Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Δημήτρης Καμπουράκης, Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Μια σταγόνα μυθολογία 2

 

Πόσο καλά γνωρίζουμε την μυθολογία μας; Υπάρχει,  άραγε, ανάγκη σήμερα για να μας την αναδιηγηθεί κάποιος; Εξακολουθούν αυτές οι αφηγήσεις να είναι το ίδιο γοητευτικές για μας τους αναγνώστες όσο τις βρίσκαμε τον καιρό που πηγαίναμε στο σχολείο και τις ακούγαμε από τους δασκάλους μας;

 Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα είναι ναι. Και ακόμα κι αν αληθεύει το γεγονός ότι την ελληνική μυθολογία -και τις συχνά, άπειρες και διαφορετικές εκδοχές των ίδιων «γεγονότων»- τις έχουν αναδιηγηθεί πολλοί συγγραφείς ανά τους αιώνες, τόσο στην ύστερη αρχαιότητα, όσο στον μεσαίωνα και στους νεώτερους χρόνους, η αλήθεια είναι ότι η ανάγνωση αυτών των γοητευτικότατων ελληνικών μύθων που περιέχουν συνήθως έναν πυρήνα αλήθειας, παραμένει πάντοτε επίκαιρη και εξαιρετικά ευχάριστη, ιδίως αν η αφήγησή τους συνοδεύεται, όπως στην παρούσα περίπτωση, από άφθονο χιούμορ.

            Τον συγγραφέα και δημοσιογράφο  Δημήτρη Καμπουράκη τον έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει πολλάκις μέσα από τα εκλαϊκευμένα ιστορικά, λογοτεχνικά, αλλά και μυθολογικά του πονήματα. Τη δε χαρισματική πένα του, τη διανθισμένη με καλλιέπεια, αλλά και άφθονο χιούμορ και σατυρική ειρωνεία, τη γνωρίζουμε επίσης εξαιρετικά καλά. Το τελευταίο του πόνημα, επομένως, η συνέχεια του πρώτου βιβλίου της μυθολογίας που είχε συγγράψει στο ίδιο στυλ το 2024 (Μια σταγόνα μυθολογία, Τότε που οι Θεοί έμοιαζαν πολύ με τους ανθρώπους,  εκδόσεις πατάκη, 2024), δεν θα μπορούσε να μην χαρακτηρίζεται και αυτό από την ίδια αμεσότητα της διήγησης, το απύθμενο χιούμορ και τον περιποιημένο λόγο. Το βιβλίο «Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Μια σταγόνα μυθολογία 2» αποτελεί τη συνέχεια, το συμπλήρωμα, θα μπορούσαμε να πούμε, των ιστοριών που σχετίζονται με τους Θεούς της Ελληνικής Μυθολογίας, που μας αφηγήθηκε στον πρώτο τόμο της «σειράς» αυτής. Και η αλήθεια είναι ότι μπορεί να υπάρξει και συνέχεια, καθότι οι ιστορίες της μυθολογίας μας είναι αστείρευτες και πάμπολλες και δεν χωράνε όλες σε δύο μικρούς τόμους.

            Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας ξεκινά την  αναδιήγηση των ελληνικών μύθων από  τη γυναίκα του Δία, τη διάσημη και ζηλόφθονη Ήρα, όπως μας λέει και ο τίτλος του πονήματος. Ο συγγραφέας μας εξηγεί με ακρίβεια ποια ακριβώς ήταν η Ήρα, τη γνωριμία της με τον Δία και την κατάκτησή της από αυτόν, καθώς και τον περίφημο γάμο τους με το επεισόδιο του «μήλου της έριδος» που έγινε τελικά και η αφορμή για να ξεσπάσει ο Τρωικός Πόλεμος.

