Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Ντίνος Γιώτης, Club 23.4, εκδ. Βακχικόν

 

Μπορεί άραγε ένας έρωτας να διαρκέσει μία ολόκληρη ζωή και να μας ακολουθεί ως τον θάνατο; Γιατί καταλήγουμε τελικά να παντρευόμαστε και να φτιάχνουμε τη ζωή μας με κάποιον που  δεν είναι ο έρωτας της ζωής μας, εφόσον έχουμε την επιλογή να πράξουμε το αντίθετο; Για ποιους ακριβώς λόγους οδηγείται εν τέλει κάποιος στην αυτοκτονία; Γιατί οι παρέες της νιότης και των φοιτητικών μας χρόνων είναι καταδικασμένες να διαλυθούν; Τι ακριβώς καθορίζει την περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων; Μπορούμε να απωθήσουμε στο βάθος του μυαλού μας όσα ζήσαμε και να τα ξεχάσουμε εντελώς; Πώς γεννιέται ένας μεγάλος έρωτας; Και, τέλος, συνδέεται με κάποιον τρόπο η φιλοσοφία με την επιστήμη;

 

Το πέμπτο μυθιστόρημα του συγγραφέα Ντίνου Γιώτη με τον τόσο ιδιαίτερο και κάπως παράδοξο τίτλο “Club 23,4”είναι η ιστορία ενός έρωτα που στοίχειωσε μια ανθρώπινη ύπαρξη, μία ιστορία φιλοσοφικής αναζήτησης, μια ιστορία της χαρούμενης και ανέμελης νιότης, αλλά και η ιστορία μιας σφιχτά δεμένης παρέας. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι η μερική βιογραφία του Σένον και της Αταλάντης, του κοριτσιού που αυτός αγάπησε βαθιά από τα μικράτα του.

 

Ο Σένον και η Αταλάντη γνωρίζονταν από παιδιά, συγκεκριμένα μοιράζονταν από κοινού τις πιο όμορφες παιδικές αναμνήσεις με τις οικογένειές τους. Και οι παιδικές αναμνήσεις μένουν για πάντα, ως γνωστόν, ανεξίτηλα χαραγμένες στο μυαλό μας. Ήταν, επομένως, απολύτως φυσιολογικό να δεθούν τόσο πολύ ο Σένον και η Αταλάντη.

 

Η αυλαία του μυθιστορήματος ανοίγει με τον μεσήλικα πια Σένον που ζει πλέον εδώ και χρόνια μακριά από την Αταλάντη σε φαινομενική ηρεμία. Ένα εντελώς απρόσμενο τηλεφώνημά της, όμως, και ένα αίτημα για επανασύνδεση αρκούν προκειμένου να επανέλθει αυτή στη ζωή του και να ξετυλίξει από την αρχή το κουβάρι των κοινών τους αναμνήσεων. Αυτές ο συγγραφέας τις παραθέτει με ιδιαίτερη έμφαση στα νεανικά και φοιτητικά χρόνια  της Αταλάντης, του Σένον και της φοιτητοπαρέας της Αθήνας, με την οποία μοιράζονταν τις φιλοσοφικές και επιστημονικές τους ανησυχίες.

 

Γύρω από τον κεντρικό αυτόν ερωτικό άξονα του βιβλίου, αναπτύσσονται, επομένως, αρκετά επιμέρους θέματα, δεμένα αρμονικά μεταξύ τους με μία γλώσσα γλαφυρή και έντονα περιγραφική. Ο συγγραφέας περνάει, συχνά, από το πρώτο του εξομολογητή, στο δεύτερο-όταν ο πρωταγωνιστής απευθύνεται στην Αταλάντη με άκρως ερωτική διάθεση-, αλλά και το τρίτο-το πιο αποστασιοποιημένο- ενικό πρόσωπο.

