Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

G. Gershwin-Rhapsody in blue

O Τζορτζ Γκέρσουιν (1898-1937) θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς συνθέτες που συνδύασαν αρμονικά την τζαζ με την κλασική μουσική. Το έργο γράφτηκε το 1924 για σόλο πιάνο και ορχήστρα και αρχίζει με το τόσο χαρακτηριστικό σόλο του κλαρινέτου. το έργο γνώρισε από την αρχή μεγάλη επιτυχία. Ο τίτλος παραπέμπει στις "μπλε"νότες της τζαζ μουσικής. Eδώ το ακούμε από την Εθνική ραδιοφωνική ορχήστρα της Σλοβακίας υπό τη μπαγκέτα του Libor Pesek.
https://www.youtube.com/watch?v=ynEOo28lsbc 
 ΠΗΓΗ: Σαν σήμερα, αφιέρωμα Γαλάζια Ραψωδία

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Το κόμμα των Ιαπώνων

Η ομάδα των Ιαπώνων υπό τον Δημήτριο Γούναρη ήταν μία ιδιότυπη ομάδα βουλευτών με βραχεία διάρκεια ζωής αφού έδρασε μόνο από το 1906 ως το 1908. Δεν την αποτελούσαν βουλευτές ενός κόμματος, αλλά μάλλον μία ετερόκλητη ομάδα από ανθρώπους που αποζητούσαν απεγνωσμένα μεταρρυθμίσεις και την πάταξη της διαφθοράς. Ονομάστηκαν έτσι εξ' αιτίας της δριμείας κριτικής που ασκούσαν στα κακώς κείμενα της εποχής, αλλά και λόγω του μαχητικού και ιδιαίτερα επιθετικού τόνου που είχαν υιοθετήσει στις αντιπαραθέσεις τους, οπότε και ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης τους αποκάλεσε έτσι στην εφημερίδα Ακρόπολη, παρομοιάζοντάς τους με τους γενναίους  Ιάπωνες σαμουράι που διακρίθηκαν για το θάρρος τους στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-5.Παρά τον βραχύβιο βίο τους,  με τα αιτήματά τους για μεταρρυθμίσεις προετοίμασαν το έδαφος για το Κίνημα στο Γουδί και την έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου.

 ΠΗΓΗ: Γιάννης Χρονόπουλος, Το χρονικό  της μικρασιατικής εκστρατείας, εκδ. Historical Quest

Βύρων Αθανίτης, Το σπαθί του αυτοκράτορα, εκδ. Γράφημα, 2020, σελ.451

"Το Σπαθί του αυτοκράτορα" δεν είναι ένα ακόμη βιβλίο όπως τα περισσότερα από τα πολυάριθμα που έχουν γραφτεί για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Αυτό που το κάνει να διαφέρει από τα υπόλοιπα είναι, πρώτον, το γεγονός ότι η αφήγηση σε αυτό δεν εξελίσσεται μόνο κατά τον 15ο αιώνα αλλά και κατά τη σημερινή εποχή και ότι, δεύτερον, δεν πρόκειται μόνο για ένα ιστορικό μυθιστόρημα αλλά και για ένα δοκιμιακό ανάγνωσμα με πολλές σκέψεις για την σημερινή Ελλάδα της κρίσης, καθώς και τις αναλογίες που αυτή παρουσιάζει με το μακρινό εκείνο παρελθόν.

