Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Λ.Π. Χάρτλεϊ, Ο Μεσάζων, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 420, μεταφρ.Τόνια Κοβαλένκο

 

Μία ιστορία με θέμα τη διαφθορά της νεανικής αθωότητας αποτελεί το βιβλίο του Λ. Π. Χάρτλεϊ με τον τίτλο "Ο Μεσάζων".

Ο Λίο είναι ένα δεκατριάχρονο αγόρι, ονειροπόλο, ρομαντικό και ευαίσθητο. Εκείνο το καλοκαίρι του 1900, τότε που φιλοξενήθηκε  στην εξοχική έπαυλη της οικογένειας Μόντσλεϊ στο Μπράνταμ Χολ, ήταν διαφορετικό από κάθε άποψη. 

Επρόκειτο για ένα καλοκαίρι ιδιαίτερα θερμό και ο Λίο δεν είχε ποτέ του βρεθεί ως τότε στους κόλπους της αριστοκρατίας. Πήγε εκεί ως καλεσμένος του συμμαθητή του του Μάρκους, αλλά, άθελά του, μετατράπηκε σε "ταχυδρόμο" των γεμάτων φλόγα μηνυμάτων ενός παράνομου ζευγαριού: της αδελφής του Μάρκους, Μάριαν και ενός κοινωνικά κατώτερού της αγρότη, του Τεντ Μπέρτζες. Η Μάριαν ήταν αναγκασμένη να παντρευτεί τον λόρδο Τρίμινχαμ, έναν άντρα αντάξιο της κοινωνικής της θέσης. Η υπόθεση του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από την παράνομη αυτή σχέση και στο πως επέδρασε εκείνη στην ψυχολογία του μικρού Λίο, εξαιτίας της χρησιμοποίησής του ως μεσάζοντα από τους δύο εραστές.

Ο υπερήλικος πλέον Λίο-συγγραφέας-αφηγητής μας διηγείται, σε πρώτο πρόσωπο, τις αναμνήσεις του από εκείνο το καλοκαίρι το οποίο σημάδεψε ανεξίτηλα τα παιδικά του χρόνια. Στον πρόλογο και τον επίλογο μιλάει ο ηλικιωμένος Λίο, ενώ όλο το υπόλοιπο μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στην εξιστόρηση εκείνου του καλοκαιριού.

Το μυθιστόρημα δεν είναι όμως μόνο αυστηρά γεγονοτολογικό. Αντιθέτως, εστιάζει στα συναισθήματα του Λίο, στις σκέψεις  και στα θέλω του. Κυρίως όμως εστιάζει στην αίσθηση που άφησε στην παιδική ψυχή του όλη αυτή η επώδυνη ιστορία και ο τρόπος που η παράνομη σχέση αποκαλύφθηκε ως το τέλος. Όλο αυτό το κρυφό κυνήγι των μηνυμάτων, ήδη πριν από την επώδυνη αποκάλυψη, θα μετατραπεί πολύ γρήγορα σε αδυσώπητη μέγγενη γύρω από την ψυχή του αγοριού, αφού το μυστικό είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσει η παιδική ψυχή του, η αθωότητα της οποίας θα χαθεί οριστικά μετά από την βίαιη αποκάλυψη.

Ο συγγραφέας αποστασιοποιείται από τα γεγονότα, κρυμμένος πίσω από την προσωπική εξομολόγηση του Λίο, όμως, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του, δεν εγκρίνει τον παράνομο αυτόν δεσμό και τον τρόπο που οι δύο διψασμένοι για έρωτα εραστές χρησιμοποιούν το αγόρι. Τα αυστηρά βικτωριανά ήθη, αν και η εποχή βαίνει προς το τέλος της, ζουν και βασιλεύουν και ούτε ο συγγραφέας, ούτε ο Λίο και εντέλει κανένας σχεδόν από τους ήρωες, ούτε καν η ίδια η Μάριαν, δεν καταφέρνει να απαλλαγεί από αυτά. Ο μόνος που το καταφέρνει-πληρώνοντας βέβαια ως το τέλος και το ανάλογο τίμημα είναι ο Τεντ Μπέρτζες.

