Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Edward E. Cohen, Ο αγοραίος έρωτας στην αρχαία Αθήνα, εκδ. Διότπρα, 2001, σελ.342

 

https://www.dioptra.gr/vivlio/istoria-filosofia-politismoi/o-agoraios-erotas-stin-arxaia-athina/

Μία έξοχη και αντικειμενική μελέτη σχετικά με τις πολλαπλές διαστάσεις και επιρροές της ανδρικής και της γυναικείας πορνείας στην αρχαία Αθήνα του 4ου προχριστιανικού αιώνα μας προσφέρει ο επίκουρος καθηγητής Κλασικών Σπουδών και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια Edwand Cohen.

Πρόκειται για ένα θέμα σχετικά με το οποίο επικρατεί γενικά συσκότιση και παραπληροφήρηση, επομένως η μελέτη του Cohen έρχεται να προσθέσει ένα σπουδαίο λιθαράκι στην τεκμηριωμένη ιστοριογραφία του.

Στην εισαγωγή ο συγγραφέας ασχολείται με το πρόβλημα της ορολογίας, ένα πρόβλημα το οποίο δυσκολεύει την έρευνά μας σήμερα, αφού οι λέξεις εταίρος, -α και πόρνος, -η επιδέχονταν ευρύ φάσμα ερμηνειών, αναλόγως των περιστάσεων και, όπως είναι φυσικό, διαφοροποιούταν από τη σημερινή τους ερμηνεία. 

Από την άλλη υπάρχει και το πρόβλημα των πηγών. Αυτές δεν είναι λίγες, υπάρχει όμως σε αυτές πλήρης έλλειψη στατιστικών, κάτι που δυσκολεύει τη διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Επιπροσθέτως, οι αρχαίες κωμωδίες και οι δικανικοί λόγοι, που αποτελούν τις κατεξοχήν πηγές μας για τις όψεις του ερωτικού κόσμου στην αρχαία Ελλάδα, στοχεύουν, αντιστοίχως, στο χιούμορ και την πειθώ, επομένως διαστρεβλώνουν, εν μέρει, την αληθινή εικόνα για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ο Ε.C. πάντως, καταφέρνει, παρ' όλα αυτά, να εξάγει ορισμένα ασφαλή συμπεράσματα για το εν λόγω ζήτημα, τα οποία μοιράζεται με τους αναγνώστες του. Η πορνεία ασκούταν από δούλους, αλλά και από ελεύθερους πολίτες, αν και η πορνεία με χρηματική αποζημίωση για τους τελευταίους ήταν καταδικαστέα. Η στάση των ίδιων των Αθηναίων πολιτών δε, δεν ήταν περιφρονητική μόνο για την πορνεία αλλά και για την ίδια την εργασία και το εμπόριο. Έτσι λοιπόν, η σεξουαλική εργασία λόγω συμβολαίου, ως μια άλλη μορφή εργασίας, δεν μπορεί παρά να ήταν ένα ζήτημα κατακριτέο για τους περισσότερους Αθηναίους πολίτες. Η πορνεία όμως, τόσο η γυναικεία, όσο και η αντρική, δεν έπαψε ποτέ να είναι απολύτως νόμιμη στην αρχαία Αθήνα, όσο νόμιμη ήταν, από την άλλη, και η προστασία κάθε δούλου, γυναίκας και παιδιού από βάναυση κακοποίηση. Η μαστροπεία, αντιθέτως, παρέμενε πάντοτε καταδικαστέα.

Μέσω των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει ο συγγραφέας, φωτίζονται, αναπόφευκτα, και πτυχές του οικονομικού και του κοινωνικού βίου στην αρχαία Αθήνα, όπως οι εργασιακές δεξιότητες και η εξειδίκευση, η θέση των γυναικών και των δούλων και το δικαίωμα των πρώτων στην ιδιοκτησία, η ανδρική ομοφυλοφιλία και οι ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες η μητριαρχία υπερίσχυε της πατριαρχίας.

Ο συγγραφέας παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα από πηγές της εποχής για να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του. Έτσι, μέσα από εξατομικευμένες περιπτώσεις και αφηγήσεις, καταλήγουμε σε γενικότερα συμπεράσματα. Θα συναντήσουμε, επομένως, και τα ονόματα διάσημων εταίρων της αρχαιότητας, όπως την Ασπασία, τη Φρύνη και πολλές άλλες.

