Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Sophie Mackintosh, Ο μπλε κλήρος, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.328, μετ.Ι. Ηλιάδη

 

https://www.klidarithmos.gr/o-mple-kliros

Το θέμα της μητρότητας και τους πολλαπλούς, όσο και περίπλοκους ρόλους με τους οποίους επιβαρύνονται οι γυναίκες σήμερα θίγει το βιβλίο της Sophie Mackintosh με τίτλο Ο μπλε κλήρος.

Σε μία απροσδιόριστη χώρα και απροσδιόριστο χρονικό πλαίσιο, η Κάλα, μέρος του "συστήματος", καλείται να επιλέξει κλήρο μεταξύ δύο εντελώς διαφορετικών τύπων ζωής: τη ζωή της μητρότητας και της οικογένειας, την οποία αντιπροσωπεύει ο λευκός κλήρος, και τη ζωή της καριέρας και της ελευθερίας, την οποία αντιπροσωπεύει ο μπλε κλήρος. Στην Κάλα λαχαίνει ο μπλε κλήρος. Η καρδιά της όμως δεν ησυχάζει... Δεν είναι ευτυχισμένη και καταλήγει να αναρωτιέται διαρκώς: "Κι αν η ζωή που μου έλαχε δεν είναι παρά ένα λάθος;"

Ενάντια στις επιταγές του μυστηριώδους "συστήματος" και της κοινωνίας την οποία αντιπροσωπεύει, η Κάλα θα επιχειρήσει να γευτεί τη ζωή των γυναικών που τράβηξαν τον λευκό κλήρο: θα μείνει έγκυος και θα γνωρίσει από κοντά όλες τις χαρές, αλλά και τις δυσκολίες της εγκυμοσύνης και της γέννας, παρέα με τέσσερις άλλες γυναίκες σε παρόμοια μοίρα. Για να το πράξει βέβαια αυτό, πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο και θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της. Πιστεύει όμως ότι ένα μωρό αξίζει οπωσδήποτε ένα τέτοιο τίμημα.

Τα ασαφή χρονικά και τοπικά πλαίσια, καθώς και η μη επεξήγηση του λόγου για τον οποίο συμβαίνει όλος αυτός ο παράλογος, στα μάτια μας, διαχωρισμός μεταξύ των γυναικών με τους δύο διαφορετικούς κλήρους και τις διαφορετικές αποστολές στη ζωή στον κόσμο που επινοεί η Mackintosh, επιτείνει τη μυστηριακή και ασαφή ατμόσφαιρα του βιβλίου. Δεν κατανοούμε πραγματικά τον λόγο για τον οποίο γίνονται όλα αυτά. Απλά συμβαίνουν.

Οι συζητήσεις της Κάλα με τον γιατρό της αποτελούν κομβικό στοιχείο του βιβλίου, όπως και η σχέση της με τις άλλες γυναίκες, αλλά και η σφοδρή της επιθυμία να γίνει μάνα. Εκτός από θέματα ταμπού, όπως η απόλαυση του σεξ, η γυναικεία ομοφυλοφιλία, τη διαχείριση τους σώματός τους από τις ίδιες τις γυναίκες, όπως και η αδικία της κοινωνίας προς αυτές, παρουσιάζονται και κάποιες συζητήσεις φιλοσοφικού τύπου σχετικά με τη μητρότητα, τον ρόλο των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνία, ή την ίδια τη ζωή. Αναμφίβολα, μία από τις δυνατότερες και πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου, είναι εκείνη κατά την οποία η Κάλα γίνεται μάνα.

