Ομολογώ
πως ποτέ μου δεν περίμενα ότι η ανάγνωση θεατρικών έργων ως λογοτεχνικών
κειμένων από τον καναπέ του σπιτιού μας θα μπορούσε να είναι εξίσου απολαυστική
όπως είναι και η ανάγνωση μυθιστορημάτων. Διότι, τελικά, μπορεί μεν τα θεατρικά
έργα να γράφονται για να παίζονται στο σανίδι, δεν χωράει καμία αμφιβολία γι’ αυτό,
αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ακόμα και η απλή ανάγνωσή τους, ωσάν να ήσαν αυτά βιβλία κανονικά, δεν θα μπορούσε
να είναι εξίσου ευχάριστη.
Τα
τελευταία χρόνια, λοιπόν, που έχω επιδοθεί στην ανάγνωση διάσημων θεατρικών
κειμένων από την θαλπωρή του σπιτιού μου, έχω ανακαλύψει παράλληλα και την
ύπαρξη πολλών σύγχρονων θεατρικών «φωνών» στη χώρα μας που είναι κι αυτές πολύ
αξιόλογες. Μία από αυτές είναι και η Νατάσα Νταϊλιάνη, μία Ελληνίδα συγγραφέας που μεγάλωσε στη Γερμανία, νομικός, και με
σπουδές στην υποκριτική. Το «Αναζητώντας την Ελένη» είναι το δεύτερο θεατρικό
έργο της, μετά το «Ξανά», που εκδίδεται σε έντυπη μορφή, η ίδια, όμως, έχει
γράψει και σκηνοθετήσει περισσότερα θεατρικά.
Το «Αναζητώντας την
Ελένη» είναι ένα σύντομο, μα πολυδιάστατο μονόπρακτο, το οποίο ανέβηκε για
πρώτη φορά στο σανίδι στις 18 Δεκεμβρίου της χρονιάς που μόλις αποχαιρετήσαμε
στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, στη σκηνή Ωμέγα, υπό την καλλιτεχνική
διεύθυνση του κυρίου Νίκου Διαμαντή.
Το θεατρικό αυτό έργο
φέρει ένα βαρύ ιστορικό αποτύπωμα: εκείνο της κληρονομιάς του Εμφυλίου πολέμου
στη χώρα μας, την περίοδο 1946-1949. Τα πρόσωπα του έργου είναι μόνον τρία: η πρωταγωνίστρια
Παναγιώτα, ετών σαράντα εννέα, ο άντρας της ο Φώτης, ετών πενήντα τρία, και το
πρόσωπο-καταλύτης, η Γιάννα, τριάντα τεσσάρων ετών.
Η Παναγιώτα και ο Φώτης
κατοικούν σε ένα απομακρυσμένο χωριό της θεσσαλικής υπαίθρου στον νομό Τρικάλων
και έχουν ένα μεγάλο, πλέον, παιδί τον Κωνσταντίνο που δεν κατοικεί μαζί τους.
Ο Φώτης είναι αγρότης και κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, όπως φαίνεται. Το ζευγάρι
ζει, φαινομενικά, μέσα σε συνθήκες άκρας ηρεμίας, μία σκιά, όμως, από τον
Εμφύλιο ταράζει τις ζωές τους…
Όλα ξεκινούν όταν η
Παναγιώτα ακούει μία συζήτηση στο
μπακάλικο του χωριού για ένα χαμένο παιδί που βρέθηκε ξαφνικά… Αυτό της φέρνει
στον νου το δικό της παιδί, τη μικρή Ελένη, την οποία έκανε το μοιραίο λάθος να
αφήσει σε μία άλλη γυναίκα, την περίοδο του Εμφυλίου, με αποτέλεσμα να μην
μάθει ποτέ τι απέγινε… Έτσι ξυπνάει από ένα πρωί, από ένα όνειρο στο οποίο είδε
τη χαμένη κόρη της, και κοιτάζει τη μοναδική φωτογραφία που έχει από αυτήν.
Απαιτεί από τον άνδρα της να δείξει κατανόηση στον πόνο της, που δεν έχει
μειωθεί, όπως φαίνεται, ούτε στο ελάχιστο, παρά τα πολλά χρόνια που έχουν
περάσει από τότε. Μοναδική λύση στο πρόβλημά της μοιάζει να είναι το πρόσωπο
κλειδί του θεατρικού, η Γιάννα, η κόρη της γυναίκας στην οποία η Παναγιώτα
έδωσε τότε το παιδί της και η οποία ήταν τότε πέντε ετών. Η Παναγιώτα την καλεί
κοντά της, προκειμένου να λάβει τις απαντήσεις-θα
τις λάβει άραγε;
Η επιλογή του ονόματος «Ελένη»
για τη χαμένη κόρη δεν μοιάζει τυχαία από τη συγγραφέα, καθώς θα μας φέρει στον
νου την άλλη διάσημη «Ελένη» του Εμφυλίου, εκείνη του συγγραφέα Νίκου Γκατζογιάννη.
Η σκηνή δε με την οποία τελειώνει το θεατρικό-το ζευγάρι σιωπηλό να
αναμετριέται με το βλέμμα με έναν νεκρό λαγό ανάμεσά του- θα μας κάνει να
αναρωτηθούμε σχετικά με το κατά πόσον ο νεκρός λαγός συμβολίζει το νεκρό παιδί
του ζευγαριού και τον ρόλο που έπαιξε όλη αυτή η ιστορία στη σχέση του ζευγαριού.
Η Νταϊλιάνη συμπυκνώνει
μέσα σε λίγες σελίδες όλον τον πόνο μιας μάνας, η οποία πέρασε μια ολόκληρη ζωή
ζητώντας να μάθει τι απέγινε το παιδί της και κατηγορώντας τον εαυτό της για
μια λανθασμένη (;) –ή αναπόφευκτη (;)-δική της κίνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.