Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Τίτσα Πιπίνου, Το κορίτσι του Αλεσάντρο, εκδ. Κλειδάριθμος, 2019, σελ.570

                                                 
Έχουν γραφτεί πολλά πονήματα, σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα, για τη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, ακόμη και για τη βουλγαρική κατοχή της Θράκης. Ελάχιστα όμως έχει απασχολήσει την ελληνική μυθιστορηματική θεματική η Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα.
"Το κορίτσι του Αλεσάντρο" της Τίτσας Πιπίνου έρχεται να συμπληρώσει αυτό το κενό.
Η πρωταγωνίστρια Άννα, είναι η τρίτη στη σειρά από τρεις αδελφές, μετά την Περσεφόνη και τη Φραγκίσκη. Μεγαλώνει στο κλειστό, αυστηρό περιβάλλον ενός μικρού νησιού των Δωδεκανήσων υπό ιταλική κατοχή στον Μεσοπόλεμο σε μια εποχή με συντηρητικά ήθη εν μέσω μιας οικογένειας που επιμένει να την αγνοεί και να συνθλίβει την ξεχωριστή της προσωπικότητα.
Όταν όμως θα μεταβεί στην πιο κοσμοπολίτικη Ρόδο και θα καταστεί μία επιδέξια ράφτρα, θα πάρει τη ζωή στα χέρια της και όλα θα αλλάξουν. Εκεί θα γνωρίσει και τον γοητευτικό Ιταλό μηχανικό Αλεσάντρο Κιοράντο και μαζί του τον έρωτα. 
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας και η γερμανική κατοχή που διαδέχεται την Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα στο τέλος του πολέμου θα αλλάξει τη ζωή της ακόμη μία φορά. Οι εκπλήξεις και οι ανατροπές όμως θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος του βιβλίου, σε μία καλοδουλεμένη εναλλαγή ιστορίας και μυθοπλασίας που φτάνει μέχρι και την ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα.
Παράλληλα με την ιστορία της Άννας εκτυλίσσονται οι ιστορίες της ζωής της Περσεφόνης, της Φραγκίσκης αλλά και της Βερονίκης, εξαδέλφης της Άννας που κατοικεί στη Ρόδο.
Ο λόγος είναι μακροπερίοδος, με διάθεση διεξοδικής περιγραφής η οποία αποσκοπεί στο να αποτυπώσει επακριβώς τις σκέψεις και τις βουλές όλων των ηρώων, ακόμη και των δευτερευουσών χαρακτήρων, χωρίς πολλούς διαλόγους.
Το βιβλίο εστιάζει κυρίως στην περίοδο διοίκησης στα Δωδεκάνησα του σκληροπυρηνικού Τσεζάρε Μαρία ντε Βέκι από το 1937 και εξής, ενός διοικητή που επιχείρησε τον ανθελληνισμό των νησιών με την κατάργηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος ότι η ιταλική κατοχή ήταν κατά πολύ ελαφρύτερη από την αντίστοιχη γερμανική και βουλγαρική σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Η σκληρότητα βέβαια, την οποία θα επιδείξουν οι ίδιοι οι Γερμανοί μετά το 1943 στους πρώην συμμάχους τους Ιταλούς είναι κάτι που επίσης θα καταπλήξει πολλούς αναγνώστες.
Το βιβλίο αποτελεί μία εναλλακτική αναγνωστική πρόταση για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις πιο άγνωστες πτυχές του.

Θάνος Βερέμης, 21 ερωτήσεις και απαντήσεις για το '21, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ.226


    Ένα ξεχωριστό βιβλίο για το 1821 γραμμένο από έναν μεγάλο ιστορικό με τη μορφή ερωταποκρίσεων που καλύπτει όλες τις πτυχές της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης, αλλά και της τουρκοκρατίας και του νεοσύστατου τότε Νεοελληνικού κράτους. 
     Ο Βερέμης θέτει ερωτήσεις κρίσεως και απαντά στις πιο καίριες απορίες των Ελλήνων σχετικά με την Παλιγγενεσία τους. Ξεκινά με το πιο σημαντικό ερώτημα, το πως δηλαδή αντιλήφθηκαν οι ίδιοι οι Έλληνες το περιεχόμενο της επανάστασής τους.
