Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Ι. Stravinsky, Rite of spring

H ιεροτελεστεία της άνοιξης είναι ένα από τα γνωστότερα έργα του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Igor Stravinsky (11882-1971). Θεωρήθηκε ιδιαίτερα επαναστατικό από απόψη μουσικής και χορογραφίας όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 1913 στο Παρίσι σε χορογραφία του Βασλάβ Νιζίνσκι. Η παράσταση κατέληξε σε φιάσκο από τα συνεχιζόμενα γιουχαΐσματα. Σήμερα όμως αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ένα από τα καλύτερα έργα του συνθέτη που τον καταξίωσε στο ευρύ κοινό. Εδώ το ακούμε και το βλέπουμε από μία παραγωγή ρωσικών μπαλέτων.
https://www.youtube.com/watch?v=YOZmlYgYzG4 

Jonathan Holslag, Παγκόσμια Πολιτική Ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, μεταφρ. Γ. Μαραγκός, σελ.575

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο ιστορίας, απευθυνόμενο στο ευρύ κοινό, είναι η τελευταία πρόταση του διδάσκοντα διεθνή πολιτική στην Ακαδημία Αμυντικών Σπουδών του ΝΑΤΟ και στο Free University Brussels, Jonathan Holslag.
Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο καθολικό του εγχειρήματος, τόσο από χρονική, όσο και από τοπική άποψη.  Το βιβλίο εστιάζει δηλαδή στην παγκόσμια ιστορία των αυτοκρατοριών, στις σχέσεις τους μεταξύ τους και στην, πάντοτε δύσκολη ανά τους αιώνες, δύσκολη ακροβασία ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη. Ξεκινώντας από το 3.000 π.Χ. και φτάνοντας ως το 2.000μ.Χ. ο συγγραφέας μας προσφέρει μια παγκόσμια περιήγηση στον χώρο και τον χρόνο, εστιάζοντας όχι μόνο στις γνωστές αυτοκρατορίες, όπως των Περσών, των Ρωμαίων, των Κινέζων κ.τ.λ., αλλά και σε άλλες, πολύ λιγότερο γνωστές, όπως εκείνη των Γκούπτα στην Ινδία, των Κοσανών και των Σιονγκού στην Κεντρική Ασία και άλλων πολλών.

Η παρουσίαση τηρεί αυστηρή χρονολογική σειρά και συνοδεύεται από χάρτες που βοηθούν τον αναγνώστη να αποκτήσει μία πλήρη εικόνα της ανόδου και της πτώσης όλων των αυτοκρατοριών του πλανήτη, τη μελέτη των διεθνών σχέσεων, τα αίτια της ακμής και της πτώσης τους, καθώς και τους λόγους που οδηγούσαν κάθε φορά τις κραταιές αυτές αυτοκρατορίες-ή και τα πανίσχυρα κράτη τον 20ο αιώνα- να πολεμούν μεταξύ τους. Το συμπέρασμα βέβαια, μέσα από τα διδάγματα της ιστορίας, δεν είναι και πολύ ενθαρρυντικό σχετικά με το αν θα υπάρξει επιτέλους ειρήνη σε αυτόν τον πονεμένο κόσμο, σίγουρα όμως ο αναγνώστης αφήνοντάς το στην άκρη, θα νιώσει πολύ πιο ενημερωμένος σχετικά με τις πολιτικές -ειρηνικές ή μη- των σύγχρονων κρατών και τις επιλογές των πολιτικών.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: το γεγονός ότι αποφεύγει την υπερ- ανάλυση, με αποτέλεσμα να μην πλατειάζει και να μην κουράζεται ο αναγνώστης από περιττές λεπτομέρειες που ίσως δυσκολευόταν να συγκρατήσει.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: όσοι ενδιαφέρονται για την πολιτική, την ιστορία και τις διεθνείς σχέσεις.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Ελπίδα Κ. Βόγλη, Η 14η Μαΐου της Κομοτηνής έναν αιώνα μετά..., Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής, 2020, σελ.141

    Το παρόν πόνημα αποτελεί μία επετειακή έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Μαρωνείας και Κομοτηνής για τη συμπλήρωση των φετινών εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της Κομοτηνής το 1920 από τη βουλγαρική κυριαρχία και την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό. Συγγραφέας είναι η έγκριτη ιστορικός Ελπίδα Βόγλη, Αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
    Δεν πρόκειται πάντως για ένα βιβλίο που απαριθμεί λεπτομερώς τα γεγονότα της εισόδου του ελληνικού στρατού στην πόλη την 14η Μαΐου του 1920, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα λεγόμενα της συγγραφέως, πρόκειται για κάτι που θα χαρακτήριζε η ίδια περισσότερο ως λεύκωμα, το οποίο ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα και τις εξελίξεις που επέτρεψαν να πραγματοποιηθεί η πανηγυρική είσοδος του ελληνικού στρατού στην Κομοτηνή και, συνακόλουθα, η οριστική απελευθέρωση της Θράκης.