 

Η ίδια η Αταλάντη, που εμφανίζεται πάντοτε σαν αερικό στη ζωή του Σένον, διατηρεί μία γοητεία, αλλά και μία αύρα μυστηρίου γύρω από το πρόσωπό της. Τι ήταν τελικά ακριβώς αυτή η γυναίκα που πάντα έφευγε;

 

«Η Αταλάντη συνήθιζε να φεύγει από το σπίτι της, την οικογένειά της, τους εραστές της, από τον άντρα της, από το παιδί της, από μένα, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ίσως και χωρίς καμία τύψη. Έφευγε και πάντα επέστρεφε αδιαφορώντας αν θα την περιμένουν ή αν με την κίνησή της θα γκρέμιζε μεμιάς και διά παντός ό,τι είχε χτίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έφευγε για το ταξίδι και επέστρεφε εξαιτίας του νόστου. Χωρίς το πρώτο δεν μπορούσε να υπάρξει η επιθυμία για το δεύτερο και χωρίς το δεύτερο δεν μπορούσε να υπάρξει η ανάγκη για το πρώτο».

 

Ερωτικό, φιλοσοφικό, ενίοτε περιπετειώδες και μυστηριακό, το “Club 23,4” του Ντίνου Γιώτη είναι ένα μυθιστόρημα αναζήτησης του νοήματος της ζωής, του έρωτα, της πραγματικής φιλίας, της αιώνιας νιότης, αλλά και της ευτυχίας.

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Madeline Miller, Το τραγούδι του Αχιλλέα, εκδ. Διόπτρα

 

Την πιο όμορφη αναδιήγηση της Ιλιάδας από την πλευρά του "άσημου" και "ασήμαντου" Πατρόκλου προσφέρει η ειδικευμένη στις κλασικές ελληνικές σπουδές συγγραφέας Madeline Miller στο βιβλίο της με τίτλο "Το τραγούδι του Αχιλλέα".

Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2013 και γνώρισε-δικαίως- μεγάλη επιτυχία. Σήμερα επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μία επετειακή έκδοση η οποία περιλαμβάνει στο τέλος του βιβλίου και το διήγημα "Γαλάτεια" της συγγραφέως, αλλά και μία συνέντευξή της σχετικά με το έργο της. Ακόμη παρατίθεται  ένας κατατοπιστικός οδηγός ανάγνωσης για το μυθιστόρημα, αλλά και το πρώτο κεφάλαιο από ένα άλλο μυθιστόρημα της συγγραφέως σχετικά με την Ελληνική Μυθολογία, την "Κίρκη".

Εύλογα πάντως, αναρωτιέται κανείς για ποιον λόγο να μπει στον κόπο να διαβάσει μία ιστορία τόσο γνωστή από την Ελληνική Μυθολογία, το τέλος της οποίας γνωρίζουμε όλοι. Γιατί, επομένως, γνώρισε τέτοια επιτυχία το βιβλίο αυτό και πώς καταφέρνει να καθηλώνει τους αναγνώστες; Φταίει άραγε ο διάχυτος ερωτισμός που περιέχει κάθε φράση της συγγραφέως η οποία αναφέρεται στον θρυλικό Αχιλλέα; Μήπως το γεγονός ότι προσφέρεται η γνωστή ιστορία από την πλευρά του Πατρόκλου, του "δεύτερου" της ιστορίας αυτής; Οι συναρπαστικές περιγραφές της Miller; Η εξαιρετικά καλοδουλεμένη και καθηλωτική γραφή της σε συνδυασμό με την έξοχη μετάφραση; Ή μήπως φταίει η έξοχη απεικόνιση των συναισθημάτων των ηρώων;

Όλοι οι παραπάνω λόγοι έχουν συντελέσει, αναντίρρητα, στην επιτυχία του βιβλίου, θεωρώ όμως ότι ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι η πλευρά που επέλεξε η συγγραφέας προκειμένου να αφηγηθεί τα γνωστά σε όλους μας γεγονότα. Η επιλογή του Πατρόκλου για αυτόν τον σκοπό, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί κάτι παραπάνω από επιτυχημένη. Άνθρωποι που οι γύρω τους έχουν την τάση να τους αγνοούν εύκολα, ενδεχομένως θα νιώσουν έντονη ταύτιση με την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του Πατρόκλου, μιας χρυσής και ταπεινής μετριότητας σε σχέση με τον ολόλαμπρο και τρανό Αχιλλέα. Στο αντιθετικό αυτό ζεύγος των δύο αυτών ανδρών και στον τρόπο με τον οποίο η Miller το προβάλει είναι κάτι που εξηγεί την επιτυχία του βιβλίου.

