Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

Γιώτα Γουβέλη, Βεντέτα στον Βόσπορο, εκδ. Διόπτρα

 

Μία περίτεχνη ιστορία από πλευράς μυθοπλασίας, η οποία διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη των μέσω του εικοστού αιώνα προσφέρει στους αναγνώστες της η πολυγραφότατη συγγραφέας μυθιστορημάτων Γιώτα Γουβέλη στο βιβλίο της με τίτλο «Βεντέτα στον Βόσπορο».

 

Όπως πράττει σε όλα της τα μυθιστορήματα, η Γουβέλη, αφορμώμενη συνήθως από ένα αληθινό ιστορικό γεγονός, υφαίνει γύρω από αυτό μία περίπλοκη μυθιστορία δημιουργώντας όχι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, -αφού στα βιβλία της τα σκήπτρα δεν κρατά ποτέ η Ιστορία, αλλά η Λογοτεχνία- αλλά ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα εποχής.

 

Στην περίπτωση αυτή, το ιστορικό γεγονός που εμπνέει τη Γουβέλη είναι τα τραγικά γεγονότα του ’55 στην Κωνσταντινούπολη. Θα ήταν λάθος, όμως, να έλεγε κανείς ότι η συγγραφέας επικεντρώνεται μονάχα σε αυτά. Αντιθέτως, στόχος της είναι περισσότερο να απεικονίσει τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη, όπως αυτή ήταν για τους ομογενείς μας στα μέσα του περασμένου αιώνα, προτού να συμβούν όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα που οδήγησαν, εν τέλει, στην εξαφάνιση του ελληνισμού της Πόλης.

 

Η Γουβέλη δημιουργεί εικόνες στον νου των αναγνωστών παρμένες από την καθημερινή ζωή των Ελλήνων της Πόλης. Συνοικίες όπως το Πέραν, το Μπαλάτ, η Πρίγκηπος και μέρη όπως το Ιωακείμειο Παρθαναγωγείο και το ρωμαϊκό ορφανοτροφείο πρωταγωνιστούν στις σελίδες του βιβλίου μαζί με τους ήρωες και τις ηρωίδες της. Αυτές είναι πρωτίστως γυναίκες: η νεαρή και όμορφη Ευθαλία και οι αδελφές Θεώνη και Βασιλική Καρασούλη. Από άνδρες, τον κύριο λόγο στην υπόθεση έχει ο αδελφής της Βασιλικής και της Θεώνης, Θεμιστοκλής, αλλά και ο Γιαννής, ανιψιός του Θεμιστοκλή και γιος της Βασιλικής, ο οποίος θα παίξει και καίριο ρόλο στην υπόθεση. Η τοιχογραφία του πολυάνθρωπου αυτού μυθιστορήματος συμπληρώνεται με ένα κολάζ από δευτερεύοντες χαρακτήρες,  όπως η Φεριντέ Χανούμ, ο πάτερ Ευσέβιος, η Φανή κ.α.

 

Η Γουβέλη χτίζει τη μυθιστορία του βιβλίου της πάνω σε μία βεντέτα. Κάποτε και οι τρεις κόρες του δασκάλου Γεδεών ήπιαν φαρμάκι και αυτοκτόνησαν μέσα σε έξι μόλις μήνες, κι αυτό εξ’ αιτίας ενός άντρα, του Γεώργιου Καρασούλη. Τώρα, τα πνεύματα των τριών αδελφών από τον Κάτω Κόσμο, γυρεύουν εκδίκηση και δικαίωση στην αδικία που τις οδήγησε να απολέσουν τόσο πρόωρα τις ζωές τους. Αυτή η μυστηριώδης δύναμη θα είναι εκείνη που θα οπλίσει το χέρι του Γιαννή ενάντια στον θείο του τον Γιώργη. Οι γυναίκες της οικογένειας, όμως, θα είναι τα πραγματικά θύματα αυτής της υπόθεσης, του τραγικού έρωτα ανάμεσα στον Γιαννή και την Ευθαλία…

 

Το βιβλίο αποτελεί ιδανικό ανάγνωσμα για το καλοκαίρι, καθώς η υπόθεσή του, όπως τη δουλεύει η συγγραφέας, εξελίσσεται γρήγορα και κρατάει τον αναγνώστη καθηλωμένο στις σελίδες του.

