Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Soloup, Βαβέλ, εκδ. Ίκαρος

 

 

Μία ακόμη προσεγμένη δουλειά του γνωστού σκιτσογράφου και συγγραφέα Soloup

 

            Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι είναι οι εικονογράφοι που καταφέρνουν να σχεδιάζουν τόσο καλά και να γράφουν συγχρόνως με αριστοτεχνικό-και πάντα χιουμοριστικό- τρόπο τα κείμενα των graphic novel τους. Ένας από αυτούς είναι, φυσικά, ο Αντώνης Νικολόπουλος, ο κατά κόσμον Soloup, όπως αρέσκεται να υπογράφει τα βιβλία του. Ο Soloup, λοιπόν, μας έχει αποδείξει πολλάκις ως τώρα ότι, εκτός από εξαιρετικός σχεδιαστής κόμικ είναι και εξαίρετος ιστορικός αφηγητής.

Αυτή τη φορά μας ταξιδεύει σε δύο περιόδους της Ιστορίας, άσχετες φαινομενικά μεταξύ τους, τις οποίες, όμως, κατορθώνει να συνδυάσει με πολύ έξυπνο τρόπο. Το νέο του κόμικ τιτλοφορείται ως «Βαβέλ» και έχει ως θεματικό επίκεντρο την πολυπολιτισμικότητα των ανθρώπινων κοινωνιών.

Μία τέτοια πολυπολιτισμική κοινωνία ήταν και η πολύ μακρινή κοινωνία που έχτισε τον Πύργο της Βαβέλ. Όλοι μας γνωρίζουμε, φυσικά, τη γνωστή ιστορία της ανθρώπινης αλαζονείας και το πώς ο Θεός τιμώρησε τους εξαιρετικά φιλόδοξους ανθρώπους που ήθελαν να χτίσουν έναν πανύψηλο πύργο που να φτάνει ως τον ουρανό, ως τον Θεό, δημιουργώντας τις πάμπολλες διαφορετικές γλώσσες που υπάρχουν σήμερα στον πλανήτη μας.

Αφού, επομένως, ο Soloup, μας ταξιδέψει με το γνωστό σκωτσέζικο χιούμορ του στην πολύ μακρινή αυτή εποχή της αυγής του ανθρώπινου πολιτισμού, αλλά ζει εποχή και  περιβάλλον και μας μεταφέρει στις Βρυξέλες του εικοστού αιώνα, εκεί όπου μία πληθώρα μεταναστών, μεταξύ αυτών και πολλοί Έλληνες, ξεριζώνονταν από την πατρίδα τους προκειμένου να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Τη ζωή αυτών των ανθρώπων εξετάζει ο Soloup στο κόμικ του, με αφορμή τον γάμο των δικών του παππούδων που τελέστηκε στις Βρυξέλες στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αυτό ήταν και το έναυσμα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, για τη συγγραφή του εν λόγω πονήματος, όπως μας λέει ο ίδιος στο σημείωμα της έκδοσης στο τέλος του graphic novel του. Πολλοί από τους αναγνώστες, ιδιαίτερα οι νεότεροι, δεν θα έχουν ακούσει για αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της ελληνικής μετανάστευσης κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

 Ο Soloup μας ταξιδεύει επίσης στο τελευταίο ελληνικό καφενείο στην εργατική συνοικία του Μόλενμπεκ των αδελφών Κώστα και Παύλου Κρασαββίδη, για το οποίο η Πόλυ Ρουμελιώτη και ο Kris Kaerts αποφάσισαν να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ.