Εν συνεχεία, ο Καμπουράκης μας εξιστορεί όλα τα γεγονότα  που σχετίζονται με την πιο «ελληνική» από τις θεές του ελληνικού Πανθέου: την Αθηνά. Γιατί αυτή ονομάστηκε Παλλάδα και γιατί έμεινε για πάντα παρθένα, όπως άλλωστε και η «σκοτεινή» θεά εξ Ανατολών, η Άρτεμις;

Τέλος, αφού ο Καμπουράκης μας αφηγηθεί τις ιστορίες που σχετίζονται με τις παρθένες αυτές θεές και με την απατημένη Ήρα, πιάνει τον θεό της θάλασσας, τον πανίσχυρο Ποσειδώνα, που ήταν και αυτός τόσο ερωτιάρης και μπερμπάντης όσο και ο αδελφός του ο Δίας. Από τις ερωτικές ατασθαλίες του Ποσειδώνα γεννήθηκαν πολλά παιδιά-εγκληματίες –βλέπε τους κακούργους που καθάρισε ο Θησέας- αλλά και διάσημα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας.

 Εν κατακλείδι, ο Καμπουράκας επιλέγει να μας αφηγηθεί τα όλα όσα σχετίζονται με έναν πιο ελάσσονα σήμερα θεό, αλλά αρκετά διάσημο στην εποχή του, στη μακρινή αρχαιότητα: τον θεό Ασκληπιό, τον γιο του Απόλλωνα.

Οι αναδιηγήσεις αυτού του τόμου, χιουμοριστικές, ενδιαφέρουσες και πάντοτε επίκαιρες, περιμένουν τη συνέχειά τους σε έναν τρίτο τόμο ελληνικής μυθολογίας…

 

Φρέντυ Γερμανός, «Ακριβή μου Σοφία…», εκδ. Διόπτρα

 

Ο Φρέντυ Γερμανός είναι κατ’ εμέ, ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Γλαφυρές περιγραφές, ωραία και στρωτή αφήγηση και, πάντοτε, σεβασμός στην Ιστορία, σε όσα από τα πονήματά του περιλαμβάνονται ιστορικές αναφορές. Έτσι λοιπόν και το βιβλίο του που επανεκδίδει η Διόπτρα σήμερα με τον τίτλο «Ακριβή μου Σοφία…», δεν θα μπορούσε παρά να είναι το ίδιο έξοχο, καθηλωτικό  και ευκολοδιάβαστο με τα άλλα του πονήματα.

Αυτή τη φορά καλούμαστε να γνωρίσουμε από κοντά έναν μεγάλο πρωταγωνιστή της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας και τη σύζυγό του, τον «Γέρο της Δημοκρατίας», που δεν είναι άλλος από τον Γεώργιο Παπανδρέου και την αγαπημένη του, τη Σοφία Μινέικο. Ο τίτλος του πονήματος «Ακριβή μου Σοφία…» δεν είναι παρά η αρχή πολλών ερωτικών γραμμάτων που απηύθυνε στη Σοφία ο Γεώργιος. Το βιβλίο μας αποκαλύπτει την πιο λυρική πλευρά του ορθολογιστή και ρεαλιστή πολιτικού, μια πλευρά που δεν φανταζόμαστε ποτέ ότι είχε. Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο μας αφηγείται ένα κομμάτι της ζωής του Γεωργίου Παπανδρέου, τον καιρό της νιότης του, τότε που ήταν φοιτητής της Νομικής και ένας φλογερός ρήτορας, παθιασμένος με τη ζωή και γεμάτος όνειρα και σχέδια για το μέλλον.

Στο βιβλίο ο συγγραφέας επιλέγει να διανθίσει την αφήγηση για τη ζωή του Παπανδρέου  στα χρόνια της νιότης του με πολλές από τις επιστολές που αντάλλασσε το ερωτευμένο ζευγάρι. Οι πιο πολλές από τις επιστολές χρονολογούνται στα χρόνια 1908-1920, οπότε και η αφήγηση του βιβλίου καλύπτει αυτά τα χρόνια ακριβώς, δηλαδή από τη γνωριμία του ζευγαριού, μέχρι και το 1920, όταν ο ερωτύλος Γεώργιος ερωτεύτηκε την ηθοποιό Κυβέλη Αδριανού, παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμη παντρεμένος με τη Σοφία και είχαν μάλιστα αποκτήσει και τον μικρό Ανδρέα. Επομένως, η αφήγηση αφορά μονάχα τα χρόνια του μεγάλου τους έρωτα, τα οποία είναι, παράλληλα, και τα χρόνια των σπουδών του Γεωργίου, τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Γερμανία, τα χρόνια που υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, αλλά και τα χρόνια που ξεκίνησε να πολιτεύεται στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου, του πολιτικού που θαύμαζε όσο κανέναν άλλον.