Φαντάζει εντελώς παράταιρο στον αναγνώστη το γεγονός ότι ο Λίο έχει και κάποιες μαγικές ιδιότητες- ή νομίζει ότι τις κατέχει-. Δεν έχει σημασία αν τα μαγικά του αποδεικνύονται πετυχημένα ή όχι, σημασία έχει ότι ο ίδιος πιστεύει στη δύναμή τους- και οι γύρω του όμως κάποιες φορές. Οι δυνάμεις αυτές αποτελούν το έσχατο καταφύγιό του σε έκτακτες περιπτώσεις οι οποίες απαιτούν τη λήψη δραστικών μέτρων. Δεν παίζουν καίριο ρόλο στο βιβλίο αλλά ρόλο συμβολικό σε ένα μυθιστόρημα το οποίο βρίθει συμβολισμών. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μπελαντόνα, το δηλητηριώδες φυτό στον κήπο του σπιτιού που φιλοξένησε το αγόρι.

Παρά το γεγονός ότι η έκταση του μυθιστορήματος είναι μεγάλη και ότι η υπόθεσή του εκτυλίσσεται μέσα σε λίγες μόνο μέρες ενός καλοκαιριού, η αφήγηση δεν πλατειάζει, οι περιγραφές του δεν κουράζουν, κι αυτό αναμφίβολα οφείλεται στο λογοτεχνικό χάρισμα του συγγραφέα. Ο Χάρτλεϊ αφηγείται με γλώσσα μεστή συναισθήματα, καταστάσεις και εικόνες, μην παραλείποντας να χρησιμοποιήσει άφθονους διαλόγους που ζωντανεύουν το κείμενο. Έτσι το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι λογοτεχνικά άρτιο. Αυτό που θα μείνει τελικά στον αναγνώστη δεν θα είναι τίποτε άλλο, από το γεγονός ότι κατάφερε να εισχωρήσει και να κατανοήσει σε βάθος, με την ανάγνωσή του, ολόκληρη τη βικτωριανή Αγγλία.

Μιχάλης Μοδινός, Παραγουάη, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ.378

 Η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι στις μέρες μας όλα έχουν πια ειπωθεί στον χώρο της λογοτεχνίας και του θεάτρου δεν μπορεί να ισχύει για το τελευταίο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού, την Παραγουάη. Διότι, πόσα μυθιστορήματα γνωρίζουμε να έχουν γραφτεί γι' αυτό το τόσο ασυνήθιστο και εξωτικό μέρος, για το οποίο οι Έλληνες τόσα λίγα γνωρίζουν;

Η πρωτοτυπία, λοιπόν, αναμφισβήτητα χαρακτηρίζει το τελευταίο πόνημα του Μιχάλη Μοδινού. Ο συγγραφέας είναι γνωστός γεωγράφος και περιβαλλοντολόγος, αλλά και λογοτέχνης. Όσοι τον έχουμε επιλέξει μέχρι τώρα ως αναγνώστες, τον έχουμε συνηθίσει να μας μεταφέρει με τη γραφή του σε μέρη εξωτικά και αλλότρια για την ελληνική κουλτούρα: Σουδάν, Ζανζιβάρη, Άγρια Δύση κ.α. Μάλιστα οι αναγνώστες του τον επιλέγουν συνήθως ακριβώς για αυτούς τους δύο λόγους: την πρωτοτυπία των θεμάτων του και την υπέροχη γραφή του. Αυτή τη φορά το ταξίδι των λέξεων μας μεταφέρει στην Νότια Αμερική και την εξωτική Παραγουάη με το τζάγκουαρ ως σήμα κατατεθέν της να φιγουράρει ναζιάρικα στο εξώφυλλο του βιβλίου αλλά και σε κάποια σημεία του βιβλίου, έχοντας συμβολική σημασία.

