Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Θανάσης Μπαρλαγιάννης, Ιατρική ιστορία της Επανάστασης του 1821, εκδ ΕΑΠ


 Την Ελληνική Επανάσταση με άλλα μάτια, εκείνα ενός ιατρού, βλέπει ο ιστορικός με ειδίκευση στην ιστορία της Δημόσιας Υγείας, Θανάσης Μπαρλαγιάννης. Προσφέρει, επομένως, στο βιβλίο του μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση και ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης από όσες έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε ως τώρα.

Πρόκειται για ένα θέμα για το οποίο όχι μονάχα το ευρύ κοινό, αλλά και οι ίδιοι οι ιστορικοί δεν γνωρίζουν πολλά και το οποίο δεν έχει μελετηθεί επαρκώς ως τις μέρες μας. Αφορμή για την έκδοση και τη συγγραφή του παρόντος πονήματος, ήταν τόσο η πανδημία του Covid-19, όσο και η επέτειος των διακοσίων χρόνων από την Παλιγγενεσία.

Ο Μπαρλαγιάννης εκθέτει πρωτίστως την κατάσταση από υγειονομικής πλευράς κατά τους τελευταίους αιώνες της οθωμανοκρατίας στον ελλαδικό χώρο και σημειώνει τις αλλαγές που πραγματοποιούνται υπό την επιρροή  της Δύσης, στην οθωμανική αυτοκρατορική διακυβέρνηση της υγείας και της σωματικής υγιεινής. Αναφέρει τους πιο γνωστούς γιατρούς της εποχής, αλλά και ποια επαγγέλματα αναλάμβαναν παράλληλα και καθήκοντα θεραπευτών, όπως π.χ. οι μπαρμπέρηδες, οι φαρμακοποιοί, οι μοναχοί, οι λόγιοι, οι καφεπώληδες κ.α. Αποτιμά επίσης τη συνεισφορά των Οθωμανών στον τομέα της υγείας.

Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει τη σωματική υγιεινή κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, τη διατροφή, την ένδυση, την επιμελητεία και την προσωπική υγιεινή των Αγωνιστών του 1821, καθώς και τις αλλαγές που επέφερε ο πόλεμος στο όλο ζήτημα.

Το τρίτο κεφάλαιο πραγματεύεται ζητήματα τα οποία αφορούν τη στρατιωτική ιατρική, είτε στα πεδία των μαχών, είτε στα μετόπισθεν, καθώς και την ύπαρξη στρατιωτικών νοσοκομείων. Εδώ ανακινείται επίσης και το προσφυγικό ζήτημα, ένα ζήτημα καίριας σημασίας σχετικά με τι επιπτώσεις του στο ζήτημα της δημόσιας υγείας στην ελλαδική χερσόνησο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, αφού οι συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών αποτελούσαν πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη μετάδοση λοιμωδών ασθενειών.

Στο τελευταίο κεφάλαιο εξετάζεται η υγεία από την πλευρά του κράτους, οι μηχανισμοί, δηλαδή, που χρησιμοποιούσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος προκειμένου να διαχειριστεί την εξάπλωση πανδημιών, όπως την πανώλη που είχε ενσκήψει στην ελληνική χερσόνησο κατά τα τελευταία χρόνια της Επανάστασης. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα σχετικά με το πως έβλεπαν οι πολιτικές αρχές και οι άνθρωποι τον πιο διαδεδομένο σήμερα θεσμό στον χώρο της υγείας:

"Το νοσοκομείο υπηρετούσε, όπως κάθε άλλο μέτρο περίθαλψης, αλλά με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, τη λογική της διανομής και της δέσμευσης στον χώρο και στις τοπικές αλληλεξαρτήσεις. Το νοσοκομείο επέβαλλε έναν σχεδόν απόλυτο έλεγχο στις σωματικές εκκρίσεις, στις συμπεριφορές, στη στάση του σώματος, στην εκδήλωση του πόνου και άλλων αυθόρμητων εκφράσεων καθώς και την ομοιομορφία, την ταξινόμηση, την οριοθέτηση, την υγιεινή".

