Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Sarah Penner, Το μυστικό φαρμακείο, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.375, μετ.Β. Τζανακάρη

 

https://www.klidarithmos.gr/to-mystiko-farmakeio

 
 Ένα μυθιστόρημα που αποκαλύπτει πολλά για την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων, και ιδίως των γυναικών, αποτελεί "Το μυστικό φαρμακείο" της πρωτοεμφανιζόμενης Αμερικανίδας συγγραφέως Sarah Penner.

Το μυστικό φαρμακείο μας ταξιδεύει στον κρυφό και μαγευτικό χώρο των βοτάνων, των ελιξίριων και των φαρμάκων και αποκαλύπτει πολλά για τη ζωή των γυναικών στο Λονδίνο των τελών του 18ου αιώνα. 

Γενικά, προτού καταφέρουν οι επιστήμονες να ανιχνεύσουν με επιστημονικά μέσα τα ίχνη δηλητηρίου στα ανθρώπινα σώματα, φαίνεται ότι πάμπολλες γυναίκες δολοφόνησαν- ή επιχείρησαν να δολοφονήσουν-τους συζύγους τους ανά τους αιώνες για ποικίλους λόγους: απιστία, ξυλοδαρμοί, καταπίεση, λόγοι κληρονομιάς ή οτιδήποτε άλλο.

Η συγγραφέας τοποθετεί την υπόθεση του βιβλίου της στο Λονδίνο του 1791 διότι, όπως μας λέει στο ιστορικό σημείωμα του βιβλίου της "ακόμα και πενήντα χρόνια αργότερα τα καμουφλαρισμένα σκευάσματα της Νέλα μπορεί εύκολα να εντοπιζόταν κατά τη διάρκεια νεκροψίας".

Τα βότανα  και τα φάρμακα που χρησιμοποιούνταν γι' αυτόν τον σκοπό ποικίλαν: από ποντικοφάρμακο, μπελαντόνα και αρσενικό μέχρι σκόνη χρυσοκάνθαρων, διαβολόχορτο, λυκοκτόνο και κώνειο, όλα κρυμμένα με τρόπο επιδέξιο μέσα σε τρόφιμα ή ποτά και σερβιρισμένα με κάθε προφύλαξη στα υποψήφια θύματα.

Εν έτει 1791, λοιπόν, σε μία συνοικία  του Λονδίνου η Νέλα, έχοντας συγχρόνως τις ιδιότητες της φόνισσα και της θεραπεύτριας, πουλά βότανα σε γυναίκες είτε για θεραπεία, είτε για θάνατο. Η Νέλα συνεχίζει την παράδοση της μητέρας της, από την οποία κληρονόμησε το φαρμακείο.

Η γνωριμία της όμως με την δωδεκάχρονη Ελάιζα  θα αποβεί τελικά η καταστροφή της, αφού η μικρή, ακούσια, θα αποτελέσει την αιτία για να κινδυνεύσει η Νέλα, το φαρμακείο και η μυστική δράση της.

Στη σύγχρονη εποχή η σπουδαγμένη Καρολάιν, προσπαθεί να σώσει τον ναυαγισμένο γάμο της και ανακαλύπτει στο Λονδίνο ένα μυστηριώδες μπουκαλάκι φαρμακοποιού. Έτσι, η Καρολάιν, θα αγγίξει, έστω και φευγαλέα τον απαγορευμένο κόσμο της Νέλας.

Οι δύο ιστορίες θα αποδειχθεί τελικά ότι έχουν πολλά κοινά και ότι οι προθέσεις και τα πάθη των γυναικών, όπως και η φυσιογνωμία του ίδιου του έρωτα, δεν αλλάζουν ανά τους αιώνες.

Το  βιβλίο αποτελεί, πάνω απ' όλα, έναν ύμνο σε όλες τις γυναίκες που γνώρισαν ανά τους αιώνες το στιβαρό χέρι της αντρικής καταπίεσης. Η Νέλα, εκπρόσωπος του "αδύναμου" φύλλου, και τα μυστικά σκευάσματά της, κατορθώνουν να επιβληθούν πάνω στο "ισχυρό "φύλλο, τουλάχιστον προσωρινά, αφού φαίνεται πως ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπά και τον νοικοκύρη. Από την άποψη αυτή, η όλη ιστορία διατρέχεται από μία φεμινιστική χροιά.

