Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Ντόρις Λέσινγκ, Άφλρεντ και Έμιλυ, εκδ. Καστανιώτη, 2013, σελ. 258

Ντόρις Λέσινγκ, Βραβείο Νόμπελ 2007

Η μυθιστοριογράφος Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία από Βρετανούς γονείς. Το 1925 η οικογένειά της μετακόμισε στην τότε βρετανική αποικία της Νότιας Ροδεσίας (σημερινή Ζιμπάμπουε). Το 1949, παντρεμένη πλέον, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου και εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα το "Τραγουδάει το χορτάρι", το οποίο σηματοδότησε την αρχή μιας λαμπρής λογοτεχνικής σταδιοδρομίας. Υπήρξε πολυγραφότατη και άφησε συνολικά πάνω από 30 έργα, κυρίως μυθιστορήματα. Εκτός από το βραβείο Νόμπελ, το έργο της διακρίθηκε πολλαπλώς. Γνωστά έργα της είναι "Το πέμπτο παιδί", "Η σχισμή", "Αναμνήσεις ενός επιζώντος", "Η καλή τρομοκράτισσα","Το χρυσό σημειωματάριο", "Οι γιαγιάδες","Το πιο τρελό όνειρο"κ.α., μαζί με το "Αλφρεντ και Έμιλυ", για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα. Απεβίωσε το 2013 σε ηλικία 94 ετών.



"Αλφρεντ και Έμιλυ", Μνήμες Πολέμου και άλλες...

Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα της Λέσινγκ το οποίο συνέγραψε το 2008. Ως ένα βαθμό αυτοβιογραφικό, το βιβλίο αυτό αποτελεί έναν έξοχο στοχασμό για την οικογένεια, αλλά και τον  αντίκτυπο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις οικογένειες και την κοινωνία της Μεγάλης Βρετανίας. 

Κεντρικό θέμα είναι η επίδραση που είχε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος στις ζωές των γονιών της, του πατέρα της Άλφρεντ, ενός στρατιώτη των χαρακωμάτων, ο οποίος έχασε το πόδι του από οβίδα, και της μητέρας της Έμιλυ, η οποία εργάστηκε ως νοσοκόμα στο νοσοκομείο του Ρόγιαλ Φρι και έζησε φρικτές στιγμές από την περίθαλψη των τραυματιών και των ετοιμοθάνατων, αναμνήσεις που τη στοίχειωσαν, όπως και τον πατέρα της, για μια ολόκληρη ζωή.

Ο τρόμος που σκόρπισε ο Μεγάλος Πόλεμος με τα χαρακώματα, τρόμος τον οποίο δεν είχε γνωρίσει ποτέ ο κόσμος ως τότε, άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του σε πολλούς Ευρωπαίους, ακόμη και σε όσους δεν παρουσίαζαν φαινομενικά κάποιο εξωτερικό τραύμα. Τα φρικιαστικά γεγονότα όμως που έζησαν όσοι συμμετείχαν σε αυτόν, αρκούσαν για να καταστήσουν ψυχικά ασθενείς όλους σχεδόν όσους βίωσαν τον Πόλεμο από κοντά. 

Οι αναμνήσεις του Μεγάλου Πολέμου σημάδεψαν επίσης και τα παιδιά όσων συμμετείχαν σε αυτόν. Ένα τέτοιο παιδί ήταν και η Λέσινγκ, στης αναμνήσεις της οποίας από τα παιδικά της χρόνια πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να εμφιλοχωρεί ένα πολεμικό στιγμιότυπο που η ίδια είχε γνωρίσει μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών της, αποδεικνύοντας πως όσοι έζησαν μια τέτοια φρίκη δεν τη ξεπέρασαν ποτέ.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται εντέχνως σε δύο μέρη. Στο πρώτο η συγγραφέας αφηγείται την ευτυχισμένη ζωή που θα είχαν οι γονείς της αν δεν είχε ξεσπάσει πόλεμος, με γνώμονα τη φαντασία της και άξονα όμως τα αληθινά πρόσωπα του περιβάλλοντός τους. Έτσι, το φανταστικό συνδιαλέγεται διαρκώς με το πραγματικό. Στο τέλος αυτής της εναλλακτικής μυθιστορίας, η συγγραφέας ξεχωρίζει τον μύθο από την αλήθεια, διαφωτίζοντας τον αναγνώστη σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία πρωταγωνίστησαν στην υποθετική ευτυχισμένη ιστορία των γονιών της.