Το βιβλίο θα μας κερδίσει με την αμεσότητα και την αυθόρμητη αφήγηση του Γερμανού, ο οποίος μοιάζει σαν να παρακολουθεί το ζευγάρι από την κλειδαρότρυπα και να μας μεταφέρει τις πιο ιδιωτικές του στιγμές, αλλά και τις μύχιες σκέψεις και των δυο τους. Οι περισσότεροι θα εκπλαγούμε με το προφίλ του μεγάλου πολιτικού, όπως αυτό σχηματίζεται μέσα από τα γράμματα που αντάλλασσε το ζευγάρι. Θα δούμε, λοιπόν, έναν Παπανδρέου φλογερό, γεμάτο πάθος, έναν επιδέξιο ποιητή γεμάτο πάθος για τις γυναίκες, τη ρητορική, την πολιτική, αλλά και την ίδια τη ζωή. Έναν άντρα που δεν σταματά στιγμή να ονειρεύεται, που δεν διστάζει ποτέ να τεθεί στην υπηρεσία της πατρίδας που τόσο αγαπά, έναν άντρα τελείως διαφορετικό από τον στυγνό ορθολογιστή, τον μεγάλο πολιτικό που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα χρόνια της πρωθυπουργίας του.

Παράλληλα, θα δούμε και όλες τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της εποχής: τη διαμάχη για τη γλώσσα μεταξύ δημοτικιστών και των υπέρμαχων της καθαρεύουσας, το κίνημα στο Γουδί και την άνοδο στην εξουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Εθνικό Διχασμό, τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τις απόπειρες δολοφονίας του Γενάρχη, την υπογραφή της συνθήκης  των Σεβρών και τόσα άλλα.

Όλα αυτά μετατρέπουν το βιβλίο σε ένα υπέροχο ιστορικό μυθιστόρημα που δεν χάνει όμως τίποτε από τη λογοτεχνική του μαγεία σε καμία του σελίδα.

 

 

 


Γιώργος Μολέσκης, Τα κλεμμένα σταφύλια, εκδ. Βακχικόν

 

Τις παιδικές του αναμνήσεις από την ύπαιθρο της Κύπρου τη δεκαετία του 1950, μας μεταφέρει ο συγγραφέας Γιώργος Μολέσκης στο βιβλίο του με τίτλο «Τα κλεμμένα σταφύλια». Ο Μολέσκης κατάγεται από το χωριό Λύση κοντά στην Αμμόχωστο και σπούδασε Λογοτεχνία και Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για το πλούσιο συγγραφικό έργο του και έχει εκδώσει πάμπολλες ποιητικές συλλογές, μελέτες, δοκίμια, διηγήματα, αλλά και μυθιστορήματα. «Τα κλεμμένα σταφύλια» εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1985 και επανακυκλοφορούν σήμερα από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Στο μυθιστόρημα αυτό κυριαρχεί η αποστασιοποιημένη και επιδερμική αφήγηση ενός τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή. Η εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής του μικρού Ομήρου ακολουθεί γρήγορο ρυθμό, ενώ ο συγγραφέας ακολουθεί την τακτική της ενσωμάτωσης, μέσα στον κυρίως κορμό του μυθιστορήματός του, πάμπολλων ιστοριών από τις ζωές των δευτεραγωνιστών του βιβλίου του. Πολλές από αυτές μάλιστα είναι αφηγήσεις που ο μικρός Όμηρος ακούσει μέσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει. Η αφήγηση ξεκινά τη δεκαετία του 1950, όταν ο μικρός Όμηρος φοιτά στο δημοτικό σχολείο της περιοχής και τελειώνει, κάπως απότομα, όταν ο Όμηρος έχει πλέον μεγαλώσει και φεύγει για να υπηρετήσει τη θητεία του στον στρατό.