"Αναρωτήθηκα πώς αισθάνονταν άραγε οι γυναίκες με λευκό κλήρο. Του πρόσφερε άραγε ικανοποίηση και γαλήνη ο σκοπός τους ή έβλεπαν κι εκείνες τον κόσμο σαν ένα αιχμηρό, κοφτερό πράγμα. Είχαν κι εκείνες μια σκοτεινή αίσθηση, που παλλόταν βίαια κάτω από το δέρμα τους; Μας ένωναν οι μεταμορφώσεις μας, μας έκαναν ένα, αποκαθιστούσαν αυτό που μου έλειπε; Ή θα ήμουν πάντα κάτι λιγότερο; Πόσοι τρόποι υπήρχαν να είσαι μητέρα;"

Το τέλος του βιβλίου είναι συγκινητικό και θα μας θέσει αμείλικτα το ερώτημα; τελικά μια γυναίκα χωρίς παιδιά παραμένει λειψή; Κι αν ισχύει αυτό, η μη πληρότητά της ισχύει μονάχα για τα δικά της μάτια ή μόνο για την ίδια την κοινωνία που θα την αντιμετωπίζει τελικά ως "λειψή";

Ο λόγος είναι κοφτός, σύντομος και μικροπερίοδος, καθώς και λιτός, απαλλαγμένος από κάθε τι περιττό ή μακροσκελείς περιγραφές. Το βιβλίο είναι καθαρά επικεντρωμένο στην πρωταγωνίστρια την Κάλα, αφού δεν υπάρχει σκηνή στο βιβλίο της στην οποία να μην είναι παρούσα. Από αυτή την άποψη πρόκειται για ένα βιβλίο "εγωκεντρικό", αφού αφήνει ελάχιστο χώρο στα συναισθήματα και τις πράξεις των υπολοίπων προσώπων που εμφανίζονται στις σελίδες του. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η συγγραφέας πετυχαίνει να εκφράσει και να αποδώσει τα συναισθήματα της Κάλα στη μέγιστή τους ένταση, κάνοντας τον αναγνώστη να τα βιώσει μέσα στο πετσί του. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν μονάχα η δική της οπτική εμποτίζει τις σελίδες του βιβλίου, σε σημείο που μπορούσαμε να αποκαλούσαμε το βιβλίο "Το βιβλίο της Κάλα" και όχι "Ο μπλε κλήρος". Αυτός όμως είναι και ο στόχος της συγγραφέως, να παρουσιάσει την ψυχολογία μίας γυναίκας που δεν έχει παιδιά και επιθυμεί διακαώς να αποκτήσει.

Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο θα συγκινήσει ιδιαίτερα τις μητέρες και αντικατοπτρίζει εμφατικά το δίλημμα μεταξύ καριέρας και μητρότητας που ταλανίζει όλες σχεδόν τις γυναίκες στη σύγχρονη εποχή.

Οι παρελάσεις και το μεταξικό καθεστώς

 



     Είναι διαδεδομένη σήμερα η πεποίθηση ότι οι μαθητικές παρελάσεις είναι προϊόν της μεταξικής δικτατορίας και πολλοί μάλιστα τις απεχθάνονται, αφού δεν τις θεωρούν παρά ως ένα επονείδιστο κατάλοιπο ενός επαίσχυντου φασιστικού καθεστώτος.  Ασχέτως, πάντως, με την προσωπική μας γνώμη σχετικά με το αν μας αρέσει ή όχι να γίνονται παρελάσεις, οφείλουμε να γνωρίζουμε την ιστορική αλήθεια επί του θέματος. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παραπάνω άποψη δεν ευσταθεί.

      Πράγματι, οι  περισσότεροι από εμάς δεν ξέρουν ότι παρελάσεις γίνονταν στη χώρα μας ήδη από το 1870. Κατά τη δεκαετία αυτή σημειώνεται μία καμπή σχετικά με τον εορτασμό της επανάστασης της 25ης Μαρτίου. Μέχρι τότε, την ημέρα της επετείου της Παλιγγενεσίας, λάμβανε χώρα μία βασιλική πομπή. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου, άλλωστε, ο εκάστοτε μονάρχης συνήθιζε να παρελαύνει σε στιγμές θριάμβου με τον στρατό και τη συνοδεία του μπροστά στα πλήθη, ήδη από τη μακρινή αρχαιότητα ακόμη, για να μην πούμε ήδη από την προϊστορία, την αρχαία Αίγυπτο, δηλαδή, και τη Βαβυλώνα.