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για ένα πόνημα το οποίο απευθύνεται τόσο σε ιστορικούς, όσο και σε κάθε μελετητή και λάτρη του αρχαίου κόσμου.

Sue Prideaux, Φρίντριχ Νίτσε, "Δεν είμαι άνθρωπος, είμαι δυναμίτης", η βιογραφία, εκδ. Πατάκη, 2021, σελ.447

 

https://www.patakis.gr/product/645922/vivlia-viografies--ntokoumenta-viografies-autoviografies/Frintrix-Nitse-Den-eimai-anthropos-eimai-dunamiths-H-viografia/

Το παρόν πόνημα αναδείχθηκε ως η βιογραφία της χρονιάς για το 2018 από τους Times στην Αγγλία και δικαίως. Αναμφίβολα πρόκειται για την αριστοτεχνική βιογραφία ενός χαρισματικού και ξεχωριστού ανθρώπου, ο οποίος άσκησε μεγάλη επίδραση στη σκέψη των κατοπινών στοχαστών.

Η S.P. ξεκινά κάπως ανορθόδοξα την αφήγηση της ζωής του μεγάλου φιλοσόφου. Δεν παίρνει ως αφετηρία τη γέννησή του το 1844, τα παιδικά του χρόνια ή την οικογένειά του, αλλά δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα στο βιβλίο της από το 1869, το έτος- σταθμό στη ζωή του Νίτσε. Τότε ήταν που γνώρισε τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη και αναμορφωτή της όπερας, τον Ρίχαρντ Βάγκνερ και τη σύνευνή του, την Κόζιμα.

Πράγματι, από το 1869 έως και το 1872, όταν ο Βάγκνερ συνέγραφε την περίφημη Τετραλογία του στην εξοχική βίλα του στο Τρίμπσεν κοντά στη Λουκέρνη της Ελβετίας, ο Νίτσε μοιράστηκε μαζί τους αξέχαστες στιγμές. Οι τρεις τους απολάμβαναν αρχικά, μαζί με τη λατρεία της φύσης και της γερμανικής αποκρυφιστικής μυθολογίας, και πλήρη σύμπνοια των απόψεών τους και ο Βάγκνερ άσκησε μεγάλη επίδραση στην προσωπικότητα του εικοσιπεντάχρονου Νίτσε. Στη συνέχεια, βέβαια, οι δρόμοι τους χώρισαν αναπόφευκτα, αφού ο Νίτσε διαφώνησε με τον εθνικισμό, τον παγγερμανισμό και τον αντισημιτισμό που διέκρινε τον Βάγκνερ.

Ο ίδιος ο Νίτσε ποτέ στη ζωή του δεν υπήρξε εθνικιστής και αυτό αποτελεί τη μέγιστη ειρωνεία, αν σκεφτεί κανείς ότι οι ναζί παρερμήνευσαν αργότερα το έργο του και αλλοίωσαν το περιεχόμενο που ο ίδιος έδινε στη λέξη "Υπεράνθρωπος". Αντιθέτως, υπήρξε θιασωτής του πανευρωπαϊσμού.

Η S.P. στη βιογραφία της εξετάζει τόσο το έργο του μεγάλου στοχαστή, την οικογένειά του, τον περίγυρό του και την εποχή κατά την οποία έζησε, όσο και τον ίδιο τον άνθρωπο Νίτσε, τις επιρροές που δέχτηκε, αυτούς τους οποίους με τη σειρά του επηρέασε, αλλά και εκείνους οι οποίοι χάλκευσαν το έργο του και σπίλωσαν τόσο άδικα το όνομά του.

Αναντίρρητα, ένας τόσος μεγάλος νους όσο ο Νίτσε, δεν θα μπορούσε παρά να είναι και ένας ιδιαίτερος άνθρωπος. Ήρεμος, καλός συνομιλητής και πράος ως χαρακτήρας, αυτός ο τόσο ξεχωριστός νους κρυβόταν πίσω από ένα σωματώδες σουλούπι, το οποίο συνδέθηκε στη μνήμη μας με το τεράστιο μουστάκι που κοσμούσε το πρόσωπό του. Τα πολύ εκφραστικά, όμως, μάτια του, ήταν κείνα που μαγνήτιζαν τους πάντες  γύρω του.