    Κατόπιν, εξετάζεται η κατάσταση των υπόδουλων Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας από τη σχέση τους με την καθολική και προτεσταντική Δύση, την υφή της ελληνικής κοινωνίας, τον πληθυσμό και τις επιδημίες που ενέσκηψαν στην ελληνική χερσόνησο μέχρι και τη φύση του καθεστώτος των Οθωμανών.
Ακολούθως ο Βερέμης επικεντρώνεται στα ερωτήματα που αφορούν την ίδια την Επανάσταση: τις εθνοσυνελεύσεις, τους ένοπλους του Αγώνα, τους ξένους ταξιδιώτες, τους Φιλέλληνες, τα επαναστατικά δάνεια και τα ξενικά κόμματα.
    Ο Θάνος Βερέμης δεν διστάζει να θέσει και ερωτήσεις κρίσεως, όπως ποια ήταν η σημασία της εκκλησίας στην Παλιγγενεσία, γιατί οι στρατιωτικές επιτυχίες των Ελλήνων τους οδήγησαν τελικά στη διχόνοια και γιατί ο Ιμπραήμ κατάφερε ως το τέλος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, την Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και τη Ρωσια.
    Στο σύνολό του, το νέο έργο του Θάνου Βερέμη απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες που τους ενδιεφέρει να μάθουν με εγκυρότητα τη νεώτερη και σύγχρονη ιστορία τους. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και αποσπασματικά, εφόσον οι ερωτήσεις μπορούν να αναγνωσθούν με όποια σειρά είναι επιθυμητό, καθώς δεν υπάρχει συνέχεια μεταξύ τους, απλά θίγεται κάθε φορά ένα συγκεκριμένο, διαφορετικό κάθε φορά, θέμα. Έτσι ο αναγνώστης μπορεί να λύσει τυχόν απορίες ή να εμβαθύνει μόνο σε θέματα στα οποία επιθυμεί, σχηματίζοντας όμως παράλληλα μία ολοκληρωμένη εικόνα για τα τόσο σημαντικά για την ιστορία μας γεγονότα της Παλιγγενεσίας.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ.468


     Λίγα είναι τα δείγματα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα που μας εκπλήσσουν τόσο πολύ όσο το βιβλίο του Πάτρικ Λη Φέρμορ "Η εποχή της δωρεάς".
     Ο αγγλοϊρλανδικής καταγωγής  συγγραφέας το 1933, μετά από την κατάταξή του στον στρατό σε ηλικία δεκαοκτώ ετών αποφασίζει να εκτελέσει ένα πρωτότυπο και δύσκολο εγχείρημα: να περάσει τη Μάγχη και να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. 
    Άνθρωπος περίεργος, ρομαντικός, με καλλιτεχνικές ανησυχίες και τη στόφα του εκκολαπτόμενου λογοτέχνη, ο Φέρμορ επιδίδεται σε εκπληκτικές περιγραφές των χωρών που διασχίζει, παρέχοντας ταυτόχρονα στον αναγνώστη πλήθος ιστορικών, φυσικών, γεωγραφικών, πολιτισμικών, αλλά και εθνογραφικών πληροφοριών. Επιπροσθέτως, ο λόγος του συχνά αγγίζει τα όρια του ποιητικού, με τη χρήση άφθονων επιθέτων και μεταφορών.
      Η αφήγηση ξεκινά με μία σύντομη αναφορά στα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια ο ταξιδευτής κάνει αναφορά στους λόγους της φυγής του και ξεκινά το χρονικό του από τη διεξοδική περιγραφή της χώρας που διέσχισε πρώτη, την Ολλανδία, καθώς και των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτήν.
     Ακολουθεί η είσοδος του λογοτέχνη-οδοιπόρου στη νεότευκτη ναζιστική Γερμανία. Εδώ οι μαγευτικές περιγραφές των εξαίρετων φυσικών τοπίων, των ποταμών του Ρήνου, του Νέκαρ και του Δούναβη συνυφαίνονται αριστοτεχνικά, μα και αντιθετικά, με τις εικόνες του ανερχόμενου ναζισμού και του ρατσισμού της χώρας, τις μυθικές αναφορές στη μυθολογία των σκανδιναβικών λαών, καθώς και με τις μνήμες του Μεγάλου Πολέμου, αλλά και της Τριακονταετούς σύρραξης του 17ου αιώνα (1618-1648).