Σε αυτά τα δεκαπέντε, περίπου, χρόνια αφήγησης, που αφορά η διήγηση του βιβλίου, παρακολουθούμε πως μεταβλήθηκε η ζωή στο νησί με τον εντεινόμενο αγώνα των Κυπρίων για ανεξαρτησία. Αρχικά, οι σχέσεις Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων ήταν αρμονικές. Μετά από την έναρξη της δράσης της ΕΟΚΑ, όμως, και τα αγγλικά αντίποινα, όλα αλλάζουν. Καχυποψία κυριαρχεί πλέον στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, φόβος και τρόμος για το αύριο.

Μέχρι τότε, ο Όμηρος ζούσε μία ήρεμη ζωή στην κυπριακή ύπαιθρο, με στερήσεις και μπόλικη φτώχεια, βεβαίως, και με όλα τα προβλήματα που μπορεί να επιφέρει σε μία οικογένεια ένας βίαιος πατέρας και δύο γονείς που μονίμως διαφωνούν και μαλώνουν. Ο μικρός Όμηρος πληγώνεται τα μέγιστα από αυτή την αρρωστημένη οικογενειακή ατμόσφαιρα. Μόνη παρηγοριά του η μικρή του αδελφή, η Ελένη. Επιπροσθέτως, ο Όμηρος θέλει να συνεχίσει τη φοίτηση στο γυμνάσιο, αλλά ο πατέρας του δεν συμφωνεί, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η οικογένεια. Τελικά, θα αναγκασθεί να υποταχθεί στην πατρική βούληση, προτού μεγαλώσει και η φυγή του από το σπίτι θα του εξασφαλίσει την προσπάθεια να υλοποιήσει τα παιδικά του όνειρα. Τα παιδικά τραύματα του Ομήρου μπορούν αν συνοψισθούν στα εξής: κακοποίηση της μητέρας του από τον πατέρα του, φόβος του Θεού-τιμωρού και φόβος του θανάτου μέσα από το βίωμα του θανάτου του παππού Ομήρου, παππού του ήρωα.

Εντύπωση θα κάνουν στον αναγνώστη τα αυστηρά ήθη της επαρχίας, η φτώχεια, η υποτίμηση της γυναίκας, αλλά και της μόρφωσης ως αξία ζωής σε μία κοινωνία που ο έγγειος πλούτος φαίνεται να μετρά πάνω απ’ όλα. Το θρησκευτικό στοιχείο, με όλες τις προλήψεις και τις συνακόλουθες δεισιδαιμονίες παρουσιάζεται αρκετά ισχυρό. Και τα όνειρα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια του συγγραφέα να αποτυπώσει την ψυχική κατάσταση του ήρωά του.

Η δεκαετία του 1960 θα φέρει αλλαγές στο νησί, όχι μόνο με τη δράση της ΕΟΚΑ και την κυπριακή ανεξαρτησία, αλλά και με την αλλαγή των ηθών που θα επιφέρει η επέλαση του τουρισμού και η αύξηση της αστικοποίησης.

Όλα τα παραπάνω τα παρακολουθεί ο συγγραφέας μέσα από την ιδιαίτερη αφήγησή του που θα μας ταξιδέψει πίσω στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Σώτη Τριανταφύλλου, Φασισμός, η ιστορία μιας ιδεολογίας, εκδ. Πατάκη

 

Ένα διαφωτιστικό βιβλίο πολιτικής θεωρίας

 

            Η γνωστή και αγαπημένη συγγραφέας, που διαθέτει παράλληλα και την ιδιότητα της ιστορικού, αναλαμβάνει να μας διαφωτίσει σχετικά με μία ιδεολογία που «ακούγεται» πολύ σήμερα, τον φασισμό στο βιβλίο της με τίτλο «Φασισμός, η ιστορία μιας ιδεολογίας», το οποίο πρωτίστως προορίζεται για να διαλύσει ορισμένους μύθους που συνοδεύουν το όλο θέμα και για να μας λύσει πάμπολλες απορίες.

