Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Ροδρίγο Γκαρσία, Αποχαιρετισμός στον Γκάμπο και τη Μερσέδες, εκδ. Ψυχογιός

 

Ένας τρυφερός αποχαιρετισμός ενός γιου στους γονείς του

 

«Το να γράφεις για τον θάνατο αγαπημένων προσώπων είναι μάλλον τόσο παλιό όσο η ίδια η γραφή, κι όμως η ροπή μου προς αυτό κάνει αμέσως το στομάχι μου να δεθεί κόμπος».

 

            Πώς είναι, άραγε, να ζεις με έναν διάσημο πατέρα, να είσαι ο γιος του Νομπελίστα συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών; Την απάντηση σε αυτή μας την απορία αναλαμβάνει να δώσει ο Ροδρίγο Γκαρσία, ο μεγαλύτερος από τους δύο γιους του «Γκάμπο» μέσα σε από τα πιο τρυφερά, συγκινητικά και ευκολοδιάβαστα βιβλία που θα διαβάσετε ποτέ.

Το παρόν πόνημα δεν είναι μία βιογραφία του μεγάλου Γκάμπο, εντούτοις περιέχει αρκετά βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή και τις συνήθειες του μεγάλου συγγραφέα. Το παρόν πόνημα του Ροδρίγο είναι αυτό ακριβώς που μας λέει ο τίτλος του, ένας «αποχαιρετισμός στον Γκάμπο και τη Μερσέδες», ένα σπαραχτικό χρονικό των τελευταίων ημερών του μεγάλου Νομπελίστα συγγραφέα που απεβίωσε στην Πόλη του Μεξικού το 2014 σε ηλικία 87 ετών.

Όσο ο Ροδρίγο έγραφε αυτό το βιβλίο  ταλαντευόταν ανάμεσα στις δύο ταυτότητες που ο πατέρας του είχε για τον ίδιο: εκείνη του διάσημου συγγραφέα και εκείνη του αγαπημένου γονιού. Και η αλήθεια είναι ότι και εμείς καθώς διαβάζουμε το πόνημά του, αμφιταλαντευόμαστε ανάμεσα στις δύο θεάσεις του Γκάμπο. Διότι μπορεί για εμάς να ήταν ένας μαγικός ταξιδευτής, μέσα από τα βιβλία του οποίου ταξιδέψαμε πολλάκις στη Λατινική Αμερική και στον υπέροχο μυθιστορηματικό κόσμο του, αλλά για τον Ροδρίγο και για τον αδελφό του ο Γκάμπο δεν ήταν μόνο ένας διάσημος συγγραφέας. Ήταν ο άνθρωπος που θύμωνε αν τον ξυπνούσες απότομα, ο άνθρωπος που συμβούλευε τους γιους του, ο άνθρωπος που λάτρευε τη γυναίκα του τη Μερσέδες, αλλά δεν δίσταζε, συγχρόνως, να φλερτάρει και με όποια νεαρή γυναίκα έπεφτε στον δρόμου του, ο άνθρωπος που έγραφε με αφοσίωση κάθε πρωί ως το μεσημέρι, αλλά και ο άνθρωπος που διέθετε άφθονο χιούμορ στις διαπροσωπικές του σχέσεις.

Πέρα, όμως, από τη διάσταση της διάσημης πλευρά του πατέρα, το βιβλίο που γράφει ο γιος του θα μπορούσε να ανήκει και σε οποιοδήποτε τέκνο που αποφασίζει να αποχαιρετίσει τους γονιούς του. Διότι όταν φτάνουμε στη μέση ηλικία και οι γονείς μας ζουν, βλέπουμε αλλιώς τα πράγματα. Η απώλειά τους, και ειδικότερα η απώλεια και του δεύτερου εν ζωή γονιού μας σηματοδοτεί για μας ένα ορόσημο, ένα σημείο χωρίς επιστροφή, ένα σημείο παραδοχής ότι και εμείς οι ίδιοι έχουμε μεγαλώσει πλέον αρκετά και είμαστε αρκετά κοντά σε αυτό που ονομάζουμε τέλος της πορείας μας.

