Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Άμος Οζ, Η γυναίκα που γνώρισα, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 325

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6693-8

 

 "Έτσι άρχισε ο Γιοέλ Ραβίντ να μαλακώνει. Αφού μπορούσε να παρατηρεί, του άρεσε να παρατηρεί και να σιωπά. Με μάτια κουρασμένα αλλά ανοιχτά. Στα βάθη του σκότους. Κι αν χρειαζόταν να επικεντρώσει τη ματιά και να παραμείνει στο παρατηρητήριο για ώρες και μέρες, ακόμα και για χρόνια, δεν υπήρχε έτσι κι αλλιώς κάτι καλύτερο να κάνει. Ελπίζοντας να υπάρξει ξανά αυτή η σπάνια, απρόσμενη στιγμή, από τις στιγμές εκείνες όπου φωτίζεται ακαριαία το σκοτάδι, κι επέρχεται το φέγγος, έρχεται η φευγαλέα αναλαμπή που δεν πρέπει να την χάσεις και δεν πρέπει να κυριευτείς ακούσια από αυτήν. Επειδή ίσως συμβολίζει με την παρουσία της ό,τι μας έχει απομείνει. Πέρα από τον ζήλο και την ταπεινοφροσύνη."

 Κάπως έτσι ολοκληρώνει ο Άμος Οζ την ταυτόχρονη ενδοσκόπηση, σκιαγράφηση, ηθογράφηση αλλά και ψυχογράφηση του κεντρικού χαρακτήρα του, Γιοέλ, στο "Η γυναίκα που γνώρισα", ίσως το πιο δημοφιλές από τα έργα του μεγάλου ισραηλινού λογοτέχνη.

Μέσα από τη γυναίκα που γνώρισε ο Γιοέλ, τη γυναίκα του Ίβρια, που χάθηκε άδοξα από ατύχημα, μέσα από την εξιστόρηση δηλαδή  της κοινής τους ζωής και των βιωμάτων τους, ο Οζ μας γνωρίζει και τον δικό του ήρωα, τον Γιοέλ, σε ένα καθαρά ηθογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο συγχρόνως περικλείει και όλες τις μυρωδιές,  τα χρώματα, αλλά και την αίσθηση της Μέσης Ανατολής, της ζέστης και της ερήμου.

Ο Γιοέλ, πρώην πράκτορας μυστικών υπηρεσιών, μετακομίζει μετά από τον θάνατο της γυναίκας του μαζί με τις τρεις εναπομείναντες γυναίκες της ζωής του, σε ένα προάστιο του Τελ Αβίβ. Η γυναικεία συντροφιά του αποτελείται από την κόρη του, την πεθερά και τη μητέρα του. Αναντίρρητα μία πρωτότυπη όσο και ανορθόδοξη συγκατοίκηση.

Η αφήγηση του Α.Ο. παρακολουθεί την προσπάθεια που καταβάλει ο ηλικιωμένος άνδρας, κλειστός, μυστικοπαθής και κάπως αντικοινωνικός λόγω επαγγέλματος, να ενταχθεί στην τοπική κοινότητα και στη νέα ζωή χωρίς τη σύζυγό του στο πλευρό του. Το αινιγματικό και δαιδαλώδες κατασκοπικό παρελθόν του τον βαραίνει και τον καλεί να επανεξετάσει κρυμμένες πτυχές του ίδιου του του εαυτού, τις οποίες ποτέ του δεν είχε ανακαλύψει. 

Ο Γιοέλ είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος παρά την ηλικία του, ακόμη ανακαλύπτει τους ανθρώπους και εξερευνάει τη σχέση που πασχίζει ο ίδιος να σχηματίσει με τους γύρω του. Δυσκολεύεται να  επικοινωνήσει και να ανοιχτεί, ακόμη και με τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας. Υπό την έννοια αυτή, το μυθιστόρημα μοιάζει με πορεία του ήρωα προς την ενηλικίωση.

Πρόκειται για μία ανθρωποκεντρική αφήγηση, χωρίς πολλούς διαλόγους, καθαρά εσωτερική που εστιάζει κυρίως στα συναισθήματα και την ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ήρωα. Οι μνήμες από το παρελθόν της κοινής ζωής του Γιοέλ με τη Ίβρια και τα κατασκοπευτικά ταξίδια του μπλέκονται με το παρόν, ένα παρόν που ο Γιοέλ θα προτιμούσε, το δίχως άλλο, να αποφύγει. Δεν μπορεί όμως να το αλλάξει. Έτσι, κάνει την αυτοκριτική και τον αυτοεξερεύνησή του και δεν διστάζει να είναι αυστηρός με τον εαυτό του. 

