Μετά το εξαιρετικά πρωτότυπο
μυθιστόρημά της με τίτλο «Η ελευθερία της Ελευθερίας», η Κύπρια συγγραφέας Εύα
Λεοντιάδου επανεκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα και πάλι από τις εκδόσεις
Βακχικόν με τίτλο «Ξύπνα σ’ αγαπώ». Η
Εύα Λεοντιάδου γεννήθηκε στη Λευκωσία και διακρίθηκε με έπαινο στον 14ο
Διαγωνισμό Ποίησης και Πεζογραφίας Στοχασμού «Των θαλασσών τα λόγια» του
Συνδέσμου Πολιτισμού Κύπρου.
Σε αντίθεση με το πρώτο της μυθιστόρημα
που έχει χαρακτηριστικά αστυνομικού βιβλίου μυστηρίου, το «Ξύπνα σ’ αγαπώ»
είναι μία καθαρά ερωτική ιστορία. Πρόκειται για τον σφοδρό έρωτα που
αναπτύχθηκε μεταξύ της Ματίνας από την Καλαμάτα, φοιτήτριας στη Φιλολογία του
Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στον Βαγγέλη, γιο γνωστού και πολύ
επιτυχημένου επιχειρηματία της Αθήνας στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Οι
δύο νέοι γνωρίζονται εντελώς τυχαία με χιουμοριστικό τρόπο, την πρώτη κιόλας
μέρα που η Ματίνα πατάει το πόδι της στην πρωτεύουσα. Στη συνέχεια θα χαθούν,
αφού εκείνη η πρώτη τους συνάντηση θα είναι εντελώς τυχαία και θα κάνουν αρκετό
καιρό έως ότου ξαναβρεθούν. Θα καταφέρουν να ξανασυναντηθούν στην αχανή
πρωτεύουσα και να γίνουν ζευγάρι μέχρι η μοίρα να τους χωρίσει και πάλι. Ο
έρωτάς τους θα είναι σφοδρότατος και κεραυνοβόλος από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας
τους και θα είναι αυτός που τελικά θα καταφέρει να τους ξαναενώσει, για πάντα
αυτή τη φορά-ή μήπως όχι; Κοντά τους και οι κολλητοί τους, η Φωτεινή, η
συγκάτοικος της Ματίνας, και ο Φανός, ο παιδικός φίλος του Βαγγέλη, θα δεθούν κι αυτοί με τα δεσμά του έρωτα.
Το
μυθιστόρημα είναι ανάλαφρο και διαβάζεται ευχάριστα και εύκολα μιας και
πρόκειται για μία δυνατή ερωτική ιστορία. Πέρα από τη σχέση της Ματίνας και του
Βαγγέλη, στην οποία εστιάζει η συγγραφέας, στο βιβλίο παρουσιάζονται και όψεις της
φοιτητικής ζωής στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αλλά και όψεις της ζωής
στην επαρχία την ίδια περίοδο.
Παράλληλα,
η συγγραφέας αξιοποιεί μυθιστορηματικά με έξυπνο τρόπο και ένα σημαντικό
γεγονός της δεκαετίας του 1980, και πιο συγκεκριμένα τον μεγάλο σεισμό της Καλαμάτας
στις 13 Σεπτεμβρίου του 1986, ο οποίος
στοίχισε τη ζωή σε είκοσι περίπου ανθρώπους.
Συγχρόνως
παίζει με την ιδέα της Μοίρας και του Πεπρωμένου, αφού τόσο οι ίδιοι της οι
ήρωες, αλλά και η συγγραφέας φέρεται να αναρωτιούνται διαρκώς: θα ξαναβρεθούμε;
Άραγε είναι γραφτό να είμαστε μαζί ή όχι; Θα αντέξει ο έρωτάς τους τις δυσκολίες
που η ζωή θα σπείρει στον διάβα τους;
«Η Ματίνα σήκωσε το κεφάλι και τα βλέμματά τους
συναντήθηκαν. Και κάπου εκεί σαν να πάγωσε η εικόνα. Σαν να πάτησε κάποιος
παύση. Δεν ήταν όμως παύση. Όλα γύρω τους κινούνταν. Κόσμος πηγαινοερχόταν,
αυτοκίνητα κόρναραν, όλα έδειχναν να λειτουργούν κανονικά.
Οι δυο τους όμως έμειναν
ακίνητοι στην ίδια στάση. Ο άγνωστος άντρας όρθιος με το ένα χέρι τεντωμένο σαν
να ήταν έτοιμος για χειραψία, η Ματίνα καθισμένη στο πεζοδρόμιο σε μια λακκούβα
με νερό και τα βλέμματά τους σαν μαγνήτες, δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Αυτά τα
μάτια, ένα ζευγάρι πράσινα μάτια, την κοιτούσαν και δεν μπορούσε να αρθρώσει
λέξη. Ούτε ένα χαίρω πολύ. Η καρδιά της φτερούγιζε. Κοιτάζονταν αμίλητοι για
μερικά δευτερόλεπτα και ήταν σαν να είπαν τόσα πολλά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.