Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Luke Jerod Kummer, Η Μπλε Περίοδος, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, σελ.493


 http://www.klidarithmos.gr/h-mple-periodos

"Η Μπλε Περίοδος" αποτελεί την πρώτη και πολύ επιτυχημένη συγγραφική απόπειρα του δημοσιογράφου Luke Jerod Kummer. Το βιβλίο αναφέρεται στα νεανικά χρόνια της ζωής του διάσημου Ισπανού ζωγράφου, του Πάμπλο Πικάσο και στην περίοδο της ζωής του που ονομάστηκε "Μπλε περίοδος". Ακολούθησαν η ροζ περίοδος, ο αναλυτικός κυβισμός και ο συνθετικός κυβισμός.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα, ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει το λογοτεχνικό χάρισμα του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, καθότι πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικά καλογραμμένο και με άψογο χειρισμό του λόγου από μέρους του λογοτέχνη, ο οποίος θα περιγράψει, θα αναλύσει και θα εμβαθύνει όσο ακριβώς χρειάζεται, ενώ θα προσπεράσει, θα παραλείψει ή θα αναφέρει αδρομερώς και πάλι ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να υπηρετήσει πιστά τη Λογοτεχνία. Η γραφή του διαθέτει μία απλότητα και μία ευκολία στην ανάγνωση, χωρίς όμως να είναι απλουστευμένη. Ρέει φυσικά και κινηματογραφικά, όντας, πολύ συχνά, γλώσσα μεταφορική, με άφθονη χρήση επιθέτων για την περιγραφή συναισθημάτων, τοπίων ή προσώπων, χωρίς να είναι, όμως, στυλιζαρισμένη ή επιτηδευμένη.

Το παρόν πόνημα, όμως, εκτός από βιογραφία των πρώτων χρόνων της ζωής του ταλαντούχου ζωγράφου, αποτελεί και μία έξοχη απεικόνιση της ζωής στην Ισπανία και στο Παρίσι στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Και, όταν λέμε ζωή, δεν εννοούμε μόνο την πολιτική, αλλά και την κοινωνική και πολιτιστική ζωή των τόπων.

Η έρευνα που έχει κάνει ο L.J.K. χαρακτηρίζεται άνετα ως δημοσιογραφική και είναι όση ακριβώς απαιτείται προκειμένου να ζυμώσει αριστοτεχνικά την αληθινή πληροφορία με τη μυθοπλασία. Πέρα από τις πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου, ο αναγνώστης θα εντρυφήσει σε ένα σωρό άγνωστες πτυχές της ζωής στην Ισπανία του 19ου αιώνα, όπως την βομβιστική επίθεση στη Βαρκελώνη το 1893, τον αμερικανο-ισπανικό πόλεμο του 1898 κ.α. 

Ο Πικάσο γεννήθηκε στη Μάλαγα, αλλά η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει στη βορινή Λα Κορούνια και κατόπιν στη Βαρκελώνη. Γιος ζωγράφου και προικισμένος με σπάνιο χάρισμα στο σχέδιο, θα δουλέψει σκληρά στον τομέα του από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του κάτω από την πίεση του αυστηρού πατέρα του. Θα αμφισβητήσει τις γνώσεις που θα αποκτήσει στις Ακαδημίες ζωγραφικής ως "παρωχημένες" και "ξεπερασμένες" σε αντίθεση με τις δικές του "επαναστατικές"ιδέες τις οποίες θα υποστηρίξει με σθένος. Ο Πικάσο, τελικά, θα αναζητήσει την τύχη του στην Πόλη του Φωτός, κατοικώντας στην περίφημη καλλιτεχνική συνοικία της Μονμάρτης. Αφορμή για τη μετοικεσία του αυτή θα καταστεί η συμμετοχή του με έναν πίνακα στη διεθνή έκθεση του Παρισιού του 1900.

