Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Γιάννης Καλπούζος, Εράν, εκδ. Ψυχογιός, 2020, σελ.593

Εράν διά του οράν της ψυχής... ήτοι να αγαπάς, να ερωτεύεσαι μέσω των ματιών της ψυχής και όχι από την εξωτερική εμφάνιση η οποία είναι άλλωστε εφήμερη...
Έτσι εξηγεί ο πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος λογοτέχνης Γιάννης Καλπούζος τον τίτλο του νέου του μυθιστορήματος, του Εράν. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο ανάγνωσμα, διαφορετικό σε σχέση με όσα έχει συνηθίσει να μας χαρίζει έως τώρα ο αναγνωρισμένος αυτός δεξιοτέχνης της Λογοτεχνίας και της Ιστορίας. Στο Εράν, αντί να ταξιδέψει τους αναγνώστες του στα μονοπάτια της της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας, όπως έκανε στο Ιμαρέτ, στη Σέρρα, στο Γινάτι, στο Άγιοι και Δαίμονες, στα περισσότερα δηλαδή από τα άλλα του πονήματα, επιλέγει αντιθέτως αυτή τη φορά να τους κάνει απευθείας κοινωνούς των "Βυζαντινών αμαρτημάτων" και της ταραγμένης περιόδου που γνώρισε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μιας εποχής η οποία έμεινε στη μνήμη μας γνωστή ως πρώτη περίοδος της εικονομαχίας (726-787). Η υπόθεση του βιβλίου ανατρέχει στα χρόνια από το 766 ως το 798 μ.Χ.
 Ο αναγνώστης επομένως καλείται να αναμετρηθεί με δύο παράλληλες ιστορίες: την πραγματική ιστορία της εικονομαχίας και, πιο συγκεκριμένα, τη διάρκεια της βασιλείας του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ (βασ. 741-775μ.Χ.) και της Ειρήνης της Αθηναίας (βασ. 780-802), η οποία αναστήλωσε τις εικόνες το 787 τερματίζοντας έτσι την πρώτη φάση της διαμάχης, και τη φανταστική ερωτική ιστορία της Λυγινής και του Ροδανού, η οποία όμως, όπως συμβαίνει σε κάθε ιστορικό μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του, δεν είναι, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αληθινή και να έχει συμβεί. Η όμορφη σαν ανοιξιάτικο ρόδο ηλιογέννητη Λυγινή, ο μυστηριώδης Ροδανός, καλοφτιαγμένος σαν τον Απόλλωνα, ο συντηρητικός, αγνός και ταγμένος στο Θεό Υάκινθος. Αυτοί οι τρεις είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, τους οποίους όμως πλαισιώνουν κι άλλοι χαρακτήρες αντιπροσωπευτικοί για την εποχή: διπρόσωποι αυλοκόλακες, λάγνες μίμοι, μορφωμένοι δούλοι, μαύροι ευνούχοι, μοχθηροί τύποι και άλλοι πολλοί. Στην πορεία αποδεικνύεται πως κάποιοι είναι διπρόσωποι και πως τίποτε τελικά δεν είναι όπως φαίνεται.
Ο Γιάννης Καλπούζος, πάντως, έχει καταφέρει να ταιριάξει επακριβώς τους ήρωές του στο πλαίσιο της ιστορικής περιόδου στην οποία διαδραματίζεται το μυθιστόρημα. Έτσι, αυτοί κινούνται, πράττουν και σκέφτονται με τον τρόπο που θα το έκαναν οι άνθρωποι του Βυζαντίου. Αυτό εξασφαλίζει, πρώτον εγκυρότητα σε ό,τι αφορά την ιστορική γνώση, αλλά και, δεύτερον, τη μέγιστη καλύτερη απόδοση της ατμόσφαιρας, του κλίματος και της καθημερινής ζωής κατά την βυζαντινή περίοδο στην οποία θα ταξιδέψει ο αναγνώστης. Επομένως, τίποτε και κανένας στο μυθιστόρημα δεν αποτελεί παραφωνία της βυζαντινής εποχής ή του Μεσαίωνα. Ακόμη και αν κάποιοι χαρακτήρες σκέφτονται κατά καιρούς με τρόπο ανορθόδοξο ή αντισυμβατικό για την εποχή, αυτό εν τούτοις δεν αντιβαίνει το γενικό κανόνα ότι πράγματι κάποιοι άνθρωποι εκείνη την εποχή, και σε κάθε εποχή βεβαίως, σκέπτονταν διαφορετικά από την πλειοψηφία των ανθρώπων του τότε και επιβεβαίωναν απλά με την εξαίρεσή τους τον γενικό κανόνα.