Κοντολογίς πρόκειται για ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα ενδοσκόπησης που εκδόθηκαν προσφάτως στη χώρα μας, ένα μυθιστόρημα με ρέοντα λόγο για την ανακάλυψη του Εγώ μας και για τη διαχείριση της απώλειας. Ένα μυθιστόρημα που μας φωνάζει ότι ακόμη και οι πιο μοναχικοί και αινιγματικοί άνθρωποι έχουν τελικά ανάγκη από στοργή, αγάπη και επικοινωνία.

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Η εφεύρεση της πυρίτιδας


  

Είναι ευρέως γνωστό ότι οι Κινέζοι πιστώνονται τα εύσημα για την κατασκευή της πυρίτιδας. Το ζήτημα είναι πως και πότε ακριβώς έγινε αυτό. Κάποιοι μελετητές ισχυρίζονται ότι αυτή ανακαλύφθηκε ήδη από το 200 π.Χ., αφού τότε ανιχνεύουν τις πρώτες αναφορές σε αυτήν σε γραπτά κείμενα. Άλλοι όμως ισχυρίζονται ότι η πρώτη συνταγή για κατασκευή μπαρουτιού χρονολογείται το 1044 μ.Χ. Σε κάθε περίπτωση, η χρήση της δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη στην Κίνα κατά την αρχαιότητα ή τον Μεσαίωνα.

Την ανακάλυψή της χρεώνεται, σύμφωνα με τον θρύλο, είτε ένας Κινέζος μάγειρας, ο οποίος έριξε κατά λάθος στη σούπα του νιτρικό κάλιο με αποτέλεσμα η σούπα να φλογιστεί, είτε σε έναν μοναχό, τον Λι Τιάν. Ίσως όμως η άποψη που θέλει τους Κινέζους αλχημιστές να ανακαλύπτουν τις κροτίδες να είναι αυτή που βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Όπως και να χει, οι Κινέζοι δεν τη χρησιμοποίησαν στον πόλεμο, αλλά μόνο στην κατασκευή ακίνδυνων πυροτεχνημάτων.

Στην Ευρώπη έφτασε μέσω των Αράβων και των Μογγόλων, αν και υπάρχουν εικασίες ότι ο Ρότζερ Μπέικον την είχε ανακαλύψει ήδη από πριν. Οι Άγγλοι τη χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά εναντίον των Γάλλων στη μάχη του Κρεσύ στις 26 Αυγούστου του 1346, κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς πολέμου, οπότε και τους νίκησαν πανηγυρικά. Έκτοτε, η ιστορία του πολέμου και των πολιορκιών έμελε να αλλάξει ριζικά χάρη σε αυτήν.

Γιατί, όμως, οι Κινέζοι δεν χρησιμοποίησαν την πυρίτιδα στον πόλεμο, εφόσον μάλιστα και το κανόνι θεωρείται κινεζική εφεύρεση; Κάποιο μελετητές πιστεύουν ότι οι Κινέζοι δεν είχαν στη διάθεσή τους πολλά από τα συστατικά της προκειμένου να κατασκευάσουν μεγάλες ποσότητες μπαρούτης. Και αυτό διότι η πιο συνηθισμένη πηγή νιτρικού καλίου εκείνη την εποχή -ας σημειωθεί ότι η μπαρούτη περιέχει επίσης θείο και άνθρακα- ήταν η κοπριά από τα οικόσιτα ζώα. Οι Κινέζοι, όμως, δεν διέθεταν τόσα πολλά οικόσιτα ζώα όσα τους Ευρωπαίους, οπότε το μπαρούτι τους δεν ήταν τόσο ισχυρό όσο αυτό των Ευρωπαίων, αφού διέθεταν λιγότερη κοπριά.

Είτε ευσταθεί η άποψη αυτή είτε όχι, δεν αλλάζει την ιστορική αλήθεια: το μπαρούτι και τα κανόνια χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στον πόλεμο από τους Ευρωπαίους από τα μέσα του 14ου αιώνα και μετά και ιδίως από τον 15ο αιώνα, αλλάζοντας μια για πάντα τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.