Σε ό,τι αφορά την περίοδο της ζωής του ζωγράφου στη Μονμάρτη, το βιβλίο αυτό αποτελεί το τέλειο λογοτεχνικό συμπλήρωμα  της όπερας La Boheme του Puccini. Λίγα βιβλία καταφέρνουν να απεικονίσουν τόσο επιτυχημένα όχι μόνο την ίδια τη μποέμικη συνοικία, αλλά και την φτωχική και τυχοδιωκτική ζωή των κάθε λογής καλλιτεχνών οι οποίοι αναζητούσαν την τύχη τους στους κόλπους της.

Ο Πικάσο θα μεταβεί εκεί μαζί με τον επιστήθιο φίλο του τον ποιητή και ζωγράφο Κάρλες Καζαχέμας. Με τον άνθρωπο αυτόν, πρόσωπο κομβικό τόσο για τη ζωή του Πικάσο όσο και για την αφήγηση, η σχέση του θα εξελιχθεί από την απόλυτη σύμπνοια στην απόλυτη εχθρότητα. Και όλα αυτά εξαιτίας μιας ελευθεριάζουσας καλλονής, μοντέλου και μούσας πολλών ζωγράφων καθώς και του Κάρλες και του Πικάσο, της Ζερμέν.

Οι δύο άντρες διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους: ο Πικάσο είναι κοντός και απλά συμπαθητικός, ο Κάρλες ψηλός και γεροδεμένος. Ο Πικάσο παραμένει ένα απλό "χωριατόπαιδο" από σχετικά φτωχική και ταπεινή οικογένεια δίπλα στον διαβασμένο και καλλιεργημένο τζέντλεμαν Κάρλες, γιο διακεκριμένου διπλωμάτη. Η διαφορά εντοπίζεται ακόμη και στον τρόπο ομιλίας μεταξύ των δύο αντρών, με τον Κάρλες να χειρίζεται αριστοτεχνικά πολλές γλώσσες σε αντίθεση με τον Πάμπλο, ο οποίος τείνει να "μιλάει"μόνο με τα πινέλα του. Εν τέλει, όμως, η καλλονή Ζερμέν, θα γοητευτεί από τον Πικάσο, ενώ ο Κάρλες, εθισμένος από χρόνια χρήση λάβδανου, δεν θα διστάσει να αυτοκτονήσει σε νεαρή ηλικία.

Η αυτοκτονία αυτή του Κάρλες είναι αυτή ακριβώς η οποία θα γεμίσει με τύψεις τον Πάμπλο και θα τον οδηγήσει στη μελαγχολική "Μπλε Περίοδο", όπου θα ζωγραφίζει σχεδόν μόνο με μπλε χρώμα. Με το τέλος της Μπλε Περιόδου τελειώνει και η εξιστόρηση του συγγραφέα, αν και, πιστεύω ότι οι περισσότεροι αναγνώστες θα ήθελαν πολύ να συνεχίσει ο συγγραφέας να γράφει αυτή την περιορισμένη μυθιστορηματική βιογραφία του Πικάσο και να μην σταματήσει εδώ.

Το βιβλίο αυτό, αναντίρρητα θα μας ταξιδέψει από την ηλιόλουστη Μάλαγα της Ανδαλουσίας στην ψυχρή Λα Κορούνια της Γαλικίας και από τη μονολιθική Μαδρίτη της Καστίλης με τις φρικιαστικές περιγραφές των ταυρομαχιών στη μυστηριώδη Βαρκελώνη της Καταλονίας με τις αποσχιστικές τάσεις. Η κατάληξη θα είναι στην αισθησιακή Μονμάρτη, το όνειρο κάθε καλλιτέχνη εκείνη την εποχή.

Αν είστε ποιητής, ζωγράφος, μουσικός ή λογοτέχνης, ή αν ασκείτε οποιοδήποτε επάγγελμα το οποίο να σχετίζεται με την τέχνη, το βιβλίο αυτό θα σας κάνει να αναλογιστείτε ποια είναι η δική σας σχέση με την τέχνη σας, κοντά στα άλλα ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, όπως τα παρακάτω:

Ποια είναι τα όρια μιας δυνατής φιλίας; Πώς μας ορίζει η τέχνη και τι ακριβώς σημαίνει για τις ζωές μας;  Πώς γίνεται να αλλάζουν, από τη μια στιγμή στην άλλη, τα αισθήματα μεταξύ δύο ανθρώπων που κάποτε ήταν σαν αδέλφια μεταξύ τους; Πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τελικά την αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο;  Η τέχνη είναι χρήμα, πόνος  ή θλίψη; Πρέπει κανείς να απεικονίζει μόνο το φανταχτερό στη ζωή ή και το περιθώριο στη τέχνη του; Και κυρίως, ξεπουλιέται, άραγε, και θυσιάζεται η τέχνη στον βωμό του κέρδους και της επιβίωσης ή οφείλει να παραμένει ανόθευτη παρά τις βιοποριστικές δυσκολίες που ενδεχομένως συναντά ο δημιουργός της;

Mαριλένα Παπαϊωάννου, Ένα πιάτο λιγότερο, εκδ. Καστανιώτη, 2020,σελ. 365


  https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6816-1

Λίγη Αρχαιολογία, λίγη Ιστορία και λίγο Μυστήριο συνδυασμένα με μία γερή δόση Λογοτεχνίας, αλλά και Ψυχολογίας, αποτελεί το νέο πόνημα της "Μικρής Καρυστιάνη", της Μαριλένας Παπαϊωάννου, μιας νέας λογοτέχνιδας, της οποίας η γραφή είναι εμφανώς επηρεασμένη από την πένα της Μεγάλης Κυρίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας με την τόσο ιδιαίτερη γραφή, της Ιωάννας Καρυστιάνη.

Βασικά πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με στοιχεία Αρχαιολογίας και Ιστορίας, το οποίο αφορά τη διαχείριση της απώλειας και του πένθους. Πώς διαχειρίζεται ο καθένας από μας την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου; Πόσο κρατάει το πένθος και τι μπορούμε να κάνουμε για να το ξεπεράσουμε όσο γίνεται πιο ανώδυνα; Με ποιους τρόπους γίνεται αισθητή η απουσία του αγαπημένου μας στον χώρο μας, εκτός από το "ένα πιάτο λιγότερο" που θα υπάρχει πλέον στο τραπέζι μας;

Σαντορίνη 14 Ιουλίου 1965, μία μόλις ημέρα προτού ο "Γέρος της Δημοκρατίας", ο Γεώργιος Παπανδρέου παραιτηθεί και ανοίξει έτσι τον ασκό του Αιόλου με τα λεγόμενα "Ιουλιανά", ο νεαρός Σαρνάντης Καγιαλής πεθαίνει από εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια μίας ανασκαφής στο Ημεροβίγλι της Σαντορίνης. Η ανασκαφή αφορούσε την ανακάλυψη μίας επιτύμβιας στήλης, η αποκαλούμενη "πλάκα του Μελή". Το γεγονός της ανασκαφής χρησιμοποιείται μυθιστορηματικά από τη συγγραφέα για να κινήσει τον μύθο, πρόκειται όμως για αληθινό γεγονός το οποίο έλαβε χώρα στο νησί το 2012. Από δω και μπρος όμως τη σκυτάλη στο πόνημα παίρνει η Λογοτεχνία και η Ψυχογραφία.

Τέσσερις γυναίκες οι οποίες είχαν ιδιαίτερη σχέση με τον Σαράντη- η μάνα του, η αδελφή του, η γυναίκα του και μία πρώην πόρνη που είχε δεσμό μαζί του-θα συναντηθούν και θα προσπαθήσουν να ξεπεράσουν τον χαμό του. Στην προσπάθειά τους αυτή θα βρεθούν να ψάχνουν την "αδελφή"στήλη της "πλάκας του Μελή", εκείνη του Χαρικλή. Εδώ παρεισφρέει και μία δόση Μυστηρίου, η οποία σχετίζεται με αρχαιότητες οι οποίες κρύφτηκαν στο νησί την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η μάνα, η οποία έχει χάσει και άλλο παιδί στο παρελθόν, αποτελεί, οπωσδήποτε, την πιο τραγική φιγούρα από τις τέσσερις γυναίκες που τις ενώνει ο κοινός πόνος. Η σχέση όμως, της κάθε μίας, με τον αδικοχαμένο Σαράντη παρουσιάζεται μέσα από τις αναμνήσεις της κάθε μίας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί όλη την πορεία ακι την εξέλιξη ενός ατόμου που πενθεί και το πως ο Χρόνος γιατρεύει σταδιακά τις πληγές του-χωρίς βέβαια να τις επουλώσει ποτέ εντελώς.Το παρελθόν των αναμνήσεων και το παρόν του πένθους αποτελούν μία αδιάλυτη ενότητα και ο χρόνος, αν και κυλάει κανονικά εν είδη ημερολογίου στην αφήγηση, συμπυκνώνεται σε ένα αδιαχώριστο όλον. Ο αφηγηματικός ενεστώτας που χρησιμοποιεί η συγγραφέας αναμφισβήτητα βοηθάει σε όλο αυτό. Τυπικά, πάντως ο αφηγηματικός χρόνος εκτείνεται μέχρι τις 5 Νοεμβρίου του 1965.