      Ακολουθεί η πορεία του συγγραφέα μέσα από την αυτοκρατορική Αυστρία με τα παλάτια του Δούναβη και, τέλος, η επίσκεψή του στην Τσεχία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία, μέρη όπου ο συγγραφέας διακρίνει ακόμη έντονα τις μνήμες από τη σφοδρή διαμάχη καθολικών και προτεσταντών.
      Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περιηγούμαστε σε έναν κόσμο κινητικό, έναν κόσμο ο οποίος βρίσκεται σε διαρκή αλλαγή. Η παρακμή των πύργων των ευγενών, η άνοδος της αστικής τάξης, η ανερχόμενη πορεία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, η παρακμή της αποικιοκρατίας και οι τραυματικές μνήμες από τον όλεθρο του Μεγάλου Πολέμου δείχνουν ότι η Ευρώπη του Μεσοπολέμου ήταν ένας κόσμος που εγκυμονούσε το νέο, χωρίς όμως να αποποιείται τις μεσαιωνικές τις μνήμες και καταβολές. 
    Συμπερασματικά, το βιβλίο του Φέρμορ αναδεικνύεται ως το καταλληλότερο όχημα προκειμένου να έρθει σε επαφή ο αναγνώστης με την Ευρώπη του Μεσοπολέμου και τις φυσικές ομορφιές της. Είναι επίσης ένα βιβλίο που θα εντυπωσιάσει τους λάτρεις της παλιάς καλής λογοτεχνίας όπως τη γνωρίσαμε από τους μεγάλους κλασικούς, αλλά και τους εραστές της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Μπουλέντ Σένοτζακ,Σμύρνη, το αστέρι του Λεβάντε, Λεβαντίνοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι, εκδ. Επίκεντρο, 2016,σελ.389


Τι να έχει άραγε να μας πει ένας Τούρκος για τη Σμύρνη; Για τους Έλληνες η Σμύρνη ήταν πάντοτε μία καθαρά ελληνική υπόθεση. Μόνο το άκουσμα του ονόματός της προκαλεί στους περισσότερους Νεοέλληνες μια αβάσταχτη αίσθηση απώλειας και πόνου. Κι όμως η Σμύρνη, το αστέρι του Λεβάντε, και ιδιαίτερα η πολυπολιτισμική Σμύρνη του παρελθόντος που χάθηκε πλέον ανεπιστρεπτί, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και για μια μεγάλη μερίδα των σύγχρονων Τούρκων που φαίνεται να νοσταλγούν την πρότερη πολυεθνική μορφή της.
Ο Σμυρναίος στην καταγωγή συγγραφέας Μπουλέντ Σένοτζακ αδιαμφισβήτητα είναι ένας από αυτούς, δηλαδή ένας από τους Τούρκους που θρηνούν για τη χαμένη πολυπολιτισμικότητα που κάποτε διέκρινε την ιδιαίτερη πατρίδα του, το αποκαλούμενο αστέρι του Λεβάντε.
Για τον Έλληνα αναγνώστη, με την προϋπόθεση ότι θα καταφέρει βέβαια να μπει στη θέση αυτού που είναι βαθιά ριζωμένος στη μνήμη μας ως προαιώνιος αντίπαλος κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, θα αποβεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου γραμμένο από έναν συγγραφέα της "άλλης" πλευράς, ο οποίος όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ειπωθεί ότι παραποιεί τα ιστορικά γεγονότα. Απεναντίας μάλιστα, τα γραφόμενά του στηρίζονται σε επισταμένη έρευνα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο συγγραφέας μας δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του ότι ήρθε σε σύγκρουση με το κατεστημένο στην Τουρκία λόγω της διαφορετικής άποψης που παρουσιάζει στο εν λόγω πόνημα σχετικά με το πως ξεκίνησε η πυρκαγιά στη Σμύρνη τον Σεπτέμβρη του 1922. Όσο κι αν ξενίσει τον Έλληνα αναγνώστη η αναφορά στα γεγονότα του 1922 από την οπτική της άλλης πλευράς όχι σαν "η καταστροφή" της Σμύρνης, αλλά σαν "η απελευθέρωση", δεν θα μπορέσει να μην παραδεχτεί ότι, παρά την ατυχή κατάληξη που είχε τελικά για τους Έλληνες η μικρασιατική εκστρατεία, αυτή αρχικά δεν ήταν παρά ένας ακόμη κατακτητικός πόλεμος, επομένως οι Τούρκοι από την πλευρά τους είχαν κάθε δικαίωμα να τη βλέπουν σαν εισβολή στα εδάφη τους.