Αναντίρρητα, πρωτότυπο και ασυνήθιστο το θέμα αυτού του κόμικ. Το αδιόρατο νήμα που συνδέει αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές ιστορίες, εκείνη της μακρινής Βαβέλ και εκείνη των Ελλήνων μεταναστών του Βελγίου, είναι η πολυπολιτισμικότητα των δύο κοινωνιών. Όπως άνθρωποι από όλες τις φυλές του Ισραήλ έχτιζαν μαζί τον Πύργο της Βαβέλ, έτσι και άνθρωποι από όλη την Μεσόγειο και την Ευρώπη εργάζονταν πλάι πλάι στις φρικτές, ανήλιαγες, όσο και επικίνδυνες, στοές των ανθρακωρυχείων. Το μήνυμα που θέλει να μας στείλει ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρο: η φιλία, η καλή διάθεση, η ανεκτικότητα  και ο σεβασμός στο διαφορετικό ξεπερνούν όλες τις δυσκολίες και διευκολύνουν τη συμβίωση σε αυτές τις κοινωνίες. Και μιας και, από δω και στο εξής με την παγκοσμιοποίηση οι κοινωνίες μας θα είναι όλο και περισσότερο αμιγώς πολυπολιτισμικές, καλά θα κάνουμε να συνηθίζουμε από τώρα στην ιδέα για να ζούμε όλοι μας καλύτερα…

Νατάσα Νταϊλιάνη, Αναζητώντας την Ελένη, εκδ. Βακχικόν

 

            Ομολογώ πως ποτέ μου δεν περίμενα ότι η ανάγνωση θεατρικών έργων ως λογοτεχνικών κειμένων από τον καναπέ του σπιτιού μας θα μπορούσε να είναι εξίσου απολαυστική όπως είναι και η ανάγνωση μυθιστορημάτων. Διότι, τελικά, μπορεί μεν τα θεατρικά έργα να γράφονται για να παίζονται στο σανίδι, δεν χωράει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ακόμα και η απλή ανάγνωσή τους,  ωσάν να ήσαν αυτά βιβλία κανονικά, δεν θα μπορούσε να είναι εξίσου ευχάριστη.

            Τα τελευταία χρόνια, λοιπόν, που έχω επιδοθεί στην ανάγνωση διάσημων θεατρικών κειμένων από την θαλπωρή του σπιτιού μου, έχω ανακαλύψει παράλληλα και την ύπαρξη πολλών σύγχρονων θεατρικών «φωνών» στη χώρα μας που είναι κι αυτές πολύ αξιόλογες. Μία από αυτές είναι και η Νατάσα Νταϊλιάνη, μία Ελληνίδα συγγραφέας  που μεγάλωσε στη Γερμανία, νομικός, και με σπουδές στην υποκριτική. Το «Αναζητώντας την Ελένη» είναι το δεύτερο θεατρικό έργο της, μετά το «Ξανά», που εκδίδεται σε έντυπη μορφή, η ίδια, όμως, έχει γράψει και σκηνοθετήσει περισσότερα θεατρικά.

Το «Αναζητώντας την Ελένη» είναι ένα σύντομο, μα πολυδιάστατο μονόπρακτο, το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά στο σανίδι στις 18 Δεκεμβρίου της χρονιάς που μόλις αποχαιρετήσαμε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, στη σκηνή Ωμέγα, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του κυρίου Νίκου Διαμαντή.

Το θεατρικό αυτό έργο φέρει ένα βαρύ ιστορικό αποτύπωμα: εκείνο της κληρονομιάς του Εμφυλίου πολέμου στη χώρα μας, την περίοδο 1946-1949. Τα πρόσωπα του έργου είναι μόνον τρία: η πρωταγωνίστρια Παναγιώτα, ετών σαράντα εννέα, ο άντρας της ο Φώτης, ετών πενήντα τρία, και το πρόσωπο-καταλύτης, η Γιάννα, τριάντα τεσσάρων ετών.

Η Παναγιώτα και ο Φώτης κατοικούν σε ένα απομακρυσμένο χωριό της θεσσαλικής υπαίθρου στον νομό Τρικάλων και έχουν ένα μεγάλο, πλέον, παιδί τον Κωνσταντίνο που δεν κατοικεί μαζί τους. Ο Φώτης είναι αγρότης και κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, όπως φαίνεται. Το ζευγάρι ζει, φαινομενικά, μέσα σε συνθήκες άκρας ηρεμίας, μία σκιά, όμως, από τον Εμφύλιο ταράζει τις ζωές τους…