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2023

J. Dimbleby, Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, πώς ο Χίτλερ έχασε τον πόλεμο, εκδ. ψυχογιός

 

Ένα έργο-σταθμό στην ιστοριογραφία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου καταθέτει ο Βρετανός διακεκριμένος παρουσιαστής  και ραδιοφωνικός παραγωγός πολιτικών και ιστορικών εκπομπών στο BBC και το ITV Jonathan Dimbleby. Το έργο του τιτλοφορείται «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, πώς ο Χίτλερ έχασε τον πόλεμο» και κυκλοφόρησε την περασμένη άνοιξη από τις εκδόσεις Ψυχογιός στην άριστη μετάφραση του Μενέλαου Αστερίου.

 

Το έργο παρουσιάζει τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου-αλλά και ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας-, της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, της εισβολής, δηλαδή, του Αδόλφου Χίτλερ, δικτάτορα της Γερμανίας στην τότε ΕΣΣΔ, την άλλη δικτατορία υπό τον Ιωσήφ Στάλιν. Επρόκειτο για μία τιτάνια σύγκρουση, η οποία στοίχισε στον Χίτλερ τη νίκη του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού, το δίχως άλλο, η πορεία του πολέμου και τη Ιστορίας θα ήταν, ενδεχομένως, πολύ διαφορετική αν ο Χίτλερ δεν είχε αποφασίσει να εισβάλει στις αχανείς ρωσικές πεδιάδες.

 

Τα βιβλίο αναλύει τόσο το πολιτικό-διπλωματικό κομμάτι της επιχείρησης, όσο και το στρατιωτικό-στρατηγικό. Ο Dimbleby πιάνει το νήμα της αφήγησης από τα γεγονότα πριν από την εισβολή, δηλαδή από το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντρομπ του 1939, το Σύμφωνο λυκοφιλίας μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ, αλλά και από τα πεπραγμένα, τις προθέσεις και τους στόχους των δύο δικτατόρων. Δεν αφήνει επίσης απέξω τις δυτικές δημοκρατίες, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, αλλά ούτε και τις προθέσεις της Ιαπωνίας, της άλλης συμμαχικής δύναμης του Χίτλερ. Όλα αυτά αναλύονται στο πρώτο μέρος του βιβλίου με τίτλο «Η διολίσθηση στον πόλεμο».

 

Τα αυτά καθεαυτά γεγονότα της εισβολής περιγράφονται στο δεύτερο μεγάλο μέρος του βιβλίου με τίτλο «Η εισβολή». Εδώ παρουσιάζονται τα στρατιωτικά γεγονότα της εισβολής, καθώς και όλο το διπλωματικό παρασκήνιο, αλλά και οι σχέσεις των δύο δικτατόρων με τους στρατηγούς τους. Δεν παραλείπεται επίσης η λεπτομερής αναφορά στην Τελική Λύση των ναζί, μία επιχείρηση η οποία ήταν πάντοτε άμεσα συνυφασμένη με την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

 

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίο με τίτλο «Η υποχώρηση» περιγράφεται το τέλος της επιθετικής πολιτικής της Γερμανίας και το πέρασμά της στην άμυνα.  Ακολουθούν ο επίλογος με τις συμπερασματικές κρίσεις του συγγραφέα, οι ευχαριστίες, οι σημειώσεις, η εκτενής βιβλιογραφία και, τέλος, το βοηθητικό ευρετήριο. Βοηθητικοί χάρτες για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου.

 

Το έργο περιέχει την παράθεση πολλών πρωτογενών πηγών, τόσο από επιστολές όσο και από διπλωματικά αρχεία, γεγονός το οποίο αυξάνει τα μέγιστα την αξιοπιστία του βιβλίου ως ιστορικού εγχειριδίου, σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία του στον ιστορικό τομέα, το οποίο, όμως, παραθέτει τις πληροφορίες με τρόπο ευχάριστο και μυθιστορηματικό.

 

Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί σχετικά με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που διαβάζεται απνευστί και θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στις μνήμες των αναγνωστών του. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Χρήστος Δημ. Κρανιώτης-Δέκα χρόνια δρόμος, εκδ. Δίαυλος

Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης καταθέτει ο μυθιστοριογράφος από την Ήπειρο, Χρήστος Δημ. Κρανιώτης, με μία υπόθεση η οποία εκτυλίσσεται από το 1965 μέχρι και το 1975. Το πολυσέλιδο πόνημά του, το πρώτο στον χώρο της λογοτεχνίας, έχει τίτλο «Δέκα χρόνια δρόμος» και διαδραματίζεται στην Αθήνα της εποχής προ της χούντας, κατά την περίοδο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, αλλά και κατά τη Μεταπολίτευση.