ΠΗΓΗ

-Rick Beyer, Συναρπαστικές πολεμικές ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, εκδ. Κλειδάριθμος

-Isaac Asimov, Το χρονικό των επιστημονικών ανακαλύψεων, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Τα κίνητρα των δολοφόνων του Γ Ράιχ

Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τα οποία διαπράχθηκαν από τους ναζί είναι, βεβαίως ευρέως γνωστά, όχι μόνο ενάντια στους Εβραίους, αλλά και ενάντια στους ψυχικά ασθενείς και ανάπηρους, τους ρομά, τους Σλάβους της Ανατολικής Ευρώπης, τους κομμουνιστές και τους κάθε λογής αντιφρονούντες.


 

Οι δολοφονίες γίνονταν, μετά την απόφαση για την Τελική Λύση-δηλαδή μετά το 1941,- μέσω δηλητηριωδών αερίων σε θαλάμους στα στρατόπεδα του θανάτου. Ο τρόπος αυτός είχε προτιμηθεί όχι επειδή ήταν πιο γρήγορος από τις εκτελέσεις διά τουφεκισμού, όπως λανθασμένα συνήθως πιστεύεται, αλλά επειδή επέτρεπε αποστασιοποιημένες εκτελέσεις, τις οποίες ανέχονταν ευκολότερα οι εκτελεστές και δεν προκαλούσαν ψυχολογικά τραύματα.

Ανάμεσα στους χαμηλόβαθμους στρατιώτες και τα μέλη των ειδικών ομάδων δράσης, των αποκαλούμενων Einsatzgruppen, υπήρχαν, φυσικά, άνθρωποι που απεχθάνονταν τις εκτελέσεις, αλλά, και άνθρωποι οι οποίοι είτε εκτελούσαν εντελώς μηχανικά ή αδιάφορα τις διαταγές που τους είχαν δοθεί, είτε τελικά είχαν συνηθίσει να σκοτώνουν, είτε, ακόμη χειρότερα, απολάμβαναν εν τέλει το γεγονός αυτό!- όσο κι αν κάτι τέτοιο μας φαίνεται απίστευτο σήμερα. Οι ιστορικοί σήμερα έχουν στη διάθεσή τους άφθονες μαρτυρίες οι οποίες επιτρέπουν την κατηγοριοποίηση των κινήτρων των δολοφόνων σε πέντε κατηγορίες.

Στην πρώτη μεγάλη κατηγορία ανήκαν όσοι ένιωθαν ότι έπαιρναν εκδίκηση για τα δεινά που είχαν υποστεί οι Γερμανοί κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είτε από τους εχθρούς τους είτε από τους Εβραίους. Ας μην ξεχνάμε την προπαγάνδα που γινόταν συστηματικά σε όλη τη δεκαετία του '30 σχετικά με τις αδικίες τις οποίες είχε υποστεί το γερμανικό έθνος και  τα "πισώπλατα μαχαιρώματα" από τους Εβραίους ή τους κομμουνιστές. Ένα μέρος των ανθρώπων αυτών, επομένως, θεωρούσαν λογική και επιβεβλημένη την τιμωρία των Εβραίων.

Στην δεύτερη μεγάλη κατηγορία εντάσσονται οι θιασωτές του αντισημιτισμού και του ρατσισμού, της ιδεολογίας, δηλαδή, του Γ' Ράιχ. Οι άνθρωποι αυτοί εμφορούνταν από πραγματικό μίσος εναντίον των "υπανθρώπων", όπως αποκαλούσαν τους ανθρώπους που δεν ανήκαν στην "αρία" φυλή, και των Εβραίων.

Στην τρίτη κατηγορία, σαφώς μικρότερη από τις δύο παραπάνω, ανήκαν όσοι επιζητούσαν εξιλέωση, ήθελαν δηλαδή να επιδείξουν την αφοσίωσή τους στο ναζιστικό καθεστώς, ιδιαιτέρως αν είχαν προηγουμένως συνεργαστεί με τους Σοβιετικούς ή τους εχθρούς του καθεστώτος.

Στην τέταρτη κατηγορία ανήκουν όσοι επιδίωκαν κοινωνική ανέλιξη ή πλουτισμό μέσω της πειθήνιας υπακοής των διαταγών που λάμβαναν από τους ανωτέρους τους.