Όλα ξεκινούν όταν η Παναγιώτα ακούει μία συζήτηση  στο μπακάλικο του χωριού για ένα χαμένο παιδί που βρέθηκε ξαφνικά… Αυτό της φέρνει στον νου το δικό της παιδί, τη μικρή Ελένη, την οποία έκανε το μοιραίο λάθος να αφήσει σε μία άλλη γυναίκα, την περίοδο του Εμφυλίου, με αποτέλεσμα να μην μάθει ποτέ τι απέγινε… Έτσι ξυπνάει από ένα πρωί, από ένα όνειρο στο οποίο είδε τη χαμένη κόρη της, και κοιτάζει τη μοναδική φωτογραφία που έχει από αυτήν. Απαιτεί από τον άνδρα της να δείξει κατανόηση στον πόνο της, που δεν έχει μειωθεί, όπως φαίνεται, ούτε στο ελάχιστο, παρά τα πολλά χρόνια που έχουν περάσει από τότε. Μοναδική λύση στο πρόβλημά της μοιάζει να είναι το πρόσωπο κλειδί του θεατρικού, η Γιάννα, η κόρη της γυναίκας στην οποία η Παναγιώτα έδωσε τότε το παιδί της και η οποία ήταν τότε πέντε ετών. Η Παναγιώτα την καλεί κοντά της, προκειμένου  να λάβει τις απαντήσεις-θα τις λάβει άραγε;

Η επιλογή του ονόματος «Ελένη» για τη χαμένη κόρη δεν μοιάζει τυχαία από τη συγγραφέα, καθώς θα μας φέρει στον νου την άλλη διάσημη «Ελένη» του Εμφυλίου, εκείνη του συγγραφέα Νίκου Γκατζογιάννη. Η σκηνή δε με την οποία τελειώνει το θεατρικό-το ζευγάρι σιωπηλό να αναμετριέται με το βλέμμα με έναν νεκρό λαγό ανάμεσά του- θα μας κάνει να αναρωτηθούμε σχετικά με το κατά πόσον ο νεκρός λαγός συμβολίζει το νεκρό παιδί του ζευγαριού και τον ρόλο που έπαιξε όλη αυτή η ιστορία στη σχέση του ζευγαριού.

Η Νταϊλιάνη συμπυκνώνει μέσα σε λίγες σελίδες όλον τον πόνο μιας μάνας, η οποία πέρασε μια ολόκληρη ζωή ζητώντας να μάθει τι απέγινε το παιδί της και κατηγορώντας τον εαυτό της για μια λανθασμένη (;) –ή αναπόφευκτη (;)-δική της κίνηση.


Ketil Bjornstad, H λέσχη των νέων πιανιστών, εκδ. Πόλις

 

Κι όμως υπάρχει ένα βιβλίο για μουσικούς, και ιδιαίτερα για πιανίστες, ένα βιβλίο που συνδυάζει αριστοτεχνική πλοκή, θεματική, απόψεις και γνώσεις γύρω από την κλασική μουσική, αλλά και μία δυνατή λογοτεχνική πένα. Ο λόγος για το βιβλίο του χαρισματικού Νορβηγού συγγραφέα, Ketil Bjornstadt, ο οποίος εκτός από συγγραφέας είναι και μουσικός, ειδικευμένος μάλιστα στη τζαζ μουσική, αφού, όμως, πραγματοποίησε σπουδές  στον τομέα της κλασικής μουσικής. Ο εν λόγω συγγραφέας μάλιστα έχει γράψει και μουσική για τον κινηματογράφο και έχει ηχογραφήσει γύρω στους πενήντα δίσκους.

