Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Κάποτε στην Άρτα, εκδ. Στοχαστής, σελ.


Τον βίο και την πολιτεία του φτωχού Παναγιώτη από την Άντισσα της Άρτας μας αφηγείται σε μορφή ημερολογιακών καταγραφών ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης στο "Κάποτε στην Άρτα", μυθιστόρημα μικρό, μα καλογραμμένο και γεμάτο με πληροφορίες για την περιοχή της Άρτας.

Ο φτωχός Παναγιώτης θα μεταναστεύσει κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στην Άρτα, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τη Λέσβο και τον Πειραιά, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εκεί θα πιάσει δουλειά στο υφασματάδικο ενός Εβραίου, του Σαμπίνου. Γρήγορα θα αποδειχτεί ικανότατος και εργατικός, αλλά τα προσόντα του αυτά δεν θα αποδειχτούν αρκετά όταν θα θελήσει να επισημοποιήσει τον παράνομο δεσμό του με την όμορφη κόρη του Σαμπίνου, την Εσθήρ. Έτσι η ζωή θα τους χωρίσει, για να τους ενώσει και πάλι ξανά ύστερα από πολλές περιπέτειες και μετά από κάμποσα χρόνια.

Το βιβλίο του Ε.Ι. αποτελεί πολύτιμο εγχειρίδιο για όποιον μελετά την ιστορία της Άρτας στον 20ο αιώνα, αφού παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία της πόλης στον Μεσοπόλεμο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και για την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Πέρα από αυτά όμως, ο συγγραφέας μας παραδίδει μία λιτή μεν, αλλά γλαφυρότατη και εξόχως κατατοπιστική περιγραφή των συνθηκών κράτησης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου, η οποία αποτελεί ίσως το δυνατότερο σημείο του βιβλίου μαζί με το επίμονο επαναλαμβανόμενο μπάσο οστινάτο του κραταιού έρωτα των δύο αλλοθρήσκων. Άξιες μνείας είναι επίσης οι λαογραφικές πληροφορίες και τα εβραϊκά έθιμα για τα οποία ο συγγραφέας κάνει λόγο.

Ο λόγος είναι λιτός, αλλά ρέων και ολόδροσος. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, χωρίς εξαντλητικές περιγραφές και μελοδραματικές εξάρσεις, είναι επικεντρωμένη στην ουσία και αιχμαλωτίζει την προσοχή του αναγνώστη ήδη από την πρώτη κιόλας σελίδα.

Το τελικό μήνυμα συνάδει εν μέρει με την αρχή του βουδισμού: η ύπαρξη είναι μεν πόνος, αλλά αυτό που μένει τελικά και που μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε τον πόνο είναι η αγάπη. Βιβλίο αισιόδοξο, συγκινητικό, αναμφίβολα αξίζει να διαβαστεί από όλες τις κατηγορίες αναγνωστών. Οι λάτρεις του μυθιστορήματος θα το αγαπήσουν για τη γρήγορη εξέλιξη της υπόθεσης, οι λογοτέχνες θα το λατρέψουν για την εξαίσια γραφή του και οι ιστοριοδίφες θα βρουν σε αυτό ένα σεβαστό πλούτο πληροφοριών για την ιστορία του 20ου αιώνα.


Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις, 2019, εκδ. Μεταίχμιο, σελ.75


 

Ο Μάκης Τσίτας μας χαρίζει με τις "Πέντε στάσεις" του έναν από τους δυνατότερους μονολόγους της νεοελληνικής πεζογραφίας, κάνοντας, αν και άντρας, μία καλοζυγισμένη βουτιά στην ψυχολογία μιας παντρεμένης γυναίκας, μητέρας και συζύγου.

   Πρόκειται για την προσωπική κατάθεση ψυχής μιας πραγματικά δυνατής, όπως αποδείχτηκε, γυναίκας, η οποία έπεσε θύμα των λανθασμένων επιλογών της. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο αναγνώστης θα καθηλωθεί από το δράμα της Τασούλας και διαβάσει τη νουβέλα αυτή απνευστί.