«Τώρα είμαι σχεδόν στην ηλικία που ήταν ο πατέρας μου όταν τον ρώτησα τι σκέφτεται τα βράδια, αφού σβήσει τα φώτα. Όπως και αυτός, δεν ανησυχώ ακόμη πολύ, αλλά έχω επίγνωση του χρόνου. Προς το παρόν, είμαι ακόμη εδώ και τους σκέφτομαι{τους γονιούς μου}».

Αυτό μας καταθέτει από καρδιάς ο Ροδρίγο στο τέλος του βιβλίου του, έχοντας πλήρη επίγνωση της απολυτότητας του θανάτου και του αναπότρεπτου γεγονότος ότι κάθε μέρα της ζωής μας που περνάει μας φέρνει πιο κοντά σε αυτόν.

Τρυφερή και συγκινητική, ρομαντική και αυθόρμητη, εκ βαθέων και ειλικρινής, η εξομολόγηση αυτή του γιου του μεγάλου συγγραφέα θα είναι ένα βιβλίο που θα θυμόμαστε για καιρό.

Gregory Jusdanis, Peter Jeffreys, Κωνσταντίνος Καβάφης, ο άνθρωπος και ο ποιητής, εκδ. μεταίχμιο

 

Χωρίς τίτλο.jpg

 

Μία πλήρης βιογραφία

Το κενό στην ιστοριογραφία σχετικά με μία βιογραφία του παγκοσμίου εμβέλειες ποιητή, Κωνσταντίνου Καβάφη, έρχονται να καλύψουν οι εκδόσεις Μεταίχμιο και δύο καθηγητές πανεπιστημίου των ΗΠΑ ελληνικής καταγωγής, ο Γρηγόρης Τζουσδάνης, Διακεκριμένος Καθηγητής Τεχνών και Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, και ο Παναγιώτης Τσαφαράς, Αναπληρωτής Καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Suffolk της Βοστόνης με τη νέα, πλήρη βιογραφία του που τιτλοφορείται «Κωνσταντίνος Καβάφης, ο άνθρωπος και ο ποιητής». Οι δύο συγγραφείς μας προσφέρουν «το πιο ολοκληρωμένο πορτρέτο του Αλεξανδρινού ποιητή» σύμφωνα με την εφημερίδα  Guardian σε «ένα από τα πιο πολυαναμενόμενα βιβλία της χρονιάς», σύμφωνα με το Literary Hab.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν χωρά καμιά αμφιβολία ότι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα και του οποίου η φήμη αντί να φθίνει, διογκώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Αναντίρρητα πρόκειται για έναν από τους πολυδιαβασμένους και πολυμεταφρασμένους Έλληνες ποιητές στο εξωτερικό σήμερα, κι ας μην τιμήθηκε ποτέ με το Βραβείο Νόμπελ, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γεώργιος Σεφέρης.

Οι δύο συγγραφείς στο βιβλίο αυτό μετά τα απαραίτητα προλεγόμενα, το εισαγωγικό σημείωμα και την παράθεση του απαραίτητου βιοχρονολογίου του μεγάλου ποιητή, εξετάζουν βήμα βήμα τη ζωή του Καβάφη ειδωμένη από όλες τις μεριές: από τη μεριά της οικογένειάς του, από την πλευρά του φιλικού του περίγυρου, από την οπτική του μέρους όπου διέμενε, της Αλεξάνδρειας, από την πλευρά του έργου του, αλλά και από τη μεριά της φήμης του ποιητή. Κάθε μία από αυτές τις παραμέτρους εξετάζεται σε κάθε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου. Επομένως δεν πρόκειται για την κλασική βιογραφία με την έννοια της αυστηρής χρονολογικής αφήγησης. Αντιθέτως, η εξιστόρηση ξεκινά με τη σκηνή του θανάτου του ποιητή στις 29 Απριλίου του 1933 στην αγαπημένη του Αλεξάνδρεια από καρκίνο στον λάρυγγα.