Δυστυχώς όμως, όπως μας δείχνουν τα υπάρχοντα στοιχεία, εξίσου μεγάλη κατηγορία, την πέμπτη, αποτελούσαν και όσοι είχαν ως κίνητρο για τις δολοφονίες που διέπρατταν τον καθαρό σαδισμό, την απόλαυση δηλαδή που αντλούσαν από το να σκοτώνουν ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

Φυσικά δεν ήταν όλοι οι στρατιώτες των ναζί τέτοια τέρατα αναισθησίας. Αντιθέτως, έχουν σωθεί πολυάριθμες μαρτυρίες ανθρώπων που αρνήθηκαν να υπακούσουν σε διαταγές ή προσπάθησαν απεγνωσμένα να αλλάξουν πόστο. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι στυγνοί δολοφόνοι περιλαμβάνονταν μονάχα στις τάξεις των Γερμανών ναζί, αφού πολλοί άνθρωποι από άλλα έθνη συμμετείχαν με χαρά σε κάθε λογής προπηλακισμούς και βασανισμούς αθώων θυμάτων-κυρίως Εβραίων- . Αυτοί ήταν κυρίως Ρουμάνοι, Κροάτες, Ούγγροι κ.α.

Όλα αυτά, όμως, είναι καλό να διερευνώνται και να μην ξεχνιούνται διότι μας δείχνουν τι είναι, δυστυχώς, ικανό να διαπράξει το ανθρώπινο είδος.

ΠΗΓΕΣ

-Rees Laurence, Ολοκαύτωμα, εκδ. Πατάκη

-Rees Laurence, Άουσβιτς, εκδ. Πατάκη

-Rees Laurence, Οι ναζί, εκδ. Πατάκη


Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Το ναυάγιο του πλοίου Ηράκλειον στη Φαλκονέρα είναι μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες στη χώρα μας. Συνέβη στις 8 Δεκεμβρίου του 1966 στις 2 τα ξημερώματα. Το καράβι, το οποίο έχρηζε από ανάγκη συντήρησης και είχε μετατραπεί προχείρως στο παρελθόν από φορτηγό πλοίο σε επιβατικό και οχηματαγωγό, εκτελούσε το δρομολόγιο Σούδα-Πειραιά. Απέπλευσε στις 7 του Δεκέμβρη από τη Σούδα στις 19.20 το βράδυ υπό πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες-φυσούσε άνεμος 9 μποφόρ- και με ευθύνη του ίδιου του καπετάνιου. Το πλοίο είχε κατασκευαστεί το 1949 στη Σκοτία και ανήκε στην εταιρεία Aegean Steam Navigation.Το μοιραίο εκείνο βράδυ μετέφερε 206 ανθρώπινες ψυχές, εκ των οποίων τα 70 ήταν μέρη του πληρώματος. Τα λάθη που οδήγησαν στην τραγωδία ξεκίνησαν ήδη από το γεγονός ότι το πλοίο χρειαζόταν συντήρηση και επισκευές, πράγματα τα οποία δεν είχαν γίνει. Επιπλέον, το γκαράζ του φορτώθηκε με πολλά φορτηγά οχήματα, τα οποία δεν ήταν καλά ακινητοποιημένα και η πόρτα του γκαράζ δεν είχε κλείσει καλά. Τέλος, ο απόπλους δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί υπό τέτοιες δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Το κακό συνέβη όταν το πλοίο, ευρισκόμενο πλησίον της βραχονησίδας Φαλκονέρας γύρω στις 2 τα ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου, κλυδωνίστηκε επικίνδυνα λόγω της σφοδρής θαλασσοταραχής και ένα φορτηγό ψυγείο, το οποίο δεν είχε ακινητοποιηθεί ως όφειλε στο έδαφος, έπεσε με φόρα επάνω στη γκαραζόπορτα του πλοίου και την ξεθεμελίωσε. Κατόπιν αυτού, το νερό εισέβαλε με ορμή στο γκαράζ και το πλοίο άρχισε να βυθίζεται γοργά. Το πλήρωμα εξέπεμψε σήμα κινδύνου, μοίρασε σωσίβια και έριξε κάποιες βάρκες στο νερό, αλλά οι μαρτυρίες από τους σαράντα επτά μόλις επιβαίνοντες τεκμηρίωσαν το γεγονός ότι η αντίδρασή του ήταν ανοργάνωτη και σπασμωδική και, φυσικά, δεν επαρκούσε για να αποτρέψει το αναπόφευκτο. Στον μεγάλο αριθμό των θυμάτων συνέβαλε και το γεγονός ότι άργησαν πολύ να φύγουν πλοία διάσωσης των ναυαγών, με αποτέλεσμα να πνιγούν και οι περισσότεροι από όσους είχαν καταφέρει να εγκαταλείψουν σώοι το πλοίο. Εξαιτίας της τραγωδίας αυτής που συγκλόνισε τότε το πανελλήνιο, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, καθορίστηκε ο θεσμός του "σκοπούντος πλοίου" σε κάθε λιμάνι, να υπάρχει δηλαδή ένα πολεμικό πλοίο σε ετοιμότητα προκειμένου να μπορέσει να δράσει άμεσα αν χρειαστεί. Επίσης θεσπίστηκε και ο καθορισμός άδειας του απόπλου ενός πλοίου σύμφωνα με το δελτίο καιρού και όχι κατά την κρίση του πλοιάρχου.