Η συγγραφέας δεν μένει μονάχα στα γεγονότα της Ιλιάδας, της πολιορκίας δηλαδή της Τροίας από τους Έλληνες. Αντιθέτως, αφιερώνει μεγάλο μέρος της δικής της διήγησης στα παιδικά χρόνια του Πατρόκλου και του Αχιλλέα, δηλαδή στη γνωριμία τους, στην εξορία του Πατρόκλου στη Φθία, στη μαθητεία τους κοντά στον κένταυρο Χείρωνα και στην παραμονή τους στη Σκύρο πριν από την έναρξη του Τρωικού Πολέμου. Αναμφίβολα, θέλει να δώσει βάση στη μεταξύ τους ερωτική σχέση και το καταφέρνει, χωρίς όμως να υποτιμά τους υπόλοιπους ήρωες και τα γεγονότα του βιβλίου της. Η Θέτιδα, η Θεά μητέρα του Αχιλλέα εμφανίζεται πολλές φορές στις σελίδες του βιβλίου και παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης. 

Από την άλλη, κάποια πρόσωπα, όπως η Ωραία Ελένη, η συγγραφέας επιλέγει να μην τα εμφανίσει καθόλου στο βιβλίο της, αλλά να κάνει μονάχα έμμεση αναφορά σε αυτά. 

Όσο για την περίφημη "αχίλλειο πτέρνα" αυτή δεν την παραδέχεται ως ομηρικό μύθο, αφού αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στο σώμα του ομηρικού κειμένου. Ο Αχιλλέας δεν ήταν θεός, αλλά ημίθεος και από αυτή την άποψη θνητός όπως όλοι μας, αν ένα βέλος τον έβρισκε απευθείας στην καρδιά, όπως και συνέβη σύμφωνα με την πρωτότυπη εκδοχή της ιστορίας. Κατά τα άλλα οι περισσότερες πτυχές της ιστορίας αποδίδονται όπως εμείς τις γνωρίζουμε.

Όποιος λοιπόν, δεν έχει γνωρίσει τους ήρωες της Ιλιάδας μέσα από την πένα της  Miller, έχει πολλούς καλούς λόγους για να το κάνει, αφού "Το τραγούδι του Αχιλλέα" είναι ένα βιβλίο στο οποίο αξίζει να αφιερώσουμε  τον χρόνο μας.

Πάπυρος-ένα αυστηρό μονοπώλιο της αρχαιότητας


  

Πολλοί από εμάς θυμώνουμε σήμερα με τα καρτέλ της αγοράς και την άνοδο των τιμών, λησμονούμε όμως ότι και στην αρχαιότητα υπήρχε ένα τέτοιου είδους μονοπώλιο, το οποίο καθόριζε τις οικονομικές  σχέσεις κρατών και στην αρχαιότητα. Αυτό δεν ήταν άλλο από το πιο διαδεδομένο υλικό γραφής στον αρχαίο κόσμο: τον πάπυρο.

Ο άνθρωπος έγραφε ήδη από το 5.000 π.Χ. περίπου στη Μεσοποταμία πάνω σε πλάκες από πηλό. Αυτές ήταν τα πρώτα βιβλία, μαζί με τις πέτρινες επιγραφές, τα οποία όμως ήταν δύσχρηστα. Έτσι όταν έγινε γνωστός ο πάπυρος σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, από το ομώνυμο φυτό το οποίο φύεται μόνο στις όχθες του Νείλου, όλος ο αρχαίος κόσμος υιοθέτησε απερίφραστα αυτό το πιο εύχρηστο υλικό γραφής. Βέβαια, ο πάπυρος είχε και ένα μεγάλο μειονέκτημα: καταστρεφόταν εύκολα. Παρ' όλα αυτά, παρέμενε το καλύτερο υλικό γραφής που είχε στη διάθεσή του ο αρχαίος κόσμος έως ότου εφευρεθεί η περγαμηνή.