Ποιος ήταν τελικά ο ταλαντούχος αυτός ποιητής; Γιατί μιλούσε στο έργο του για την ομοφυλοφιλία του, αλλά όχι στις επιστολές του και στην προσωπική του ζωή;  Γιατί η πρώτη πλήρης έκδοση των ποιημάτων του εκδόθηκε μετά από τον θάνατό του; Τι ακριβώς συνέβη με το ζεύγος Σεγκοπούλου που διαχειρίστηκε την κληρονομιά του; Ποιοι ήταν οι πιο αγαπημένοι του φίλοι και ποιες οι αγαπημένες του συνήθειες; Γιατί ήταν ερωτευμένος με την πόλη του, την Αλεξάνδρεια; Πώς ήταν το σπίτι του; Ποια  θεωρούσε ο ίδιος ως τα καλύτερα έργα του; Ποιες ήταν οι σχέσεις με την οικογένειά του και πως επηρεάστηκε από τον πρώιμο θάνατο του πατέρα του; Πώς ήταν η σχέση του με τη βαρετή, δημοσιοϋπαλληλική δουλειά του; Γιατί  δούλευε για χρόνια ολόκληρα τα ποιήματά του; Ποιες ήταν οι απόψεις του για τους αυτόχθονες Αιγύπτιους και οι σκέψεις του για το ελληνικό κράτος; Γιατί δεν ασχολήθηκε με εθνικά θέματα; Και τέλος, αφού γνώριζε  πολύ καλά ότι έχει ταλέντο γιατί ήταν τόσο ανασφαλής και προσεκτικός στις κινήσεις που είχαν να κάνουν με την προώθηση του έργου του;

«Καθώς αποκτούσε περισσότερους υποστηρικτές στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα, ο Κωνσταντίνος κατάλαβε πως δεν μπορούσε να βγάλει τα προς το ζην από τη λογοτεχνία και πως η έκδοση συνεπαγόταν οικονομική απώλεια. Μπορεί αυτό να ήταν ένας από τους λόγους που απέφυγε να εκδώσει μία συμβατική συλλογή ποιημάτων του. Στην πραγματικότητα δεν εξέδωσε ποτέ τα ποιήματά του σε μορφή βιβλίου. Εξαιτίας των πιέσεων της αγοράς και της δικής του τάσης να επιβλέπει ο ίδιος τη δημιουργική διαδικασία, επέλεξε να οικοδομήσει αναγνώστη με αναγνώστη τη φήμη του. Η αρχική ενθάρρυνση που αντιμετώπισε στην Αλεξάνδρεια απέναντι στην προοδευτική του ποίηση τον ώθησε να αναπτύξει τη δική του ιδιαίτερη αλλά ευφυή μέθοδο διανομής των ποιημάτων του».

Μέσα από ακάματη μελέτη των πηγών και των ιδιόχειρων επιστολών του ίδιου του ποιητή και του περίγυρού του, οι δύο συγγραφείς σκιαγραφούν αριστοτεχνικά το πορτρέτο του ποιητή, παραθέτοντας, συγχρόνως και πολλά αποσπάσματα από τα ποιήματά του.