      Πίσω στον 19ο  αιώνα τώρα, οι πολλές ιδρύσεις συλλόγων,  η αύξηση του αριθμού των φοιτητών, η επιταχυνόμενη αστικοποίηση και οι περαιτέρω κοινωνικές αλλαγές κατά τη συγκεκριμένη δεκαετία, δεν θα μπορούσαν παρά να επιφέρουν αλλαγές στον τρόπο εορτασμού της επετείου.

     Έτσι ο βασιλιάς έγινε, από πρωταγωνιστής της πομπής, θεατής μιας παρέλασης στρατιωτών, φοιτητών και μαθητών. Η πρώτη στρατιωτική παρέλαση λαμβάνει χώρα το 1875, ο θεσμός όμως δεν θεσμοθετείται επισήμως παρά το 1930, κατά την διάρκεια των εορτασμών της πρώτης εκατονταετηρίδας από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

    Πάντως, εκείνη η πρώτη στρατιωτική παρέλαση του 1875, δεν  είχε εν τέλει την αναμενόμενη απήχηση και επιτυχία στο κοινό την οποία ανέμεναν οι διοργανωτές της. Έτσι, κατά τα επόμενα έτη δεν επαναλήφθηκε, παρά μονάχα το 1879. Ήδη από το 1875 όμως είχαν παρελάσει και μαθητές. Το 1876 ιδρύεται η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα, οπότε φοιτητικά σώματα συμμετείχαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Γενικά, οι φοιτητές κατά την περίοδο αυτή λάμβαναν ενεργό μέρος σε όλες τις ιστορικές εκδηλώσεις μνήμης.

    Φτάνουμε έτσι στην αλλαγή του αιώνα, στο έτος 1900, όταν πάνω από 6.000 μαθητές παρέλασαν με ομοιόμορφες στολές και γαλανόλευκες σημαίες στους δρόμους της πρωτεύουσας. Διάφοροι σύλλογοι επίσης, επαγγελματικοί και μη, συμμετείχαν ήδη από το 1875 ενεργά στους εορτασμούς για την 25η Μαρτίου.

    Αυτό το οποίο έκανε ο Μεταξάς στις ήδη πιο συστηματοποιημένες και οργανωμένες παρελάσεις της δεκαετίας του 1930 στη χώρα μας, ήταν να τις συστηματοποιήσει ακόμη περισσότερο και να τους δώσει πανελλαδικό χαρακτήρα. Τότε ο δικτάτορας θα τις καθιερώσει επίσημα σε κάθε πόλη της χώρας, κάτι στο οποίο διευκόλυνε και η λειτουργία της ΕΟΝ, η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας.

     Οι πρώτες μαθητικές παρελάσεις στη χώρα μας, επομένως, δεν έγιναν επί μεταξικής δικτατορίας, αλλά εξήντα χρόνια περίπου νωρίτερα. Ο Ιωάννης Μεταξάς όμως ήταν αυτός ο οποίος ανήγαγε τις μαθητικές παρελάσεις σε πανελλήνιο θεσμό με μαζικό χαρακτήρα. Το αν αυτές θα πρέπει να γίνονται σήμερα και αν πράγματι συντελούν στη διατήρηση της εθνικής συλλογικής ιστορικής μνήμης, είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν άπτεται της ιστορικής αλήθειας και δεν μας αφορά εδώ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Χριστίνα Κουλούρη, Φουστανέλες και χλαμύδες, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2020

Η εκστρατεία του 1812 του Ναπολέοντα στη Ρωσία


  

Ο Ναπολέοντας είναι, ομολογουμένως, ένας από τους μεγαλύτερους στρατηλάτες όλων των εποχών. Πώς έγινε, επομένως, και η περίφημη εκστρατεία του το 1812 εναντίον της Ρωσίας απέτυχε, ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη στο απόγειο της δύναμής του; Διότι, τελικά, ήταν αυτή ακριβώς η εκστρατεία η οποία σήμανε την αρχή του τέλους του και της γαλλικής πρωτοκαθεδρίας στην Ευρώπη.