    Το λεύκωμα συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό με παλιές φωτογραφίες της Κομοτηνής από το αρχείο του Κώστα Κατσιμίγα και του Χρήστου Χατζηπέμου, με σατυρικές γκραβούρες και αποκόμματα εφημερίδων της εποχής, αλλά και με παραθέματα από άλλους συγγραφείς που αφορούν τη Θράκη και το Θρακικό Ζήτημα.
  Η συγγραφέας ασχολείται στην εισαγωγή του βιβλίου με το θέμα των εθνικών επετείων και μας γνωστοποιεί την ιστορία της συγκεκριμένης επετείου της απελευθέρωσης που καθιερώθηκε το 1954 και θεσμοθετήθηκε ως "Ελευθέρια" από το 1962, καθώς και με το θέμα της "δημόσιας ιστορίας" στη σύγχρονη εποχή όπως αυτή προβάλλεται μέσω των ΜΜΕ.
    Κατόπιν καταπιάνεται με ζητήματα ορολογίας και μεθοδολογίας, βρίσκοντας την αρχή του μίτου των γεγονότων του 1920 στο αποκαλούμενο Ανατολικό Ζήτημα το οποίο ανέκυψε σχετικά με την τύχη της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα. Το Θρακικό Ζήτημα, όπως άλλωστε και το Μακεδονικό, το Ηπειρωτικό, το Κυπριακό και το Κρητικό Ζήτημα, υπήρξε επιμέρους κομμάτι του, αφού όλες αυτές οι γεωγραφικές περιοχές αποτελούσαν τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον 18ο αιώνα και κυρίως κατά τον 19ο και τον 20ο, τότε που το Ανατολικό Ζήτημα γνώρισε εξάρσεις που απαιτούσαν την άμεση λύση του. Σημειώνει επίσης ότι η διαδικασία οικοδόμησης του νεοελληνικού κράτους υπήρξε εκείνη με τη μεγαλύτερη διάρκεια απ' όλα τα νεωτερικά κράτη στον ευρωπαϊκό χώρο.
     Επόμενος σταθμός στην περιήγηση των ατραπών της Ιστορίας είναι το κίνημα του πανσλαβισμού που, ωθώντας τη δημιουργία του σύγχρονου βουλγαρικού κράτους, προκάλεσε την κρίση του Ανατολικού Ζητήματος τη δεκαετία του 1870 και μετατόπισε το ενδιαφέρον τόσο του μικρού ελληνικού κράτους, όσο και των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Μακεδονία και τη Θράκη. Στη συνέχεια η συγγραφέας αναλύει τους εντεινόμενους ανταγωνισμούς των Μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής στην περιοχή, ήτοι το δόγμα ανάσχεσης της ρωσικής επέκτασης στα Βαλκάνια της βρετανικής αυτοκρατορίας μέσω της διατήρησης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και τις αξιώσεις που έτρεφαν η Γερμανία, η Αυστορουγγαρία και η Γαλλία για την Ανατολική Μεσόγειο την ίδια περίοδο. Σε όλα αυτά η Ελλάδα ήταν τότε ένας απλός εξωτερικός  παρατηρητής, ενώ περαιτέρω ένταση προκλήθηκε στην περιοχή με την αυθαίρετη προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία το 1885.