Μία αξιέπαινη προσπάθεια που απευθύνεται σε όλους όσους λατρεύουν τον Καβάφη, αλλά και σε όσους θέλουν να τον γνωρίσουν καλύτερα, τόσο τον ίδιο, όσο και την εποχή του.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Γιάννης Δενδρινός, Η ασήμαντη ιστορία του Δημόνικου Παχτατζή, εκδ. Διόπτρα

 

Ένα σύγχρονο αστικό μυθιστόρημα για την Ελλάδα της κρίσης


 

Ο βραβευμένος για την πρόσφατη νουβέλα του με τίτλο «Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους» συγγραφέας από την Ιθάκη Γιάννης Δενδρινός επιστρέφει αυτή τη φορά με ένα σύγχρονο καθαρά αστικού χαρακτήρα, ένα μυθιστόρημα που ακούει στον αξιοπερίεργο τίτλο «Η ασήμαντη ιστορία του Δημόνικου Παχτατζή». Πρόκειται για ένα πόνημα που διαβάζεται με ενδιαφέρον εξαιτίας της πρωτότυπης θεματικής του και του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας χειρίζεται την αφήγηση και τους χαρακτήρες του.

Προφανώς ο Δενδρινός ήθελε να γράψει κάτι για την Ελλάδα της κρίσης του 2012 και για το πώς αυτή μας επηρέασε όλους ως ελληνική κοινωνία, αλλά και ξεχωριστά τον καθένα μας ως άτομο. Στο μυθιστόρημα αυτό ο Δενδρινός συναντά συγγραφικά δύο αξιοπερίεργους και αρκετά διαφορετικούς και αντίθετους μεταξύ τους χαρακτήρες. Ο πρώτος είναι ο Μάρκος  Αδάμης, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλολογία, αλλά, όπως πολλοί στην Ελλάδα της κρίσης, εργάζεται σε άλλο πόστο, στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Ο Μάρκος κατάγεται από μία κωμόπολη της Εύβοιας. Πρόκειται για έναν μοναχικό τύπο, που ζει συντροφιά με τις αράχνες του σπιτιού του, πληγωμένο από την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά μιας παλιάς του σχέσης, της Κατερίνας, η οποία τον εγκατέλειψε ξαφνικά δίχως λόγο και αιτία μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια σχέσης.

Τον Μάρκο θα επισκεφθεί μια μέρα μία αινιγματική φυσιογνωμία, ένας ηλικιωμένος που ακούσει στο αλλόκοτο όνομα Δημόνικος Παχτατζής, με καταγωγή-συμπτωματικά;- από την ίδια κωμόπολη της Εύβοιας. Το αλλοπρόσαλλο όνομα του ηλικιωμένου-ούτε Δομήνικος, ούτε Νικόδημος-μοιάζει να τονίζει ακόμα περισσότερο την ιδιαιτερότητά του. Ο Δημόνικος είναι ένας πλούσιος μεγιστάνας και επιτυχημένος επιχειρηματίας που ζούσε στις ΗΠΑ και, επειδή  δεν έχει οικογένεια, αποφασίζει σε αυτή την ηλικία να συντάξει τη διαθήκη του και να κληροδοτήσει την αμύθητη περιουσία του σε κάποιους συγχωριανούς του, υπό αυστηρούς, όμως, όρους. Αυτή η διαθήκη θα είναι η αφορμή προκειμένου οι δύο άνδρες να συναντηθούν.

Ο συγγραφέας καταφεύγοντας στην τεχνική της αναδρομής, θα μας παρουσιάσει όλη την πορεία του, μυστηριώδους και εξίσου μοναχικού με τον Μάρκο, Δημόνικου από τα παιδικά του χρόνια στο χωριό, μέχρι τη μετανάστευσή του στην Αμερική, την αρχική του προσαρμογή εκεί, τη γνωριμία του με τον εξίσου παράξενο επιχειρηματία Κοσμά Χρυσοβέργη και τη δημιουργία τελικά της αμύθητης περιουσίας του, την οποία αποφασίζει να τη διαθέσει κατά βούληση.