Στην ουσία, πάντως, "Το μυστικό φαρμακείο" αποτελεί τη μαρτυρία ενός κόσμου ξεχασμένου και παραμελημένου. Η δράση του τοποθετείται στο Λονδίνο μονάχα συμβατικά, καθώς η ιστορία αυτή θα μπορούσε να έχει συμβεί οπουδήποτε, αλλά και οποιαδήποτε εποχή πριν από τα τέλη του 18ου αιώνα. Είναι ευρέως γνωστό εξάλλου ότι οι γυναίκες, ασκούσαν πολλές φορές ανά τους αιώνες το επάγγελμα της μαμής και τη θεραπεύτριας και ότι είχαν πάντοτε καλή γνώση των βοτάνων και των διαφόρων-θεραπευτικών ή δολοφονικών- ιδιοτήτων τους.

 Η Sarah Penner αφορμώμενη από την έμφυτη έφεση του ανθρώπου στον μυστικισμό, πλέκει μία ιδιαίτερη πλοκή η οποία διαδραματίζεται σε δύο χρονικούς άξονες, μέσα από τρεις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις: εκείνη της Καρολάιν, της Νέλα και της Ελάιζα. Το αποτέλεσμα είναι ένα πρωτότυπο ανάγνωσμα το οποίο αποδεικνύει περίτρανα πως η ανθρώπινη φύση-τόσο η αντρική όσο και η γυναικεία-, όσο και οι ανθρώπινες επιθυμίες, οι επιδιώξεις και οι χαρακτήρες των ανθρώπων παραμένουν ίδια και απαράλλακτα ανά τους αιώνες.


Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Chris Wallace, Χιροσίμα 1945, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ.446,μετ.Α. Παππάς

 

https://www.metaixmio.gr/el/products/%CF%87%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%B1-1945

Ο Chris Wallace μας αφηγείται σε ένα είδος ιστορικού θρίλερ καρέ-καρέ το χρονικό των 116 ημερών που άλλαξαν για πάντα την εικόνα του κόσμου μας και οδήγησαν σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "πυρηνική εποχή".

Το βιβλίο αυτό δεν είναι μυθιστόρημα, ούτε, σαφώς και ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά ούτε και αμιγώς ιστορικό βιβλίο.  Ίσως ο καλύτερος χαρακτηρισμός να ήταν πολιτικό και ιστορικό θρίλερ με μυθιστορηματικά, αλλά και ιστορικά στοιχεία.

Ο Wallace παραθέτει όλο το χρονικό ρίψης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, της πρώτης στον κόσμο, από την στιγμή ανάληψης της Προεδρίας από τον Χάρυ Τρούμαν, έως και την τελική στιγμή της ρίψης.

Σε αντίθεση με την άποψη πολλών ιστορικών που καταδικάζουν την απόφαση του Τρούμαν θεωρώντας ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να λήξει και χωρίς τη ρίψη της βόμβας, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο Χάρυ Τρούμαν δεν μετάνιωσε ποτέ για την καταστροφική απόφαση που έλαβε, αλλά συνάμα και ότι ίσως πράγματι τελικά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, προκειμένου να γλιτώσει άσκοπες απώλειες του αμερικανικού λαού που είχε κουραστεί να πολεμά. Είναι κοινώς παραδεκτό ότι, αν δεν είχε πέσει τελικά η βόμβα και γινόταν απόβαση στα ιαπωνικά νησιά, αυτή θα είχε κοστίσει χιλιάδες ζωές στους Αμερικανούς στρατιώτες, αλλά και στους Ιάπωνες στρατιώτες και αμάχους, καθώς ήταν γνωστή η λυσσαλέα αντίσταση που προέβαλαν έναντι των Αμερικανών.

Εκ των υστέρων, όταν όλοι γνωρίζουμε τι έχει συμβεί, έχουμε την τάση να κρίνουμε αρνητικά τα πεπραγμένα των ηγετών και των ιθυνόντων της κάθε εποχής, η αλήθεια είναι όμως πως αλλιώς έβλεπαν τα πράγματα εκείνοι που έζησαν σε κάθε εποχή, χωρίς να διαθέτουν την παντοδυναμία της "εκ των υστέρων" γνώσης που διαθέτουμε εμείς.

