Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Φρούτα, ονομασίες και ιστορία

Στην αρχαιότητα στον χώρο της καθ' ημάς Ανατολής πολλά από  τα σημερινά φρούτα, την ύπαρξη των οποίων θεωρούμε σήμερα αυτονόητη, ήταν άγνωστη. Το ρόδι, η ελιά, το σύκο και το σταφύλι ήταν οπωσδήποτε από τα αρχαιότερα γηγενή φρούτα στη χώρα μας, φρούτα σημαντικά για την οικονομία μας ακόμη και σήμερα. Τα κούμαρα, τις "ελληνικές φράουλες", τα οποία ήταν επίσης γνωστά στον αρχαίο κόσμο, οι αρχαίοι τα αποκαλούσαν χαμαικέρασα, ενώ τα μούσμουλα μέσπιλα. 
Τα περισσότερα μη γηγενή φρούτα μας ήρθαν από τη Μικρά Ασία, όπως το κυδώνι που υπήρχε βέβαια στην αρχαία Ελλάδα και το οποίο ευθύνεται για τη λέξη και τη σημασία της σημερινής λέξης μαρμελάδα. Το κυδώνι αποκαλούταν μελίμηλο, λέξη που πέρασε στη λατινική και σήμαινε είδος γλυκού μήλου και κυδώνι μαγειρεμένο με μέλι. Κατόπιν η λέξη παραφράστηκε από τους Πορτογάλους σε μάρμελο, λέξη που κατέληξε να σημαίνει το κυδώνι. Και επειδή οι πρώτες μαρμελάδες ήταν από κυδώνι, η λέξη μαρμελάδα κατέληξε τελικά να σημαίνει όλα τα είδη μαρμελάδας.

Το μήλο όμως, ο βασιλιάς των φρούτων, δεν είχε δανείσει το όνομά του μόνο στο κυδώνι. Αντίθετα, οι αρχαίοι ονόμαζαν με παραλλαγές του μήλου πολλά φρούτα. Έτσι, τα ροδάκινα αποκαλούταν περσικά μήλα, τα βερίκοκα αρμενικά μήλα και τα κίτρα, που έδωσαν με τη σειρά τους το όνομα στο κίτρινο χρώμα, μηδικά μήλα, ονομασίες που απεικονίζουν και τον τόπο προέλευσης των φρούτων. Επιπροσθέτως, το πεπόνι ονομαζόταν μηλοπέπων. Το μήλο, ακόμη, ως απαγορευμένος καρπός έδωσε το όνομα malum-male στη λατινική ονομασία που ταυτίζεται με το κακό. Τα αχλάδια ήταν γνωστά φυσικά στην αρχαιότητα ως απίδια, δεν έχαιραν όμως της εκτιμήσεως που απολάμβαναν τα μήλα.
Το σύκο πάντως είναι αυτό το οποίο έδωσε το όνομά του στο συκώτι. Στην αρχαιότητα το συκώτι ονομαζόταν ήπαρ. Οι αρχαίοι τάιζαν τις χήνες και τα γουρούνια με γλυκά σύκα έτσι ώστε να νοστιμίσει το συκώτι τους. Έλεγαν λοιπόν πως έτσι θα αποκτούσαν ήπαρ συκωτόν και σταδιακά έμεινε μόνο η λέξη συκωτόν που μας έδωσε τη σημερινή λέξη συκώτι.
Τα κεράσια μας ήρθαν επίσης από τη Μικρά Ασία, ενώ οι αρχαίοι δεν γνώριζαν φυσικά τις φράουλες όπως τις ξέρουμε εμείς σήμερα, αφού αυτές μας έρχονται ως υβρίδια από την Αμερική, παρά μονάχα τις αγριοφράουλες. Όσο για τα βερίκοκα που μας ήρθαν κι αυτά από την ανατολή αρχικά αποκαλούταν αρμένικα δαμάσκηνα στα νεότερα χρόνια. Τα δαμάσκηνα μας ήρθαν από τη Συρία και το όνομά τους συνδέεται με τη Δαμασκό, από τη γαλλική λέξη Damas. Όσο για το καρπούζι δεν γνωρίζουμε με σιγουριά αν το γνώριζαν και το έτρωγαν οι αρχαίοι καθώς οι πηγές δεν είναι και πολύ ξεκάθαρες.