    Η συγγραφέας υπογραμμίζει επίσης ότι τόσο το Κρητικό, όσο και το Μακεδονικό Ζήτημα λειτούργησαν ανταγωνιστικά ως προς το Θρακικό καθ' όλο το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ου αιώνα, σε ό,τι αφορούσε τη διεκδίκηση νέων περιοχών όπου κατοικούσαν Έλληνες από το ελληνικό κράτος. Τελικώς, οι Έλληνες πολιτικοί προσανατολίστηκαν σε μία οικονομική ένωση των περιοχών αυτών με το ελληνικό κράτος, ενώ από τα τέλη του 19ου αιώνα πρατηρείται ένα εντεινόμενο και ολοένα διογκούμενο ενδιαφέρον για την περιοχή της Θράκης στους φιλολογικούς κύκλους των Αθηνών, αναμφίβολα και με τη συμβολή του λογίου Ίωνα Δραγούμη. Τότε έλαβαν χώρα πολλές συζητήσεις σχετικά με το τι ακριβώς σήμαινε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ο όρος "βόρεια Ελλάδα" και "βόρειες επαρχίες".
    Ο ατυχής για την Ελλάδα ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908 δίνουν νέα ώθηση στο όλο ζήτημα, πριν τελικά οι δύο βαλκανικοί πόλεμοι και ο Πρώτος Παγκόσμιος καταφέρουν να αποδώσουν τελικά τη Θράκη στους Έλληνες μετά από πολλές περιπέτειες και αφού προηγηθεί η κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους και η μαζική φυγή των Ελλήνων κατοίκων από εκεί από το 1912 και μετά. Τελικά χάρη στην προέλαση του ελληνικού στρατού και τις παρεμβάσεις των Συμμάχων η Θράκη θα γίνει οριστικά ελληνική το 1920, όμως το ζήτημα της Μείζονας Θράκης θα παραμείνει σε εκκρεμότητα ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη συνθήκη της Λωζάνης το 1922-1923, οπότε και η Ανατολική Θράκη χάνεται οριστικά για τους Έλληνες.
     Στο σύνολό του πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο πόνημα που επιδιώκει να φωτίσει ορισμένες πιο άγνωστες πλευρές του Θρακικού Ζητήματος και, κυρίως, την πορεία που αυτό γνώρισε κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Αναμφίβολα θα ήταν σώφρων να διαβαστεί απ' όλους όσους κατοικούν σήμερα στην άλλοτε αποκαλούμενη Γκιουμουλτζίνα, αφού η γνώση της τοπικής μας ιστορίας είναι κομμάτι εξίσου σημαντικό με τη γνώση της ιστορίας της χώρας μας.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Maja Lunde, Η ιστορία του νερού, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, σελ.383

    To νέο βιβλίο της Maja Lunde, της Ράκελ Κάρσον της εποχής μας, είναι ένα βιβλίο για το νερό και την ιστορία του, για το πόσο πολύτιμο μας είναι, κάτι που το καταλαβαίνουμε, δυστυχώς, μόνο από την έλλειψή του.
     Η συνέχεια της τετραλογίας του περιβάλλοντος μετά την εξαιρετικά επιτυχημένη "Ιστορία των μελισσών", δεν υπολείπεται ούτε στο ελάχιστο του πρώτου βιβλίου της Lunde σε καταιγιστική δράση, μεστό, καθαρό λόγο και άφθονα οικολογικά μηνύματα αφύπνισης. Οι χρόνοι αφήγησης είναι τρεις το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όπως γινόταν και στο πρώτο μέρος της τριλογίας. 
    Το παρόν αφορά τη Νορβηγία του 2017, όταν η εβδομηντάχρονη ακτιβίστρια Σίνε φεύγει με ένα σκάφος, κουβαλώντας ένα πολύτιμο, όπως θα αποδειχτεί, φορτίο για τη Γαλλία, προκειμένου να έρθει αντιμέτωπη με το επώδυνο παρελθόν της.
Μέσα από την αφήγηση του παρόντος, η Σίνε αναπολεί το παρελθόν της, τις δεκαετίες του '60 και του '70, τότε που η ίδια ήταν ακόμη παιδί και η ανεπανόρθωτη καταστροφή που θα συντελούταν στη φύση τα επόμενα σαράντα χρόνια βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα. Τότε το περιβαλλοντικό κίνημα άρχιζε να κάνει δειλά τα πρώτα του βήματα, ερχόμενο σε σφοδρή σύγκρουση με τα κατεστημένα οικονομικά συμφέροντα και την ολοένα και περισσότερο αυξανόμενη απληστία των ανθρώπων για κέρδος και ανάπτυξη. Η Ιστορία και η κλιματική αλλαγή μας έδειξαν ήδη ποιος κέρδισε σε αυτή τη διαμάχη, τα χειρότερα όμως δεν έχουν έρθει ακόμη. Διότι, μέσα σε είκοσι μόλις χρόνια από σήμερα, τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα και να αλλάξουν άρδην τη σχετικά ανέφελη- σε σχέση με το μέλλον- καθημερινότητά μας.