Την εποχή του βασιλέα της Περγάμου Ευμένη του Δεύτερου (βασίλεψε από το 197 έως το 172 π.Χ.)  η περγαμηνή-δηλαδή το επεξεργασμένο δέρμα οικόσιτου ζώου- ως υλικό γραφής ήταν μεν γνωστή, καθόλου όμως διαδεδομένη, καθότι η ατελής κατεργασία της προσέφερε, το δίχως άλλο, ένα αρκετά κατώτερο υλικό γραφής σε σχέση με τον κατά πολύ ανώτερο σε ποιότητα πάπυρο. Έως τότε οι Αιγύπτιοι φαραώ αποφάσιζαν την τιμή για τις οκτώ ποικιλίες παπύρου που υπήρχαν στην αγορά και εκμεταλλεύονταν το μονοπώλιό τους εφαρμόζονταν κατά βούληση εμπάργκο ή σαμποτάζ στη διάθεση του προϊόντος τους.

Ο Ευμένης ο Δεύτερος, λάτρης και προστάτης των γραμμάτων, είχε πάρει απόφαση να δημιουργήσει μία μεγάλη βιβλιοθήκη στην Πέργαμο, στην πρωτεύουσα του δικού του ελληνιστικού βασιλείου. Τη βιβλιοθήκη αυτή φιλοδοξούσε να την  κάνει αντάξια με τη δόξα που είχε ήδη γνωρίσει η φημισμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.

Όμως ο Πτολεμαίος ο Πέμπτος (βασίλεψε από το 204 ως το 181π.Χ.) έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο για να βλάψει την "αντίπαλη" βιβλιοθήκη. Και το βρήκε στον πάπυρο: αποφάσισε να διακόψει την προμήθεια παπύρου προς την Πέργαμο, ιδιαίτερα μετά από την ανακάλυψη ότι ο βιβλιοθηκάριός του, ο Αριστοφάνης Βυζάντιος είχε αποφασίσει να εγκατασταθεί στην Πέργαμο υπό την προστασία του Ευμένη. Το σχέδιο του βιβλιοθηκάριου ανακαλύφθηκε και αυτός κατέληξε στη φυλακή. Το εμπάργκο όμως του παπύρου εφαρμόστηκε ως "τιμωρία" για τον Ευμένη. Ήταν όμως καταδικασμένο να αποτύχει για πρώτη φορά στην ιστορία. Κι αυτό επειδή ο Ευμένης κατόρθωσε να τελειοποιήσει την κατεργασία της περγαμηνής, του υλικού που πήρε έκτοτε το όνομα του βασιλείου του, προκειμένου να εξασφαλίσει γραφική ύλη για τη βιβλιοθήκη του. 

Έτσι λοιπόν, σε λίγα μόλις χρόνια και με την κατάλληλη επεξεργασία, η περγαμηνή είχε γίνει τόσο ποιοτικό υλικό γραφής σχεδόν όσο και ο πάπυρος, σε σημείο μάλιστα που κατάφερε να τον εκτοπίσει από τον αγορά λόγω της φθηνότερης τιμής της. Η περγαμηνή, παρ' όλο που είχε μεγάλο φόρο αίματος σε ζωντανά, και ιδίως νεαρά- ακόμη και αγέννητα-ζώα, έμελλε να επικρατήσει ως υλικό γραφής καθ' όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα, αφού το χαρτί μολονότι "ανακαλύφθηκε" στον δυτικό κόσμο γύρω στον 9ο μεταχριστιανικό αιώνα, δεν κατόρθωσε να εκτοπίσει την περγαμηνή ως υλικό γραφής παρά μονάχα στον Ύστερο Μεσαίωνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Irene Vallejo, Πάπυρος, εκδ. Μεταίχμιο

-Παπάζογλου Γεώργιος, Βυζαντινή Βιβλιολογία, εκδ.Σταμούλη



Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Σπύρος Πετρουλάκης, Κατά Ιωάννη, εκδ. Μίνωας

 

Το «ευαγγέλιο» για τη ζωή ενός διαφορετικού Ιωάννη, μιας ταλαίπωρης και πονεμένης ψυχής, που έζησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, μας καταθέτει ο Σπύρος Πετρουλάκης, ο συγγραφέας του «Σασμού» με το νέο του βιβλίο το «Κατά Ιωάννη».