 

 

Το ναυάγιο του πλοίου Ηράκλειον στη Φαλκονέρα είναι μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες στη χώρα μας. Συνέβη στις 8 Δεκεμβρίου του 1966 στις 2 τα ξημερώματα.

Το καράβι, το οποίο έχρηζε από ανάγκη συντήρησης και είχε μετατραπεί προχείρως στο παρελθόν από φορτηγό πλοίο σε επιβατικό και οχηματαγωγό, εκτελούσε το δρομολόγιο Σούδα-Πειραιά. Απέπλευσε στις 7 του Δεκέμβρη από τη Σούδα στις 19.20 το βράδυ υπό πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες-φυσούσε άνεμος 9 μποφόρ- και με ευθύνη του ίδιου του καπετάνιου.

Το πλοίο είχε κατασκευαστεί το 1949  στη Σκοτία και ανήκε στην εταιρεία Aegean Steam Navigation.Το μοιραίο εκείνο βράδυ μετέφερε 206 ανθρώπινες ψυχές, εκ των οποίων τα 70 ήταν μέρη του πληρώματος.

Τα λάθη που οδήγησαν στην τραγωδία ξεκίνησαν ήδη από το γεγονός ότι το πλοίο χρειαζόταν συντήρηση και επισκευές, πράγματα τα οποία δεν είχαν γίνει. Επιπλέον, το γκαράζ του φορτώθηκε με πολλά φορτηγά οχήματα, τα οποία δεν ήταν καλά ακινητοποιημένα και η πόρτα του γκαράζ δεν είχε κλείσει καλά. Τέλος,  ο απόπλους δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί υπό τέτοιες δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

Το κακό συνέβη όταν το πλοίο, ευρισκόμενο πλησίον της βραχονησίδας Φαλκονέρας γύρω στις 2 τα ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου, κλυδωνίστηκε επικίνδυνα λόγω της σφοδρής θαλασσοταραχής και ένα φορτηγό ψυγείο, το οποίο δεν είχε ακινητοποιηθεί ως όφειλε στο έδαφος, έπεσε με φόρα επάνω στη γκαραζόπορτα του πλοίου και την ξεθεμελίωσε. Κατόπιν αυτού, το νερό εισέβαλε με ορμή στο γκαράζ και το πλοίο άρχισε να βυθίζεται γοργά.

Το πλήρωμα εξέπεμψε σήμα κινδύνου, μοίρασε σωσίβια και έριξε κάποιες βάρκες στο νερό, αλλά οι μαρτυρίες από τους σαράντα επτά μόλις επιβαίνοντες τεκμηρίωσαν το γεγονός ότι η αντίδρασή του ήταν ανοργάνωτη και σπασμωδική και, φυσικά, δεν επαρκούσε για να αποτρέψει το αναπόφευκτο.

Στον μεγάλο αριθμό των θυμάτων συνέβαλε και το γεγονός ότι άργησαν πολύ να φύγουν πλοία διάσωσης των ναυαγών, με αποτέλεσμα να πνιγούν και οι περισσότεροι από όσους είχαν καταφέρει να εγκαταλείψουν σώοι το πλοίο. 

Εξαιτίας της  τραγωδίας αυτής που συγκλόνισε τότε το πανελλήνιο, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, καθορίστηκε ο θεσμός του "σκοπούντος πλοίου" σε κάθε λιμάνι, να υπάρχει δηλαδή ένα πολεμικό πλοίο σε ετοιμότητα προκειμένου να μπορέσει να δράσει άμεσα αν χρειαστεί. Επίσης θεσπίστηκε και ο καθορισμός άδειας  του απόπλου ενός πλοίου σύμφωνα με το δελτίο καιρού και όχι κατά την κρίση του πλοιάρχου.

 

ΠΗΓΗ

-Eric Chaline, Οι μεγαλύτερες καταστροφές της ιστορίας, εκδ. Κλειδάριθμος