Ο Τρούμαν πάντως, αν και δεν μετανόησε ποτέ του-επισήμως τουλάχιστον- για τη Χιροσίμα, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε και τους ενδοιασμούς του για την ενέργεια αυτή ή ότι έδωσε την έγκρισή του προκειμένου να συνεχιστεί το Πρόγραμμα Μανχάταν ελαφριά τη καρδία. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι υπέφερε από αϋπνίες και έντονους πονοκεφάλους εκείνη την περίοδο.

 Αναμφισβήτητα λοιπόν, τόσο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, όσο και οι υψηλά ιστάμενοι στρατιωτικοί, όσο και οι ίδιοι οι επιστήμονες που εργάζονταν στο Πρόγραμμα, είχαν ακριβή επίγνωση των συνεπειών της εφεύρεσής τους, γνώριζαν ότι εισήγαγαν τον κόσμο τους σε μία νέα επικίνδυνη εποχή, αλλά και είχαν πολλές ηθικές ενστάσεις για το όλο ζήτημα.

Η ακριβής έκταση της ζημιάς που προκάλεσαν οι ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δεν έγιναν εκείνη την εποχή ευρέως γνωστές στο αμερικανικό κοινό, ωστόσο, σύμφωνα με δημοσκόπηση της εποχής, το 85% των Αμερικανών επιδοκίμαζε τη χρήση του νέου υπερόπλου, παρά τις πρωτοφανείς συνέπειες που θα είχε η χρήση του στον άμαχο πληθυσμό της Ιαπωνίας, αφού μονάχα με αυτόν τον τρόπο θα εξοικονομούνταν ζωές Αμερικανών και θα τελείωνε ο πόλεμος γρηγορότερα.

O Wallace εξετάζει στο βιβλίο του το πλήρες παρασκήνιο σχετικά με την κατασκευή της βόμβας: το επιστημονικό με όλες τις λεπτομέρειες της κατασκευής, την πρώτη δοκιμή της βόμβας σε μία έρημο στο Νέο Μεξικό, τους ανθρώπους που εμπλέκονταν στην κατασκευή της, το απόρρητο της όλης υπόθεσης και τους ενδοιασμούς που αυτοί είχαν, το στρατιωτικό, με τους αξιωματικούς που σχετίζονταν με το Σχέδιο Μανχάταν, τον στρατηγικό σχεδιασμό της όλης επιχείρησης και την εκπαίδευση των πληρωμάτων των αεροσκαφών, το πολιτικό με τις διαφωνίες και τη δράση του Τρούμαν στις ΗΠΑ, αλλά και στη Διάσκεψη του Πότσνταμ, η οποία ήταν σε εξέλιξη τις ημέρες των δοκιμών και είχε ολοκληρωθεί λίγο πριν από την έναρξη της επιχείρησης, αλλά και το διπλωματικό, με τις σχέσεις ΗΠΑ και ΕΣΣΔ να ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί και τον Στάλιν να γνωρίζει την ύπαρξη της βόμβας χάρη σε ένα κατάσκοπό του στην καρδιά του Σχεδίου Μανχάταν.

Ιδιαίτερα εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη οι λεπτομέρειες της κατασκευής της βόμβας και οι καθηλωτικές περιγραφές τόσο της πρώτης πυρηνικής δοκιμής, όσο και της ίδιας της πτήσης του Enola Gay προς τη Χιροσίμα. Στα θετικά του βιβλίου συγκαταλέγεται επίσης η ύπαρξη πολλών αποσπασμάτων από ημερολόγια και επιστολές των πρωταγωνιστών σχετικά με το επίμαχο ζήτημα.