Κατ' αρχάς, θα πρέπει να τονίσουμε ότι όλοι οι στρατηγοί του Ναπολέοντα ήταν αντίθετοι με την πραγματοποίηση αυτής της εκστρατείας. Πολλοί του επεσήμαναν, μάλιστα, και το παράδειγμα του Καρόλου ΙΒ' της Σουηδίας, ο οποίος είχε χάσει το 1709 ολόκληρο τον στρατό του στη Μάχη της Πολτάβα εξαιτίας του σφοδρού ρωσικού χειμώνα. Ο ίδιος όμως ο Ναπολέοντας ήταν αγύριστο κεφάλι.

Εκτός από τα παραπάνω, και ο ίδιος ο Ναπολέοντας δεν ήταν πια ο ανέμελος και δραστήριος στρατηλάτης που ήταν όταν είχε πρωτοξεκινήσει τις κατακτήσεις του. Εκτός του ότι είχε καβαλήσει κυριολεκτικά το καλάμι και πίστευε ότι ήταν αήττητος, είχε παχύνει πολύ και υπέφερε από χρόνια δυσουρία. Γενικότερα, η υγεία του δεν ήταν και στα καλύτερά της, με τις πνευματικές του ικανότητες να σημειώνουν πολλές διακυμάνσεις, ενώ ερευνητές έχουν διατυπώσει την υπόθεση ότι πιθανότατα έπασχε από τριτογενής σύφιλη, γι' αυτό και πολλές φορές έδινε την εντύπωση ότι δεν ήταν καλά στα μυαλά του.

Παρ' όλα αυτά, ο Ναπολέοντας δεν δίστασε να συγκεντρώσει το μεγαλύτερο στράτευμα που είχε υπάρξει ως τότε στην Ιστορία. Η Μεγάλη Στρατιά του αριθμούσε πάνω από μισό εκατομμύριο άνδρες σε μία εποχή που οι μεγαλύτεροι στρατοί σπάνια υπερέβαιναν τους πενήντα χιλιάδες άνδρες. Το στράτευμα ακολουθούσαν και απλοί πολίτες, όπως υπηρέτες, πόρνες, μάγειροι κτλ. Εφόδια δεν είχαν πολλά μαζί τους, καθώς ο Μέγας Ναπολέοντας εφάρμοζε στις εκστρατείες του το σύστημα της λεηλασίας, το οποίο προσέφερε επίσης στους στρατιώτες του παράλληλα και ένα μέσο πλουτισμού. Στης 24 Ιουνίου, λοιπόν, ξεκίνησε η περίφημη εκστρατεία.

Οι Ρώσοι οργάνωσαν γρήγορα την άμυνά τους με τριακόσιους περίπου χιλιάδες άνδρες υπό τους ντε Τόλλυ, Κουτούζωφ και Μπαγκρατιόν. Όταν ο Ναπολέων έφθασε στη Λιθουανία, φιλοδοξούσε να δώσει τη μεγάλη και αποφασιστική μάχη με τους Ρώσους, όμως ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ δεν του έκανε το χατήρι.  Απεναντίας, αποφάσισε να εφαρμόσει τη στρατηγική της υποχώρησης και της καμένης γης, μην αφήνοντας έτσι στη Μεγάλη Στρατιά τίποτε διαθέσιμο ως φαγώσιμο καθώς υποχωρούσε.

Η αλήθεια είναι ότι οι Ρώσοι είχαν και έναν ακόμη απροσδόκητο σύμμαχο με το μέρος τους: τη δυσεντερία η οποία έπληξε τη Στρατιά του Ναπολέοντα εξαιτίας του υποσιτισμού, των άσχημων συνθηκών υγιεινής, του μολυσμένου νερού, του πλήθους των μυγών και της εξάντλησης. Για την αρρώστια αυτή, όπως και για τις άλλες λοιμώδεις νόσους πριν από την ανακάλυψη των αντιβιοτικών, ουσιαστικά δεν υπήρχε καμία θεραπευτική αγωγή για τους νοσούντες. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν επομένως καταδικασμένοι να πεθάνουν αν κολλούσαν το βακτήριο Σιγκέλλα.