    Η Τασούλα είναι μία γυναίκα μεγαλωμένη σε ένα χωριό της βόρειας Ελλάδας, η οποία στα νιάτα της ατένιζε με ανοιχτά φτερά το μέλλον και έκανε όνειρα. Ενώ σπουδάζει νοσηλευτική στη Θεσσαλονίκη, έχει την ατυχία να γνωρίσει και να ερωτευτεί κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αθήνα τον Θεόφιλο, έναν επαγγελματία οδηγό λεοφωρείου ο οποίος θα αποδειχτεί ότι δεν είναι αυτός που φαίνεται. Θα αποβάλλει δια παντός μετά τον γάμο τους το τρυφερό πρόσωπο που επιδείκνυε στην αρχή της σχέσης τους, τότε πια που θα είναι αργά για την έγκυο Τασούλα να ανακαλέσει τις απερίσκεπτες και βιαστικές κινήσεις της, και θα μεταμορφωθεί σε έναν μπερμπάντη και τσιγκούνη σύζυγο, αλλά και σε έναν αδιάφορο πατέρα.

   Έκτοτε η Τασούλα μια ζωή θα καταριέται την άρνηση να ακούσει τους γονείς της, οι οποίοι ήταν εξαρχής αντίθετοι με αυτόν τον γάμο. Δεν θα σκύψει όμως το κεφάλι. Αντιθέτως, θα γίνει η γυναίκα πρότυπο της εποχής, μητέρα, εργαζόμενη, νοικοκυρά, η οποία θα ανεχτεί τα πάντα από τον σύζυγό της, έναν άντρα εγκλωβισμένο στα ψυχικά τραύματα των δύσκολων παιδικών του χρόνων. Θα παραμερίσει την προσωπική της ευτυχία χάριν των παιδιών της και θα αφοσιωθεί ολότελα στη δουλειά της ως νοσηλεύτρια, προσπαθώντας να ξεχάσει όσα τραβάει στο σπίτι και υποκρινόμενη ότι όλα βαίνουν καλώς. Η ίδια μπορεί να μην έχει το θάρρος να εξομολογηθεί σε κανέναν το προσωπικό της δράμα, πέρα από τα ίδια της τα παιδιά, τα οποία, άθελά τους, γίνονται συχνά μάρτυρές αυτής της ανυπόφορης, για τον ψυχισμό της γυναίκας, κατάστασης. Σε κάποιες όμως καίριες στιγμές, η Τασούλα θα βρει το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά της και να αποδειχτεί, ως το τέλος, μία πολύ δυνατή ύπαρξη προικισμένη με το σπάνιο χάρισμα της συγχώρεσης.

  Το λεωφορείο και οι πέντε στάσεις τις οποίες η πρωταγωνίστρια κάνει καθημερινά προκειμένου να πάει στη δουλειά της-μονάχα εκεί, δεν πηγαίνει ποτέ αλλού- συμβολίζει την ίδια της τη ζωή, η οποία περνά γρήγορα και χάνεται όπως ένα λεωφορείο που διασχίζει με ταχύτητα έναν άδειο δρόμο: μία στείρα καθημερινότητα με πολλή δουλειά στο ΑΧΕΠΑ και στο σπίτι, με ελάχιστες μόνο αναλαμπές χαράς. Επιπροσθέτως, το λεωφορείο πάντοτε αποτελεί- έστω και άθελά της, μέρος της ζωής της, εφόσον ο σύζυγός της είναι οδηγός και η ίδια διατηρεί εν μέρει την κυριότητα του λεωφορείου που οι γονείς της αγόρασαν στον άντρα της μετά τον γάμο.

    Πέντε, λοιπόν, οι στάσεις του λεωφορείου από το σπίτι της στο ΑΧΕΠΑ, πέντε και οι μοιραίες στάσεις της και στη ζωή: η σχολή της νοσηλευτικής και η μετοικεσία της στη Θεσσαλονίκη, ο γάμος της και η διαπίστωση του αληθινού προσώπου του συζύγου που είχε η ίδια επιλέξει, η γέννηση των παιδιών της και η καθυστερημένη της απόφαση να χωρίσει έστω και μετά από πολλά χρόνια. Τελευταία στάση, η ανιδιοτέλεια και η μεγαλοψυχία που επιδεικνύει η ίδια ως το τέλος και η οριστική της απαλλαγή από το ψυχολογικό μαρτύριο.