Το υπόβαθρο του συγγραφέα, τόσο από γνώσεις ιστορίας και πολιτικής ανάλυσης της επικαιρότητας, όσο και από λογοτεχνική άποψη, γίνεται εμφανές σε όλες σχεδόν τις σελίδες του βιβλίου.
Κινητήριος δύναμη του μύθου είναι το έξυπνο εφεύρημα του συγγραφέα, το μυστηριώδες χρονικό κάποιου Μιχαήλ Ζαπαντιώτη που έζησε από κοντά το ψυχορράγημα του Βυζαντίου κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας των Παλαιολόγων, την ίδια την Άλωση της Πόλης, αλλά και τα δραματικά επακόλουθα που αυτή είχε για τον πολύπαθο Ελληνισμό. Το χειρόγραφο αυτό βρίσκεται στην κατοχή της οικογένειας του πρωταγωνιστή Βαγγέλη Βαφέα ως οικογενειακό κειμήλιο.
Ο Βαγγέλης μαζί με τον παλιό του φίλο τον καθηγητή της βυζαντινής ιστορίας, Θεόδωρο Μαρόπουλο, θα είναι αυτοί που θα αναζητήσουν, μέσα από τη συνταρακτική αφήγηση του Μιχαήλ στο χρονικό του, τα ίχνη του σπαθιού του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Η αναζήτησή τους αυτή θα τους οδηγήσει στη μαγευτική πολιτεία του Μυστρά, την κατεξοχήν βυζαντινή καστροπολιτεία της χώρας μας, εκεί όπου οι μνήμες των Παλαιολόγων είναι ακόμη ολοζώντανες.
Από λογοτεχνικής απόψεως είναι πολύ ενδιαφέρουσα η απόπειρα δημιουργίας από τον συγγραφέα ενός χρονικού του 15ου αιώνα. Το χρονικό παρατίθεται ολόκληρο και καταφέρνει να συγκινήσει τον αναγνώστη με την ενάργειά του παραμένοντας πιστό στις επιταγές του ύφους ενός αφηγητή της εποχής. Έτσι οι ιστορικές γνώσεις μεταφέρονται στον αναγνώστη με δύο τρόπους: με την άμεση ιστορία του χρονικού, αλλά και έμμεσα μέσω των συζητήσεων για τον Βυζάντιο από τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο στη σημερινή εποχή.
Ο δημιουργός δεν περιορίζεται όμως μόνο στον μύθο και σε στείρα παράθεση ιστορικών στοιχείων. Αντιθέτως, δεν χάνει ευκαιρία να σχολιάσει τις τύχες του ελληνισμού και τις επιλογές του στο  παρόν και το παρελθόν και να προβεί σε διάφορες αξιολογικές κρίσεις που έχουν σκοπό να προσφέρουν τροφή σκέψης στον αναγνώστη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο συγγραφέας αγαπάει πολύ τόσο την ίδια την Ιστορία ως επιστήμη, όσο και την πατρίδα του, και η αγάπη του αυτή είναι κάτι που δεν κρύβεται εύκολα.
Σίγουρα όταν ο αναγνώστης κλείσει το βιβλίο θα νιώσει πλουσιότερος σε γνώσεις, αλλά και θα θέσει επιτακτικά στον εαυτό του το ερώτημα: ποια είναι τελικά η ταυτότητα του σύγχρονου ελληνισμού;
Το δυνατότερο σημείο του βιβλίου αναμφίβολα δεν είναι άλλο από την πρωτοτυπία του, αφού ξεφεύγει από τα συνηθισμένα αναγνώσματα που αφορούν την Άλωση της Πόλης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που απευθύνεται πρωτίστως σε σκεπτόμενους Νεοέλληνες, αλλά και στους λάτρεις της βυζαντινής ιστορίας.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Ευγενία Φακίνου, Γράμματα στη Χιονάτη, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 221

Με ένα ασυνήθιστο και αινιγματικό πόνημα επιστρέφει αυτή τη φορά η μεγάλη Ελληνίδα λογοτέχνης Ευγενία Φακίνου. Ο τίτλος του παραπέμπει στο γνωστό παραμύθι της "Χιονάτης". Και πράγματι, η Χιονάτη παίζει καίριο ρόλο στο μυθιστόρημα. Όχι όμως η γνωστή Χιονάτη του παραμυθιού, αλλά, ένα μικρό κοριτσάκι, το οποίο το χιόνι το "φέρνει" ξαφνικά στα πόδια της πρωταγωνίστριας.
Η τελευταία παραμένει μία μυστηριώδης προσωπικότητα για τον αναγνώστη ακόμη κι όταν αυτός φέρει εις πέρας την ανάγνωση του βιβλίου. 