 Ως τα τέλη του Αυγούστου πέθαιναν από δυσεντερία τέσσερις χιλιάδες περίπου Γάλλοι στρατιώτες την ημέρα. Και οι δυνάμεις των Ρώσων επλήγησαν από την ασθένεια αυτή φυσικά, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό.

Όταν λοιπόν έφθασε η ώρα για την περίφημη Μάχη του Μποροντίνο λίγο έξω από τη Μόσχα, στις 7 του Σεπτέμβρη οι δύο αντίπαλες δυνάμεις ήταν περίπου ισοδύναμες. Εκατόν είκοσι χιλιάδες Γάλλοι στρατιώτες είχαν χαθεί κατά τη διάρκεια της επιδημίας. Επιπροσθέτως, πολλοί Γάλλοι στρατιώτες είχαν κακής ποιότητας παπούτσια με κολλημένες και όχι ραμμένες σόλες, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να πολεμήσουν ξυπόλητοι! Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι Γάλλοι είχαν να αντιμετωπίσουν επιπλέον καλύτερα εξοπλισμένους αντιπάλους, την ιδιοφυΐα του πανούργου Κουτούζωφ και ήταν αναγκασμένοι να πολεμήσουν σε ανηφορικό έδαφος. Συν τοις άλλοις, η ομίχλη που είχε πέσει εμπόδιζε τον Ναπολέοντα να δει καλά το πεδίο της μάχης με ολέθρια αποτελέσματα.

Μπορεί και οι δύο αντίπαλες δυνάμεις να έχασαν τελικά γύρω στους σαράντα χιλιάδες άνδρες σε αυτή τη φοβερή σφαγή και κανείς από τους δύο να μην θεωρήθηκε νικητής, ωστόσο είναι βέβαιο ότι το ηθικό των Γάλλων κατέβηκε στα τάρταρα αμέσως μετά τη μάχη, σε αντίθεση με εκείνο των Ρώσων.

Το ηθικό των Γάλλων κατακρημνίστηκε ακόμη περισσότερο μετά από την κατάληψη της πυρπολημένης και ερειπωμένης από τους ίδιους τους Ρώσους Μόσχας που ακολούθησε τη σφαγή του Μποροντίνο. Ο Ναπολέοντας πίστευε λανθασμένα ότι ο τσάρος θα ζητούσε ειρήνη, αλλά εκείνος, απολαμβάνοντας τον θρίαμβό του, δεν του έκανε τη χάρη.

Τελικά στις 15 του Οκτώβρη, με το κρύο και το πρώτο χιόνι να προμηνύει έναν δύσκολο χειμώνα, ο Ναπολέοντας αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς το Σμολένσκ. Στις 24 του μήνα δόθηκε άλλη μία μάχη στο Μάλο-Γιαροσλάβετς η οποία αποτέλεσε καθαρή νίκη, αυτή τη φορά, για τους Ρώσους και τότε η Μεγάλη Στρατιά άρχισε την άτακτη φυγή. Και τότε βρήκε τους Γάλλους μία ακόμη συμφορά: ο τύφος.

Το κρύο και ο συγχρωτισμός των στρατιωτών κατά την υποχώρησή τους δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για τη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο της ψείρας, η οποία είναι υπεύθυνη για την ασθένεια του τύφου όταν μεταφέρει το βακτηρίδιο Ρικέτσια. Αυτή η αρρώστια, ενώ έχει συνήθως δείκτη θνησιμότητας γύρω στο 50%, στο στράτευμα του Ναπολέοντα, με συνθήκες λιμού και απερίγραπτης εξάντλησης, απέβη ακόμη πιο θανατηφόρα. Οι άνδρες πέθαιναν κυριολεκτικά σαν τις μύγες, με αποτέλεσμα τον Δεκέμβρη, όταν ο στρατός έφθασε ξανά στον ποταμό Νέμαν, το σύνορο της Ρωσίας με την υπόλοιπη Ευρώπη (σημερινή Λιθουανία), να αριθμεί μόλις δέκα χιλιάδες άνδρες.