Παράλληλα με τα διαρκώς αναδιπλούμενα συναισθήματα, τον πόνο που αλλάζει συνεχώς μορφή και το εξελισσόμενο πένθος των πρωταγωνιστριών, οι πολιτικές εξελίξεις της χώρας τρέχουν, το ίδιο και η έρευνα για τη δεύτερη στήλη. 

Κοντά σε όλα αυτά, οι εικόνες που μας δίνει η συγγραφέας μαζί με την ενδελεχή περιγραφή των συναισθημάτων, ήτοι οι γάτες του νησιού, ο τρύγος και η φυσική ομορφιά του κάνουν ακόμη πιο έντονη την αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου, πένθους και χαράς, κωμωδίας και τραγωδίας. Το πένθος σε ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας επιτείνει αυτή την αντίθεση.

Η Μ. Π., γεμάτη με φρέσκες ιδέες προς ανανέωση της πεζογραφίας στη χώρα μας, αποτελεί μία πολλά υποσχόμενη παρουσία στον χώρο και με το "Ένα πιάτο λιγότερο" θεωρώ ότι ήρθε στην ελληνική λογοτεχνία για να μείνει.

Nina George, Τα φώτα του Νότου, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, σελ.315

http://www.klidarithmos.gr/tra-fwta-tou-notou http://www.klidarithmos.gr/tra-fwta-tou-notou 

"Τα φώτα του Νότου"είναι ένα ανάγνωσμα για τον Έρωτα και τη φύση του... Έτσι μας λέει τουλάχιστον η συγγραφέας του, η Nina George, θα μπορούσαμε όμως να προσθέσουμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο αφορά όχι μόνο τον μικρό φτερωτό θεό αλλά και τα βιβλία γενικά.

"Τα φώτα του Νότου" δεν ήταν παρά ένα φανταστικό βιβλίο, το οποίο υποτίθεται ότι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2013 από έναν συγγραφέα με το ψευδώνυμο  Σαναρί στο πιο επιτυχημένο μυθιστόρημα της συγγραφέως, το "Μικρό Παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο". Αυτό ήταν και το βιβλίο το οποίο αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τον εκεί κεντρικό ήρωα, τον μεσιέ Περντί, αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο Παριζιάνο βιβλιοπώλη. 

Έτσι λοιπόν, η Ν.G. αποφάσισε να δημιουργήσει η ίδια από την αρχή αυτό το τόσο ξεχωριστό για τον μεσιέ Περντί βιβλίο- το οποίο δεν ήταν, φυσικά, παρά δημιούργημα της δικής της φαντασίας- και να θυμίσει στους αναγνώστες της το "Μικρό Παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο" που τόσο όλοι μας αγαπήσαμε.

 Όλα τα βιβλία της Ν.G. αποπνέουν μία δροσιά, μία φρεσκάδα και, θα λέγαμε, μια νεανική δόση τρέλας. Θυμίζουν παραμύθι. Είναι χαρούμενα και πρωτότυπα και μας δείχνουν το πνευματικό υπόβαθρο της συγγραφέως, πόσο έχει μελετήσει η ίδια την Παγκόσμια Λογοτεχνία και πόσο, σαν σωστής συγγραφέας, αγαπάει και σέβεται τα βιβλία. Η γραφή της είναι ιδιαίτερη, όπως άλλωστε και τα πονήματά της, και έχει το δικό της προσωπικό στυλ.