Ξεκινώντας την αφήγηση 116 ολόκληρες μέρες πριν, ο Wallace ακολουθεί πορεία αντίστροφης μέτρησης μέχρι το σημείο 0, την ώρα δηλαδή της ρίψης της βόμβας στις 6 Αυγούστου του 1945. Η μέθοδος αυτή της αφήγησης καθηλώνει τον αναγνώστη και καταφέρνει να διατηρήσει στα ύψη την αγωνία του, σαν να μη γνωρίζει τι επρόκειτο να συμβεί. Παράλληλα, μέσω της ανάγνωσης του βιβλίου, ο αναγνώστης θα σχηματίσει μία πολύ καλή εικόνα για τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου και την έναρξη της εποχής του "πυρηνικού τρόμου", μιας εποχής που δεν έχει τελειώσει μέχρι σήμερα.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Αερόπλοια, οι γίγαντες των ουρανών-η ιστορία μιας εφεύρεσης

 

Τα αερόπλοια είναι ευρέως γνωστά ως Ζέπελιν, από το πιο επιτυχημένο μοντέλο τους, το Ζέπελιν. Αυτό πήρε το όνομά του από τον Γερμανό μηχανικό Κόμη Φετνινάντ φον Τσέπελιν (1838-1917). Ο τελευταίος σχεδίασε ένα αερόπλοιο το 1899 το οποίο είχε έναν άκαμπτο μεταλλικό σκελετό γεμάτο με πολλούς σάκους με αέριο υδρογόνο. Η κίνησή του γινόταν με τους νέους τότε κινητήρες εσωτερικής καύσης. Πώς όμως φτάσαμε στα Ζέπελιν; Ποιοι θεωρούνται οι πρόδρομοί του;

Ήδη από τον τρίτο μεταχριστιανικό αιώνα οι Κινέζοι είχαν φτιάξει φαναράκια τα οποία έμεναν μετέωρα στον αέρα. Άμεσος πρόγονος του αερόπλοιου θεωρείται φυσικά το αερόστατο που κατασκεύασαν οι αδελφοί Μονγκολφιέ το 1783. Το 1784 ο Ζαν-Πιέρ Μπλανσάρ έφτιαξε το πρώτο αερόστατο με υδρογόνο, στο οποίο ο Ανρί Ζιφάρ προσέθεσε λίγο αργότερα και πηδάλιο. Κάπως έτσι φτάσαμε στο δημιούργημα του Κόμη φον Τσέπελιν.

Τα Ζέπελιν όμως μπορεί να ήταν εντυπωσιακά, αλλά ήταν δύσχρηστα και ήταν πολύ ευάλωτα σε ατυχήματα από καταιγίδες και πυρκαγιές. Παρ' όλα αυτά στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που η χρήση του αεροπλάνου ήταν ακόμη στα σπάργανα, χρησιμοποιήθηκαν ευρέως ως αναγνωριστικά αλλά και βομβαρδιστικά. Πρακτικά οι ζημιές που προκαλούσαν δεν ήταν τρομερές, αλλά ο ψυχολογικός αντίκτυπος που είχαν στον πληθυσμό ήταν τεράστιος.

Το 1924  κατασκευάστηκε το μεγαλύτερο αερόπλοιο που είχε φτιαχτεί ποτέ το LZ127 Graf Zeppelin με μήκος 226 μέτρα με εντολή του διευθυντή της εταιρείας Ζέπελιν, Χούγκο Έκενερ. Τη γερμανική εταιρεία κατασκευής αερόπλοιων είχαν σώσει από τη χρεωκοπία οι Αμερικανοί κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Αυτοί λοιπόν είχαν λάβει πλέον τα σκήπτρα στην κατασκευή των αερόπλοιων από τους Γερμανούς.

Κι όμως, το 1931 κατασκευάστηκε ένα ακόμη μεγαλύτερο αερόπλοιο από την ίδια εταιρεία, το LZ Hindenburg. Αυτό έφτανε τα 269 μέτρα μήκος και είχε τέσσερις πετρελαιοκινητήρες. Το πλήρωμά του έφτανε μέχρι και 60 άνδρες, ενώ μπορούσε να μεταφέρει μέχρι και 72 επιβάτες. Διέθετε καμπίνες επιβατών, καπνιστήριο, εξώστη περιπάτου, πιάνο από αλουμίνιο, αναγνωστήριο και τραπεζαρία. Αντί όμως για ήλιο ως καύσιμο, το οποίο είχαν βρει οι επιστήμονες ότι αποτελούσε πολύ καλύτερη λύση από το εύφλεκτο και επικίνδυνο υδρογόνο, πάλι επιλέχθηκε το τελευταίο ως κινητήρια πρώτη ύλη. Και αυτό διότι οι ναζί που είχαν την εξουσία από το 1933 στη Γερμανία, είχαν απαγορεύσει τις εξαγωγές αερίου ηλίου από τη χώρα τους.