Το μυθιστόρημα είναι δομημένο σε τρεις αφηγηματικούς άξονες: ο ένας τοποθετείται στο σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης, όταν ένας γεωπόνος από την Καρδίτσα, ο Γαβριήλ- Γκάμπριελ, επιλέγει να αφήσει το δυστοπικό πλέον για εκείνον ελληνικό περιβάλλον και να μεταναστεύσει στη μακρινή Παραγουάη προκειμένου να αρχίσει μία νέα ζωή. Βέβαια, τελικά ούτε αυτό θα αποδειχτεί τόσο εύκολο να γίνει, εφόσον η αποδέσμευσή του από την ασφυκτική ελληνική πραγματικότητα και τον παρηκμασμένο γάμο του θα απαιτήσει περισσότερο καιρό για να ωριμάσει μέσα του απ' όση υπολόγιζε αρχικά. Στο τέλος όμως, ο ήρωας θα νικήσει όλες τις αναστολές του και τα εμπόδια και θα καταφέρει εκείνο που θα έμοιαζε ακατόρθωτο για πολλούς από εμάς: να κάνει μία εντελώς νέα αρχή στη ζωή του, χωρίς μάλιστα να έχει και τον χρόνο με το μέρος του, αφού έχει αφήσει προ πολλού πίσω του την πρώτη του νιότη. Έτσι αποδεικνύει περίτρανα το ρητό ότι τίποτε δεν είναι αδύνατον στη ζωή, φτάνει να υπάρχει θέληση. Η αφήγηση σε αυτόν εδώ τον άξονα είναι πρωτοπρόσωπη και έχει εξομολογητικό χαρακτήρα. Συχνά ο Γκάμπριελ προσφωνεί τον αναγνώστη και απευθύνεται σε εκείνον προσωπικά, δίνοντας έτσι περαιτέρω αμεσότητα στην αφήγηση.

Ο δεύτερος αφηγηματικός άξονας μας ταξιδεύει πίσω στον 18ο αιώνα, όταν ένας πρόγονος του Γκάμπριελ, ο Χόρχε, είχε επισκεφθεί επίσης την ίδια χώρα, τότε που η αποικιοκρατία  έπνεε σιγά σιγά τα λοίσθια και η σχέση των λευκών αποίκων με τη φύση, τους Ινδιάνους και την εντόπια φυλή των Γκουαρανί γνώριζε ποικίλες διακυμάνσεις.

Ο τρίτος αφηγηματικός άξονας, μικρότερης έκτασης, μεταφέρει στον αναγνώστη κυρίως πληροφορίες για την ίδια την Παραγουάη, οι οποίες λειτουργούν ως παρενθέσεις στην πλοκή. Η αφήγηση εδώ, όπως και στον δεύτερο αφηγηματικό άξονα, είναι τριτοπρόσωπη.

Ο Μ.Μ. πέρα από την προσωπική ιστορία των ηρώων του, μεταφέρει τον αναγνώστη βαθιά στις ζούγκλες και τα τροπικά δάση της Νοτίου Αμερικής, σε τοπία με καταρράκτες, στα μεγάλα αγροκτήματα της εκεί εύφορης γης, τις εστάνσιας, στις κοινότητες των Γκουαρανί, των Ιησουιτών, των Ισπανών και Πορτογάλων κονκισταδόρων και των Μεστίχος (των Ινδιάνων).

Πέρα από τις πληροφορίες για την Παραγουάη, ο συγγραφέας προβαίνει και σε μία σειρά από έξυπνες παρατηρήσεις σχετικά με την Ελλάδα του σήμερα, την Ελλάδα της κρίσης. Συχνά η επιδέξια σάτιρα και η ειρωνεία για τον πολιτικό κόσμο, ιδίως της Αριστεράς, είναι εντέχνως καλυμμένη με το κατάλληλο λογοτεχνικό περίβλημα, η μομφή όμως που ο συγγραφέας απευθύνει στην παρηκμασμένη ελληνική κοινωνία και τον πολιτικό κόσμο είναι εύκολα ανιχνεύσιμη.

Η γραφή του είναι ελεύθερη, αυτοσαρκαστική, φυσική, χωρίς περιορισμούς, καλλωπισμούς και επιτηδεύσεις. Εν πολλοίς, απλά υπέροχη. Χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη  και να χάνει τη φυσική χρονική ακολουθία, αφήνεται να επιπλεύσει ελεύθερη στους εκάστοτε συνειρμούς που γεννά το μυαλό του συγγραφέα κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. 