 

Το βιβλίο θα ενθουσιάσει τους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας, ιδίως εκείνων που αρέσκονται να διαβάζουν μυθιστορήματα ενηλικίωσης, αλλά και τους λάτρεις των μυθιστορημάτων εποχής και του ιστορικού μυθιστορήματος, αφού είναι πλούσιο σε ιστορικές πληροφορίες οι οποίες παρέχονται στον αναγνώστη με εύληπτο τρόπο, παράλληλα με τις πληροφορίες για τον βίο και την πολιτεία του πρωταγωνιστή Αλέξανδρου, ενός εφήβου με καταγωγή από ένα κεφαλοχώρι από τα Τζουμέρκα των Ιωαννίνων, ο οποίος βρίσκεται στην Αθήνα εν έτει 1965 για να τελειώσει το τότε εξατάξιο γυμνάσιο, αλλά και να σπουδάσει τελικά, μαθηματικά.

 

Το βιβλίο παρακολουθεί την μετεγκατάσταση του Αλέξανδρου στην Αθήνα, την αποφοίτησή του και την είσοδό του στο Πανεπιστήμιο, μέχρι και την αποφοίτησή του. Για τη μετέπειτα πορεία της ζωής του, ο συγγραφέας παραθέτει απλώς ένα επιμύθιο στο τέλος του βιβλίου. Και είναι λογικό κάτι τέτοιο, αφού πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να αφηγηθεί ολόκληρη τη ζωή του πρωταγωνιστή του, αλλά, αντίθετα, θέλει μονάχα να εστιάσει στη σημαντικότερη περίοδο της ζωής του πρωταγωνιστή του: στην ενηλικίωση.

 

Η περίοδος της πρώτης νεότητας ενός ανθρώπου είναι η περίοδος κατά την οποία ανακαλύπτει τον εαυτό του, η περίοδος της μεταμόρφωσης, θα μπορούσαμε να πούμε από παιδί σε ενήλικα, γι’ αυτό και, μαζί με την παιδική ηλικία, θεωρείται από τις πιο σημαντικές περιόδους της ζωής μας, που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας.

 

Ο συγγραφέας όμως δεν εστιάζει μονάχα στον πρωταγωνιστή του, τη ζωή του οποίου εξιστορεί, αλλά και στην εποχή του, την οποία επίσης θέλει να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια, ιδιαίτερα την Αθήνα της εποχής της χούντας. Δεν αφήνει τίποτε απέξω. Την αστυφιλία της εποχής και το χάσμα επαρχίας- πρωτεύουσας. Τα στέκια  της Νίκαιας και των Εξαρχείων. Το πανεπιστημιακό κλίμα και την ατμόσφαιρα στα σχολεία της εποχής. Τη λογοτεχνία και τη μουσική της εποχής. Τις εκλογές της νοθείας του 1961. Τα ταραχώδη γεγονότα του 1965 που οδήγησαν στην επιβολή της δικτατορίας. Τη δολοφονία του Λαμπράκη. Το ποδόσφαιρο. Και τέλος το πραξικόπημα του 1967, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας.

 

Παράλληλα με αυτά που χαρακτηρίζουν την ίδια την εποχή περιγράφονται στο βιβλίο τα συναισθήματα του Αλέξανδρου που μετοικεί στην πρωτεύουσα. Κατόπιν η μετακόμισή του από τη Νίκαια στα Εξάρχεια. Οι πρώτες νυχτερινές περιπλανήσεις του. Οι φιλίες του με τον Άλκη και με τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, άλλοτε στην ίδια ηλικία και άλλοτε μεγαλύτεροι από εκείνον. Η επαφή του με τον κόσμο της μουσικής και της λογοτεχνίας. Οι πρώτες ερωτικές του περιπέτειες, ακόμη και η πρώτη επαφή του με ναρκωτικά.

 

Σε κάποια σημεία το βιογραφικό του συγγραφέα  συναντά εκείνο του πρωταγωνιστή του. Μας είναι, επομένως, δύσκολο να πιστέψουμε ότι το μυθιστόρημα αυτό δεν περιέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενσωματωμένα στη μυθοπλασία του με έντεχνο τρόπο.  Να σημειώσουμε, τέλος, ότι τον πρόλογο  στο μυθιστόρημα αυτό τον υπογράφει ο Δημήτρης Στεφανάκης.