 

Ο τίτλος παραπέμπει, κατά κοινή ομολογία, στη χριστιανική θρησκεία και ορθώς, αφού ο πρωταγωνιστής Ιωάννης είναι ένας «αιρετικός» αγιογράφος, ο οποίος επιμένει να ζωγραφίζει με το δικό του στυλ στην Ιερά Μονή της Παναγιάς Ακρωτηριανής στα Χανιά της Κρήτης την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, πριν, δηλαδή, από την ένωση του νησιού με την Ελλάδα (1898-1922).

 

 Ο Ιωάννης όμως έχει κάτι άλλο πάνω του εξίσου «αιρετικό»: είναι μονόχειρας σχεδόν από γεννησιμιού του. Και όπως είναι φυσικό, μία τέτοια αναπηρία δεν ήταν δυνατόν να μην επηρεάσει κατά κόρον τη ζωή του, ειδικά εκείνη την εποχή. Ο Ιωάννης μετά από την άκαρδη μεταχείριση που θα βιώσει από την ίδια του τη μητέρα, θα κλειστεί σε Μοναστήρι. Ακόμη όμως και σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα είναι καταδικασμένος να βιώσει την απόρριψη από ορισμένους συνανθρώπους του, αφού ορισμένοι μοναχοί δεν θα διστάσουν να του εκφράσουν απερίφραστα μια βαθιά αντιπάθεια προς το πρόσωπό του.

 

Το μυθιστόρημα όμως δεν διαδραματίζεται μονάχα στις αρχές του εικοστού αιώνα. Στα σημερινά Χανιά, ο Σταύρος Βεγράκης, ένας συντηρητής έργων τέχνης θα ανακαλύψει μία «βλάσφημη» εικόνα σε ένα μοναστήρι.

 

Ποιος είναι ο μίτος που συνδέει το παρελθόν με το παρόν; Ποια είναι η αινιγματική μορφή με το πέπλο, η «μουσουλμάνα Παναγία» που απεικονίζει η εικόνα; Τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στα Χανιά και τη Σμύρνη; Και, κυρίως, ποιος είναι ο μυστηριώδης ζωγράφος που φιλοτέχνησε μία εικόνα με τόσο πρωτοποριακή τεχνική για εκείνη την εποχή;

 

Ο συγγραφέας του «Σασμού» έχει αποδείξει πολλαπλώς πως διαθέτει το χάρισμα να κρατάει καθηλωμένο τον αναγνώστη με τη συναρπαστική υπόθεση των βιβλίων του, που συνήθως περιέχουν μία ιστορική πινελιά από το παρελθόν, και το ίδιο πράττει και με το «Κατά Ιωάννη». Οι περιγραφές των Χανίων την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας είναι εξαιρετικές, η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ήρωες-το κρητικό ιδίωμα- εξόχως παραστατική προκειμένου να μας βάλει στο κλίμα του βιβλίου και τα θέματα που πραγματεύεται ο Κρητικός συγγραφέας στο συγκεκριμένο πολυδιάστατο πόνημα πολλά και ποικίλα: η σωματική αναπηρία και πως αυτή επηρεάζει τη ζωή ενός ανθρώπου, η φιλία μεταξύ διαφορετικών λαών, η τεχνική της αγιογραφίας στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο έρωτας μεταξύ ενός χριστιανού και μιας μουσουλμάνας και άλλα.

 

Τον Ιωάννη θα τον λατρέψει ακόμη και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης και δεν υπάρχει περίπτωση να μη συγκινηθεί από το δράμα του. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για την Κρήτη, την περίοδο που αυτή υπήρξε χωνευτήρι λαών και πολιτισμών, γραμμένο με αγάπη και μεράκι από τον Κρητικό συγγραφέα για την πατρίδα του.