            Όλοι νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι ο φασισμός. Αν, όμως, μας ρωτήσουν, πόσοι από εμάς μπορούμε να δώσουμε μία ξεκάθαρη απάντηση; Εν ολίγοις, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά του φασισμού μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω, όπως μας τα απαριθμεί και η ίδια η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου της:

«Μονοκομματικό κράτος και καταστολή αντιπολίτευσης, επιθετικός εθνικισμός με ιδέες εξαιρετισμού, περιφρόνηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως τα ορίζει η κοινοβουλευτική δημοκρατία, κατασκευή εχθρών-αποδιοπομπαίων τράγων ως ενοποιητικό στοιχείο της εθνικής κοινότητας, λατρεία του στρατού/μιλιταρισμός, σεξιστική αντίληψη των φύλων, έμμονη ιδέα περί εθνικής ασφάλειας, έμμονη ιδέα περί ευταξίας και τιμωρίας των παραβατών, πελατοκρατία και διαφθορά, λαϊκιστική  ρητορική μαζί με πράξη που μεροληπτεί υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας (πελατειακές σχέσεις κρατικού μηχανισμού και επιχειρήσεων».

            Η θεώρηση αυτή τοποθετεί σαφώς τον φασισμό ανάμεσα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο φασισμός παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον τζιχαντισμό του ισλάμ, τον κομμουνισμό, τον φαλαγγισμό της Ισπανίας, τον ναζισμό της Γερμανίας, τον λαϊκισμό, τον πρόσφατο πουτινισμό της Ρωσίας, τον αμερικανικό ναβατισμό του Τραμπ και τον συντηρητισμό, συγχρόνως, όμως, παρουσιάζει και κάποιες διαφορές και αποκλίσεις από όλα τα παραπάνω ρεύματα. Η Τριανταφύλλου στο βιβλίο της εξετάζει πρωτίστως την ιστορία του φασισμού, όπως αυτός γεννήθηκε στην Ιταλία του Μεσοπολέμου, αλλά και όλα τα παραπάνω ρεύματα, αποσαφηνίζοντας πολλά πράγματα που έχουμε μπερδεμένα στο μυαλό μας. Το κίνημα της Χρυσής Αυγής που υπήρχε στη χώρα μας, πάντως, ήταν ένα καθαρά φασιστικό κίνημα, καταλήγει η συγγραφέας.

            Στην αρχή του βιβλίου της η συγγραφέας ανιχνεύει τις ρίζες του φασισμού και τις ιδεολογίες από τον αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη οι οποίες αποτέλεσαν την ιδεολογική αφετηρία  του και συνετέλεσαν στη γέννησή του. Έτσι λοιπόν μαθαίνουμε ότι η τυραννία και ο δεσποτισμός ως έννοιες έχουν την αφετηρία τους στην αρχαία Ελλάδα και η έννοια της δικτατορία στην αρχαία Ρώμη με διαφορετικό,

όμως, περιεχόμενο, ενώ η έννοια της απολυταρχίας ανάγεται στον 18ο αιώνα. Ρίζες της φασιστικής ιδεολογίας μπορούν να ανιχνευτούν σε κάποια έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, αλλά και διανοούμενων της Νεώτερης Εποχής, όπως του Χομπς, του Μακιαβέλι, ακόμη και του Ναπολέοντα Γ΄ και των Ιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης.

Η συγγραφέας εν συνεχεία εξηγεί τα αίτα της γένεσης του κινήματος στην Ιταλία, στις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες του Μεσοπολέμου, και φυσικά, στο Μεγάλο Κραχ του 1929, το οποίο επέτρεψε σε τέτοιες ολοκληρωτικές να βρουν πρόσφορο έδαφος. Επίσης εξετάζει σε ξεχωριστά κεφάλαια τη γλώσσα του φασισμού, αλλά και τα αρχιτεκτονικά ρεύματα που συνδέθηκαν με αυτόν, όπως και την παρουσία των νεοφασιστών στη σύγχρονη εποχή και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εν κατακλείδι πρόκειται για μία έξοχη μελέτη, η οποία δεν πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη, που θα λύσει πολλές απορίες και θα διαφωτίσει πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με το εν λόγω ζήτημα.

Ariel Lawhon, Το παγωμένο ποτάμι, εκδ. Κλειδάριθμος

 

αρχείο λήψης (1)ηξξηηξ.jpg

 

          Μια γοητευτική ιστορική περιήγηση, με πινελιές μυστηρίου, στις ΗΠΑ της εποχής της Ανεξαρτησίας

 

          Ως βιβλίο- έκπληξη θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το ιστορικό-αστυνομικό μυθιστόρημα της Άριελ Λόχον, το πρώτο της που μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα με τίτλο «Το παγωμένο ποτάμι», το οποίο είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό αστυνομικό μυθιστόρημα μυστηρίου που διαδραματίζεται σε παλαιότερη ιστορικά εποχή.