Τα "βυζαντινά αμαρτήματα", φράση που αποτελεί τον υπότιτλο του Εράν, ταλανίζουν επικίνδυνα τους ήρωές του, κάνοντάς τους να παραπαίουν διαρκώς ανάμεσα στη χριστιανική ηθική και τον λάγνο έρωτα. Μοιχεία λοιπόν, βλασφημία, λαγνεία, υποκρισία, πλεονεξία, απληστία και δίψα για εξουσία είναι μερικά από τα αμαρτήματα αυτά.
Η αναζήτηση του Ιερού Στιχάριου προσδίδει μία υπερφυσική, μυστηριώδη και ενίοτε αστυνομική διάσταση στο Εράν, κάνοντάς το ακόμη πιο περίπλοκο και ενδιαφέρον ως ανάγνωσμα. Ο απόηχος της ύστερης αρχαιότητας και της γνώσης του αρχαίου κόσμου είναι διάχυτος στο κείμενο μαζί με τον θρησκευτικό φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, τη σεμνοτυφία, τη διαφθορά αλλά και τη βία που χαρακτηρίζει την εποχή και την κοινωνία του Βυζαντίου.
Δεν θα σταθούμε στην εξαιρετικά γοητευτική "χαμαιλεοντική" φύση της γλώσσας του συγγραφέα, η οποία, όπως σε κάθε του έργο προσαρμόζεται ανάλογα με την εποχή όπου διαδραματίζεται η υπόθεση- και η οποία εδώ συγκεκριμένα δανείζεται πολλούς βυζαντινούς ιδιωματισμούς και λέξεις μεταφέροντάς μας ακόμη πιο παραστατικά στην εποχή, ούτε και στη γνωστή αφηγηματική δεινότητά του, με την οποία για άλλη μια φορά "κεντάει" περίτεχνα πάνω στον πολύπλοκο ιστορικό καμβά. Αυτό στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι η πλοκή της υπόθεσης, το αριστοτεχνικό δέσιμό της με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα και η αγωνία που καταβάλει τον αναγνώστη για να δει τι γίνεται παρακάτω καθώς βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στις σελίδες του και στη δίνη του χρόνου.
Ο συγγραφέας πάντως, θα μας βάλει οπωσδήποτε σε σκέψεις σχετικά με το πως οι πράξεις των ανθρώπων καθορίζουν το μέλλον τους και σχετικά με το εάν αυτές που αντιβαίνουν στους νόμους της ηθικής μένουν τελικά ή όχι ατιμώρητες από τον μέγα κριτή των πάντων, τον Θεό. Ένα πράγμα πάντως είναι σίγουρο και κοινώς αποδεκτό από όλους: ουδείς αναμάρτητος. Όλοι οι ήρωες,- ή σχεδόν όλοι- κάνουν λάθη για τα οποία αργότερα μετανοούν. Η ζωή πάντοτε επιφυλάσσει στους οδοιπόρους της ευχάριστες, αλλά και δυσάρεστες, εκπλήξεις, ποτέ όμως δεν είναι αργά για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή και- γιατί όχι-για μια νέα αγάπη...
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: η υπόθεση που καθηλώνει, οι μαγευτικές περιγραφές τόπου και χρόνου, ο αφηγηματικός τρόπος και η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: πρόκειται για ένα ανάγνωσμα που απευθύνεται σε όλους τους βιβλιόφιλους, αλλά και τους λάτρεις του ιστορικού μυθιστορήματος.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Μανώλης Καλομοίρης, Συμφωνία της Λεβεντιάς