Πρόκειται για μία ξεχωριστή αναγνωστική επιλογή η οποία θα μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με την κατάσταση που ζει αυτή τη στιγμή η χώρα μας, αλλά και για σχέση (ή την απουσία της) που έχει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος με τη φύση.

Αρετή Καμπίτση, Οργισμένες μέρες,εκδ. Βακχικόν, 2020, σελ.118


 Έναν διαφορετικό Οθέλλο δημιουργεί η Αρετή Καμπίτση στην τελευταία της νουβέλα με τίτλο "Οργισμένες μέρες". Κεντρικό θέμα της αποτελούν οι μεταπτώσεις τις οποίες βιώνει η ψυχή μιας γυναίκας όταν πληροφορείται ότι ο άνδρας της την απατάει. Εν ολίγοις, πρόκειται για μία καλοζυγισμένη βουτιά στα τρίσβαθα της γυναικείας ψυχολογίας.

Η Άννα είναι μία καθ' όλα συνηθισμένη μεσήλικη γυναίκα: μητέρα, σύζυγος και νοικοκυρά. Όλα αλλάζουν στην ήρεμη ζωή της όταν δέχεται ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα από έναν αγνώστου ταυτότητος Ιάγο, ο οποίος την πληροφορεί ότι ο άνδρας της την απατά. Αυτό αποδεικνύεται και η αρχή του τέλους για τη ζωή της Άννας όπως η ίδια την ήξερε και την όριζε ως τότε. Οι μέρες της είναι πλέον οργισμένες και, ανεξαρτήτως από το αν αληθεύει ή όχι η κατηγορία του Ιάγου, διακαής ο πόθος της εκδίκησης στην καρδιά της. Στον ρόλο της Δυσδαιμόνας ο σύζυγός της, ένας άνδρας του σήμερα, όπως όλοι,  που εργάζεται πολύ για να μην λείψει τίποτε στην οικογένειά του και απορεί με την ξαφνική μεταστροφή της γυναίκας του. Για άλλη μία φορά λοιπόν αποδεικνύεται πως οι υποψίες για κάτι- και όχι οι βεβαιότητες- μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην παραφροσύνη και να του δημιουργήσουν μανίες και εμμονές. Ποιος είναι τελικά αυτός ο άγνωστος άνδρας; Υπάρχει στ' αλήθεια ή μήπως είναι ένα παιχνίδι του μυαλού της πρωταγωνίστριας;

Βέβαια, η Άννα διαφέρει από τος άλλες γυναίκες και νοικοκυρές σε ένα πολύ λεπτό σημείο: κουβαλά ένα επώδυνο παρελθόν, με μία μητέρα καταθλιπτική και σχιζοφρενή που πολτοποίησε ανελέητα σαν οδοστρωτήρας τα όποια εφηβικά της όνειρα και την ανέμελη παιδική της αθωότητα. Αποδεικνύεται έτσι ότι οι αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μας και καθορίζουν όλη τη μετέπειτα συμπεριφορά μας, όσο κι αν εμείς δεν το συνειδητοποιούμε κι αν δεν το θέλουμε.

Η εξέλιξη στην υπόθεση δεν είναι προβλέψιμη, απεναντίας μάλιστα ο αναγνώστης θα απορήσει με τη στάση της Άννας, η οποία μοιάζει να διακατέχεται από αυτοκαταστροφικές τάσεις. Υπάρχει άραγε γιατρειά; Το φινάλε της νουβέλας είναι εξίσου απροσδόκητο, αν και το τέλος αφήνει τον αναγνώστη με μία νότα αισιοδοξίας στα χείλη.