«Η ζωή απαιτεί δράση και όχι λόγια», μας καταθέτει ο Δημόνικος σε κάποια στιγμή της ζωής του. Ποιοι είναι, άραγε οι λόγοι που ο Δημόνικος δεν έφτιαξε τη δική του οικογένεια; Γιατί αποφασίζει να διαθέσει την περιουσία του με τέτοιους περίεργους όρους; Ο ίδιος είναι κακόβουλος, αναίσθητος, μνησίκακος, θυμωμένος για να θέτει τέτοιους όρους ή μήπως απλά περίεργος; Είναι, εν τέλει, ασήμαντη η ιστορία του, όπως μας λέει ο τίτλος του βιβλίου, ή μήπως όχι;

Με σαφείς περιγραφές τόπων, γεγονότων και προσώπων και με πολλές αμφισημίες σχετικά με την ερμηνεία του πολυδιάστατου έργου του, ο Δενδρινός δημιουργεί ένα μυθιστόρημα που διεισδύει στον ψυχισμό του σύγχρονου Έλληνα της κρίσης, μέσα από αφηγήσεις που επικεντρώνονται στην παρουσίαση των γραναζιών της δυσκίνητης ελληνικής γραφειοκρατίας, αλλά και των μνημών από την πληθωρική μετανάστευση των Ελλήνων στις ΗΠΑ τον περασμένο αιώνα. Ποιος είναι, τελικά, αυτός ο σύγχρονος Έλληνας που αναζητά ακόμη τον εαυτό του μέσα από τις στάχτες του περασμένου μεγαλείου της χώρας; Είναι ο χωρικός που μετανάστευσε στη μεγαλούπολη; Ο ηλικιωμένος που μένει ακόμη στο χωριό; Ο νέος που ακόμη αποζητά σκοπό και νόημα στον βίο του; Ο τυπικός δημόσιος υπάλληλος; Ο δημιουργός μιας αμύθητης περιουσίας μετά από πολύ κόπο; Ή μήπως εκείνος που ξέρει καλά να κρύβει τα πεπραγμένα του;

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Αργυρώ Μαργαρίτη, Μαστοιχειώ, Το δάκρυ του σκίνου, εκδ. Ψυχογιός

 


 

Η Χίος τις παραμονές του ελληνικού ξεσηκωμού

 

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τη Χίο, τη ναυτοσύνη και τη μαστίχα της, αλλά και για τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους του 18ου αιώνα, που έτυχε να ζήσουν τις αλλαγές που επέφερε η Γαλλική  επανάσταση, οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και ο ελληνικός ξεσηκωμός το 1821, γράφει η Αργυρώ Μαντόγλου, γνωστή στο ελληνικό βιβλιοφιλικό κοινό  από τα μυθιστορήματά της «Η ράφτρα», «Vissanto, το κρασί της λάβας» και «Γέρση, είσαι το κόκκινο στο αίμα μου». Το νέο της μυθιστόρημα τιτλοφορείται «Μαστοιχειώ, το δάκρυ του σκίνου» και η υπόθεσή του διαδραματίζεται ως επί τω πλείστον στο νησί της Χίου και λίγο στη Γένουα, μεταξύ των ετών 1798 και 1822- το έτος της καταστροφής της από τους Τούρκους.

Πρώτα απ’ όλα, αυτό που θα μας εντυπωσιάσει στο εν λόγω μυθιστόρημα, είναι η εξαιρετική απεικόνιση της καθημερινής ζωής εκείνη την εποχή. Η συγγραφέας μελέτησε άριστα όλα τα στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τη ζωή στο νησί στο λυκόφως του 18ου αιώνα- υπάρχει παράθεση της βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου-, όπως το προϊόν της μαστίχας, τα πλοία και η ναυτιλία, η τουρκοκρατία και οι μεγάλες αλλαγές της εποχής στο διεθνές πεδίο, αλλά και πιο καθημερινά θέματα, όπως ο γάμος, οι γεννήσεις, οι κληρονομιές της περιουσίας των δυνατών, η ζωή των ναυτικών, η τοπική κουζίνα, η ναυπήγηση ενός πλοίου, η ακριβής διαδικασία συλλογής της μαστίχας και άλλα πολλά.