Η επιλογή αυτή του καύσιμου στάθηκε μοιραία όταν κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στις 6 Μαΐου του 1937 όταν χωρίς προφανή λόγο η ουρά του αερόπλοιου έπιασε φωτιά και μέσα σε λίγα μόλις λεπτά το αερόπλοιο τυλίχθηκε στις φλόγες και συντρίφθηκε στο έδαφος. Σκοτώθηκαν οι 35 από τους 97 επιβαίνοντες (13 επιβάτες και 22 μέλη πληρώματος).

Η αιτία του ατυχήματος δεν ανακαλύφθηκε ποτέ επισήμως, αλλά εικάζεται ότι  μια αστραπή που έπεσε πάνω στον μεταλλικό σκελετό προκάλεσε ανάφλεξη του υδρογόνου. Το ατύχημα όμως αυτό ήταν αρκετό ώστε να σημάνει το τέλος της εποχής των αερόπλοιων.

Βασίλης Μούτσογλου, τέλος χρόνου, εκδ. Τσουκάτου, 2021, σελ. 371

 

Ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό, κι όμως, την ίδια περίπου χρονική στιγμή με την Ελλάδα,-συγκεκριμένα το 1971-έγιναν κινητοποιήσεις από φοιτητές του Πολυτεχνείου και στη γειτονική χώρα, στην πόλη της Κωνσταντινούπολης. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν η αφετηρία των ταραχών και των διώξεων του ελληνικού στοιχείου της Πόλης και, μαζί με τις ταραχές στην Κύπρο, οδήγησαν στις γνωστές σε όλες μας απελάσεις του 1974 των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης.

Ο Βασίλης Μουτσόγλου ανήκει στην κοινότητα των Ρωμιών της Πόλης, αφού γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και είναι απόφοιτος του Ζωγραφείου Λυκείου, καθώς και του τμήματος του Πολυτεχνείου εκεί, οπότε είναι ο πλέον κατάλληλος για να γράψει ένα μυθιστόρημα που να παρουσιάζει καρέ-καρέ τα γεγονότα αυτής της τόσο ταραγμένης δεκαετίας, δηλαδή εκείνη του 1970.

Επομένως, εμείς ως αναγνώστες έχουμε κάθε δικαίωμα να θεωρήσουμε πως ο συγγραφέας έχει προσδώσει στον πρωταγωνιστή του βιβλίου του, τον Νίκο, κάποια αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά, αφού και αυτός είναι φοιτητής του Πολυτεχνείου στην Κωνσταντινούπολη και ανήκει στη συρρικνούμενη κοινότητα των Ρωμιών της Πόλης.

Ο Νίκος έχει βρεθεί χωρίς να φταίει σε κάτι συγκεκριμένο, μονάχα με την ιδιότητά του ως φοιτητής, στο στόχαστρο της τουρκικής αστυνομίας, η οποία τον θεωρεί ανατρεπτικό στοιχείο και τον συνδέει με την Αριστερά.

Ο Βασίλης Μουτσόγλου μας περιγράφει στο μυθιστόρημά του τις κινητοποιήσεις των φοιτητών, τις ταραχές που οδήγησαν σε πυροβολισμούς και συλλήψεις στους δρόμους της Πόλης, αλλά και τις επίμονες ανακρίσεις του Νίκου από την τουρκική αστυνομία. Ακόμη, ρίχνοντας το βάρος στην ανάλυση της πολιτικής θεωρίας, ο Μουτσόγλου βάζει τους χαρακτήρες του βιβλίου του, τον Νίκο και τους φίλους του, Ρωμιούς και Τούρκους, να συζητούν για πολιτική θεωρία και να εκθέτουν διεξοδικά τις απόψεις τους.