Συν τοις άλλοις, η νουβέλα βρίθει συμβολισμών για τον ταραγμένο ψυχισμό της Άννας: η γάτα Μιάου, η αδυναμία στον μεγάλο γιο, η πραγματική φίλη Μαίρη, τα ηλιοτρόπια στις ζωγραφιές που η ίδια δημιουργεί, αλλά και οι μισοτελειωμένες ζωγραφιές της που μένουν για απροσδιόριστο λόγο ημιτελείς.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι διαβάζοντας ετούτη τη νουβέλα, οι παντρεμένοι ιδίως αναγνώστες και κυρίως οι γυναίκες, θα θέσουμε αρκετά ερωτήματα στον ίδιο μας τον εαυτό. Διότι αυτός ακριβώς μοιάζει να είναι και ο στόχος της συγγραφέως: η ενδοσκόπηση.  Είναι σωστό τελικά μία γυναίκα να παραμερίζει τα πάντα και ιδίως την ίδια τη γυναικεία της υπόσταση, προκειμένου να αφοσιωθεί στην οικογένειά της; Υπάρχει τελικά ευτυχία και πώς αυτή ορίζεται; Είναι πλέον αργά να την αναζητήσουμε ως μεσήλικες και να αλλάξουμε γραμμή πλεύσης στη ζωή μας; Με ποιον τρόπο ακριβώς διαμορφώνουν τον ψυχισμό μας τα παιδικά μας βιώματα; Μήπως τελικά φέρουμε κι εμείς οι ίδιοι ευθύνη για όσα μας συμβαίνουν;  Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει βρίσκει καταφύγιο στον έρωτα- εξωσυζυγικό ή μη και στην επιβεβαίωση μέσω του άλλου, προκειμένου να εξορκίσει την ανελέητη φθορά που επιφέρει ο χρόνος.

Ως μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση λοιπόν σε τόνο εξομολογητικό, τάσεις ενδοσκόπησης και ελεύθερη, φυσική ροή, μπορεί, εν κατακλείδι να χαρακτηριστεί η νουβέλα της Αρετής Καμπίτση.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

Η Διάσκεψη της Γιάλτας

 

Η Διάσκεψη της Γιάλτας, στην τότε σοβιετική χερσόνησο της Κριμαίας τον Φεβρουάριο του 1945, θεωρείται ως μία από τις κορυφαίες συναντήσεις μεταξύ των Τριών Μεγάλων Ηγετών της ΕΣΣΔ, της Βρετανίας και των ΗΠΑ, μια συνάντηση που έκρινε την τύχη του μεταπολεμικού κόσμου.

    Η ανάγκη των Τριών Μεγάλων να συναντηθούν κατέστη επιτακτική λόγω του επικείμενου τέλους του πολέμου και την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας που διαφαινόταν πλέον ολοκάθαρα στον ορίζοντα ήδη από το 1944. Οι Τρεις Μεγάλοι, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ, είχαν επιδιώξει να συναντηθούν ήδη από το φθινόπωρο του 1944. Κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν εύκολο, λόγω της απέχθειας που έτρεφε ο Στάλιν για τα αεροπορικά ταξίδια,-μετά από τη συνάντηση των Τριών Μεγάλων στην Τεχεράνη το φθινόπωρο του 1943 ο Στάλιν είχε αρνηθεί να μπει ξανά σε αεροπλάνο- αλλά επιπροσθέτως, κυρίως, λόγω της ολοένα και πιο επιδεινούμενης υγείας του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος έπασχε από πολιομυελίτιδα και υπερτροφία της καρδιάς.

    Μετά από ανταλλαγή πολλαπλών επιστολών ορίστηκαν ως τόπος συνάντησης τα ανάκτορα των τσάρων στην Κριμαία, λίγο πιο έξω από την πόλη της Γιάλτας, ανάκτορα τα οποία βρίσκονταν σε οικτρή κατάσταση λόγω των ζημιών που είχαν προκαλέσει οι Γερμανοί κατά την υποχώρησή τους από το Ανατολικό Μέτωπο. Η Διάσκεψη, η οποία πήρε το ταιριαστό κωδικό όνομα, χάρη σε πρωτοβουλία του Τσόρτσιλ, επιχείρηση Αργοναύτης, ορίστηκε για τις 4-11 Φεβρουαρίου του 1945 και οι Σοβιετικοί είχαν στη διάθεσή τους κάτι παραπάνω από έναν μήνα προκειμένου να σουλουπώσουν τα ανάκτορα στα οποία θα διέμεναν οι Τρεις Μεγάλοι. Ο Ρούσβελτ θα κατέλυε στο Ανάκτορο Λιβάντια, ο Τσόρτσιλ στο Ανάκτορο Βοροντσόφ, ενώ ο Στάλιν στο Ανάκτορο Γιουσούποφ. 