Αυτό ήταν το άδοξο τέλος της Μεγάλης Στρατιάς και η αρχή του τέλους για τον Μέγα Ναπολέοντα.  Οι Ρώσοι, έχοντας υποβληθεί σε πολλές θυσίες, κατάφεραν τελικά με έξυπνες στρατηγικές τακτικές να νικήσουν. Αξίζει να ειπωθεί, τέλος, ότι ο ίδιος ο Μέγας Στρατηλάτης ήταν τόσο πολύ εκτός πραγματικότητας που στις 5 του  Δεκέμβρη διέφυγε μεταμφιεσμένος με έλκηθρο προς το Παρίσι εγκαταλείποντας τους δύστυχους στρατιώτες του στη μοίρα τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


-Frank M. Snowden, Επιδημίες και κοινωνία, Από τον Μαύρο Θάνατο μέχρι σήμερα, εκδ. Πατάκη, 2021

-Νοrman Davies, Ιστορία της Ευρώπης, β τόμος, εκδ. Νεφέλη

-Bernstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, γ τόμος, εκδ. Αλεξνάνδρεια

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Silvia Moreno-Garcia, Mexican gothic, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.407, μεταφ.Ε. Τσιρώνη


 https://www.klidarithmos.gr/mexican-gothic

Ένα διαφορετικό, ιδιόρρυθμο μυθιστόρημα που ανήκει στο είδος της λογοτεχνίας του τρόμου, μας προσφέρει η Μεξικανή συγγραφέας Silvia Moreno-Garcia.

Στo πόνημά της, το οποίο τιτλοφορείται Mexican gothic, η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Μεξικό της δεκαετίας του 1950. Αυτό το γεγονός από μόνο του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες, αφού τους προσφέρει μια ασυνήθιστη και συναρπαστική υπόθεση η οποία διαδραματίζεται σε ένα μέρος του κόσμου για το οποίο οι Έλληνες δεν γνωρίζουν πολλά.

Η συγγραφέας ακολουθεί πιστά την παράδοση της Μαίρη Σέλεϊ, της Έμιλυ Μπροντέ, της Δάφνης ντε Μοριέ, της Αν Ράντκλιφ αλλά και του Λαβκραφτ και αποδεικνύεται αντάξια συνεχιστής του συγκεκριμένου είδους της λογοτεχνίας.

Σημαντικό ρόλο στο βιβλίο παίζουν ετερόκλητα στοιχεία, όπως οι μύκητες, ο ουροβόρος όφις, αλλά και οι θεωρίες ευγονικής που έλκουν τις ρίζες τους στον κοινωνικό δαρβινισμό του 19ου αιώνα.

Η Νοεμί είναι μία νεαρή Μεξικανή που χαίρεται και ξέρει να απολαμβάνει τη ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Όμορφη, δυναμική, ματαιόδοξη, αλλά συγχρόνως ξεροκέφαλη, ατίθαση και πεισματάρα, είναι μία γυναίκα πανέξυπνη και αποφασιστική σε μία εποχή μεταβατική σχετικά με τον ρόλο του γυναικείου φύλο στην κοινωνία του Μεξικού, το οποίο σχετικά πρόσφατα κέρδισε την ανεξαρτησία του από τους αποικιοκράτες.

Ο πατέρας της θα στείλει το Νοεμί στο παλιό αρχοντικό των Ντόιλ, μιας πανίσχυρης οικογένειας με αγγλικές ρίζες, προκειμένου να βοηθήσει την ξαδέλφη της την Καταλίνα η οποία είναι παντρεμένη με έναν από τους Ντόιλ και φαίνεται να αντιμετωπίζει έναν μυστηριώδη θανάσιμο κίνδυνο.