Στοχαστής πολυγραφότατος, ήταν ταυτοχρόνως ποιητής και εξαίρετος μουσικός, με ξεχωριστή ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό στο πιάνο. Μπορεί να μην διακρίθηκε για τις ικανότητές του στη σύνθεση, ωστόσο δεν δίστασε να το επιχειρήσει και αυτό, όπως και τη σύνθεση μιας τραγωδίας. Εξάλλου, όπως έλεγε για να τονίσει τη σημασία που είχε η μούσα Ευτέρπη για εκείνον και την κοσμοθεωρία του, "η ζωή χωρίς τη μουσική θα ήταν λάθος".

Ως μαθητής και  φοιτητής είχε ιδιαίτερες νοητικές ικανότητες και διορίστηκε μάλιστα ως Καθηγητής της Φιλολογίας στη Βασιλεία, χωρίς να έχει αποφοιτήσει καν επισήμως από το πανεπιστήμιο. Αργότερα αποκήρυξε εντελώς τη φιλολογία και στράφηκε στη φιλοσοφία. Φυσιολάτρης, φιλόμουσος και φιλέλλην, δεν δίστασε πολλές φορές να αλλάξει πορεία πλεύσης κατά τη διάρκεια της βασανισμένης του ζωής και να αναθεωρήσει πολλάκις τις απόψεις του.

Το σημαντικότατο και ογκώδες έργο του παίρνει ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς ότι μια ζωή ταλαιπωρούταν από την απροσδιόριστη εκείνη νόσο του εγκεφάλου, μάλλον κληρονομική, που ταλαιπωρούσε και τον πατέρα του, η οποία τον οδήγησε τελικά στην τρέλα κατά τα έντεκα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Υπέφερε από πονοκεφάλους, εμετούς και φωτοφοβία και οδηγήθηκε σταδιακά σε πλήρη σχεδόν τύφλωση, περνώντας πολλές μέρες του βίου του σε πλήρη ακινησία στο κρεβάτι του. Παρ' όλα  αυτά, όμως, δεν σταμάτησε να εργάζεται άοκνα όλον τον υπόλοιπο καιρό, να διαβάζει και να στοχάζεται διαρκώς. 

Στα ταξίδια του στο Τορίνο, στη Νίκαια, στη Γερμανία και στα ελβετικά βουνά έπαιρνε πάντοτε μαζί του ένα μπαούλο με τα αγαπημένα του βιβλία. Και όταν ακόμη οδηγήθηκε στην τρέλα, ούτε τότε έπαψε να σκέφτεται τους σιωπηλούς αυτούς συντρόφους της ζωής του, αφού αποκαλούσε "βιβλίο" κάθε τι που τον ευχαριστούσε.

Η S.P. αφηγείται με εξαιρετική μαεστρία και κάθε λεπτομέρεια  τα γεγονότα της ζωής του, χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς, εξάρσεις και κρίσεις, αλλά αφήνοντας τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους και τον αναγνώστη να σχηματίσει ο ίδιος άποψη για αυτά. Ενίοτε μόνο επιτρέπει στον εαυτό της ένα καλά συγκεκαλυμμένο σχόλιο και πάλι, όμως, διατηρώντας τη μέγιστη δυνατή αποστασιοποίηση από τα γεγονότα.

Εκτός, λοιπόν, από βιογραφία και τοιχογραφία της εποχής, αλλά και των ανθρώπων που περιέβαλλαν και γνώρισαν από κοντά τον μεγάλο φιλόσοφο, το παρόν πόνημα μας δίνει το έναυσμα να μελετήσουμε όχι μόνο τα έργα του ίδιου του μεγάλου φιλοσόφου, αλλά και τον Γκαίτε, τον Βύρωνα, τον Σοπενχάουερ, τον Χέλνετριν και άλλους συγγραφείς και στοχαστές που άσκησαν επίδραση στον Νίτσε, αλλά και να ακούσουμε μουσική, την οποία αυτός λάτρευε, ιδίως Βάγκνερ, αλλά και την "Κάρμεν" του Μπιζέ.

