατοπιστικότατους χάρτες, γλωσσάριο και βιβλιογραφία, καθώς και από σημειώσεις και ευρετήριο κυρίων ονομάτων, ενώ τη μετάφραση του έργου έχει πραγματοποιήσει ο Παύλος Βασιλειάδης

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

Άγγελος Χαριάτης, Σκιές πάνω από το Όρος, εκδ. Κύφαντα

 


 

Όταν το αστυνομικό μυθιστόρημα ξαναγίνεται λογοτεχνία…

 

            Η αλήθεια είναι πως σπανίως οι πραγματικοί λάτρεις της λογοτεχνίας και της καλοδουλεμένης γραφής ενθουσιάζονται με κάποιο αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο συνήθως δεν αποτελεί, εξάλλου, και την πρώτη αναγνωστική επιλογή τους. Είναι κοινώς παραδεκτό, εξάλλου, πως σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το βασικό ατού του είναι το καλοδουλεμένο μυστήριο και η αριστοτεχνική απόκρυψη του δολοφόνου από τα μάτια του αναγνώστη ως το τέλος και όχι τόσο η καλοδουλεμένη γλώσσα και ο τρόπος αφήγησης…

Να όμως που υπάρχει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα μυστηρίου, το οποίο μπορεί άνετα να διαβαστεί και από τους πιο απαιτητικούς στη λογοτεχνία αναγνώστες, ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει έντονο σασπένς με αριστοτεχνική και καλοδουλεμένη γραφή. Η πατρότητα του μυθιστορήματος αυτού ανήκει στον έμπειρο λογοτέχνη Άγγελο Χαριάτη και είναι το δέκατο πέμπτο πόνημα που εκδίδει με τίτλο «Σκιές πάνω από το Όρος».

Πολλά μυθιστορήματα, και άλλα αστυνομικά μεταξύ αυτών, έχουν γραφτεί για το Άγιο, Όρος, οπότε από την άποψη αυτή, δεν υπάρχει κάποια πρωτοτυπία στο πόνημα του Χαριάτη. Ελάχιστες φορές, όμως, έχει επιτύχει ο εκάστοτε λογοτέχνης να αποδώσει τόσο παραστατικά τη μυστηριακή ατμόσφαιρα του Όρους, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να πλάσει έναν κεντρικό ήρωα που να έχει στενή σχέση με τη θρησκεία.

Και, δια του λόγου το αληθές, ο Ιούλης Φέρτης, ο συνταξιούχος ιδιωτικός ερευνητής δεν φαίνεται να έχει καμία ιδιαίτερη σχέση ούτε με τη θρησκεία, ούτε και με την ορθοδοξία. Απλώς, έχασε πρόσφατα τη γυναίκα του και, ίσως επειδή του λείπει αφόρητα, βλέπει οράματα με αυτήν. Σε ένα από αυτά, επομένως, εκείνη είναι που τον προτρέπει να επισκεφθεί το Άγιον Όρος και να ανάψει ένα κεράκι για αυτήν στη μνήμη της. Το αναπάντεχο, όμως, είναι προ των πυλών.

 Κατά τη διάρκεια της διαμονής του, θα συμβεί ο πρώτος από τους απανωτούς φόνους που θα συγκλονίσουν τον κόσμο της «Ιεράς Μονής Δ», όπως την ονομάζει ο συγγραφέας, που δεν θέλει να ταυτοποιήσει τον χώρο στον οποίο λαμβάνει χώρα το έγκλημα με κάποια αληθινή ιστορική μονή στο Άθως.