Το συγκεκριμένο συγγραφικό πόνημα όμως δεν επικεντρώνεται στα γεγονότα του 1922, αλλά κυρίως στο πως ήταν η ζωή στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια του απόγειου της πολυπολιτισμικής της περιόδου, δηλαδή κυρίως στον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Διότι πράγματι, η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 δεν ήταν καταστροφή μόνο στη συλλογική ελληνική μνήμη, αλλά συγχρόνως και ένα γερό πλήγμα στον πολυεθνικό ιστό της πόλης.
Η Σμύρνη πριν από το 1922 ήταν μία πόλη ξεχωριστή, πολύχρωμη, πολύγλωσση και ανεκτική απέναντι στο διαφορετικό. Αυτή τη Σμύρνη δυστυχώς δεν θα τη δει ο επισκέπτης του σήμερα, παρά μόνο, όπως άλλωστε συμβαίνει σήμερα και στην Θεσσαλονίκη, την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη, σε ορισμένα ερείπια που μαρτυρούν το διαπολιτισμικό μεγαλείο του παρελθόντος της.
Κι όμως, παρά την ευρέως διαδεδομένη άποψη, οι Έλληνες, και όχι οι Τούρκοι, είναι εκείνοι που πρώτοι με τον κατακτητικό στρατό τους κατέστρεψαν το όνειρο της ελεύθερης και ανεκτικής συμβίωσης. Οι Τούρκοι του Κεμάλ στη συνέχεια, εξίσου φανατισμένοι λόγω της αναβίωσης του ελληνικού εθνικισμού, απλά ολοκλήρωσαν την καταστροφή και τη μετατροπή της πόλης από μία πολυπολιτισμική σε μία καθαρά εθνική πλέον πόλη. Πράγματι, σύμφωνα με μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων διαφόρων εθνικοτήτων, όλα άλλαξαν στην πόλη μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού τον Μάη του 1922. Το έως τότε χαρούμενο και φιλικό μεταξύ των μειονοτήτων κλίμα έδωσε τη θέση του στην καχυποψία και την εχθρότητα μεταξύ των διαφορετικών εθνών. 
Ο συγγραφέας πιάνει από την αρχή  το νήμα της ιστορίας της πόλης, από τα αρχαία ακόμη χρόνια, και αφηγείται με γλαφυρότητα το πως κατέληξε να γίνει η Σμύρνη ένα τόσο ξεχωριστό οικονομικό και εμπορικό κέντρο, αλλά και ένα κατεξοχήν χωνευτήρι λαών και πολιτισμών. Έμφαση δίνεται, όπως προειπώθηκε, στους αιώνες των νεότερων και των σύγχρονων χρόνων και στις τέσσερις πολυπληθέστερες κοινότητες της πόλης: τους Λεβαντίνους-δηλαδή τους ξένους Ευρωπαίους εμπόρους-, τους Αρμένιους, τους Έλληνες και τους Εβραίους.
Εξετάζονται λοιπόν διεξοδικά, αρχικά τα κτίρια που σχετίζονται με τις μειονότητες, όπως τα θέατρα, τα τυπογραφεία, οι βιοτεχνίες, οι αθλητικοί σύλλογοι, τα σχολεία και άλλες πτυχές του δημόσιου βίου που αφορούσε τις μειονότητες, και κατόπιν όλες οι μειονότητες χωριστά. Στο τέλος γίνεται μία ψύχραιμη επισκόπηση των γεγονότων του 1922 για να καταλήξει ο συγγραφέας στη διαπίστωση ότι θα έπρεπε επιτέλους οι Έλληνες με τους Τούρκους να ξεπεράσουν πλέον τις δυσκολίες του παρελθόντος και να επιχειρήσουν μία νέα αρχή στο όνομα της συναδέλφωσης των λαών και των άφθονων κοινών που οι δύο λαοί μοιράζονται ύστερα από αιώνες συμβίωσης.
Στο τέλος του βιβλίου περιλαμβάνεται έξοχο φωτογραφικό υλικό το οποίο συμπληρώνει την άριστη εικόνα του βιβλίου. Αναμφισβήτητα, απ' την πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορούν για τη Σμύρνη, αυτό σίγουρα ξεχωρίζει για την διαφορετική οπτική του, το θέμα στο οποίο επικεντρώνεται και για την εγκυρότητα των πληροφοριών του.