Πρόκειται για ένα έργο που θα κάνει τον αναγνώστη να βιώσει ποικίλα συναισθήματα. Μπορεί κάπου κάπου να νιώσουμε μια κάποια αποστροφή για τη μεγαλομανία του Νίτσε, όπως αυτή εκδηλώθηκε κυρίως στα χρόνια πριν αρρωστήσει, αλλά οπωσδήποτε θα θαυμάσουμε τη μεγαλοφυή του σκέψη και τη θέλησή του να εργαστεί σε τόσο δύσκολες για τον οργανισμό του συνθήκες. Και σίγουρα θα τον συμπαθήσουμε για την πραότητά του. Δεν θα μπορέσουμε, όμως, να αποφύγουμε τη συγκίνηση για το τόσο άδοξο τέλος του. 

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι, ενώ ο Νίτσε προσπαθούσε μια ολόκληρη ζωή να γίνει γνωστός μέσα από τα έργα του, χωρίς να το καταφέρνει, η αναγνώριση ήρθε τελικά όταν ήταν πια πολύ αργά γι' αυτόν για να το χαρεί, όταν δηλαδή είχε ήδη βυθιστεί στον κυκεώνα της τρέλας του.

Τέλος, οπωσδήποτε θα νιώσουμε απέχθεια για τη φιλόδοξη αδελφή του Νίτσε την Ελίζαμπεθ, η οποία δεν δίστασε, χάριν της δικής της υστεροφημίας, να χαλκεύσει το έργο του και να συνδέσει, αδίκως, τον σπουδαίο αυτόν άντρα με την ειδεχθή κοσμοθεωρία των ναζί.

 

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Rafel Nadal, Ο γιος του Ιταλού, εκδ. Κλειδάριθμος,2021, σελ.384


https://www.klidarithmos.gr/o-gios-tou-italou
 

O ισπανικός εμφύλιος, ο απόηχος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο "γιος του Ιταλού", ο Ματέου, και ο Τσίρο, ο ίδιος ο Ιταλός, είναι οι τέσσερις πρωταγωνιστές στην ιστορική μυθιστορία του σημαντικού γνωστού Καταλανού συγγραφέα Ραφέλ Ναδάλ.

Η υπόθεση αναπτύσσεται γύρω από ένα άγνωστο, εν πολλοίς, πολεμικό γεγονός, το οποίο συνέβη το φθινόπωρο του 1943 στη γείτονα χώρα, την Ιταλία. Πρόκειται για τη βύθιση από τη Λουφτβάφε του θωρηκτού "Roma" του Ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού στα στενά του Μπονιφάτσιο. Πέντε καρδιακοί φίλοι βρίσκονται επάνω του την τραγική αυτή στιγμή, εκ των οποίων μόνο δύο, ο πρωταγωνιστής Τσίρο και ένας ακόμα φίλος του θα βγουν ζωντανοί από τη φλεγόμενη κόλαση. 

Οι επιζώντες Ιταλοί ναύτες θα φιλοξενηθούν στη μικρή καταλανική λουτρόπολη, το Κάλντες ντε Μαλαβέγια, έως ότου τους επιτραπεί να επιστρέψουν στη σπαρασσόμενη από τον Εμφύλιο, μεταξύ των φασιστών και των δημοκρατών, Ιταλία. 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη μικρή λουτρόπολη, ο Τσίρο,  "ο νεαρός που σφύριζε ναπολιτάνικα τραγούδια" θα γνωρίσει την Τζοάνα, "το κορίτσι που φύτευε κινέζικα γαρύφαλα" και έπλενε τα ρούχα του κατά τη διάρκεια της πολύμηνης παραμονής του εκεί. Ένας σφοδρός και απαγορευμένος έρωτας θα γεννηθεί μεταξύ του Ιταλού ναύτη και της Καταλανής, η οποία βιώνει το τέλμα μέσα στον ατυχή γάμο της.

Εξήντα χρόνια μετά από το γεγονός αυτό, ο γιος της Τζοάνα, ο Ματέου, ένα παιδί που γνώρισε μονάχα την αδικία και την περιφρόνηση ως το "νόθο" τέκνο της φτωχικής οικογένειας, θα ξεκινήσει μία αναζήτηση για την ανακάλυψη της ταυτότητάς του, μέσω της ταυτότητας του αληθινού του πατέρα.