 Εκτός από ύμνο στον Έρωτα και τα βιβλία, τα "Φώτα του Νότου"αποτελούν και έναν ύμνο στην ομορφιά της γαλλικής εξοχής της Προβηγκίας, του γαλλικού ζεστού Νότου με τα μεσογειακά αρώματα, σε αντίθεση με την παγωνιά που επικρατεί στο Παρίσι και τη Βόρεια Γαλλία.

Κεντρική ηρωίδα είναι η Μαρί Ζαν, υιοθετημένη κόρη του Φρανσίς Μεριέν, ο οποίος εγκαινιάζει μία πρωτότυπη ιδέα εν έτει 1968: μία Υπεραστική Βιβλιοθήκη στη μικρή κοινωνία της Νιόνς, μία μικρή πόλη όπου οι άνθρωποι δεν διαβάζουν και δεν ερωτεύονται. Η ίδια η Μαρί Ζαν έχει το χάρισμα να ανιχνεύει τον έρωτα ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Πώς μπορεί, επομένως, η ίδια να βοηθήσει τους ανθρώπους της Νιόνς να αγαπήσουν τα βιβλία και να ερωτευτούν, όταν θα κληθεί να βοηθήσει τον πατέρα της στο έργο του και θα τον διαδεχτεί στη δουλειά του αυτή;

Το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου είναι το αφηγηματικό τέχνασμα το οποίο χρησιμοποιεί η συγγραφέας και θέλει τον ίδιο τον Έρωτα να είναι ο αφηγητής και να μας διηγείται την μυθιστορία. Πολλές φορές προβαίνει σε κρίσεις για την άπιαστη φύση του. Μας υπενθυμίζει, επίσης, συχνά πυκνά, την ταυτότητά του,  η οποία παραμένει, συνήθως, απροσδιόριστη και άπιαστη. Η ίδια η συγγραφέας παραδέχεται στο σημείωμα του τέλους του βιβλίου της ότι δεν ξέρει τίποτε απολύτως για τον έρωτα και ότι όσο περισσότερο μεγαλώνει τόσο λιγότερα γνωρίζει γι' αυτόν!

Το βιβλίο περιέχει αρκετούς στοχασμούς φιλοσοφικού τύπου και συζητήσεις για τη φύση του Έρωτα, αλλά και για τα βιβλία. Πολλές από αυτές γίνονται μέσω της Litteramour, μιας λογοτεχνικής οργάνωσης έρωτα. Υπάρχουν, επίσης, διάσπαρτες μικρές εγκιβωτισμένες παρενθέσεις, με σκέψεις και κρίσεις γενικής φύσεως, σαν σημειώσεις βιβλίων, οι οποίες παρεμβάλλονται στην κυρίως ροή του βιβλίου.

Δεν λείπουν, ακόμη, οι συμβολισμοί και οι προσωποποιήσεις: οι γάτες, το άλογο, τα ίδια τα Φώτα του Νότου και η Ελιά, κυρίως η Ελιά, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στη σχέση της με την "προστατευόμενή" της, τη Μαρί Ζαν. Αυτή δεν παύει να αναρωτιέται αν θα ζήσει και η ίδια κάποτε έναν μεγάλο έρωτα όπως εκείνους που υπάρχουν στα βιβλία...

Το πόνημα της N.G. μας κάνει να αναρωτηθούμε πολλαπλώς σχετικά με τα βιβλία και τον ίδιο τον Έρωτα. Τι είναι τελικά τα βιβλία; Ένα μέσο για να έχουμε υψηλή ιδέα για τον εαυτό μας ή κάτι το οποίο κλονίζει διαρκώς την υπεροψία μας και τον εγωκεντρισμό μας; Ή είναι μήπως το επικίνδυνο σπορ το οποίο μας κάνει να σκεφτόμαστε, να μαθαίνουμε πράγματα, αλλά και να ταξιδεύουμε στον χώρο και τον χρόνο και να κατεβάζουμε ολόφρεσκες ιδέες; Και από την άλλη, πώς θα αφεθούμε τελικά ελεύθεροι για να ζήσουμε τον Έρωτα; Μπορούμε να τον μάθουμε τελικά κάποτε καλύτερα ή θα παραμείνει για πάντα έτσι απρόβλεπτος και άπιαστος; 