          Αν κοιτάξουμε, βέβαια, τα διαπιστευτήρια της Λόχον, θα διαπιστώσουμε ότι η συγκεκριμένη συγγραφέας έχει πολλά best-sellers στο ενεργητικό της που έχουν φιγουράρει πολλάκις στη λίστα των ευπώλητων βιβλίων των γνωστών εφημερίδων New York Times, καθώς και της USA Today. Τα βιβλία της, όλα τους ιστορικά μυθιστορήματα, έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν γνωρίσει, δικαίως απ’ ότι φαίνεται, μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό. Εγώ προσωπικά, από τη δική μου άποψη ως  αναγνώστρια επί σειρά ετών ιστορικών μυθιστορημάτων, μπορώ να πω με σιγουριά ότι ποτέ μου, μέχρι τώρα, δεν είχα διαβάσει ιστορικό μυθιστόρημα το οποίο να απεικονίζει με τόση ενάργεια τις συνθήκες ζωής στις ανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ, λίγα μόλις χρόνια μετά την αμερικάνικη ανεξαρτησία. Και, ομολογώ απερίφραστα, πως αυτό είναι κάτι το οποίο δεν το περίμενα όταν έπεσε στα χέρια μου το εν λόγω βιβλίο- για να είμαι ειλικρινής, μάλιστα, δεν είχα καν ακούσει τη συγκεκριμένη συγγραφέα.

Όπως μας λέει και η ίδια στο ιστορικό σημείωμα του τέλους του βιβλίου της, η ιστορία της μαίας Μάρθας Μπάλαρντ που θα διαβάσουμε στο εν λόγω βιβλίο, είναι πέρα ως πέρα αληθινή-πλην των αναγκαίων αλλαγών που απαιτούνται προκειμένου να μετατραπεί μία αληθινή ιστορία σε λογοτεχνία. Την ιστορία της μας την αφηγείται η συγγραφέας από την πλευρά της ηρωίδας της σε πρώτο πρόσωπο.

Η μάρθα Μπάλαρντ έζησε στο μικρό Χάλογουελ, πλάι στον ποταμό Κέννεμπεκ της περιοχής του Μέιν στα τέλη του 18ου αιώνα. Μπορεί η Ιστορία μετά βίας να διέσωσε το όνομά της, όμως στην εποχή της και στην περιοχή όπου έζησε, η Μάρθα Μπάλαρντ ήταν μία ξακουστή μαία και θεραπεύτρια, η οποία ξεγέννησε πάνω από χίλιες γυναίκες κατά τη διάρκεια του βίου της, χωρίς να πεθάνει καμία στα χέρια της, κάτι πραγματικά ακατόρθωτο για εκείνη την εποχή. Η Μάρθα είχε την τύχη να παντρευτεί έναν εξαιρετικό σύζυγο και πολύ ανοιχτόμυαλο για άνδρα εκείνη την εποχή, τον Έφρεμ, ο οποίος δεν συμμεριζόταν τις φαλλοκρατικές απόψεις των περισσότερων ανδρών εκείνης της εποχής και ο οποίος κυριολεκτικά τη λάτρευε. Η Μάρθα με τον Έφρεμ απέκτησαν συνολικά εννέα παιδιά-από τα οποία απεβίωσαν από ασθένεια τα τρία. Η προσφορά της Μάρθας στην τοπική ιστορία συνίστατο στο ημερολόγιο καταγραφών που κρατούσε, ένα ημερολόγιο στο οποίο δεν κατέγραφε συναισθήματα, αλλά σημαντικά γεγονότα του δικού της βίου και, κυρίως, όλες τις γεννήσεις στις οποίες παρίστατο και βοηθούσε η Μάρθα. Το ημερολόγιο αυτό, ευτυχώς για εμάς, σώθηκε και η συγγραφέας είχε την ευκαιρία να το διαβάσει και να μας μεταφέρει αυτούσιες ορισμένες από τις καταγραφές του.