 Παρ' όλο που το βιβλίο αποτελεί καθαρά επιστημονικό σύγγραμμα και είναι γραμμένο σε γλώσσα συναφή, εντούτοις προσφέρεται για ανάγνωση από όποιον θέλει να εντρυφήσει στο θέμα. Κυρίως όμως, το συγκεκριμένο πόνημα των εκδόσεων του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου προσφέρεται για να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για νέους ιστορικούς και ερευνητές της Ελληνικής Επανάστασης.

 Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι εκτενείς σημειώσεις στο τέλος κάθε κεφαλαίου και η παράθεση της βιβλιογραφίας θα αποτελέσει πολύτιμο αρωγό σε όποιον αποφασίσει να ασχοληθεί περαιτέρω με το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ιωάννης Τσούμας, Η ιστορία των διακοσμητικών τεχνών και της αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη και την Αμερική 1760-1914, εκδ. Επίκεντρο

 

 

Μία έξοχη επιστημονική μελέτη σχετικά με την ιστορία των διακοσμητικών τεχνών και της αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη και την Αμερική από το 1760 έως και το 1914 υπογράφει ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης Ιωάννης Τσούμας.

 

Το παρόν αυτό εκτενέστατο πόνημα είχε αποτελέσει τη διδακτορική διατριβή του Ιωάννη Τσούμα και την παρούσα έκδοσή της προλογίζει ο Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης Εμμανουήλ Μαυρομάτης.

 

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη χειροτεχνία και το ντιζάιν πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Σε αυτό ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι η μηχανή αποτελούσε ήδη από την προβιομηχανική περίοδο το συστατικό στοιχείο της παραγωγής και παραδέχεται ότι η παραδοσιακή χειροτεχνία είναι η μητέρα του σύγχρονου ντιζάιν. Ο Τσούμας πιάνει το νήμα της αφήγησης από την Ιταλία της Αναγέννησης και συνεχίζει ως τις αυλές των ισχυρών βασιλέων του 17ου και του 18ου αιώνα με τα κομψά πορσελάνινα αντικείμενα.

 

Η βιομηχανία ήταν, επομένως, η φυσική συνέχεια της χειροτεχνίας. Αυτή αναπτύχθηκε αρχικά για τα υφάσματα και  το μετάξι και στη συνέχεια επεκτάθηκε και στους άλλους τομείς.

 

Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένος στη  βικτωριανή εποχή. Περιγράφεται αναλυτικά το βικτωριανό ιδεώδες σχετικά με το ντιζάιν. Μεγάλο μέρος του αφιερώνεται στην Μεγάλη Έκθεση του 1851 στο Λονδίνο, μία έκθεση που σηματοδότησε έκτοτε, εκτός από την επίσημη έναρξη της Βιομηχανικής Εποχής, και την απαρχή για τη διοργάνωση παρόμοιων εκθέσεων ανά τον κόσμο, όπως του Παρισιού το 1889 και την κατασκευή του περίφημου Πύργου του Άιφελ. Ο νεοκλασικισμός και το ροκοκό αναβιώνουν προτού παραχωρήσουν τη θέση τους στην αρχιτεκτονική του σιδήρου, η οποία κυριαρχεί την περίοδο 1851-1900.

 

 Εν συνεχεία, ο συγγραφέας ασχολείται με το Κίνημα των Τεχνών και των Χειροτεχνιών, τους μεγάλους θεωρητικούς του, τον Γουίλιαμ Μόρις, τον Τζο Ράσκιν και την αδελφότητα των Προ-ραφαηλιτών.