Ο Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962)είναι από τους γνωστότερους και αξιολογότερους δυτικότροπους συνθέτες της Ελλάδας. Η Συμφωνία της Λεβεντιάς, έργο 21, αποτελεί έργο ορόσημο όχι μόνο για την ίδια την δημιουργική πορεία του συνθέτη αλλά και για ολόκληρη την ελληνική μουσική. Γράφτηκε το διάστημα από το 1918-1920 και εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1920 στο Ηρώδειο όπου παρευρέθηκε και ο Ελ. Βενιζέλος. Αναθεωρήθηκε όμως ξανά το 1937 και το 1952. Εδώ την ακούμε από τη Ραδιοφωνική ορχήστρα της Βιέννης υπό τη διεύθυνση του Καρύδη.
Τα μέρη: Maestoso patetico, Lento, Scherzo, Finale: Maestoso.
https://www.youtube.com/watch?v=ASXHOle6xi4 

 ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια, Μανώλης Καλομοίρης

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

C. M. Woodhouse, 1821, Ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας, εκδ.Παπαδόπουλος, 2020, σελ.222

Μια μικρή σε μέγεθος αναγνωστική πρόταση, ευκολοδιάβαστη και ξεχωριστή, για τον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας αποτελεί το βιβλίο του Άγγλου ιστορικού Christopher Montague Woodhouse που υπηρέτησε με τον βρετανικό στρατό στη χώρα μας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και έφυγε από τη ζωή το 2001.
 Αυτό που κάνει το εν λόγω πόνημα να ξεχωρίζει είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα βιβλία του είδους του, δεν αρκείται σε απλή χρονολογική παράθεση των γεγονότων της ελληνικής επανάστασης, αλλά, αντιθέτως, προτείνει μία εναλλακτική και περισσότερο κριτική προσέγγιση των γεγονότων από την -πιο αμερόληπτη από την ελληνική -αγγλική σκοπιά.
Θέτει επί τάπητος τη σχέση που είχαν εκείνη την εποχή οι Μεγάλες Δυνάμεις με το ελληνικό ζήτημα και επικεντρώνεται στη διπλωματική, ως επί το πλείστον, ιστορία της περιόδου 1821-1833. Μετά από σύντομη, αλλά περιεκτική σε κρίσεις, εξέταση της περιόδου της τουρκοκρατίας, ο συγγραφέας αφηγείται την έναρξη της επανάστασης καθώς και τα κυριότερα από τα γεγονότα της και εστιάζει περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπισαν το ελληνικό ζήτημα καθ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα, στις συνθήκες, στις συνελεύσεις, στους εμφύλιους πολέμους των Ελλήνων, αλλά και στη διακυβέρνηση της χώρα από τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον πρώτο κυβερνήτη του ελληνικού κράτους. Ακόμη, ο συγγραφέας δεν διστάζει να καταρρίψει, ορθώς, πολλούς από τους καθιερωμένους μύθους, οι οποίοι σήμερα δεν έχουν πλέον κανέναν λόγο ύπαρξης και που περισσότερο μπερδεύουν το κοινό παρά το διαφωτίζουν, όπως αυτός του Κρυφού Σχολειού, της Αγίας Λαύρας, αλλά και τον ρόλο που έπαιξαν οι Δυνατοί και η Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση και την Τουρκοκρατία.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαφορετικής προσέγγισης δεν μπορεί παρά να είναι επωφελές για τον αναγνώστη, τόσο εκείνον που είναι γνώστης του θέματος, αφού θα τον κάνει να διακρίνει πιο ξεκάθαρα σημεία στα οποία ως τώρα πιθανόν να μην είχε δώσει ποτέ βάση, αλλά και σε εκείνον που δεν γνωρίζει αρκετά για το ζήτημα και θέλει να ενημερωθεί με αμεροληψία και εγκυρότητα.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα και οι πρωτότυπες αξιολογικές κρίσεις του για τα γεγονότα.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: εφόσον πρόκειται για ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, θα έπρεπε να διαβαστεί από όλους τους Έλληνες αναγνώστες.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

1821: ήταν κατάλληλη η στιγμή για την επανάσταση;

Παρ' όλο που το ελληνικό γένος κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων πριν από το 1821, είχε γνωρίσει εμπορική, οικονομική και εκπαιδευτική άνθηση, η ακριβής επιλογή του χρόνου του ξεσηκωμού δεν οφείλεται τελικά παρά σε τυχαίες συγκυρίες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους, Αδαμάντιος Κοραής, είχε προβλέψει ότι θα χρειαζόταν κανονικά μισός αιώνας ακόμη προκειμένου να διεκδικήσει το έθνος την ελευθερία του. Στο μεσοδιάστημα που μεσολαβούσε ο χρόνος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί δημιουργικά από τους Έλληνες προκειμένου αυτοί να  μορφωθούν.

Πράγματι, η διεθνής συγκυρία, με την Ιερά Συμμαχία που καταδίκαζε κάθε επανάσταση, ήταν αδιαμφισβήτητα εναντίον των Ελλήνων. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία υπερασπίζονταν ακόμη το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ καταδίκαζε κάθε απόπειρα φιλελευθερισμού και η ίδια η Ρωσία, παρά τη συμπάθεια που έτρεφε προς την ομόδοξη χώρα μας, δεν ήταν έτοιμη σε αυτή τη χρονική συγκυρία να στηρίξει το ελληνικό αίτημα- γι΄αυτό μάλιστα και ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ καταδίκασε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία.
Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε τους Έλληνες να επιλέξουν το 1821 ως χρόνο κατάλληλο για τον ξεσηκωμό; Το δίχως άλλο, η εξέγερση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων κατά του σουλτάνου ήταν εκείνο το γεγονός το οποίο θεώρησαν πως μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Σκέφθηκαν δηλαδή, οι Έλληνες της Πελοποννήσου, πως, εφόσον δεν τάσσονταν ξεκάθαρα με το μέρος του δαιμόνιου πασά, δεν είχαν παρά να επωφεληθούν τα μέγιστα από τη διαμάχη του με τον σουλτάνο. Πράγματι, η απασχόληση του αρχιστράτηγου των Οθωμανών με την ανταρσία του Αλή Πασά δεν μπορούσε παρά να αποβεί επωφελής για την ελληνική επαναστατική υπόθεση, όπως και πράγματι έγινε.
Έτσι λοιπόν πρωτίστως οι τυχαίες συγκυρίες ήταν εκείνες που βοήθησαν την ελληνική επανάσταση να εδραιωθεί κατά τη χρονική στιγμή που τελικά αυτή ξέσπασε.
ΠΗΓΗ: C.M. Woodhouse, 1821, Ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας, εκδ. Παπαδόπουλος