Οπωσδήποτε όμως δεν γνώριζαν τα πορτοκάλια και για την ακρίβεια κανένα εσπεριδοειδές, πλην του κίτρου που το έφερε ο Μέγας Αλέξανδρος. Το πορτοκάλι λεγόταν νεράτζι αρχικά, λέξη αραβική και έφτασε στην Εγγύς Ανατολή γύρω στον 9ο με 10ο αιώνα. Ως narancio-orenge-orange πέρασε η λέξη και ως δάνειο στα γαλλικά και σήμαινε το νεράτζι. Για το πορτοκάλι θα έπρεπε να περιμένουμε ως τον 16ο αιώνα, το οποίο το έφεραν έμποροι Πορτογάλοι από τη Δύση. Ετούτο ήταν το αράντσιο των Πορτογάλων, επειδή προφανώς έμοιαζε με το νεράτζι και έτσι κατάφερε να "κλέψει" το όνομά του από το νεράτζι, τον πικρό, ταπεινό προκάτοχό του που κατέληξε να ονομάζεται πικρό πορτοκάλι. Τέλος, το φρούτο αυτό ήταν που έδωσε το όνομά του στο πορτοκαλί χρώμα.
Όσον αφορά τα εξωτικά φρούτα, όπως ο ανανάς, η μπανάνα, το ακτινίδιο και η καρύδα, αυτά δεν έγιναν γνωστά και ευρέως διαδεδομένα στη χώρα μας παρά μόνο κατά τη σύγχρονη εποχή.
ΠΗΓΗ: Σαραντάκος Νκος, Οπωροφόρες λέξεις, εκδ. Κλειδάριθμος

Ravel-Bolero

Το μπαλέτο αυτό είναι από τα  γνωστότερα κομμάτια που συνέθεσε το 1928 κατόπιν παραγγελίας ο Γάλλος συνθέτης Μωρίς Ραβέλ(1875-1937). Γνώρισε αμέσως τη επιτυχία, παρ' όλο που ο ίδιος ο συνθέτης νόμιζε ότι θα αποδοκιμαστεί από τους κριτικούς. Ο Ραβέλ ακολουθεί την τεχνική της σταδιακής εισαγωγής των οργάνων στην ορχήστρα που επαναλαμβάνουν όλα το ίδιο βασικό ορχηστρικό μοτίβο, οδηγώντας το κομμάτι σε σταδιακή κορύφωση λίγο πριν το τέλος. Εδώ το ακούμε από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τον Charles Gerhardt.
https://www.youtube.com/watch?v=tQV8wCVVzxY 
ΠΗΓΗ: Σαν σήμερα, αφιέρωμα Μπολερό Ραβέλ

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

X.Α. Χωμενίδης, Ο βασιλιάς της, εκδ. Πατάκη, 2020, σελ. 413

Με μία De Profundis ερωτική- και όχι μόνο- εξομολόγηση του γνωστού μυθολογικού ήρωα Μενελάου, κάνει την επανεμφάνισή του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης. Ο συγγραφέας αντλεί την έμπνευσή του ετούτη τη φορά από τον γόνιμο και ευεπίφορο σε ρηξικέλευθες και αναπλαθώμενες ιδέες χώρο της ελληνικής μυθολογίας. 
Πρόκειται για τη γνωστή χιλιοειπωμένη και χιλιοτραγουδισμένη ανά τους αιώνες υπόθεση της αρπαγής της Ωραίας Ελένης από τον Τρωαδίτη Πάρη, ειδωμένη όμως αυτή τη φορά μέσα από τη ματιά του ίδιου του "θύματος" της υπόθεσης, του απατημένου συζύγου Μενελάου.