Και στον τομέα της λογοτεχνίας, όμως, ο εν λόγω συγγραφέας παρουσιάζεται εξίσου χαρισματικός. Το βιβλίο του «Η λέσχη των νέων πιανιστών» έχει τιμηθεί με το Βραβείο Αναγνωστών στη Γαλλία το 2008. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα το οποίο ανατρέχει όλη τη φιλολογία του κλασικού πιανιστικού ρεπερτορίου και περικλείει όλη την αγωνία, τον ανταγωνισμό και τη σκληρότητα που βιώνουν όλοι όσοι αποφασίζουν να ζήσουν μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στη Μούσα Ευτέρπη και να γίνουν πρωτοκλασάτα ονόματα στον χώρο των σολίστ της λόγιας μουσικής.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στο Όσλο της δεκαετίας του 1960, μιας εποχής όπου η τζαζ και η ροκ, οι χίπις, τα μακριά μαλλιά και τα παντελόνια καμπάνες μεσουρανούσαν στο μουσικό στερέωμα.  Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου μας, όμως, συγκινούνται μονάχα από τη λόγια μουσική-αυτή  που, κάπως λανθασμένα, είναι η αλήθεια, ο περισσότερος κόσμος αποκαλεί συνολικά ως «κλασική» -και σε αυτή αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή και το είναι τους. Η παρέα των νέων πιανιστών που φιλοδοξούν να κάνουν καριέρα στον χώρο των σολίστ αποτελείται από πέντε νέους, τελειόφοιτους λυκείου, από τους οποίους ο καθένας παλεύει με τους δικούς του δαίμονες, με τις δικές του ιδιορρυθμίες και με το δικό του ταραγμένο, πολλές φορές, οικογενειακό παρελθόν.

Τέτοια περίπτωση είναι και ο αφηγητής της ιστορίας, ο πρωταγωνιστής Άξελ Βίντινγκ, ο οποίος χάνει τη μητέρα του σε ένα τραγικό δυστύχημα σε έναν παγωμένο ποταμό και απομένει να συγκατοικεί  με τον πληγωμένο πατέρα του και με την αδιάφορη αδελφή του, με τους οποίους έχει, είναι η αλήθεια, μία πολύ ιδιόρρυθμη σχέση. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι και ο ίδιος ο Άξελ δεν είναι κάπως παράξενος. Η μητέρα του, προτού πεθάνει, ήταν υπεύθυνη για τις μουσικές και πιανιστικές γνώσεις που αποκτά ο γιος της και ήταν εκείνη που τον έκανε να λατρέψει τον χώρο της λόγιας μουσικής.

Ο Άξελ θέλει να γίνει διάσημος, θέλει να επιτύχει εκεί όπου άλλοι πιανίστες της λέσχης τους απέτυχαν. Παράλληλα, όμως,  ερωτεύεται σφόδρα μία άλλη πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, την Άνια Σκουγκ, μία χαρισματική νέα πιανίστρια της λέσχης, η οποία, όμως αποτελεί μία πραγματικά πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου και κρύβει ένα θανάσιμο οικογενειακό μυστικό.

Το βέβαιο είναι πως οι λάτρεις του πιάνου και της λόγιας μουσικής θα λατρέψουν το εν λόγω βιβλίο, αφού εκεί μέσα θα βρουν έναν ολόκληρο πιανιστικό κόσμο. Και όσοι, όμως, δεν γνωρίζουν μουσική, οπωσδήποτε θα απολαύσουν τις νέες γνώσεις που θα αποκτήσουν διαβάζοντάς το, αλλά και τη συναρπαστική του υπόθεση η οποία διαδραματίζεται στα παγωμένα τοπία της Σκανδιναβίας.


Κάρμα Ριέρα, Το καλοκαίρι των αγγλικών, εκδ. Βακχικόν

 


Ένα βιβλίο αλλόκοτο, του οποίου η υπόθεση εξελίσσεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που περιμένει κανείς αντικρίζοντας το εξώφυλλό του και διαβάζοντας τον τίτλο του, είναι η νουβέλα που τιτλοφορείται «Το καλοκαίρι των αγγλικών» της Καθηγήτριας Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης  της Κάρλα Ριέρα . Η συγκεκριμένη συγγραφέας  έχει γράψει πάνω από σαράντα βιβλία που άπτονται πολλών και διαφορετικών του αφηγηματικού λόγου, μεταξύ των οποίων και λογοτεχνία για παιδιά. Για το έργο της, το οποίο έχει γνωρίσει μεταφράσεις και σε πολλές άλλες γλώσσες πλην των ισπανικών, έχει πολλάκις βραβευτεί. «Το καλοκαίρι των αγγλικών» είναι το δεύτερο έργο της που μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα, αυτή τη φορά από την Τίνα Τερζιώτη.