    Αυτό μας φέρνει στο μέλλον, τον τρίτο χρονικό άξονα του βιβλίου, το 2041, τότε που διαδραματίζεται η μία από τις δύο παράλληλες ιστορίες. Ο Νταβίντ και η μικρή του κόρη προσπαθούν απεγνωσμένα να διαφύγουν από τη νότια Γαλλία προς τον βορρά, αφού η νότια Ευρώπη πλήττεται από παρατεταμένη ξηρασία και ανομβρία. Σε έναν κόσμο όπου το νερό σπανίζει τόσο πολύ που θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των ανθρώπων στην Ευρώπη και όχι μόνο στην Αφρική, η καθημερινότητα των αμέτρητων προσφύγων μετατρέπεται σε κόλαση μέσα σε καταυλισμούς όπου κυριαρχούν η βρωμιά, η έλλειψη νερού, ο χωρισμός των οικογενειών, η δυσεντερία λόγω της κατανάλωσης  μολυσμένου νερού και το συχνό ξέσπασμα πυρκαγιών. Οι άνθρωποι του 2041 νοσταλγούν την παλιά τους ζωή και τη θέλουν πίσω απεγνωσμένα. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί αφού φρόντισαν γι' αυτό οι άνθρωποι του σήμερα, οι άνθρωποι του 2017 που είχαν ακόμη τα πάντα σε αφθονία. Το μόνο που δεν υπήρχε τότε σε πληθώρα ήταν οι φωνές που διαφωνούσαν με τις τότε αντιπεριβαλλοντικές και αναπτυξιακές πολιτικές, οι φωνές όπου τότε λοιδορούνταν ως οι εχθροί της προόδου. Όλα όμως μοιάζουν εντελώς διαφορετικά το 2041, τότε που σε αντίθεση με το 2017, όλα είναι πλέον λιγοστά, υλικά αγαθά και μη: η τροφή, η παροχή ιατρικής βοήθειας, η παιδική ηλικία, η χαρά, η ξενοιασιά, οι φίλοι,  η οικογένεια και, πάνω απ' όλα, το νερό.
    Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, εσωτερική, οι μνήμες των προσώπων από την προηγούμενη ζωή τους διάχυτες και έντονες και η συγγραφέας μας επιτρέπει να γίνουμε κοινωνοί των πιο μύχιων σκέψεων τόσο της ηλικιωμένης Σίνε, όσο και του Νταβίντ, του τραγικού πατέρα που αγωνίζεται για την επιβίωση του παιδιού του σε έναν κόσμο ολοένα και πιο εχθρικό προς αυτούς. Η έντονη αντίθεση μεταξύ των δύο χρονικών περιόδων κάνει την έλλειψη του νερού να φαντάζει ακόμη πιο ανυπόφορη και το μήνυμα που θέλει να περάσει η συγγραφέας με το παρόν πόνημα γίνεται ακόμη πιο δυνατό: ας δράσουμε τώρα, προτού να είναι αργά για όλους μας. Μία ηχηρή προειδοποίηση ανάλογη με εκείνη που μας είχε υποβάλει ήδη το 1962 με τη Σιωπηλή Άνοιξη η Κάρσον.
    Πρόκειται για ένα βιβλίο καλογραμμένο που διαβάζεται απνευστί και υπόσχεται να κάνει τους αναγνώστες  να βιώσουν τα πιο δυνατά συναισθήματα: πόνο, θλίψη, απέχθεια, συμπόνια, ακόμη και χαρά ενίοτε, κυρίως όμως οργή για την επιμονή ορισμένων ανθρώπων, τότε και σήμερα, να μην συνειδητοποιούν πόσο σημαντική, αλλά και πόσο εύθραυστη, είναι η αρμονική συνύπαρξη με τον πλανήτη που μας φιλοξενεί.