Σύντομα, όμως, θα διαπιστώσει ότι, τελικά, δεν έχει και τόση σημασία το πραγματικό αποτέλεσμα, αλλά πιο πολύ το τι πιστεύουν οι άλλοι γι' αυτό.

Ο Ρ.Ν. επινοεί έναν πρωτότυπο και αντισυμβατικό τρόπο για να διηγηθεί την ιστορία του.

Το μυθιστόρημα αρχίζει εν έτει 2016 με μία συρραφή πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων, του ίδιου του Ματέου, της γυναίκας του Νέους, του αδελφού του και των παιδιών του. Σε αυτό το πρώτο μέρος εξιστορούνται τα δύσκολα παιδικά χρόνια του Ματέου και η αναζήτηση του αληθινού του πατέρα, όταν, πατέρας πλέον και ο ίδιος, αποφασίζει να πάει στη Νάπολη προκειμένου να επιβεβαιώσει τις φήμες περί της πατρότητάς του, φήμες οι οποίες τον συνόδευαν αδιαλείπτως από τότε που ήταν παιδί.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, το οποίο είναι και το πιο ιστορικό, είναι εκείνο που αφηγείται την περιπέτεια του Τσίρο και τον βομβαρδισμό του Roma. Το τρίτο είναι αφιερωμένο στην παραμονή του Τσίρο στο χωριό Κάλντες και στον έρωτά του με την Τζοάνα.

Τέλος, το τέταρτο και τελευταίο μέρος μας αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο είδαν την αναζήτηση του Ματέου για τον πραγματικό του πατέρα, οι υποτιθέμενοι Ναπολιτάνοι συγγενείς. Έτσι ο συγγραφέας καταφέρνει να μας παρουσιάσει δύο διαφορετικές οπτικές για το ίδιο γεγονός στην αρχή και το τέλος του βιβλίου του, εκείνη της καταλανικής και εκείνη της ιταλικής οικογένειας.

Το δυνατό σημείο του βιβλίου αποτελούν οι πανέμορφες περιγραφές της καταλανικής υπαίθρου με τα χρώματα της φύσης, τα λουλούδια και τα παιχνίδια των παιδιών, αλλά και η ακριβής αναπαράσταση της ουδέτερης στον Παγκόσμιο Πόλεμο Ισπανίας του Φράνκο τη δεκαετία του '40. Ο συντηρητισμός της κοινωνίας και του εκκλησιαστικού κόσμου, ο φασισμός και η αντιπαλότητα με τους δημοκράτες, καθώς και οι σκηνές από το βομβαρδισμό του θωρηκτού "Roma", αποτελούν τον απεχθή αντίποδα απέναντι στις ειδυλλιακές φυσικές περιγραφές του Νadal.

Πέρα από την αναζήτηση ταυτότητας του πρωταγωνιστή, εκείνο που θα μας μείνει από την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου είναι η λεπτομερέστατη και ακριβής απεικόνιση της καθημερινής ζωής στη φρανκική Καταλονία μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μία περιοχή η οποία έμεινε μεν αλώβητη από τα πυρά του πολέμου, αλλά όχι και από τις εσωτερικές διενέξεις μεταξύ φασιστών και δημοκρατικών και από τα βασανιστήρια και τις φυλακίσεις της δικτατορίας.

 

 

"Δεν ξέρω πως να το πω. Μερικές φορές δεν είμαστε όσο θα έπρεπε ευγνώμονες. Η μετάβαση απ' το τίποτε στο όλα θα έπρεπε να με κάνει να νιώθω απόλυτη πληρότητα. Το ότι μπορώ να βοηθήσω όποιον έχει ανάγκη, όποτε αυτό είναι απαραίτητο. Το ότι μπορώ να καλύπτω τις ανάγκες της οικογένειάς μου χωρίς στερήσεις. Δεν ξέρω, αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες ικανοποιήσεις της ζωής."