 

Κατόπιν, στο επόμενο κεφάλαιο, ο Τσούμας εκθέτει το θαύμα της Νέας Τέχνης-το κίνημα Αρ Νουβώ, τις ρίζες και τις πηγές της, αλλά και την εξέλιξή της σε Μεγάλη Βρετανία, ΉΠΑ, Αγγλία, Σκωτία, Βέλγιο και Ολλανδία, Γαλλία και Ισπανία, Γερμανία και Αυστρία.

 

Τέλος, εκθέτει το ντιζάιν και την αρχιτεκτονική πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο προετοίμασε αδιαμφισβήτητα τη Σχολή του Μπάουχαουζ. Μετά το 1920 θα επικρατήσει ο Μοντερνισμός στις εικαστικές και διακοσμητικές τέχνες.

 

Το βιβλίο αυτό, πλήρες και κατατοπιστικό, συνοδευόμενο από μεγάλο αριθμό έγχρωμων φωτογραφιών, συμπληρώνει ένα κενό στην ελληνική ιστοριογραφία και απευθύνεται τόσο σε ειδήμονες, όσο και στο ευρύ κοινό που ενδιαφέρεται για την εξέλιξη της διακοσμητικής και της αρχιτεκτονικής τέχνης  στην Ευρώπη και την Αμερική μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Ian Collins, John Craxton, Ο αγαπημένος της ζωής μια ελληνική ψυχή, εκδ. Πατάκη

 

Ο αγαπημένος της ζωής δεν ήταν άλλος από μία γνήσια ελληνική ψυχή, τον Άγγλο ζωγράφο John Craxton, οπαδό της μποέμικης ζωής και ζωγράφο των ανθρώπων των χωριών και της υπαίθρου. Τη βιογραφία του παρουσιάζει ο συγγραφέας Ian Collins στο παρόν πόνημα.

Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είχα ακούσει ποτέ πριν για τον ζωγράφο αυτό. Θεωρώ, λοιπόν, ότι και για πολλούς άλλους αναγνώστες η ζωή και το έργο του ζωγράφου αυτού θα είναι εξίσου άγνωστα. Κι όμως, όπως διαπίστωσα, θα έπρεπε να τον γνωρίζω, ιδιαίτερα εγώ ως Κρητικιά, αφού ο John πάνω απ' όλα αγάπησε τα άγρια βουνά της πατρίδας μου και πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στο νησί μου.

Το έργο του είναι πολυδιάστατο. Θυμίζει ενίοτε έντονα Πικάσο- κάποιοι αποκάλεσαν τα έργα του "ο κυβισμός του Αιγαίου"-  αλλά τα χρώματα και οι μορφές του έργου του περιέχουν κάτι από όλη τη μοντέρνα ευρωπαϊκή ζωγραφική παράδοση, με τα χτυπητά και πολύχρωμα χρώματα και με τις γωνιώδεις μορφές των ανθρώπων.

Ο John Craxton γεννήθηκε το 1922 και απεβίωσε πρόσφατα σχετικά, μόλις το 2009. Μεγάλωσε σε μποέμ περιβάλλον με πατέρα μουσικό και είχε πέντε αδέλφια. Ήταν λογικό, επομένως, να αποκτήσει και αυτός την ίδια φιλοσοφία σχετικά με την απόλαυση και την απλότητα της ζωής. Σκιτσάριζε διαρκώς, ήξερε όμως παράλληλα να γλεντάει και να ρουφάει τη ζωή μέχρι το μεδούλι. 

Ήδη από δεκατριών ετών ήξερε ότι ήθελε να γίνει ζωγράφος. Παρ' όλα αυτά δεν έδωσε ποτέ του εξετάσεις στον τομέα του και δεν έλαβε ποτέ καμιά πιστοποίηση για την τέχνη του. Οι σπουδές του περιλάμβαναν μονάχα ό,τι διδάχτηκε στα σχολεία όπου φοίτησε. Ξεκίνησε την καριέρα του ζωγραφίζοντας σκηνικά, παρέμεινε όμως πάντοτε ανένταχτος και δεν θεωρούσε ότι ανήκε πουθενά.