Πράγματι, ο αναγνώστης καταλήγει ότι τη δεκαετία του 1970 υπήρχε μεγάλη ποικιλία σε πολιτικές ιδεολογίες στην Κωνσταντινούπολη. Από τη μια ήταν-και είναι ακόμη βέβαια- οι φανατικοί ισλαμιστές και από την άλλη οι φανατικοί εθνικιστές, στους οποίους ανήκει και η ομάδα των Γκρίζων Λύκων. Υπάρχουν όμως ακόμη και οι Αριστεροί, οι Κομμουνιστές, οι Δεξιοί, οι σοσιαλιστές και οι ιμπεριαλιστές, άνθρωποι δηλαδή προερχόμενοι από όλο το φάσμα των πολιτικών απόψεων. Κοντά σε αυτούς, οι Κούρδοι, οι Ρωμιοί και οι άλλες μειονότητες της Τουρκίας παλεύουν για μια θέση στον ήλιο, ζώντας σε ένα καθαρά αστυνομικό και καταπιεστικό κράτος.

Όλος αυτός ο πλουραλισμός των απόψεων, όμως, δεν οδηγεί στη Δημοκρατία, απεναντίας μάλιστα, οι ολοένα και αυξανόμενες ταραχές θα οδηγήσουν στην απέλαση των Ρωμιών της Πόλης ως ύποπτα στοιχεία. 

Η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται μεταξύ των ετών 1971-74, με το 1974 να σημαίνει και το "τέλος χρόνου" για τον ελληνισμό της Πόλης. Ο συγγραφέας, όμως, εξετάζει τα ιστορικοπολιτικά γεγονότα από το 1955 και εξής με ιστορικές αναδρομές και έμμεσες αναφορές.

Το "τέλος χρόνου"λογοτεχνικά αποτελεί ένα υβριδικό δημιούργημα που ακροβατεί ανάμεσα σε πολλά διαφορετικά είδη και διεκδικεί επάξια τους τίτλους του ιστορικού, πολιτικού, ιδεολογικού, αλλά και κοινωνικού μυθιστορήματος. Επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ως αστυνομικό-κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, αφού συνδυάζει στοιχεία και από τα παραπάνω λογοτεχνικά είδη.

Η βιβλιογραφία για το 1974 είναι σαφώς μικρότερη από εκείνη για τα γεγονότα του 1955 της Πόλης. Με αυτό το βιβλίο, επομένως, ο συγγραφέας καλύπτει ένα θεματικό κενό στη λογοτεχνία και ο αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει από πρώτο χέρι τα γεγονότα της εποχής στη γείτονα χώρα, να τα κρίνει μέσα από τη δική του οπτική γωνία και να τα αναλύσει διεξοδικά. Και όλα αυτά όχι υπό τη μορφή ενός δυσνόητου ιστορικού βιβλίου με πολλές ανούσιες ιστορικές λεπτομέρειες, αλλά υπό τη μορφή ενός καλογραμμένου και πιο ανάλαφρου πόνημα μυθιστορηματικής μορφής.

Η γλώσσα είναι άκρως ρεαλιστική, όπως και η οπτική του συγγραφέα στα γεγονότα, οι διάλογοι γλαφυροί. Έτσι η ανάγνωση ρέει ακολουθώντας τους ρυθμούς της ομιλούσας γλώσσας. Η πίκρα των Ρωμιών για την απέλασή τους και την καχυποψία με την οποία τους αντιμετώπισε το τουρκικό κράτος είναι ολοφάνερη στις σελίδες του βιβλίου. 

Ο αναγνώστης οπωσδήποτε θα εντυπωσιαστεί από τη συμπεριφορά της τουρκικής αστυνομίας προς τους Ρωμιούς, ιδιαίτερα αν σκεφτεί πως οι τελευταίοι είναι συγχρόνως και Τούρκοι υπήκοοι της χώρας, και θα απορήσει με την ομοιότητα στην αντιμετώπιση των πολιτών με τη δική μας Χούντα την ίδια περίοδο. Τέλος, πολλές όψεις του κυπριακού προβλήματος φωτίζονται ικανοποιητικά στο βιβλίο. 

Ένα βιβλίο κατανόησης, επομένως, της πολιτικής ιστορίας του περασμένου αιώνα και ένα πλήρες πορτρέτο των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτελεί το "τέλος χρόνου" του Βασίλη Μούτσογλου.