Η υπόθεση είναι άκρως αινιγματική και, τόσο το παλιό αρχοντικό, όσο και η ίδια η οικογένεια Ντόιλ κρύβουν θανάσιμα και επικίνδυνα μυστικά. Ο Χάουαρντ, ο υπέργηρος πάτερ-φαμίλιας, έχει το κλειδί του μυστηρίου, το οποίο καλείται να λύσει η Νοεμί, μαζί με τον πιο καταδεκτικό και πιο ευαίσθητο γιο της οικογένειας, τον Φράνσις, ξάδελφο του συζύγου της Καταλίνα, Βέρτζιλ.

Ο πραγματικός πρωταγωνιστής, όμως, δεν είναι ούτε η Καταλίνα, ούτε η Νοεμί, αλλά ούτε και κάποιος από την οικογένεια Ντόιλ. Αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής των σελίδων του βιβλίου είναι αντιθέτως, το ίδιο το στοιχειωμένο σπίτι, αλλά και οι παράξενοι οργανισμοί που διαβιούν σε αυτό: όχι οι ανθρώπινες ψυχές του, ούτε καν οι πεθαμένοι του διπλανού νεκροταφείου, αλλά κάποιοι μικροσκοπικοί μύκητες που ευδοκιμούν στην περιοχή.

Η Moreno-Garcia δημιουργεί μια ατμόσφαιρα γκόθικ, αλλά και μαγικού ρεαλισμού, η οποία μας παραπέμπει στις οικογενειακές στιγμές που συναντάμε στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή στο σπίτι των Πνευμάτων της Ιζαμπέλ Αλιέντε.. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξάλλου πως πρόκειται για λατινοαμερικανική λογοτεχνία. 

Η συγγραφέας αναμιγνύει πολύ έξυπνα ετερόκλητα και αντιθετικά μεταξύ τους στοιχεία, όπως το ρεαλιστικό με το υπερρεαλιστικό και το όνειρο με την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα χωρίζει μεταξύ τους μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή: τη μια στιγμή υπερτερεί το μαγικό και το υπερφυσικό στις σελίδες του βιβλίου και στην αμέσως επόμενη παράγραφο παρουσιάζεται η πεζή πραγματικότητα. 

Ο έρωτας μπορεί να λείπει ως πράξη από την υπόθεση, ως έννοια, όμως δεν είναι διόλου απών. Αυτός είναι, εξάλλου, ο οποίος κινεί διακριτικά την υπόθεση και τις πράξεις του Φράνσις και της Νοεμί.

Τελικά θα αποδειχθεί ότι η μοχθηρότητα των ανθρώπων είναι αυτή που κρύβεται πίσω από το στοιχειωμένο σπίτι, όπως και μία αληθοφανής επιστημονική εξήγηση η οποία εξηγεί, μερικώς τουλάχιστον, το υπερφυσικό στοιχείο του βιβλίου.

Αυτό που εντυπωσιάζει στο εν λόγω βιβλίο είναι η ατμόσφαιρα μυστηρίου την οποία αποπνέουν οι σελίδες του, κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό για τα βιβλία τύπου θρίλερ σαν αυτό. Προσωπικά, θεωρώ ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, όταν θα αντικρίζω το εξώφυλλο του συγκεκριμένου βιβλίου θα θυμάμαι πάντα αυτή τη μυστηριακή, υγρή και γεμάτη μούχλα ατμόσφαιρα του τόσο ιδιαίτερου αυτού παλιού αρχοντικού στο Ελ Τριόνφο, το Ψηλό μέρος όπως αποκαλείται στο βιβλίο, με τις βαθιές χαράδρες και την πυκνή ομίχλη μέσα σε στο σκοτεινό δάσος και τις λιγοστές ηλιαχτίδες που αγωνίζονται να τρυπώσουν μέσα σε αυτό.

Οι εραστές της εν λόγω λογοτεχνίας πάντως, θα βιώσουν όλα εκείνα τα συναισθήματα τα οποία προσδοκά να νιώσει ο αναγνώστης με την ανάγνωση της λογοτεχνίας αυτού του είδους: τρόμο, φόβο, ανατριχίλα, ανυπομονησία, ένταση, άγχος και, φυσικά, την αδρεναλίνη του να ανεβαίνει κατακόρυφα όσο θα πλησιάζει προς το τέλος του βιβλίου.