   Ο Μ.Τ. αποκρύβει με μαεστρία τη συγγραφική του ιδιότητα πίσω από το πρόσωπο της Τασούλας. Έτσι δεν κρίνει τις λανθασμένες και μοιραίες για την προσωπική της ευτυχία επιλογές της, ούτε την ατολμία που τη χαρακτηρίζει συχνά στις πράξεις της, αλλά ούτε και την υποταγή της στις κοινωνικές συμβάσεις με τις οποίες έχει γαλουχηθεί από την κλειστή κοινωνία του χωριού της. Στο τέλος όμως επιλέγει να τη λυτρώσει από το δράμα της και να την ανταμείψει για την ιώβεια υπομονή και το σθένος που επέδειξε.

   Τρυφερή, συναισθηματική, με άφθονους διαλόγους, χωρίς μακροσκελείς και κουραστικές περιγραφές, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Μ.Τ. διατηρεί τη δροσεράδα της και προσφέρει μπόλικη τροφή για σκέψη σχετικά με το δράμα που περνούσαν οι γυναίκες οι οποίες, ιδίως στα παλιά χρόνια, υπέμειναν τα πάνδεινα παγιδευμένες στις στενές πατριαρχικές αντιλήψεις και τη ιερή αφοσίωσή τους στον σύζυγο και στα παιδιά τους.

Ισμήνη Καπάνταη, Σικελικός Εσπερινός, εκδ. Καστανιώτη, 2013, σελ.298

Τα ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί για το Βυζάντιο, ιδιαίτερα από Έλληνες συγγραφείς, είναι λίγα και ακόμη λιγότερα είναι εκείνα τα οποία αξίζει πραγματικά να διαβαστούν. Ο "Σικελικός Εσπερινός" είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα για το Βυζάντιο στο οποίο αξίζει κανείς να αφιερώσει τον χρόνο του.

Η συγγραφέας, γνωστή στον λογοτεχνικό στίβο, μπορεί να μην είναι η ίδια ιστορικός, έχει πραγματοποιήσει όμως μία θαυμάσια και πολύχρονη έρευνα για να συγγράψει το εν λόγω πόνημα, συνδυάζοντας με απόλυτη επιτυχία ιστορία και λογοτεχνία.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στην πιο ταραγμένη για το ύστερο Βυζάντιο περίοδο: στα μέσα του 13ου αιώνα, τότε που οι Βυζαντινοί είχαν μόλις καταφέρει να επανακτήσουν την Κωνσταντινούπολη από τα αρπακτικά νύχια των Λατίνων Σταυροφόρων και των Βενετών. Οι τελευταίοι την κατείχαν από την επονείδιστη άλωση του 1204 και μετά μέχρι και το τέλος της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης το 1261. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι εκείνη ακριβώς την εποχή ξεκίνησε και η διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, η κατασκευή δηλαδή της νέας εθνικής μας ταυτότητας ως Έλληνες.

Οι Βυζαντινοί, επομένως, μπορεί να ανακατέλαβαν την πρωτεύουσά τους, τίποτε όμως δεν ήταν ίδιο όπως πριν στην παραπαίουσα πλέον αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είχε απολέσει οριστικά την αίγλη του υπό την απομύζηση των οικονομικών του πόρων από τις ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες και τον διχασμό του λαού σε Ενωτικούς και Ανθενωτικούς.

Η υπόθεση του βιβλίου όμως δεν εξελίσσεται στην Βασιλεύουσα, αλλά στην ενετοκρατούμενη Κρήτη. Η Δέσποινα είναι μία νόθα κόρη-σπορά των κατακτητών, των Φράγκων-, η οποία, μετά τον θάνατο των γονιών της μεγαλώνει στο αρχοντικό των συγγενών της, του Ιωσήφ και της Αρετής. Διαθέτει από γεννησιμιού της- θες από τύχη, θες επειδή η φύση αρέσκεται να πριμοδοτεί τους αδικημένους- ένα θείο χάρισμα: μία ισχυρή και σπάνια διαισθητική ικανότητα. Όλα αλλάζουν όταν φτάνει στο νησί ο Μάρκος, ένας απεσταλμένος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, τον οποίο η Δέσποινα θα ερωτευτεί και θα ακολουθήσει, μεταμφιεσμένη σε αγόρι, στην μυστική αποστολή του στη Σικελία, εκεί όπου μεταφέρεται εν συνεχεία η υπόθεση, προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για την εξέγερση.

Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι ακριβώς αυτό: η συμβολή του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου στην προετοιμασία του κινήματος του Σικελικού Εσπερινού, όπως ονομάστηκε, δηλαδή στην εξέγερση των κατοίκων της Σικελίας κατά του κατακτητή τους Καρόλου του Ανζού το 1282. Την ώρα που οι καμπάνες του καθεδρικού στο Παλέρμο της Σικελίας καλούσαν τους πιστούς για τον εσπερινό, μία απόπειρα αρπαγής μία Σικελής από έναν Γάλλο στρατιώτη άναψαν τη σπίθα της εξέγερσης, η οποία υπέβοσκε από καιρό. Αποτέλεσμα ήταν η σφαγή χιλιάδων Γάλλων από τον οργισμένο σικελικό λαό, ο οποίος είχε αγανακτήσει με την σκληρή γαλλική κατοχή του νησιού, μέσα σε μία μόλις νύχτα. Έτσι ανατράπηκαν τα επεκτατικά σχέδια του Καρόλου του Ανζού στη βυζαντινή επικράτεια.

Το βιβλίο, μέσα από την πρωτοπρόσωπη διήγηση της ίδιας της Δέσποινας, εστιάζει στις πολιτικές ίντριγκες της εποχής, τις μηχανορραφίες, τους έρωτες και όλο το παρασκήνιο της επίσημης ιστορίας των απλών καθημερινών ανθρώπων της εποχής. Πάνω απ' όλα όμως, στόχος της συγγραφέως είναι η ανάδειξη της ιδιοφυούς προσωπικότητας του αυτοκράτορα Μιχαήλ, του ανθρώπου που, ενώ ανέκτησε τη Βασιλεύουσα, ο λαός του τον μίσησε ως σφετεριστή της εξουσίας- η δυναστεία των Παλαιολόγων δεν ανέβηκε νόμιμα στη εξουσία- και στον οποίο η Εκκλησία αρνήθηκε την ταφή επειδή ήταν υπέρμαχος της Ένωσης των Εκκλησιών. Η Ι.Κ. όμως δεν προβαίνει στην αγιοποίηση του εν λόγω αυτοκράτορα, αλλά στην ψύχραιμη απεικόνιση του πορτρέτου ενός ανθρώπου χαρισματικού που βρέθηκε έρμαιο των ταραγμένων συνθηκών της εποχής του.

Στόχος της δημιουργού είναι επίσης να καταδείξει τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε στη βυζαντινή κοινωνία η διαμάχη Ενωτικών και Ανθενωτικών. Η επικράτηση των δεύτερων ήταν αδιαμφισβήτητα υπεύθυνη για το τραγικό τέλος της αυτοκρατορίας το 1453. Οι Ενωτικοί, μαζί τους και ο Μιχαήλ και οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, ήταν οι ρεαλιστές και οι προοδευτικοί της εποχής , καθώς και οι μόνοι οι οποίοι συνειδητοποιούσαν ότι ο ελληνισμός έπρεπε αναπόφευκτα να υποβληθεί στη θυσία της υποταγής στο παπικό πρωτείο προκειμένου να σώσει την εθνική του υπόσταση. Όπως έδειξε η ιστορία, το γεγονός ότι δεν επικράτησε η παράταξη αυτή είχε καταλυτικές συνέπειες για την μετέπειτα ιστορία του ελληνισμού.

Η Ι.Κ. μας χαρίζει ένα μυθιστόρημα τεκμηριωμένο ιστορικά, χωρίς να αναλίσκεται σε περιττές ιστορικές λεπτομέρειες. Εκείνο που καταφέρνει πάνω απ' όλα να αποδώσει είναι η ταραγμένη ατμόσφαιρα της εποχής, το προσωπικό δράμα των πρωταγωνιστών και, φυσικά, την απήχηση που είχε ένα κομβικό για την ύστερη βυζαντινή ιστορία γεγονός, ο Σικελικός Εσπερινός.