Βαδίζοντας, επομένως, στα χνάρια της εκ βαθέων ερωτικής εξομολόγησης του Όσκαρ Ουάιλντ, ο Χωμενίδης μας προσφέρει μία ανάλογη κατάθεση ψυχής του πιο παραγκωνισμένου στην πασίγνωστη αυτή ιστορία προσώπου, του Μενελάου, καθώς και τη δική του οπτική και εκδοχή στα γεγονότα που προκάλεσαν τον περίφημο τρωικό πόλεμο. 
Ο λογοτέχνης όμως πρωτοτυπεί και δεν αναλίσκεται σε ξερή και στείρα αναδιήγηση των ομηρικών επών και του μύθου. Η πρωτοπρόσωπη, χειμαρρώδης και άκρως ρεαλιστική αφήγηση του γηραιού αθυρόστομου βασιλιά της Σπάρτης, λοιπόν, δεν επικεντρώνεται στον πόλεμο της Τροίας, αλλά αντιθέτως στα χρόνια πριν από αυτόν. Ο συγγραφέας βάζει τον Μενέλαο να πιάσει το νήμα της αφήγησης από τα παιδικά του χρόνια και τον σφετερισμό του θρόνου του αδικοχαμένου πατέρα τους Ατρέα από τον θείο τους τον Θυέστη, την καταδίωξή τους από τον τελευταίο και τη δεκάχρονη διαμονή τους στην ελευθέρων ηθών νήσο Πιτυούσα, πριν καταλήξει στη γνωριμία και την εντελώς αναπάντεχη ένωσή του με την Ωραία Ελένη. Η αφήγηση συνεχίζεται με αναλυτική ανασκόπηση των πρώτων χρόνων της γνωριμίας του ζευγαριού ως και την ανάρρησή του στον σπαρτιατικό θρόνο, τους πρώτους τριγμούς του γάμου τους και, τελικώς, την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη και τον επακόλουθο πόλεμο. 
 Αυτός είναι ο βασικός αφηγηματικός ιστός πάνω στον οποίο ο δημιουργός κεντά αριστοτεχνικά τον καμβά του μυθιστορήματός του επικεντρώνοντας στα συναισθήματα, τον χαρακτήρα και τα κίνητρα των πράξεων του ζευγαριού. Και σε αυτό ακριβώς επάνω έγκειται η ωραιότητα και η πρωτοτυπία του πονήματος του Χωμενίδη:η αφήγησή του δεν είναι απλά γεγονοτολογική, όπως θα έκανε ένας νέος Όμηρος που αναπλάθει απλώς το ζυμαράκι του γνωστού μύθου. Αντιθέτως, πρόκειται για αφήγηση άκρως ψυχογραφική που διερευνά ενδελεχώς τα κρυφά κίνητρα πίσω από τις πράξεις των πρωταγωνιστών, τα οποία είναι διαφορετικά τις περισσότερες φορές από αυτά που ήδη γνωρίζουμε, και αφήνει απολύτως εκτεθειμένους μπροστά στα μάτια μας τους βασικούς ήρωες της ιστορίας έτσι όπως ποτέ δεν τους έχουμε ξαναδεί: πρώτα απ' όλα τον Μενέλαο, εραστή της απλής και σεμνής ζωής, γιατρού, ειρηνιστή και ανθρώπου που ξέρει να απολαμβάνει τη ζωή στο έπακρο. Την Ωραία Ελένη με τη μυθική ομορφιά και τον αντιφατικό χαρακτήρα, ειρωνική, αυθάδης, προκλητική, μα και έξυπνη συνάμα.  Τη θεότρελη μητέρα της Λήδα, τον υπερόπτη πατέρας της Τυνδάρεω, τον σκληροτράχηλο πολεμιστή Αγαμέμνονα, τον θρασύδειλο Θυέστη, τον φαφλατά γερο-Θησέα και εκείνη τη "διαβόλου κάλτσα", τον πολυμήχανο Οδυσσέα.