Το δεύτερο μέρος αποτελεί ουσιαστικά μία βιογραφία, δοσμένη όμως με τρόπο μυθιστορηματικό και ύφος άκρως λογοτεχνικό. Εδώ υπάρχουν οι ειρηνικές αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια της συγγραφέως, μπολιασμένες με τη φρίκη του Πολέμου και των χαρακωμάτων, τον οποίο γνωρίζει μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών της, αλλά και με τις μνήμες της σταδιακά καταρρέουσας βρετανικής αυτοκρατορίας και αποικιοκρατίας. Η συγγραφέας μας αφηγείται για τα βιβλία ου διάβασε όσο ήταν μικρή και τη σημάδεψαν με την ίδια ευκολία με την οποία διηγείται τη φρίκη των ετοιμοθάνατων ανδρών στα νοσοκομεία του Πολέμου, έτσι όπως της την μετέφερε η μητέρα της.

Μετά από τον πρόλογο, στον οποίο η συγγραφέας δίνει στον αναγνώστη το στίγμα της αφήγησης και τον προϊδεάζει σχετικά με το τι θα επακολουθήσει, το μυθιστόρημα ξεκινά με έναν αγώνα κρίκετ το 1902, μια χαρακτηριστική ειδυλλιακή σκηνή που μας παραπέμπει ευθέως στην belle epoque, η οποία θα τελείωνε τόσο απότομα με την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου.

Η θεατρική γραφή της Λένινγκ σχηματίζει κινηματογραφικές εικόνες στο μυαλό του αναγνώστη με τις αριστοτεχνικές της περιγραφές, οι οποίες αναλύουν διεξοδικά τις κινήσεις και τους μορφασμούς των πρωταγωνιστών, έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι παρακολουθεί ένα ζωντανό θέαμα. Οι χαρακτήρες είναι, επομένως ολοζώντανοι, η γραφή χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και η πλοκή από γρήγορη εξέλιξη χωρίς άσκοπους πλατειασμούς.

Αυτό που ξεχωρίζει όμως το παρόν πόνημα είναι, αναντίρρητα, η έξυπνη ιδέα της συγγραφέως να "εφεύρει" εκ νέου την εναλλακτική ευτυχισμένη ιστορία των γονιών της και να την αντιπαραθέσει, κατόπιν, με εκείνη της ζοφερής πραγματικότητας. Αποδεικνύει έτσι πόσο καταλυτική είναι η επίδραση του πολέμου στον ψυχισμό το ανθρώπου και καταδικάζει με αυτόν τον τρόπο την ειδεχθής αυτή όψη του ανθρώπινου πολιτισμού.



 

Ζοζέ Σαραμάγκου, Η χρονιά Θανάτου του Ρικάνρτο Ρέϊς, εκδ. Κασταντιώτη, 2020, σελ.494

 


 

                            https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6689-1 


Στη λογοτεχνία συχνά πυκνά έχει τύχει να διαβάσουμε για ήρωες που παίρνουν σάρκα και οστά και επισκέπτονται, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, τους ίδιους τους συγγραφείς- δημιουργούς τους. Στο «Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέϊς» συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο: ένας ποιητής- συγκεκριμένα ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935) είναι εκείνος που επισκέπτεται αυτή τη φορά το «δημιούργημά» του, τον επίσης ποιητή και γιατρό Ρικάρντο Ρέϊς. Αναμφίβολα πρωτότυπο λογοτεχνικό εφεύρημα μέσα από μία πολύ  ιδιαίτερη γραφή.

