Τρεις γυναίκες σε τρεις διαφορετικές
εποχές που αποζητούν τρόπο να χαράξουν τον δικό τους δρόμο, στη ζωή, αλλά και
στην ίδια την Ιστορία… Γυναίκες που έπεσαν θύματα του καιρού τους, γυναίκες που
αποζητούν τον αληθινό τους εαυτό και την ευτυχία. Μία γυναίκα διάσημη, μία
άγνωστη, δίχως ταυτότητα και μία που ήθελε να γίνει αναγνωρισμένη και το
κατάφερε μονάχα εν μέρει. Τις ιστορίες αυτών των τριών γυναικών μας αφηγείται η
βραβευμένη συγγραφέας και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου στο νέο της βιβλίο με
τίτλο «Ένας δικός της δρόμος».
Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά
για «τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο», όπως μας λέει ο υπότιτλος του βιβλίου, που
συνδέονται νοηματικά.
Ζάκυνθος,
1823.
«Ελευθερία, αν είχα ελευθερία, θα είχα άραγε και
τη «μελαγχολική μούσα» συντροφιά, αν δεν είχα τη βάσανο, θα χρειαζόμουν άραγε τη
συνδρομή της; Και αν αυτή η ανάγκη προκύπτει μόνο μέσα στον εγκλεισμό, αν ο
ανοιχτός ορίζοντας σκορπίζει τη σκέψη, αν ο φρέσκος αέρας καθαρίζει τη ψυχή και
τον νου και οι πνευματικές ανησυχίες αποδειχτούν αχρείαστες συνήθειες;»
Τέτοιες
–απαισιόδοξες και μελαγχολικές- σκέψεις κάνει η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου,
μία από τις πρώτες Ελληνίδες πεζογράφους, η οποία παραμένει, όμως, σήμερα,
γενικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Η Ελισάβετ καταγόταν από μία εύπορη οικογένεια της
Ζακύνθου. Από μικρή είχε επιδείξει μεγάλη έφεση στα γράμματα και αρνήθηκε να
παίξει τον πατροπαράδοτο ρόλο που επιφυλασσόταν εκείνη την εποχή για τις γυναίκες
της τάξης της-δηλαδή γάμος από οικονομικό συμφέρον και πολλά παιδιά. Τελικά, όμως,
μετά από άρνηση των δικών της να την αφήσουν να παραμείνει ανύπαντρη και να
ασχολείται με τα γραπτά της, η ίδια συμφώνησε να παντρευτεί τον Νικόλαο
Μαρτινέγκο. Στάθηκε όμως άτυχη, καθώς πέθανε σε ηλικία μόλις τριάντα ενός ετών
μετά από επιπλοκές στον τοκετό.
Τη
μελαγχολική και δυστυχισμένη ζωή μιας γυναίκας που δεν μπόρεσε να κάνει ό,τι
ήθελε-να γράψει, να δουλέψει, να
ταξιδέψει-αυτήν ακριβώς προσπαθεί να αποτυπώσει η Μαντόγλου στο πρώτο από τα
διηγήματα του βιβλίου της. Και το καταφέρνει: οι γεμάτες απόγνωση και
απαισιοδοξία για τη θέση της γυναίκας σελίδες που θα μας συγκλονίσουν
διαβάζοντάς της, μοιάζουν σαν να έχουν γραφτεί από την ίδια την Ελισάβετ, και
όχι από τη Μαντόγλου, τόσο καλά καταφέρνει η τελευταία να διεισδύσει στον ψυχισμό
μιας γυναίκας θύμα της εποχής της.
Εύβοια,
1906.
«Δεν ρώτησε, ούτε της είπαν κάτι για το τουρκικό
όνομα του κτήματος, φαντάστηκε ότι ήταν κι αυτό απομεινάρι της Τουρκοκρατίας, υπήρχαν
πολλά κατάλοιπα στη γλώσσα των χωρικών, στις μαντίλες των γυναικών, στα
πικάντικα φαγητά αλλά και στην υπόγεια βία, που την ένιωθες εδώ πάνω παρά την
ομορφιά του τοπίου, τα τόσα άγνωστα άνθη, η ύπαιθρος διάσπαρτη από ανοίκεια
φυτά, ήχους πουλιών και ίχνη αυτόχθονων, κατακτητών, περαστικών και φυγάδων.
Κάπου κοντά, της είπαν, υπήρχε το ερείπιο ενός γκρεμισμένου κάστρου, απομεινάρι
των Βενετσιάνων, ένα τζαμί αλλά και τα σπασμένα μάρμαρα ενός αρχαιοελληνικού ναού.
Όπου κι αν κοιτάξεις σ’ ετούτη τη γη υπάρχουν ίχνη παλαιότερων πολιτισμών».
Αυτές
είναι οι σκέψεις μιας διάσημης λογοτέχνιδας, της Βιρτζίνια Γουλφ, για τη χώρα μας
την οποία επισκέφθηκε δύο φορές κατά τη διάρκεια της ζωής της, μία το 1906 και
μία το 1936. Για την πρώτη της αυτή επίσκεψη, η οποία έγινε μετά από πρόσκληση της
φίλης της Ιρέν Νόελ, τα στοιχεία δεν είναι πολλά, η συγγραφέας, όμως, συμπληρώνει
θαυμάσια στο διήγημά τις ημερολογιακές καταγραφές της Βιρτζίνια με τη φαντασία της,
η οποία παραμένει, πάντως, πάντοτε πιστή στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και
στον χαρακτήρα της συγγραφέως.
Βενετία,
σήμερα
«Προχώρησε μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μία
γιγάντια γέφυρα, ετούτη δεν γινόταν αν την παρακάμψει. Πάγωσε από τον φόβο,
κρατήθηκε από έναν κίονα στην άκρη, αλλά βήμα δεν έκανε, αν τη ξανά η παλιά
φοβία, νόμιζε ότι την είχε ξεπεράσει, πρώτη φορά της είχε συμβεί στα φοιτητικά της
χρόνια σε μια ξένη πόλη, κάθε που έπρεπε να πάει στον φίλο της στην άλλη όχθη
έβαζε στοίχημα με τον εαυτό της ότι θα καταφέρει να διασχίσει τη γέφυρα χωρίς
στάσεις και χωρίς ενδοιασμούς, ένας αγώνας ήταν, τώρα μαζί με την αλαλία ήρθε
και η παλιά γεφυροφοβία, οι δύο εκδικητικές ερινύες της την καταδίωκαν και τη βρήκαν ξανά εδώ, σ’ αυτή την υδάτινη, μυστηριώδη πόλη».
Πρόκειται
για το τρίτο διήγημα της συλλογής, το διήγημα που τα βάζει όλα στη θέση του.
Μια γυναίκα επισκέπτεται την πόλη των Δόγηδων, τη γοητευτική Βενετία στο πλευρό
του αρχαιολόγου εραστή της, ο οποίος πραγματοποιεί ανασκαφές εκεί σχετικά με
τον τάφο μίας γυναίκας από τον Μεσαίωνα, η οποία βρέθηκε θαμμένη με μία πέτρα
στο στόμα. Η γυναίκα θα περιδιαβεί τη μαγευτική Βενετία και τα κανάλια της θα
τη βοηθήσουν να χαράξει τον δικό της δρόμο στη ζωή.
Το
τότε και το σήμερα σε έναν γόνιμο διάλογο με άφθονους συμβολισμούς, τρεις
ιστορίες που αναζητούν τη μεταξύ τους σύνδεση, αλλά και μία γερή δόση Ιστορίας
για όσους δεν γνωρίζουν πολλά για τις ζωές της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου και
της Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.