Ο Μενέλαος παρουσιάζεται ως πρόσωπο παρεξηγημένο, ως πρόσωπο που αποζητά τη λύτρωση, κάτι που αποσαφηνίζεται ήδη από το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Ο συγγραφέας τον εξιλεώνει και τον εξαγνίζει μέσα από την εξομολόγησή του, αφού ο ίδιος μας αποκαλύπτει ότι ουδέποτε θέλησε ο ίδιος να εκστρατεύσει κατά της Τροίας προκειμένου να πάρει πίσω τη γυναίκα του. "Ένδοξος δεν είναι αυτός που κατακτά, αλλά εκείνος που απελευθερώνει", μας λέει, αποκαλύπτοντάς μας πως ό,τι έκανε ήταν αποτέλεσμα της αγνής και απόλυτης αγάπης του για την Ωραία Ελένη, αγάπης τόσο αθώας και ειλικρινούς που δεν έγινε ποτέ κτητική και ζηλόφθονη. 
Ο Μενέλαος υπήρξε πρώτ' απ' όλα βασιλιάς του εαυτού του. Έγινε βασιλιάς της Ελένης του, όπως μας πληροφορεί ο τίτλος του βιβλίου, κατόπιν βασιλιάς της Σπάρτης και ακολούθως βασιλιάς του πολέμου, δηλαδή βασιλιάς της συμφοράς, προτού καταλήξει και πάλι βασιλιάς της καρδιάς της αγαπημένης του.
Ποια είναι, επομένως, η αλήθεια πίσω από τον μύθο; Τι θα πει τελικά αγαπώ; Πώς μπόρεσε ως το τέλος ο απατημένος σύζυγος να συγχωρήσει τη μοιχαλίδα κάνοντας γενιές αναγνωστών ανά τους αιώνες να αναρωτιούνται το γιατί; Μήπως η μοναδική αλήθεια στην όλη υπόθεση ήταν η βαθιά αγάπη που ο Μενέλαος έτρεφε για την Ελένη, αγάπη που θάφτηκε κάτω από τα συντρίμμια του πολύχρονου, πολυαίμακτου και καθόλου ηρωικού, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μενελάου-Χωμενίδη, τρωικού πολέμου;
"Από το χάος ερχόμαστε, στο χάος καταλήγουμε, και στο ενδιάμεσο η ζωή είναι επίσης χάος". Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο συγγραφέας έπειτα από ολόκληρη ετούτη την ανασκόπηση της ζωής του μεγάλου μυθικού ήρωα. Η μοίρα του ανθρώπου, εξάλλου, πάλι σύμφωνα με τα λεγόμενα του συγγραφέα, είναι από αλλού να το περιμένεις και από αλλού να σου ΄ρχεται. Οδυνηροί συμβιβασμοί, λανθασμένες επιλογές, ολέθριες αποφάσεις, όλα συνυφασμένα με την ίδια τη ζωή και αναπόσπαστο κομμάτι της σε όλο τον διάβα των αιώνων της ανθρώπινης ύπαρξης. 
Κι όμως με έναν μοναδικό τρόπο φαίνεται ότι όλα αρχίζουν και ότι όλα τελειώνουν στον Όμηρο με το βιβλίο αυτό. Η ζεύξη της λογοτεχνίας, του ομηρικού μύθου, του ιστορικού πλαισίου και του σκιαγραφήματος του ψυχισμού των ηρώων είναι άκρως απολαυστική και αντάξια του υπολοίπου έργου του συγγραφέα, ο οποίος για τη δημιουργία του παρόντος πονήματος είναι ολοφάνερο ότι μελέτησε επισταμένα την ελληνική μυθολογία και τον Όμηρο, προκειμένου να δημιουργήσει, σαν έτερος συγγραφεύς της αλεξανδρινής εποχής, σαν άλλος Δίων Κάσσιος και Διόδωρος Σικελιώτης τη δική του, μοναδική εκδοχή του τρωικού μύθου.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: η καθηλωτική γραφή του Χωμενίδη και η γρήγορη αφήγηση που δεν πλατειάζει και η πρωτότυπη εκδοχή ενός γνωστού μύθου.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: διαβάζεται άνετα από όλο το αναγνωστικό κοινό, αλλά θα συγκινήσει ιδιαίτερα τους λάτρεις του Ομήρου, της μυθολογίας, της ιστορίας και του συγκεκριμένου φυσικά συγγραφέα.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Ο Παρθενώνας στο Βυζάντιο και την αρχαιότητα

Ο Παρθενώνας σήμερα θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία παγκοσμίως. Άραγε ήταν και για τους αρχαίους το ίδιο σημαντικός όσο είναι και για μας σήμερα;
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχαιότητα ο ναός αυτός έχαιρε μεν της εκτίμησης των συγχρόνων του, ουδέποτε όμως έφτασε τη φήμη που έχει σήμερα.