Λόγω αυτού του φόνου, επομένως, αλλά και της χρήσιμης ιδιότητάς του ως ιδιωτικού ερευνητή, ο Ιούλιος θα αποφασίσει να μείνει στο Όρος, μετά από παράκληση του ίδιου του Ηγούμενου, προκειμένου να εξιχνιάσει το μυστήριο του φόνου ενός αθώου καλόγερου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι φόνοι πληθαίνουν αντί να σταματούν… Τι συμβαίνει τελικά; Ποιος είναι αυτός που σέρνει στον θάνατο τους αθώους Αγιορείτες μοναχούς; Μήπως υπάρχει κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό που ωθεί τον άγνωστο δράση σε όλο αυτό; Στα παραπάνω ερωτήματα καλείται να δώσει απάντηση ο Ιούλιος Φέρτης…

Πέρα από την παιγνιώδη και συναρπαστική πλοκή και το έξυπνα στημένο μυστήριο, οφείλουμε να σταθούμε στην υπέροχη γλώσσα του συγγραφέα και στις καθηλωτικές, με μακροπερίοδο λόγο, περιγραφές. Που και που, ο δημιουργός επιλέγει να χρησιμοποιήσει πιο λόγιες λέξεις, δίχως όμως να «βαραίνει» τη γραφή του. Ας πάρουμε μία γεύση από τις περιγραφές του Χαριάτη στη μικρή ιστορική παρένθεση που ανοίγει στο συγκεκριμένο απόσπασμα του βιβλίου του:

«Φόνοι κληρικών είχαν να γίνουν από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, από τα χρόνια των πειρατικών επιδρομών.

Μετά την απελευθέρωση του Αγίου Όρους από το θωρηκτό Αβέρωφ, κάπου στο μακρινό 1912, είχε περάσει μια φάση ηρεμίας. Ακόμη και την περίοδο της γερμανικής κατοχής οι μοναχοί είχαν φροντίσει, στέλνοντας την επαίσχυντη επιστολή στον Φύρερ, να μείνουν απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Τι κι αν αργοπέθαινε ολόκληρη η Ελλάδα; Ο Κύριος ήταν υπεράνω συνόρων. Τι κι αν απελπισμένοι ζητούσαν βοήθεια; Μακάριοι οι ελεήμονες. Ο Κύριος θα φρόντιζε και για εκείνους στη μετά ζωή. Κάποια στιγμή οι αντάρτισσες του ΕΛΑΣ, εκεί στη μαύρη τριετία, είχαν καταλύσει προσωρινά το άβατο. Όμως ο σοφός Κύριος είχε φροντίσει  για την τιμωρία τους, για το τόλμημα της βεβήλωσης. Οι αντάρτες, οι κομμουνιστές, οι ληστοσυμμορίτες, είχαν κατατροπωθεί. Ο Κύριος είχε δώσει το πανανθρώπινο μήνυμά Του».

Ένα άλλο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε στο συγκεκριμένοι μυθιστόρημα είναι αναντίρρητα η μεγάλη ηλικία του πρωταγωνιστή: έχει πατήσει τα ογδόντα. Γενικά οι τόσο ηλικιωμένοι πρωταγωνιστές σπανίζουν στη λογοτεχνία, πόσο μάλλον και αν πρόκειται για ιδιωτικούς ερευνητές!

Ο Χαριάτης επιμένει, επίσης, και στον όλο μυστικισμό που αποπνέει το Άγιον Όρος, δια μέσου των οραμάτων, ιδίως, που βλέπει ο πρωταγωνιστής με τη γυναίκα του-η οποία ορισμένες φορές φαίνεται να ταυτίζεται ως μορφή με την Παναγία.

Ένας άνθρωπος σε εμφανή σωματική παρακμή, επομένως, θα είναι αυτός που θα αποδείξει πως το μυαλό μπορεί να συνεχίζει να δουλεύει άψογα, παρά  την εμφανή οπτική παρακμή. Ένα  μυθιστόρημα καθαρά ανθρωποκεντρικό, το οποίο μάλιστα κινείται σχεδόν εξ ολοκλήρου γύρω από τον πρωταγωνιστή, ο οποίος δεν απουσιάζει σε καμία από τις σελίδες του μυθιστορήματος.

Επομένως, πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο απευθύνεται τόσο στους λάτρεις της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας, όσο και στους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας γενικότερα, ένας σπάνιος συνδυασμός, είναι η αλήθεια, στις μέρες μας.