    Τους Τρεις Μεγάλους συνόδευε πληθώρα αξιωματούχων, από στρατηγούς, όπως τον Αμερικανό στρατηγό Τζορτζ Μάρσαλ, μέχρι πρέσβεις όλων των χωρών, όπως και οι αντίστοιχοι υπουργοί εξωτερικών, ήτοι ο Ίντεν για τους Βρετανούς, ο Μολότοφ για τους Σοβιετικούς και ο Στεττίνιους για τις ΗΠΑ. Τον άρρωστο Πρόεδρο συνόδεψε επίσης η κόρη του Άννι Μπέττιγκερ, καθώς και τον  Τσόρτσιλ η δική του κόρη Σάρα Όλιβερ. Ο Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ μετέβησαν αεροπορικώς στη Γιάλτα, αφού  συναντήθηκαν πρώτα στη Μάλτα που τότε ήταν βρετανικό έδαφος, ενώ ο Στάλιν ταξίδεψε με τρένο από τη Μόσχα.

    Οι επιδιώξεις των Τριών Μεγάλων διέφεραν αρκετά μεταξύ τους. Ο Στάλιν, που πάντοτε υπήρξε καχύποπτος για τους καπιταλιστές Συμμάχους του, ήθελε κατά κύριο λόγο να αποσπάσει από τους Δυτικούς Ηγέτες υπόσχεση ελευθερίας κινήσεων στην Ανατολική Ευρώπη, και ιδίως στην Πολωνία. Το πολωνικό ζήτημα και η ελεύθερη διακυβέρνησή της μεταπολεμικά απασχολούσε πολύ και τον Τσόρτσιλ, αφού οι Βρετανοί είχαν μπει στον Πόλεμο υπερασπιζόμενοι την εδαφική ακεραιότητα των Πολωνών.  Ο Τσόρτσιλ ήθελε επίσης μία δυνατή Γαλλία προκειμένου να εξασφαλίσει την μεταπολεμική υποταγή της Γερμανίας και την αποφυγή μίας νέας πολεμικής σύρραξης. Ο ηγέτης όμως της ελεύθερης Γαλλίας στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ δεν είχε προσκληθεί στη συνάντηση. Ο Τσόρτσιλ κατά βάθος ήταν σφοδρός αντικομμουνιστής, είχε αναγκαστεί όμως να καταπιεί τα πραγματικά του αισθήματα από την αρχή του πολέμου χάριν της συμμαχίας του με τον Σοβιετικό δικτάτορα.

     Τον Ρούσβελτ, από την άλλη, το έκαιγε περισσότερο η σύσταση ενός μεταπολεμικού οργανισμού για την παγκόσμια ειρήνη και ήθελε πάση θυσία να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του Στάλιν σε αυτόν, καθώς και τη συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Στη Γιάλτα, λόγω των απανωτών επιτυχιών του Κόκκινου Στρατού στο Ανατολικό Μέτωπο και της ήττας των Συμμάχων στην επίθεση των Αρδεννών, ο Στάλιν βρισκόταν σε πλεονεκτική διαπραγματευτική θέση σε σχέση με τους Δυτικούς Συμμάχους του.

     Την πρώτη και τη δεύτερη μέρα της Διάσκεψης συζητήθηκαν τα στρατιωτικά ζητήματα και η επικείμενη ήττα της Γερμανίας καθώς και ο διαμελισμός της ηττημένης χώρας μεταπολεμικά σε ζώνες κατοχής. Το ζήτημα της συμμετοχής της Γαλλίας στις ζώνες επιρροής, αν δηλαδή αυτές θα ήταν τρεις ή περισσότερες, δίχασε τους Συμμάχους, με τους Βρετανούς να υποστηρίζουν την ένταξη της Γαλλίας και τους Σοβιετικούς να την αρνούνται. Τελικώς το ζήτημα έληξε με την ικανοποίηση του Τσόρτσιλ. 