Πρόκειται, το δίχως άλλο, ένα βιβλίο παραμυθένιο και ευκολοδιάβαστο το οποίο κινείται στον χώρο του συμβολισμού και του μαγικού ρεαλισμού και θα μας ταξιδέψει στις ατραπούς της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας αλλά και του Έρωτα, δημιουργώντας μας ποικίλους συνειρμούς και αναστοχασμούς.

"Ίσως να έχουμε λάθος ιδέα για την ευτυχία. Ευτυχία δεν σημαίνει να είσαι ευτυχισμένος. Ή ότι τα πάντα είναι εύκολα. Ωστόσο νιώθουμε ευτυχία. Γιατί ζούμε, ακόμη και αν είναι επώδυνο. Ο έρωτας απλώς είναι. Είναι τα πάντα. Και τα πάντα σημαίνει τα πάντα."

Η ένωση της Κίνας υπό τον Γινγκ Ζενγκ



Η Κίνα έχει μακραίωνη πολιτική και πολιτισμική ιστορία και γνώρισε εναλλασσόμενες περιόδους σταθερής διακυβέρνησης και ασταθών κυβερνήσεων. 

Ο πρώτος που ενοποίησε τη χώρα ήταν ο αυτοκράτορας Γινγκ Ζενγκ το 221π.Χ. Ο Γινγκ Ζενγκ ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας της δυναστείας των Τσιν. Πριν από αυτόν η Κίνα αποτελούταν από διάφορα κράτη, ανομοιογενή στους τομείς της γλώσσας, του πολιτισμού, αλλά και της εθνικότητας. Την περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου (771-476π.Χ.), όπως την αποκαλούν οι Κινέζοι ιστορικοί, υπήρχε μία σκιώδης εξουσία πάνω σε όλο αυτό το μωσαϊκό των πολιτισμών υπό τον ηγέτη της δυναστεία των Τσου. Στην πραγματικότητα βέβαια 140 περίπου κρατίδια διεκδικούσαν γη και εξουσία μέσω ενός ιδιότυπου φεουδαλικού συστήματος.

Την περίοδο που ακολούθησε, την περίοδο των Εμπόλεμων Κρατών (476-221π.Χ.) η εξουσία συγκεντρώθηκε σε επτά βασίλεια: Τσι, Τσου, Γιαν, Χαν, Ζάο, Γουέι, Τσιν. Στο τελευταίο βασίλειο ανέβηκε το 274 π.Χ. ο Γινγκ Ζενγκ και έμελλε να ήταν αυτός που θα κατακτούσε τα υπόλοιπα βασίλεια και θα τα ένωνε υπό το σκήπτρο της εξουσίας του.  Είχε κληρονομήσει, είναι η αλήθεια, ένα αρκετά δυνατό κράτος με ισχυρό στρατό, ικανούς στρατηγούς και αποτελεσματική γραφειοκρατία, οπότε δεν δυσκολεύτηκε να ενώσει τα επτά βασίλεια. Ονόμασε, κατόπιν, τον εαυτό του αυτοκράτορα (Χουάνγκ-τι) και ήταν ο πρώτος (Σι) από τη δυναστεία των Τσιν. Έτσι προέκυψε και το όνομά του με το οποίο έμεινε στην ιστορία: Τσιν Σι Χουάνγκ-τι.

Ο νέος αυτοκράτορας ήταν δραστήριος και δυναμικός και αποδείχτηκε ρηξικέλευθος σε πολλούς τομείς. Ήταν πολύ εργατικός, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες χρειαζόταν μονάχα μία ώρα ύπνο ημερισίως. Πραγματοποίησε πέντε μεγάλες περιοδείες προκειμένου να επιθεωρήσει την πελώρια αυτοκρατορία του. Ήταν όμως εξίσου καχύποπτος και παρανοϊκός σχετικά με τις απειλές κατά του θρόνου του. Επιβίωσε από μία τουλάχιστον δολοφονική απόπειρα εναντίον του και είχε εμμονή με την αθανασία, αφού αναζητούσε διαρκώς ένα μαγικό ελιξήριο το οποίο θα του επέτρεπε να ζήσει για πάντα.