Μαρία Ξυλούρη, Πέτρινα πλοία, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ.163


https://www.metaixmio.gr/el/products/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CE%B1

 Δεκαπέντε διηγήματα, μικρού μεγέθους τα περισσότερα, περιέχονται στο νέο βιβλίο της Μαρίας Ξυλούρη με τίτλο "Πέτρινα πλοία", έναν τίτλο αινιγματικό για όσους τον πρωτακούν, αλλά αποκαλυπτικό σχετικά με τη θεματολογία του βιβλίου.

Πέτρινα πλοία αποκαλούσαν οι άνθρωποι σε πολλές χώρες τις πέτρες σε σχήμα καραβιού, τις οποίες έστηναν έξω από τους τάφους των αγαπημένων τους προσώπων, με σκοπό να ταξιδέψουν αυτές τους νεκρούς στον άλλο κόσμο.

Τέτοια πέτρινα πλοία είναι και τα διηγήματα του βιβλίου, τα οποία μας ταξιδεύουν σε άλλους κόσμους, σε νησιά, πέλαγα και θάλασσες, ακόμη και στον κόσμο των ψυχών.

Θέμα τους ο θάνατος,-τουλάχιστον σε αρκετά από αυτά- η απώλεια των αγαπημένων προσώπων και η θύμησή τους, καθώς και η αβάσταχτη απουσία τους για αυτούς που μένουν πίσω, τους ζωντανούς...

"Τι είναι ο θάνατος για κάποιον που ακόμη δεν ξέρει από θάνατο; Τι χρώμα έχει, ποια σύμφωνα βγαίνουν από το στόμα του, τι ίχνη αφήνει στο χώμα;" Αυτό αναρωτιέται η Μαρία Ξυλούρη ερευνώντας τις ψυχές των ζωντανών.

Άλλα διηγήματα μιλούν για ταξίδια σε μακρινά νησιά και αφρισμένες θάλασσες, για μεταναστεύσεις, ναυαγούς και ταξιδιώτες. Ο χώρος και ο χρόνος δεν κατονομάζεται στα περισσότερα από αυτά. Τρανταχτή εξαίρεση αποτελεί το διήγημα με τίτλο"Η μόνη στεριά", το οποίο μιλάει για το αληθινό δράμα κάποιων Γάλλων ναυαγών εν έτει 1760, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού που είχε προορισμό τη Νήσο της Γαλλίας. Ακόμη κι εδώ, όμως, στην αληθινή αυτή ιστορία, την οποία η Μ.Ξ. μας διηγείται με τόσο μαεστρία, ο θάνατος θα βρει τρόπο να δηλώσει το παρόν του.

Το έτερο διήγημα που ξεχωρίζει στο βιβλίο είναι το "Ένας για έναν", καθώς και τα πρώτα του βιβλίου στα οποία βιώνεται έντονα από τον αναγνώστη η απώλεια των αγαπημένων προσώπων. "Η πέτρα" μας φέρνει επίσης στον νου μνήμες του Εμφυλίου.

"Οι άνθρωποι ξεχνούν. Οι άνθρωποι χάνουν την πίστη τους. Οι άνθρωποι δίνουν υποσχέσεις που συνήθως δεν καταφέρνουν να κρατήσουν." Έτσι μας λέει η Μ.Ξ για τους ανθρώπους και καταλήγει για τον κόσμο τους: "Είναι ωραίο μέρος ο κόσμος, κι ας χάσαμε, και μια ζωή να χάνουμε, μια ζωή θα προσπαθούμε να ξεσηκωθούμε, τι άλλο να κάνουμε;"

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Μ.Ξ. είναι η κατεξοχήν διηγηματική γλώσσα, ρέει απλά και αβίαστα χωρίς αφηγηματικές υπερβολές, διατηρώντας όμως την ικανότητα να περιγράψει οτιδήποτε χρειάζεται και κυρίως τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Η Μ.Ξ. εναλλάσσει πολύ έξυπνα τον μακροπερίοδο λόγο με τα πολλά κόμματα με μικρές, κοφτές κύριες προτάσεις με συμπερασματικό χαρακτήρα όπου κρίνει απαραίτητο.

Ένα βιβλίο τόσο κοντά στον θάνατο, κι όμως, κατά περίεργο τρόπο, συγχρόνως και τόσο κοντά στην ίδια τη ζωή. Πέτρινα πλοία που μας ταξιδεύουν στις θάλασσες ενός άλλου κόσμου, φανταστικού και λογοτεχνικού.