 Μια επίσκεψη στο Μουσείο της Οξφόρδης τον έκανε να επιθυμεί σφόδρα να επισκεφθεί την Ελλάδα, όπως και έγινε. Επισκέφθηκε αρχικά την Αθήνα, τον Πόρο, την Ύδρα, τις Σπέτσες, τη Θεσσαλονίκη και πολλά από τα νησιά των Κυκλάδων, πριν αποφασίσει να μείνει οριστικά στην Κρήτη από την οποία κυριολεκτικά μαγεύτηκε. Πάντοτε όμως επέστρεφε ανά περιόδους στο Λονδίνο προκειμένου να αναλάβει διάφορες εργασίες.

Έμεινε στην ιστορία  για τις απεικονίσεις Ελλήνων βοσκών, εργατών και χορευτών και γνώρισε όλες τις μεγάλες προσωπικότητες της εποχής του: από τον Ουίνστον Τσόρτσιλ μέχρι τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα,, τον Σταύρο Νιάρχο και τον Μιχάλη Κακογιάννη, μέχρι τον Lawrence Durrel, τον Πάτρικ Λη Φέρμορ, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Σοφοκλή Βενιζέλο, τον Τσαρούχη και τον Μόραλη.

Η βιογραφία του Collins είναι ρέουσα και ολοζώντανη. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η μεγάλη έκταση που αφιερώνει στα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον βίο του Craxton. Δεν αγνοεί, επομένως, τον περίγυρο και δεν προσκολλάται σε ημερομηνίες και στείρα παράθεση των γεγονότων. Ο συγγραφέας βασίστηκε σε πολλά αποσπάσματα ημερολογίων του ίδιου και του αγαπημένου του Lucian, αλλά και άλλων προσωπικοτήτων που τον περιέβαλαν, καθώς και σε σημειώσεις, επιστολές και συνεντεύξεις.

Αξίζει, επομένως, να γνωρίσει ο Έλληνας αναγνώστης αυτή τη γνήσια ελληνική ψυχή. Η αγάπη που έτρεφε για την Ελλάδα φαίνεται ολοκάθαρα από το παρακάτω απόσπασμα, γραμμένο αφού πάτησε μόλις για πρώτη φορά το πόδι του στη χώρα μας:

"...Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο ευχάριστη είναι αυτή η χώρα και ο υπέροχος ζεστός ήλιος όλη την ημέρα και το βράδυ ταβέρνες: ζεστές γαρίδες σε ελαιόλαδο και υπέροχο κρασί και η απαλή μυρωδιά των ελληνικών πεύκων. Δεν θα γυρίσω ποτέ στην Αγγλία. Πώς θα μπορούσα;"

Γεωργία Τάτση, Πίσω από τον ήχο του νερού, εκδ. Βακχικόν

 

Κινούμενη ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον υπερρεαλισμό η Γεωργία Τάτση υπογράφει τη νουβέλα με τον μυστηριακό τίτλο «Πίσω από τον ήχο του νερού». Όπως υποδηλώνει και το τίτλος, η συγγραφέας προσπαθεί να εστιάσει με τα γραφόμενά της σε όλα εκείνα τα οποία δεν φαίνονται ξεκάθαρα με την πρώτη ματιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή.