 


Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

Γιάννης Σιώτος, Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά, εκδ. Καστανιώτη


 

«Οι βενιζελικοί εισβάλουν στα καφενεία. Οι βασιλικοί έχουν λουφάξει. Η κερδοσκοπία φουντώνει. Βρίζουν τους πρόσφυγες που κοιμούνται στους δρόμους και σε σκηνές. Η στέγασή τους είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης. Τους αφήνουν στους δρόμους καθώς δεν χωρούν στα θέατρα, στις αποθήκες, στα σχολεία που έχει επιτάξει. Μια αυτοτροφοδοτούμενη κρίση που σε άλλη χώρα θα προκαλούσε επανάσταση, αλλά οι Αθηναίοι  δεν είναι ούτε κομμουνάροι ούτε μπολσεβίκοι, κι έτσι οι παλιοί πολιτικοί με καινούρια λεοντή παραμένουν κύριοι της χώρας».

 

Με τέτοιες σκληρές, ωμές, άκρως ρεαλιστικές  και περιγραφικές με άκρα λεπτομέρεια εικόνες, επιλέγει να μας αφηγηθεί την ιστορία της μικρασιατικής καταστροφής και το δράμα των προσφύγων ο συγγραφέας και οικονομικός συντάκτης Γιάννης Σιώτος στο βιβλίο του με τίτλο «Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά». Με αυτόν τον εναλλακτικό τρόπο, που κινείται ανάμεσα στα όρια μεταξύ δημοσιογραφικής καταγραφής και ιστορικού μυθιστορήματος, ο Σιώτος προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο διαφορετικό για τη μικρασιατική καταστροφή.

 

Και λέμε διαφορετικό διότι  αυτό δεν έχει ως πρωταγωνιστές ούτε τους ίδιους τους πρόσφυγες που εκδιώχθηκαν βίαια από τη γη στην οποία γεννήθηκαν, ούτε τους στρατιώτες που πολέμησαν στην εκστρατεία, αλλά ούτε και τους γηγενείς κατοίκους της Ελλάδας και τους πολιτικούς. Οι ήρωες πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι, αντιθέτως από ότι συνηθίζεται, τρεις ξένοι δημοσιογράφοι οι οποίοι βρέθηκαν στη χώρα μας από τον Αύγουστο του 1922 μέχρι και το 1923, προκειμένου να καταγράψουν τη δική τους αλήθεια σχετικά με τα τραγικά γεγονότα της μεγαλύτερης καταστροφής που έζησε ο ελληνισμός κατά τον εικοστό αιώνα.

 

 Το βιβλίο είναι καρπός πολύχρονης έρευνας, κυρίως μέσα από αρχεία σχετικά με την καταστροφή, αλλά και μέσα από επιστημονικά άρθρα, αποκόμματα εφημερίδων έρευνες στατιστικών για την Ελλάδα της  εν λόγω περιόδου, διάφορα στατιστικά στοιχεία και βιβλιογραφικές μελέτες σχετικές με την περίοδο 1912-1923. Όπως μας λέει ο συγγραφέας στον επίλογο του βιβλίου του, δεν γράφει Ιστορία, ούτε Ιστορία με μυθοπλαστική αφήγηση, αλλά  μυθοπλασία, η οποία θεμελιώνεται με την Ιστορία. Κι αν μη τι άλλο, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η προοπτική της θέασης της καταστροφής μέσα από τα μάτια των ξέων, την οποία και υιοθετεί, η οποία είναι και, φυσικά, πιο αντικειμενική από οποιαδήποτε ελληνική ματιά, φορτισμένη συναισθηματικά. Αυτό το γεγονός, εξάλλου, είναι που κάνει το παρόν πόνημα να ξεχωρίζει, σε σχέση με άλλα ιστορικά μυθιστορήματα με όμοια θεματολογία.

 

Αν και γίνεται αναδρομή σε όλα τα  γεγονότα της περιόδου 1913-1922, εντούτοις, το βάρος της αφήγησης πέφτει στο δράμα που ζουν οι πρόσφυγες και στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα, όπως και στην περιφρόνηση και τον χλευασμό με τους οποίους τους φιλοδωρούν οι γηγενείς. Αυτές οι συνθήκες περιγράφονται πολύ με πολύ ζωντανές πινελιές και προσδίδουν στην ανάγνωση της αίσθηση της αμεσότητας και της εγγύτητας στα γεγονότα.