Η υπόθεση του βιβλίου συνοψίζεται στα εξής: η πετυχημένη μεσίτρια Λάουρα Πρατς, μια γυναίκα διαζευγμένη που έχει αφήσει πίσω της την πρώτη νιότη, αποφασίζει να μάθει επιτέλους αγγλικά, μία γλώσσα που θα της χρειαστεί στη δουλειά της και με την οποία οι Ισπανοί έχουν παραδοσιακά, από την εποχή του Φράνκο ακόμη, κάκιστη σχέση. Γι’ αυτόν τον λόγο, επομένως, αποφασίζει να περάσει έναν ολόκληρο Αύγουστο στην απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο αγροικία μίας εξηντάρας καθηγήτριας αγγλικών στην ύπαιθρο της Γηραίας Αλβιώνας, της Μίσις Γκρόουζ.

Ως εδώ καλά, τίποτε δεν προμηνύει στο συγκεκριμένο πόνημα ότι η ανάγνωσή του θα εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από ότι ένα ελαφρύ χιουμοριστικό ανάγνωσμα, το οποίο σατιρίζει μάλιστα τις άοκνες προσπάθειες ορισμένων Ισπανών να μάθουν καλά μία γλώσσα διαφορετική από τη δική τους.

Κι όμως, η ιδιορρυθμία της Μίσις Γκρόουζ προορίζεται να μετατρέψει το ανάγνωσμα σε μία καλοστημένη ιστορία τρόμου. Είναι η κυρία Γκρόουζ απλώς πολύ αυστηρή με τους μαθητές της, ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο; Μήπως τελικά αυτή η υπερβολικά αυστηρή πειθαρχία της κρύβει κάποια βαθύτερη ψυχολογική διαταραχή; Είναι πράγματι χωρισμένη από τον βλάκα, όπως τον αποκαλεί, και βάναυσο σύζυγό της Ρίτσαρντ; Και είναι δυνατόν, τέλος, η Λάουρα να καταλήξει αιχμάλωτη εκεί, δίχως ελπίδα διαφυγής; Μήπως η ίδια της η ζωή  βρίσκεται τελικά σε κίνδυνο;

Το όλο δράμα κορυφώνεται λίγο πριν από το τέλος καταλήγοντας σε ένα εντελώς απρόσμενο φινάλε που δεν το περιμένει ο αναγνώστης σε καμία περίπτωση. Έτσι μία φαινομενικά ανάλαφρη νουβέλα καταλήγει σε γκόθικ ατμοσφαιρικό ανάγνωσμα χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια, ότι στην πορεία χάνεται ο ευκολοδιάβαστος χαρακτήρας του έργου. Η συγγραφέας βάζει την ίδια τη Λάουρα να μας αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο την απίστευτη αυτή ιστορία όταν όλα θα έχουν πια τελειώσει. Αυτό προσδίδει περαιτέρω αμεσότητα στην αφήγηση και μας κάνει να συμπάσχουμε με τη Λάουρα για της οποίας τη ζωή πριν από το καλοκαίρι των αγγλικών δεν δίνονται παρά ελάχιστες πληροφορίες.

Το δίχως άλλο αν κάποιοι αναγνώστες έχουν βαρεθεί τα τετριμμένα και επαναλαμβανόμενα αναγνώσματα και  αποζητούν μίας εντελώς διαφορετική και πρωτότυπη θεματική, αλλά και αφήγηση, σε  σχέση με άλλα αναγνώσματα, τότε οπωσδήποτε αυτό είναι το βιβλίο τους, ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με κανένα από όσα έχουμε διαβάσει, ένα βιβλίο που ξαφνιάζει τους αναγνώστες και τους οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά αφηγηματικά  μονοπάτια συνδυάζοντας στοιχεία από πολλά και διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Τρόμος και μυστήριο, χιούμορ και φλέγμα, πρωτοτυπία και ιδιορρυθμία χαρακτηρίζουν εν ολίγοις τη νουβέλα «Το καλοκαίρι των αγγλικών».

Soloup, Βαβέλ, εκδ. Ίκαρος

    Μία ακόμη προσεγμένη δουλειά του γνωστού σκιτσογράφου και συγγραφέα Soloup               Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι είναι οι ...