    Το ύψος των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων αποτελούσε εξαρχής το δεύτερο μεγάλο αγκάθι της Διάσκεψης μετά το πολωνικό. Οι Σοβιετικοί απαιτούσαν να πληρώσει μεταπολεμικά η Γερμανία αποζημίωση ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκ των οποίων η ΕΣΣΔ θα καρπωνόταν τα 10. Ο Τσόρτσιλ, έχοντας την πικρή εμπειρία από τη συμπεριφορά των Γερμανών μετά από την ταπείνωσή τους με τις συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ήθελε μικρότερες επανορθώσεις. Ο Ρούσβελτ, που το συγκεκριμένο ζήτημα δεν άπτονταν τόσο πολύ των προτεραιοτήτων του, επέλεξε να πάρει το μέρος του Στάλιν, προκαλώντας την οργή του Τσόρτσιλ. Αξίζει δε εδώ να σημειωθεί ότι ήδη από τη Μάλτα, ο Ρούσβελτ, ως άριστος διπλωμάτης και εξισορροπιστής των αντικρουόμενων συμφερόντων της Διάσκεψης όπως αποδείχτηκε ως το τέλος της, είχε αρνηθεί να συναντήσει κατ' ιδίαν τον Τσόρτσιλ και να συζητήσει μαζί του, προκειμένου να μην προκαλέσει την περαιτέρω καχυποψία του Σοβιετικού Δικτάτορα, ο οποίος πράγματι συμπαθούσε τον Ρούσβελτ σε προσωπικό επίπεδο παρά τις αντίθετες ιδεολογικές τους απόψεις.

     Στις 6 Φεβρουαρίου συζητήθηκε το θέμα της ίδρυσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που θα εξασφάλιζε μεταπολεμικά την ειρήνη, θέμα που ήταν η μεγαλύτερη προτεραιότητα του Ρούσβελτ. Σημεία διαφωνίας μεταξύ των Ηγετών εδώ αποτέλεσαν το ζήτημα του βέτο των μικρών χωρών και το ποιες θα έπρεπε να θεωρηθούν "μεγάλες" χώρες ώστε να έχουν περισσότερα δικαιώματα σε αυτόν. 

    Τη μέρα αυτή συζητήθηκε επίσης το πολωνικό, τα σύνορα της χώρας μεταπολεμικά καθώς και η σύνθεση της μελλοντικής της κυβέρνησης. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι ήθελαν να αποφύγουν να παραδώσουν αμαχητί την Πολωνία στις ορέξεις του Στάλιν, κάτι που όμως ήταν αδύνατον να γίνει, εφόσον ο Σοβιετικός δικτάτορας κατείχε ήδη με τη δύναμη των όπλων το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης. Έτσι, οι Δυτικοί Ηγέτες με βαριά καρδιά αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν και να θυσιάσουν τα ιδανικά των ελεύθερων κυβερνήσεων στην Ανατολική Ευρώπη προκειμένου να μην έρθουν σε ρήξη με τον Στάλιν. Το πολωνικό έμεινε σε εκκρεμότητα σχεδόν μέχρι το πέρας της Διάσκεψης, οπότε με μεγάλη δυσαρέσκεια του Τσόρτσιλ, ο Ρούσβελτ, μην μπορώντας να πράξει διαφορετικά, υποχώρησε μπροστά στις σοβιετικές απαιτήσεις.

    Τις τελευταίες μέρες συζητήθηκε η επικείμενη συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Ο Ρούσβελτ, προς μεγάλη χαρά του ίδιου και των ψηφοφόρων του, απέσπασε από τον Στάλιν την υπόσχεση ότι η ΕΣΣΔ θα μπει μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, όχι βέβαια χωρίς να πληρώσει το τίμημα της παράδοσης στον Στάλιν των Κουρίλων νήσων και της νήσου Σαλαχίνης στον Ειρηνικό, νησιών που διεκδικούσαν κι άλλες δυνάμεις.