Για να έρθουμε τώρα σε πιο πρακτικά θέματα, ο Γινγκ Ζενγκ κυβέρνησε με συγκεντρωτικό και απολυταρχικό τρόπο. Η βασιλεία του θεωρήθηκε ότι ξεκίνησε το έτος 1, ενώ στράφηκε με μένος ενάντια στον Κομφουκιανισμό. Διέταξε να καούν ζωντανοί 400 κομφουκιανοί δάσκαλοι και να ριχτούν στην πυρά όλα τα σχετικά με τον Κομφουκιανισμό βιβλία. Από την άλλη, πραγματοποίησε και πολλές μεταρρυθμίσεις στο νομισματικό σύστημα και στην οικονομία. Διαίρεσε τη χώρα σε 36 επαρχίες και επέβαλε ενιαία νομοθεσία.

Η κοινωνική διαστρωμάτωση την εποχή της διακυβέρνησης του Γινγκ Ζενγκ διαμορφώθηκε ως εξής: εισοδηματίες (Σι), χωρικοί (Νογκ), τεχνίτες (Γκονγκ) και έμποροι (Σανγκ), με την τελευταία ομάδα να βρίσκεται στην κατώτερη κοινωνικά θέση, παρά την οικονομική τους δύναμη.

Από τα γνωστότερα επιτεύγματα όμως του μεγάλου αυτοκράτορα αξίζει να αναφερθούν η έναρξη της κατασκευής του περίφημου Σινικού τείχους προκειμένου να αποκρουστούν εχθρικές επιθέσεις από τον Βορρά, η κατασκευή της διώρυγας Λινγκ-κου, στρατιωτικές οδοί και κυρίως το περίτεχνο μαυσωλείο του με τον πήλινο στρατό.

Για την κατασκευή του τάφου του μεγάλου αυτοκράτορα χρειάστηκαν 38 ολόκληρα χρόνια και εργάστηκαν σε αυτόν πάνω από 700.000 εργάτες. Αυτός αποτελούταν από μία γιγάντια πυραμίδα σκεπασμένη με χώμα ύψους 100 μέτρων και πλάτους 500 μέτρων. Γύρω από αυτήν υπήρχαν λάκκοι γεμάτοι με 8.000 περίπου πήλινους πολεμιστές σε φυσικό μέγεθος από τους οποίος κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλον. Υπήρχαν επίσης ακροβάτες, διασκεδαστές, μουσικοί, άρματα και άλογα. Οι εργάτες δολοφονήθηκαν μετά την περάτωση του έργου προκειμένου η τοποθεσία να μείνει μυστική. Πράγματι, ο τύμβος παρέμενε  άγνωστος για 2.000 ολόκληρα χρόνια, αφού ανακαλύφθηκε μόλις το 1974.

Όπως συνέβη όμως και αργότερα στην κινεζική ιστορία, αγροτικές αναταραχές υπονόμευσαν την εξουσία του αυτοκράτορα. Τέσσερα μόλις χρόνια μετά από τον θάνατο του αυτοκράτορα, το 206 π.Χ., μια νέα δυναστεία θα λάβει την εξουσία μετά από πραξικόπημα, η δυναστεία των Χαν. Αυτή θα χαρίσει ευημερία και σταθερότητα στην Κίνα μέχρι και τον 3ο μεταχριστιανικό αιώνα.


-Menzies Gavin, 1421 Η Κίνα ανακαλύπτει τον κόσμο, εκδ. Ψυχογιός, 2004, Αθήνα
-Κιτσίκης Δημήτρης, Συγκριτική ιστορία Ελλάδος-Κίνας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εκδ. Ηρόδοτος, 2007, Αθήνα
-Η ιστορία με απλά λόγια, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, Αθήνα
-Jonathan Holslag, Παγκόσμια πολιτική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, Αθήνα