Η υπόθεση διαδραματίζεται κατά το έτος Μηδέν για την Ευρώπη, το 1789, το έτος της Γαλλικής Επανάστασης. Η συγγραφέας μεταθέτει μυθιστορηματικά τον πιο παγωμένο χειμώνα στα χρονικά του Μέιν, εκείνον του 1785, στο έτος της Γαλλικής Επανάστασης, προκειμένου να μας αφηγηθεί την ιστορία ενός ομαδικού βιασμού και ενός φόνου με πρωταγωνιστές δύο από τους πιο αξιοσέβαστους ανθρώπους της μικρής πόλης. Το ωραίο στην όλη υπόθεση είναι ότι ο βιασμός αυτός και ο φόνος δεν είναι μία μυθιστορηματική επινόηση της συγγραφέως, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, αλλά αληθινά γεγονότα τα οποία συγκλόνισαν μάλιστα την μικρή κοινωνία της εποχής.

Η Μάρθα, μία γυναίκα που έχει ταχθεί στην υπηρεσία των συνανθρώπων της, θα καταφέρει τελικά να εξιχνιάσει τα εγκλήματα, παρ’ όλο που η ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής δεν ευνοεί κάτι τέτοιο και τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τις γυναίκες, πόσο μάλλον όταν αυτές δεν ανήκουν στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Η Μάρθα, μέσα από τις επισκέψεις της για τις γέννες στις γυναίκες της μικρής πόλης, θα ανακαλύψει ότι, τελικά, όλοι οι κάτοικοι συνδέονται μεταξύ τους με καλά κρυμμένα μυστικά. Η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται μέσα σε μία χρονική διάρκεια έξι μηνών, κατά τη διάρκεια του παγωμένου χειμώνα μεταξύ του Νοεμβρίου του 1789 και του Απριλίου του 1790.

Το μυθιστόρημα είναι πλούσιο σε γεγονότα και ρυθμό αφήγησης και αναδεικνύει με εξαιρετική ζωντάνια τις συνθήκες ζωής των απλών ανθρώπων του λαού σε μία μικρή πόλη των ΗΠΑ λίγα μόλις χρόνια μετά την υπογραφή της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Οι κάτοικοι των ΗΠΑ αποδεικνύεται, πάντως, ότι ήταν σε καλύτερη μοίρα από τους ανθρώπους των ίδιων κοινωνικών τάξεων στην Ευρώπη την ίδια εποχή, αφού είχαν στη διάθεσή τους τους αφθονότερους πόρους της αμερικανικής γης, αλλά και ένα κάπως καλύτερο νομικό σύστημα απέναντί τους σε σχέση με το καθεστώς  που ίσχυε στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Επιπλέον, ο αναγνώστης θα βρει πάμπολλες πληροφορίες και σκέψεις σχετικά με τη μητρότητα, τη διαδικασία του τοκετού τότε, τη θέση των γυναικών εκείνη την εποχή και τις αδικίες που αυτές υφίσταντο μέσα από μία εξαιρετικά χαρισματική πένα, εκείνη της Άριελ Λόχον.

Σταύρος Χριστοδούλου, Έξι λεπτά ακόμα, εκδ. Καστανιώτη

 

"Τι νόημα έχει μια θαμπή ζωή που επισκιάζεται από έναν ανάξιο θάνατο; Η Μαρία ερμήνευσε την τελευταία της σκηνή μ’ όλους τους προβολείς στραμμένους πάνω της. Αυτό κρατήστε μόνο".

 

            Όλοι οι καλλιτέχνες έχουν ως βασική τους επιδίωξη την υστεροφημία και κινούνται από τη ματαιοδοξία τους. Έτσι και η ηθοποιός μιας άλλης εποχής, η Μαρία Σαντά, που βρίσκεται νεκρή στην Εθνική Πινακοθήκη στα ογδόντα πέντε της χρόνια, υπήρξε μία γυναίκα παθιασμένη και φιλόδοξη.