Το δεύτερο στοιχείο που θα μας εντυπωσιάσει είναι οι πολλοί και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους ήρωες που προσδίδουν ποικιλία και πολυχρωμία στο πόνημα και δεν αφήνουν τον αναγνώστη να πέσει σε τέλμα. Επιπροσθέτως, είναι όλοι τους ολοκληρωμένοι και καλοδουλεμένοι χαρακτήρες από πλευράς της συγγραφέως και όλοι άνθρωποι της εποχής τους.

Τρίτο εντυπωσιακό στοιχείο στο βιβλίο είναι η γλώσσα που η συγγραφέας βάζει να μιλούν οι ήρωες της εποχής, μία γλώσσα με πολλές λέξεις της χιώτικης ντοπιολαλιάς. Δεν είναι, όμως, μόνον αυτό. Οι τουρκικές λέξεις επίσης δεν απουσιάζουν, όπως και ο απλός, «λαϊκός» τρόπος που θα μιλούσε ένας οποιοσδήποτε ναύτης εκείνη την εποχή στο νησί. Η χρήση αυτής της γλώσσας προσδίδει αληθοφάνεια στο πόνημα και μας μεταφέρει κατευθείαν στην καρδιά του 18ου αιώνα, στις παραμονές του ελληνικού ξεσηκωμού το 1821.

Τέλος, στα θετικά του βιβλίου συγκαταλέγονται οι πολλές ανατροπές και η όλη ποικιλία στην υπόθεση του βιβλίου. Οι ήρωες της Μαργαρίτη ερωτεύονται-κάποιες φορές την ίδια γυναίκα-, υποφέρουν, μαζεύουν τη μαστίχα, φτιάχνουν καράβια, δολοπλοκούν, γεννούν απογόνους, μισούν, δραπετεύουν ή μεταναστεύουν, σχεδιάζουν την επανάσταση, σκέπτονται να μετατρέψουν τα ιστιοφόρα τους σε ατμόπλοια, γλεντούν τα χαμαιτυπεία, καμιά φορά υποπέφτουν στην αμαρτία του σοδομισμού, δουλεύουν το μετάξι, τιμωρούν ο ένας τον άλλον όταν υπάρχει λόγος, με λίγα λόγια, ζουν με όλη τη σημασία της λέξης.

Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και το Μαστοιχειώ, το μικρό εκείνο ξωτικό που ζει στο δέντρο του σκίνου: «Ήταν μια ξωτικιά, μια μιλιγάνα, Μαστοιχειώ τη λέγανε, ζούσε μέσα στον κορμό του σκίνου, πως έγινε μια φορά, μέσα του Γυαλιστή, κανείς δεν το θυμάται, κάθισε ένας χρυσαϊτός στο κλαδί και έκρωζε που έχασε την αγαπημένη του. Δάκρυσε η Μαστοιχειώ, καθάριζε και γυάλιζε τα φύλλα του σπιτιού της εκείνη την ώρα, σκίστηκε το κορμί του σκίνου από τον σπαραγμό του πουλιού, κύλησαν τα δάκρυα της ξωτικιάς, μοσκοβόλησε ο τόπος πουλί θα γίνω, χρυσαϊτέ, να ’ρθω μαζί σου, δεν θέλω άλλη, την  π’ αγαπώ μοναχά και πέταξε».

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο για τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης που θα μας κάνει να δούμε το νησί της Χίου με άλλο μάτι και θα μας ταξιδέψει σε δύσκολες και ταραγμένες εποχές.

Βάλια Πετούρη, Από μένα αντίο, εκδ Μίνωας

              Ένα πολύ πρωτότυπο και ιδιαίτερο βιβλίο αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα τα δημοσιογράφου Βάλιας Πετούρη με τίτλο «Από μένα α...