Για την ηλικία της ξέρουμε ότι έχει αφήσει οπωσδήποτε πίσω της την πρώτη της νιότη οριστικά και αμετάκλητα, οι πληροφορίες όμως που έχουμε γι' αυτή γενικά είναι λιγοστές και η συγγραφέας επιλέγει να μας τη συστήσει μόνο με ψευδώνυμο. Το ξυρισμένο της κεφάλι-και τα φρύδια της- παραπέμπουν τον αναγνώστη στην επάρατη νόσο. Και πραγματικά αυτός δεν υποθέτει λανθασμένα: η γυναίκα νοσεί, σωματικά και  ψυχικά. Η ίδια επιλέγει την απομόνωση ένα προχωρημένο φθινόπωρο τοποθετημένο κάπως αόριστα στη σημερινή εποχή, νοικιάζοντας για λίγο καιρό ένα εξοχικό σπίτι με σοφίτα λίγο πιο έξω από ένα χωριό, του οποίου οι κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν λόγω κατολισθήσεων. Η μοναξιά είναι συνειδητή επιλογή γι' αυτήν και σπάει μόνο από κάποιες σποραδικές συναντήσεις με ξένους και κατοίκους ενός παλιού κοινοβίου που εξακολουθεί να υπάρχει εκεί. Στα μάτια μας όμως παραμένει μία μυστηριώδης και ασυνήθιστη ύπαρξη. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι η πρωταγωνίστρια φοβάται να ζήσει, να αγαπήσει και να αγαπηθεί και ο αναγνώστης μόνο υποθέσεις κάνει για όλα αυτά τα ακατανόμαστα που ενδεχομένως  κουβαλάει ετούτη η πληγωμένη ύπαρξη.
Εντούτοις, ματαίως αυτή προσπαθεί να κρύψει την ανάγκη της για αγάπη, ζεστασιά και ανθρώπινη επαφή. Αυτή εκδηλώνεται για πρώτη φορά όταν "αναγκάζεται" να κουράρει γάτες και σκύλους του ερημωμένου γειτονικού χωριού, πλάσματα που είχαν μάθει την ανθρώπινη παρουσία και φροντίδα την αποζητούν τώρα απεγνωσμένα.
Ο καταλύτης που θα αλλάξει όλη αυτή την ιδιόμορφη κατάσταση θα αποδειχτεί το "κορίτσι του χιονιά", η αμίλητη μικρή Χιονάτη που έρχεται για να θυμίσει στη γυναίκα ότι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι για να αγαπούν και να δίνουν.Η γυναίκα θα το μαζέψει, θα το φροντίσει, θα δεθεί μαζί του αναπόφευκτα χωρίς να το επιδιώξει η ίδια ώσπου να βρει από πού κρατάει η σκούφια του και τελικά θα του απευθύνει γράμματα, τα "γράμματα στη Χιονάτη", όταν αυτό εξαφανιστεί τόσο μυστηριωδώς όσο ήρθε.
Ουσιαστικά λοιπόν, η Ευγενία Φακίνου επιλέγει να μας δώσει τον εσωτερικό μονόλογο μιας γυναίκας κουρασμένης και παραιτημένης από τη ζωή με ψήγματα κανονικής καθημερινότητας και αναμνήσεων από την προηγούμενη έως τώρα ζωή της.
Παρά τη σχετικά βραδεία εξέλιξη της υπόθεσης, ο αναγνώστης θα το διαβάσει σχεδόν απνευστί, θα συμπονέσει βαθιά τη γυναίκα για τη δυστυχία της και θα θέσει πολλά ερωτήματα, τόσο για την ίδια τη γυναίκα, όσο και για τον ίδιο του τον εαυτό. Και τελικά ο καθένας θα πάρει εκείνο που θα επιλέξει ο ίδιος να πάρει από το βιβλίο, ανάλογα με τα δικά του βιώματα και τις δικές του προσλαμβάνουσες. Ο θάνατος είναι τελικά η λύτρωση σε όλα μας τα βάσανα; Υπήρξε στα αλήθεια η Χιονάτη  ή ήταν απλώς το αποκύημα της φαντασίας μίας αρρωστημένης και, πληγωμένης βαθιά ψυχής; Και, κυρίως, γιατί, οι άνθρωποι φοβούνται την αγάπη και την ελευθερία;
Εκείνο που μένει τελικά από το βιβλίο είναι οι πανέμορφες χειμωνιάτικες εικόνες, μία ανάμεικτη αίσθηση πίκρας και λύτρωσης από το τέλος, αλλά και ο εσωτερικός διάλογος τόσο της γυναίκας, όσο και του αναγνώστη με τη δική του κρυφή φωνή της συνείδησης.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: οι όμορφες εικόνες κατά την ανάγνωσή του και ο αινιγματικός του χαρακτήρας.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: οι άνθρωποι που αγαπούν την καλή ελληνική λογοτεχνία.