 

Τι συμβαίνει άραγε όταν ένας άνδρας, σχεδόν στη δύση του βίου του, αποφασίζει να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο του προκειμένου να πουλήσει το εγκαταλελειμμένο πατρικό του; Το φαινομενικά απλό αυτό γεγονός θα αποβεί ένα χρονικό μνήμης του άνδρα στην παιδική του ηλικία. Στις αναμνήσεις αυτές πρωτοστατούν το ίδιο το σπίτι, οι γονείς και ιδιαίτερα η μάνα. Είναι όμως αληθινές αυτές οι μνήμες ή κατασκευασμένες; Οπωσδήποτε ένας ηλικιωμένος άνδρας βλέπει πλέον αλλιώς τα γεγονότα από ότι όταν ήταν ο ίδιος παιδί. Ποια εκδοχή είναι η «σωστή» και ποια η «παραποιημένη»; Μήπως τελικά είναι και οι δύο αληθινές; Διότι όταν εν τέλει ο μεσίτης θα επισκεφθεί το σπίτι, θα αρχίσουν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα: άλογα να πηδούν από τα παράθυρα, πρόβατα να κατεβαίνουν από τους τοίχους και πολύχρωμα παγόνια να περπατούν μέσα στα δωμάτια.

 

Όταν μεγαλώνουμε, τα γεγονότα της παιδικής μας ηλικίας, ιδωμένα από τόσο απόσταση, είναι σαν να συνέβησαν σε κάποιον άλλον και όχι σε εμάς. Είναι λες και η ζωή εκείνη που είχαμε τότε, τόσο διαφορετική από τη σημερινή, να είναι πλέον ψεύτικη. Είναι έτσι άραγε ή μήπως συμβαίνει το ανάποδο; Μήπως η πραγματική τελικά ζωή μας είναι μονάχα αυτή που επιβιώνει στη μνήμη μας;

 

Όπως το άλογο καλπάζει γοργά, έτσι τρέχει, φεύγει και χάνεται και η ίδια μας η ζωή, κάτω από το βάρος του αδυσώπητου χρόνου. Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Τάτση, αναδεικνύονται ένα σωρό αντιθετικά ζευγάρια τα οποία αποτελούν την ουσία και τον σκελετό της αφήγησης και συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους:  το παρόν και το παρελθόν, ο άνδρας ως ενήλικας και ο ίδιος άνδρας ως παιδί, η μητέρα και ο πατέρας του, το χαρούμενο σπίτι τότε, γεμάτο ζωή, και το εγκαταλελειμμένο σπίτι τώρα, ένα ερείπιο, τα ζώα και οι άνθρωποι, η ασθένεια και η υγεία, η αρχή και το τέλος, το μερικό και το ολόκληρο, η ζωή και ο θάνατος, το ψεύτικο και το αληθινό, το ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό.

 

Εν κατακλείδι το «Πίσω από τον ήχο του νερού» πρόκειται για μία  νουβέλα η οποία κινείται στα πλαίσια του υπαρξισμού και του μαγικού ρεαλισμού με επίκεντρο την ανθρώπινη ψυχή ενός ηλικιωμένου και τις αναμνήσεις του.

 

«Σκατά αλιεύς ιστοριών είμαι. Σκατά ιστορίες ψάρεψα. Σκατά ιστορίες ψαρεύω. Καμιά ιστορία δεν ξέρω από την αρχή ως το τέλος. Μόνο την αρχή. Ή μόνο το τέλος. Ίσως και λίγο πριν από το τέλος. Ή και λίγο μετά από την αρχή. Ακόμα και το γράμμα που σου γράφω, σπαράγματα. Τίποτα ολόκληρο. Ούτε ένα γράμμα. Ξέρεις πόσα χρόνια γράφω αυτό το γράμμα; Το σκίζω και το ξαναγράφω, το ξανασκίζω και το ξαναγράφω. Ξέρεις πόσες φορές το έχω σκίσει και το έχω ξαναγράψει στο κεφάλι μου; Ξέρεις τι πέταξα, πόσες παραγράφους, πόσες φράσεις, πόσες λέξεις έχω πετάξει; Έκοψα, έραψα, πρόσθεσα, αφαίρεσα, διέγραψα, άλλαξα. Πάντα γραμμένο και πάντα άγραφο.  Σκατά αλιεύς ιστοριών. Ποια ιστορία; Ούτε ένα γράμμα δεν αξιώθηκα από την αρχή ως το τέλος».