Καταρχάς δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ στον κατάλογο με τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Γιατί άραγε; Μήπως το κάλλος του δεν ήταν ανάλογο του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο;
Όπως όλοι  γνωρίζουμε ο ναός που προϋπήρχε του Παρθενώνα στην Ακρόπολη καταστράφηκε κατά την περσική εισβολή στην Αθήνα του 480π.Χ. Έκτοτε αποφασίστηκε η ανοικοδόμησή του με εντολή του Περικλή και χρήματα από το συμμαχικό ταμείο της Αθήνας, με αρχιτέκτονες τους Ικτίνο και Καλλικράτη και γλύπτη τον διάσημο Φειδία. Το αποτέλεσμα φυσικά ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Οι μαρτυρίες όμως που μας έρχονται από την αρχαία Αθήνα στην πραγματικότητα δεν αφορούν την επίσκεψη του Παρθενώνας ως πόλο τουριστικής έλξης από κανέναν περιηγητή της εποχής, αλλά ως τόπο λατρείας της Παρθένου Θεάς Αθηνάς.

Όσοι περιηγητές επισκέφθηκαν την Αθήνα κατά την αρχαιότητα και των οποίων οι μαρτυρίες διασώθηκαν, όλοι τους αναφέρουν κατά κανόνα τον Παρθενώνα κατά την επίσκεψή τους στην Ακρόπολη των Αθηνών, το μνημείο όμως που τους έκανε μεγαλύτερη εντύπωση δεν ήταν ο Παρθενώνας, αλλά τα Παροπύλαια του Μνησικλέους. Πολύ περισσότερο εξέπληττε δε συνήθως τους επισκέπτες το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς στο εσωτερικό του ναού.
Ακόμη και στον τομέα της λατρείας, ο Παρθενώνας επισκιαζόταν από το Ερέχθειο, το οποίο θεωρούταν σημαντικότερος τόπος λατρείας. Τέλος, όσον αφορά το προσκύνημα, δεν έχουμε καμία μαρτυρία από την αρχαιότητα που να μαρτυρά ταξίδι στην Αθήνα για θρησκευτικούς λόγους στον ναό του Παρθενώνα. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για προσκυνηματικό ταξίδι στην Ελευσίνα, στο ιερό της Δήμητρας, μια λατρεία η οποία ήταν γνωστή σε όλο τον αρχαίο κόσμο και που φυσικά, λόγω των περίφημων Μυστηρίων, επισκίαζε αυτή της Αθηνάς.