    Στα ελάσσονα θέματα που τέθηκαν επί τάπητος στη Διάσκεψη πρέπει να συμπεριληφθούν οι συμφωνίες για τους αιχμαλώτους πολέμου και οι ζώνες των βομβαρδισμών των γερμανικών εδαφών. Το ζήτημα των σοβιετικών αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Γερμανών και απελευθερώνονταν από τους Συμμάχους έδειξε ολοκάθαρα τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ της σοβιετικής κομμουνιστικής και της αμερικανικής καπιταλιστικής νοοτροπίας, αφού οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι οι πρώην αιχμάλωτοι ήταν κατάσκοποι και τους εκτελούσαν ως προδότες. Αυτό οι Δυτικοί εταίροι το θεωρούσαν απαράδεκτο. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν συχνά οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι να μην θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, φτάνοντας στο σημείο να προτιμήσουν την αυτοκτονία από την επιστροφή.

    Η Διάσκεψη έληξε με πλήρη ικανοποίηση του Στάλιν, αφού είχαν ικανοποιηθεί οι περισσότερες επιδιώξεις του, αλλά και του Ρούσβελτ ο οποίος θεώρησε ότι είχε γίνει ότι ήταν δυνατόν προκειμένου να διατηρηθεί μεταπολεμικά η ειρήνη. Ο ελάσσων εταίρος, ο Τσόρτσιλ ήταν λιγότερο ευχαριστημένος, ιδίως με το ζήτημα της Πολωνίας, αναγνώριζε όμως ότι λίγα περισσότερα θα μπορούσαν να γίνουν σε διπλωματικό επίπεδο χωρίς να επέλθει η ρήξη μεταξύ των Συμμάχων. 

     Πράγματι, αν και πολλοί κατηγορούν τους Δυτικούς Ηγέτες ότι στη συγκεκριμένη Διάσκεψη παρέδωσαν τις τύχες της Ανατολικής Ευρώπης στον Στάλιν, λησμονούν όμως ότι με τους Σοβιετικούς να έχουν το επάνω χέρι στα πεδία των μαχών, τίποτε περισσότερο από αυτό που ήδη έγινε σχετικά με το ζήτημα της Πολωνίας δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να επέλθει ανοιχτή ρήξη μεταξύ των Ηγετών. Με άλλα λόγια, ο Ψυχρός Πόλεμος θα γινόταν έτσι κι αλλιώς, είτε με τη Γιάλτα, είτε χωρίς. Ο θάνατος του Ρούσβελτ δύο μήνες περίπου μετά τη Γιάλτα και η άνοδος στην Προεδρία των ΗΠΑ του πιο μαχητικού και λιγότερο διπλωμάτη Χάρυ Τρούμαν, οπωσδήποτε συνέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση, οι αναπόφευκτες όμως εξελίξεις για τον Ψυχρό Πόλεμο είχαν δρομολογηθεί ήδη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και, ακόμη παλαιότερα, από την κομμουνιστική επανάσταση του 1917. Οι σφαίρες επιρροής μεταξύ των Συμμάχων που τόσο απόλυτα χώρισαν τον μεταπολεμικό κόσμο, μοιράστηκαν στη Μόσχα με τη συμφωνία των ποσοστών μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ που προηγήθηκε της Γιάλτας και στο Πότσνταμ, τη συνάντηση των Τριών Μεγάλων που ακολούθησε τη Γιάλτα και όχι σε αυτήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

     -Plokhy, Γιάλτα το τίμημα της ειρήνης, εκδ. Πατάκη, 2020

      - Γ.Στάλιν-Φ.Ν. Ρούσβελτ, Αγαπητέ κύριε Στάλιν, Αλληλογραφία 1941-45, εκδ. Γκοβόστη, 2008

      - J.Fenby, Συμμαχία, Ρούσβελτ, Στάλιν, Τσόρτσιλ,, Η πραγματική ιστορία της συμμαχίας που κέρδισε  έναν πόλεμο και ξεκίνησε έναν άλλον, εκδ. Γκοβόστη, 2011

      -Ουίνστον Τσότσιλ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (β΄τόμος), εκδ Γκοβόστη, 2010