Jared Diamond, Έθνη σε αναταραχή, εκδ. Διόπτρα, 2020, σελ.455, μετ. Ρ. Γεωργιάδου



https://www.dioptra.gr/vivlio/istoria-filosofia-politismoi/ethni-se-anataraxi/ 

Ο  Jared Diamond, καθηγητής Γεωγραφίας και γνωστός από την πολύ αξιόλογη μελέτη του "Όπλα, μικρόβια και ατσάλι" μας παραδίδει για άλλη μία φορά στη νέα του μελέτη το απόσταγμα της πολύχρονης εμπειρίας του στην ιστορία των κρατών ανά τον κόσμο.

Αυτή τη φορά αντικείμενο της μελέτης του είναι επτά κράτη και πιο συγκεκριμένα, οι κρίσεις που γνώρισαν αυτά στην πρόσφατη ιστορία τους και πως τελικά κατάφεραν να τις ξεπεράσουν. Τα κράτη αυτά είναι η Φινλανδία, η Ιαπωνία, η Χιλή, η Ινδονησία, η Γερμανία, η Αυστραλία και οι ΗΠΑ.

Ο συγγραφέας εξετάζει κάθε χώρα χωριστά, αφού πρώτα διερευνήσει σε βάθος την ίδια την έννοια της κρίσης και τους τρόπους με τους οποίους αυτή τελικά ξεπερνιέται. Στο τέλος, επιχειρεί προβλέψεις για το μέλλον αυτών των χωρών, αλλά και για το μέλλον όλης της ανθρωπότητας, αφού πρώτα παραθέσει τα προβλήματα που οδηγούν σήμερα όλα τα κράτη σε παγκόσμια κρίση.

Πώς αντιμετώπισε η Φινλανδία την απειλή του Στάλιν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; Με ποιον τρόπο επέλεξε η Ιαπωνία να σπάσει την απομόνωσή της και να διδαχτεί από τους Ευρωπαίους το 1853 χωρίς να έρθει σε βίαιη ρήξη με τις παραδόσεις της; Τι συνέβη στον εμφύλιο της Ινδονησίας το 1965; Γιατί η Χιλή γνώρισε την πιο στυγνή δικτατορία το 1973; Πώς η Γερμανία κατάφερε να αναδειχτεί ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις μέσα από τα συντρίμμια όπου την είχε αφήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος; Ποια είναι τελικά η νέα εθνική ταυτότητα των Αυστραλών και ποια είναι σήμερα η σχέση της με τη Μεγάλη Βρετανία; Και, τέλος, τι επιφυλάσσει το μέλλον για τις ΗΠΑ;

Αυτό που κάνει το πόνημα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφορετικών χωρών στις οποίες προβαίνει ο συγγραφέας. "Εκείνοι που μελετούν μόνο μία χώρα καταλήγουν να μην κατανοούν καμία χώρα", έτσι μας λέει ο συγγραφέας. Η ρήση αυτή είναι αναμφισβήτητα ορθή για όποιον θέλει να κατανοήσει σε βάθος την ιστορία και τα προβλήματα της δικής του χώρας και να προτείνει βιώσιμες και ρεαλιστικές λύσεις. Ο συγγραφέας προτείνει να διδαχτούμε από τις ορθές επιλογές στις οποίες προέβησαν ορισμένα κράτη και να αποφύγουμε να επαναλάβουμε τα δικά τους λάθη, τόσο σε επίπεδο κράτους, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, μιας και σήμερα ολάκερη η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίσεις που είναι αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, της οικονομικής ανισότητας, των επιδημιών που μας απειλούν και της εξάντλησης των φυσικών πόρων.  Όλα αυτά τα προβλήματα θα απαιτήσουν αφενός την απρόσκοπτη συνεργασία μεταξύ των κρατών, αφετέρου δε και την γνώση σχετικά με το πως ξεπεράστηκαν διαφορετικού τύπου κρίσεις στο παρελθόν.

Βιβλίο γεωγραφίας, ιστορίας, γεωπολιτικής, πολιτικής ανάλυσης, έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί το πολυδιάστατο αυτό βιβλίο του J.D. το οποίο θα μας γνωστοποιήσει για κάποιες χώρες άγνωστες πτυχές της ιστορίας τους και της στρατηγικής που ακολούθησαν σε περιόδους κρίσεων τα οποία δεν είχαμε ποτέ μέχρι τώρα φανταστεί. Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο μπορεί, αλλά και θα έπρεπε να διαβαστεί από όλους και κυρίως από τους πολιτικούς.