Αυτό που λησμονούμε όταν φέρνουμε στο νου μας τον Παρθενώνα σήμερα είναι πως για τους αρχαίους ο ναός αυτός ήταν πάνω απ' όλα ένα τρόπαιο νίκης στον πόλεμο που κέρδισαν κατά των Περσών. Αυτός ήταν εξάλλου και ο λόγος για τον οποίον ανοικοδομήθηκε. Στο μυαλό των Αθηναίων ο ναός αυτός ήταν άμεσα συνδεδεμένος με αυτό και όχι με τη δημοκρατία, όπως συνηθίζουμε να κάνουμε εμείς σήμερα. Πολύ μεγαλύτερης σημασίας για τους αρχαίους Αθηναίους, όσον αφορά τη δημοκρατία, ήταν η Πνύκα, ο τόπος όπου γίνονταν οι συγκεντρώσεις της Εκκλησίας του Δήμου, ένας λόφος που σήμερα για μας δεν φτάνει ούτε στο νυχάκι το μνημείο του Παρθενώνα. Βέβαια τότε υπήρχαν πολλοί άλλοι τέτοιοι ναοί που συναγωνίζονταν το κάλλος του Παρθενώνα, οι οποίοι κατά τη σύγχρονη εποχή σώζονται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτόν. Επόμενο είναι λοιπόν να μας κάνει ο Παρθενώνας μεγαλύτερη εντύπωση, αφού στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε πόσο όμορφοι μπορεί να ήταν και εκείνοι στην περίοδο της ακμής τους. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το άγαλμα της Αθηνάς στο εσωτερικό του πρέπει να ήταν ακόμη πιο σπουδαίο.
Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορεί οι επισκέπτες που κατέφθαναν στην Αθήνα, να αναφέρουν τον Παρθενώνα, κανείς από αυτούς όμως δεν αποφάσισε ποτέ να έρθει στην Αθήνα μόνο και μόνο για να δει το εν λόγω μνημείο. Οι λόγοι του ταξιδιού τους ήταν πάντοτε διαφορετικοί, κάτι που δεν ισχύει κατά τη βυζαντινή εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας η Αθήνα αναδείχτηκε σε πολύ σημαντικό τόπο προσκυνήματος της Θεοτόκου της Αθηνιώτισσας, η οποία αντικατέστησε τη λατρεία της Αθηνάς στον ναό του Παρθενώνα.
Η μετατροπή του ναού σε χριστιανικό τοποθετείται γύρω στα τέλη του πέμπτου μεταχριστιανικού αιώνα, κανείς όμως δεν μπορεί να πει με σιγουριά το πότε ακριβώς αυτή έλαβε χώρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Αθήνα, αν και ερημωμένη μετά από τις επιδρομές Έρουλων (270μ.Χ.), Γότθων (396μ.Χ.) και Σλάβων (580μ.Χ.), επιδρομές που δεν άφησαν αλώβητο φυσικά και τον ίδιο τον Παρθενώνα, έγινε σπουδαίος προσκυνηματικός τόπος στην επικράτεια του Βυζαντίου. Ακόμη και ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος επισκέφθηκε προς τα τέλη της βασιλείας του την πόλη για να ευχαριστήσει τη Θεοτόκο την Αθηνιώτισσα που του χάρισε τη νίκη εναντίον των Βουλγάρων.
 Κανείς δεν αρνείται , όπως και να 'χει, πως το κλείσιμο της νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό του 529μ.Χ. έβλαψε ανεπανόρθωτα το κύρος της πόλης, η οποία έως τότε θεωρούταν λίκνο της εκπαίδευσης στην βυζαντινή αυτοκρατορία, μαρτυρίες των μεταγενέστερων χρόνων όμως μας παραδίδουν πως η πόλη παρέμενε, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, ένας τόπος που απηχούσε το μεγαλείο των αρχαίων σε όσους Βυζαντινούς είχαν την παιδεία για να το αντιληφθούν, καθώς και φυτώριο, έστω και περιορισμένου στον αριθμό, λογίων. Κυρίως όμως, ιδίως όσο περνούσαν οι αιώνες, οι πηγές μαρτυρούν πως η Αθήνα έγινε ένας από τους σημαντικότερους τόπους λατρείας της Παρθένου Μαρίας στη βυζαντινή επικράτεια.
Σήμερα που ο Παρθενώνας δεν είναι πλέον χριστιανικός ναός, αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο της κλασικής αρχαιότητας, της δημοκρατίας και της καταπληκτικής συμμετρίας στην αρχιτεκτονική που είχαν επιτύχει οι αρχαίοι Έλληνες.
ΠΗΓΗ: Αντώνης Καλδέλλης, Ο Βυζαντινός Παρθενώνας, εκδ. Ψυχογιός