     Ο Ρικάρντο Ρέϊς επιστρέφει στην πατρίδα του, την Πορτογαλία, εν έτει 1936, μετά από δεκαέξι χρόνια αυτοεξορίας στην Βραζιλία. Η Λισαβόνα είναι βροχερή και καταθλιπτική σε σχέση με το ηλιόλουστο Ρίο ντε Τζανέιρο στο οποίο ήταν μέχρι πρόσφατα. Ο Ρικάρντο Ρέϊς, ο οποίος πάντοτε αναφέρεται με το όνομα και το επίθετο μαζί από τον συγγραφέα,- ποτέ ως σκέτος Ρικάρντο-, καταλύει αρχικά σε ένα ξενοδοχείο όπου θα γνωρίσει διάφορους ενδιαφέροντες ανθρώπους: τη Μαρσέντα, την οποία και θα ερωτευτεί, την καμαριέρα Λίντια, η οποία θα είναι αυτή που θα του χαρίσει τελικά τη ζεστασιά του κορμιού της και άλλους, τους οποίους όμως θα χάσει όταν θα μετακομίσει τελικά σε ένα σπίτι. Εκεί θα νιώσει περισσότερο τη μοναξιά και τότε θα αρχίσει να εργάζεται και πάλι ως γιατρός. Η ώρα του περνάει με ενδελεχή ανάγνωση των εφημερίδων και με ατέλειωτους περιπάτους στη βροχερή πόλη.

     Στην εφημερίδα θα διαβάσει για τον θάνατο του ποιητή και παλιού του φίλου Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος και θα αρχίσει να τον επισκέπτεται μυστηριωδώς πρώτα στο ξενοδοχείο και στη συνέχεια στο σπίτι του, κρατώντας του συντροφιά και μιλώντας μαζί του για θέματα τα οποία σχετίζονται κυρίως με το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως τη μοναξιά, τον θάνατο, τον έρωτα, τη μνήμη και τη λήθη. Μέσα από τις συζητήσεις τους επίσης-αλλά και από την ανάγνωση των εφημερίδων- ξεδιπλώνεται όλη η εποχή της δεκαετίας του ’30, η δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, ο ανερχόμενος φασισμός σε Ισπανία, Ιταλία και Γερμανία, ο πόλεμος της Ιταλίας στην Αιθιοπία, ο Χίτλερ και η παραπαίουσα αποικιοκρατία. Με λίγα λόγια, η τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής μέσα από τα μάτια ενός φανταστικού προσώπου, το οποίο θα φύγει τελικά από τη ζωή λίγο αργότερα από τον δημιουργό του.

    Ένα μυθιστόρημα που κινείται στον χώρο του φαντασιακού με μία ιδιόρρυθμο λόγο και πολυδιάστατη αφηγηματική τεχνική. Πρόκειται για γραφή η οποία θα δημιουργήσει στον αναγνώστη εικόνες και, αυτό που θα του μείνει από το βιβλίο, θα είναι οπωσδήποτε τα βροχερά κινηματογραφικά καρέ της μουντής και συννεφιασμένης Λισαβόνας, τα οποία τόσο συχνά παραθέτει ο Σαραμάγκου στο βιβλίο του. Οι διάλογοι, όχι πολλοί, είναι ενσωματωμένοι στο κυρίως σώμα του κειμένου και στη ροή της αφήγησης και χωρίζονται με κόμματα από το κυρίως κείμενο. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, διατηρούν τη ζωντάνια και την αμεσότητά τους. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τον ήρωά του στην κυριολεξία σαν να διαθέτει κινηματογραφική κάμερα και μας αναφέρει λεπτομερέστατα κάθε κίνησή, σκέψη του αλλά και λεπτομέρεια του περιβάλλοντός του.

     Ο Ρκάρντο Ρέϊς αναρωτιέται, συχνά πυκνά για το νόημα της ζωής και για το κατά πόσον ο ίδιος έζησε όλα αυτά τα χρόνια. Σκέψεις, εικόνες και ψήγματα Ιστορίας και φιλοσοφικής σκέψης, μαζί με λογοτεχνική απόλαυση θα αποκομίσει ο αναγνώστης από την ανάγνωση άλλου ενός αριστουργήματος ενός μεγάλου συγγραφέα.

Λία Νικολάου, Να μ΄αγαπάς, εκδ. Βακχικόν, 2020, σελ.250


 

https://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-peza/na-m-agapas/ 

Στα βήματα του Όσκαρ Ουάιλντ με μία de profundis  εξομολόγηση κινείται το "Να μ' αγαπάς" της Λίας Νικολάου. Είναι ένας ύμνος στον έρωτα και στην άνευ όρων αγάπη, μία μακροσκελής λυρική και ερωτική επιστολή ενός πρώην καρκινοπαθούς, του Αλέξανδρου, στον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τον μεγαλύτερό του Πάνο.