Η Μαρία Σαντά κατόρθωσε να γίνει ηθοποιός σε πείσμα της οικογένειάς της και ιδίως του πατέρα της, ο οποίος επουδενί δεν ήθελε να δει την κόρη του να γίνεται θεατρίνα. Γνώρισε το θέατρο από κοντά για πρώτη φορά όταν βρισκόταν στο κατώφλι της εφηβείας, όταν παρακολούθησε μία θεατρική παράσταση μαζί με την Άσπα, τη θεία της, μοδίστρα στο επάγγελμα, εκείνη που έραβε συχνά και κουστούμια για ηθοποιούς στο θέατρο. Από τότε ερωτεύτηκε τον μαγικό κόσμο του θεάτρου και της υποκριτικής  και, φοιτώντας στο Εθνικό Θέατρο, το έβαλε σκοπό της ζωής της να γίνει μία τρανή ηθοποιός.

Μαζί με το θέατρο ερωτεύτηκε παράφορα και τον άντρα της, τον Στέφανο Τσουκαλά, ελληνοϊταλό. Αυτός θα πιστέψει σε αυτήν και θα την πάρει μαζί του στη Ρώμη προκειμένου να υλοποιήσει το μεγάλο της όνειρο, να μπει στα στούντιο της Τσινετσιτά. Θα τα καταφέρει άραγε; Διότι ο κόσμος του θεάματος κάθε άλλο παρά καθαρός και εύκολος είναι…

Όταν ο Στέφανος θα πεθάνει πρώτος, καθότι δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερός της, η Μαρία θα επιστρέψει στην Ελλάδα, όχι, όμως, ως θριαμβεύτρια, αλλά ως αποτυχημένη ερμηνεύτρια. Εκεί, στην Αθήνα, θα κάνει το μοιραίο λάθος να νομίσει ότι και το θέατρο είναι η αληθινή ζωή: θα ερωτευτεί για δεύτερη φορά έναν νεαρό και αυτός θα γίνει ο Δούρειος Ίππος της. Άραγε ο μυστηριώδης θάνατός της στην Πινακοθήκη είναι προσχεδιασμένος; Πρόκειται για αυτοκτονία ή μήπως για δολοφονία; Ή μήπως τίποτε από τα δύο;

Ο συγγραφέας από τη Λευκωσία, Στέφανος Χριστοδούλου, μας ξεναγεί στον κόσμο του θεάματος και λύνει το μυστήριο στο τέλος του μυθιστορήματός του που ακούει στον τίτλο «Έξι λεπτά ακόμα». Διότι σε αυτά τα έξι λεπτά έως ότου η ηλικιωμένη πλέον ηρωίδα μας αφήσει την τελευταία της πνοή, προβαίνει σε μία πλήρη επισκόπηση του βίου της, στον ύστερό της θεατρικό μονόλογο, τον τελευταίο ρόλο που καλείται να παίξει σε αυτή τη ζωή. Αυτόν τον τρόπο επιλέγει ο συγγραφέας προκειμένου να μας αφηγηθεί καρέ καρέ τα πεπραγμένα της και ολόκληρη τη ζωή της, από τα γεννοφάσκια της μέχρι και το άδοξο τέλος του βίου της.

Ο μονόλογος αυτός θα φωτίσει όλες τις όψεις του ψυχισμού μιας γυναίκας που έζησε παραμελημένη από την οικογένειά της, μιας γυναίκας που αγάπησε και αγαπήθηκε από της θεία της, την αδελφή της μάνας της, αλλά και από τον Στέφανο, που προσπάθησε να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες της.

Μια γυναικεία κατάθεση ψυχής γραμμένη από μια ανδρική πένα,  η οποία, όμως, κατορθώνει να διεισδύσει στον ψυχισμό της με τρόπο αξιοθαύμαστο και μοναδικό.

 

«Τώρα πια δεν ξέρω τι να ευχηθώ. Για το θέατρο σίγουρα δεν με νοιάζει, δεν έχω άλλες εκκρεμότητες. Και με τους άντρες τελείωσα. Μπορεί να μην γνώρισα πολλούς, αλλά πήρα αρκετές συγκινήσεις. Δεν χρειάζομαι άλλες. Όταν στερέψουν οι ευχές, νιώθεις πως έρχεται το γήρας. Αυτό σκέφτομαι. Σαν να μη προσδοκείς τίποτα πλέον».

Bettany Hughes, Τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, εκδ. Ψυχογιός

  Πόσο πολλά γνωρίζουμε τελικά για τα περίφημα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου; Σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε μονάχα να τα απα...