Ο δρόμος για την ευτυχία περνάει μέσα από την αγάπη, η συγγραφέας είναι κάτι παραπάνω από βέβαιη γι΄αυτό, έστω κι αν αυτή είναι  ομοφυλοφιλική.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα μάθημα για την ίδια τη ζωή, ένα μάθημα από κάποιον που έφτασε κοντά στο κατώφλι του θανάτου, τον Αλέξανδρο, ο οποίος βίωσε όμως τελικά και την επώδυνη απώλεια του δικού του μεγάλου έρωτα. Ένας σωκρατικός ύμνος στην αγάπη, ο απόλυτος έρωτας μεταξύ δύο αρσενικών όπως ίσως συνέβαινε καμιά φορά και στην αρχαία Ελλάδα- οι γνώμες για το θέμα της ομοφυλοφιλίας διίστανται και οι ιστορικοί δεν θα συμφωνήσουν, μάλλον, ποτέ επ' αυτού.

Οι ερωτικές περιγραφές δεν έχουν τίποτε το πρόστυχο, απεναντίας μάλιστα θα καταφέρουν να συγκινήσουν και να λυγίσουν ακόμη και τον αναγνώστη ο οποίος καταδικάζει ανοιχτά την ιδέα της ομοφυλοφιλίας. Ο έρωτας βιώνεται με τρόπο τόσο απόλυτο που ο αναγνώστης δεν σκέφτεται διόλου ή τείνει να ξεχνάει το φύλο των ερωτευμένων και το "αφύσικο" της σχέσης τους.

Ο Πάνος και ο Αλέξανδρος είναι δύο άνθρωποι αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Αλέξανδρος κουβαλά δύσκολα παιδικά χρόνια στην πλάτη του και την καταδίκη από την οικογένειά του για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του. Κατά συνέπεια είναι άνθρωπος ανασφαλής, χωρίς αυτοπεποίθηση, μα συνάμα τρυφερός, δοτικός και ευαίσθητος. Είναι ο συνεσταλμένος μα και ο ζηλιάρης της σχέσης.

Ο Πάνος, από την άλλη, άνθρωπος διαβασμένος, σπουδαγμένος και επιτυχημένος στη δουλειά του είναι αποφασιστικός και ικανός να επιβάλλει τα θέλω του, αγνοώντας τις συνέπειες. Τελικά, όμως, είναι και εκείνος ο οποίος θα κάνει και τις μεγαλύτερες θυσίες γι' αυτή την ανορθόδοξη σχέση.

Μέσα από την επιστολή του Αλέξανδρου προς τον Πάνο παρουσιάζεται όλη η ιστορία των δύο εραστών, από τη γνωριμία τους και τη συγκατοίκησή τους, μέχρι και τους καβγάδες τους, την κοινωνική κατακραυγή και τις διακυμάνσεις αυτής της περίπλοκης σχέσης, ως το απροσδόκητο και ξαφνικό τέλος της.

Τελικά η αγάπη κρατάει για πάντα ή χάνεται με το θάνατο; Αυτό είναι το καίριο ερώτημα που τίθεται μέσα από αυτό το τόσο τρυφερό και συγκινητικό, συνάμα, ανάγνωσμα. Το μεγάλο ατού του είναι η γλώσσα της συγγραφέως με τη ρυθμική, σχεδόν ποιητική γραφή η οποία περιλαμβάνει και πολλές αποφθεγματικές κρίσεις για την αγάπη, τον έρωτα, τον θάνατο και την απώλεια, κρίσεις που θα μας θυμίσουν τις ρήσεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.

Θεωρώ πως είναι ένα βιβλίο το οποίο, όποιος επιλέξει να το διαβάσει, θα το θυμάται πάντα με αγάπη και νοσταλγία...

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Μικρές ιστορίες με γάτες, εκδ. Ινστινούτο του βιβλίου-Καρδαμίτσα, 2019, σελ.197, μεταφ.Κ. Καψαμπέλη και Μ. Κιτσικοπούλου

Ένα βιβλίο αφιερωμένο στις γάτες που θα λατρέψουν όλοι οι γατόφιλοι και όχι μόνο...

Η συλλογή αυτή διηγημάτων σταχυολογεί κείμενα ξένων συγγραφέων -πλην της εξαιρέσεως του Αισώπου,- τα οποία σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με τα συμπαθέστατα τετράποδα. Ανάμεσα στους συγγραφείς περιλαμβάνονται ονόματα όπως ο Εμίλ Ζολά, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε,  ο Ράντγιαρ Κίπλινγκ, ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ, ο Σαρλ Μπωντλαίρ και οι Αδελφοί Γκριμ.

Περιλαμβάνονται αφηγήματα που αφορίζουν τις γάτες, κείμενα που τις εξυμνούν, ποιήματα, πεζά, μύθοι, παραμύθια, διηγήματα με κεντρικούς τετράποδους ήρωες ή αφηγήματα με τις γάτες σε ρόλο συμπρωταγωνιστή. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα βιβλίο το οποίο θα σας κάνει να δείτε αυτά τα κατοικίδια με άλλο μάτι.

Η συλλογή ξεκινά με έναν διδακτικό μύθο του Αισώπου για τις γάτες και συνεχίζει με τους περίφημους αφορισμούς του Μπουφόν για το ζώο αυτό, με τους οποίους άλλοι συμφώνησαν και άλλοι διαφώνησαν πανηγυρικά. Ακολουθούν τα συναισθηματικά βάσανα μιας αγγλίδας και μιας γαλλίδας γάτας, δύο έξυπνα κείμενα με τους συγγραφείς να παίρνουν τη θέση του τετράποδου και να αφηγούνται την ιστορία τους από τη δική τους σκοπιά. Ακολουθεί η πραγματικά ανατριχιαστική, μα φοβερά καλογραμμένη ιστορία του Πόε για έναν μαύρο γάτο και η μικρή παρένθεση του Μπωντλαίρ για τους Κινέζους οι οποίοι βλέπουν την ώρα στα μάτια της γάτας.

Ο Κίπλινγκ θα πάρει τη σκυτάλη και θα μας εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο οι γάτες είναι ζώα μοναχικά και ένας Ιταλός συγγραφέας θα μοιραστεί με τους αναγνώστες το μυστικό ενός επιτυχημένου ιμπρεσάριου ενός θεάτρου, το οποίο σχετίζεται με μία γάτα. Άλλοι θα συνδέσουν τη γάτα με τους δαίμονες, σεβόμενοι την καθαρά μεσαιωνική αντίληψη γι' αυτές και άλλοι θα της αφιερώσουν σύντομα ποιήματα. "Η μεγαλύτερη λεία του Μινγκ" είναι από τα συναρπαστικότερα διηγήματα που περιλαμβάνει η συλλογή και αφηγείται τη ζωή ενός κατοικίδιου γάτου, η οποία υπόσχεται να κρατήσει καθηλωμένο τον αναγνώστη.

Ακολουθεί ένα παραμύθι των Αδελφών Γκριμ με ήρωες έναν γάτο και έναν ποντικό, καθώς και ένα αφιέρωμα στη μουσική η οποία σχετίζεται με τις γάτες. Στη συνέχεια παρατίθενται οι ιστορίες δύο ακόμη γάτων, μαζί με έναν ύμνο σε αυτές που τις υπερασπίζει, στον αντίποδα του Μπουφόν.

Τα δύο τελευταία κείμενα αφορούν έναν παχουλό γάτο ο οποίος αποφασίζει να αφήσει προσωρινά τις ανέσεις του σπιτιού του για να γνωρίσει την ελευθερία, μα και την πείνα και το κρύο και ένα κείμενο το οποίο μας προσφέρει μία περιήγηση από τον κόσμο των αρχαίων Αιγυπτίων στους σύγχρονους γατόφιλους.

Οι "Μικρές ιστορίες για γάτες" είναι ένα ξεχωριστό, ποικιλόμορφο σύνολο διηγημάτων με καλογραμμένα κείμενα μεγάλων λογοτεχνών. Ένα είναι σίγουρο, ότι ακόμη κι αν δεν βρει κάποιος αναγνώστης μία ιστορία να είναι του γούστου του, σίγουρα πάντως θα διαβάσει με ευχαρίστηση κάποια από τις επόμενες!